Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αναδημοσίευση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Βλαντιμίρ Λένιν, Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών


Τούρκοι αιχμάλωτοι μετά την αποφασιστική ήττα που υπέστησαν από τους Σέρβους στη μάχη του Κουμάνοβο

Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών

Γράφτηκε: 28 Μαρτίου, 1913
Πηγή : Collected Works, 4η αγγλική έκδοση, Αρίθμ. 19, Σελ. 38 - 40, Εκδότες Progress, Μόσχα, 1968 Αγγλική μετάφραση

Ο Bαλκανικός Πόλεμος έρχεται σε ένα τέλος. Η κατάληψη της Ανδριανούπολης είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη για τους Βουλγάρους, και το κέντρο βαρύτητας του προβλήματος μετατοπίστηκε από το θέατρο των επιχειρήσεων σε αυτό των λογομαχιών και των ραδιουργιών των αποκαλούμενων Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Βαλκανικός Πόλεμος είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των παγκόσμιων γεγονότων που σηματοδοτούν την κατάρρευση της μεσαιωνικής κατάστασης σχέσεων στην Ασία και την Ανατολική Ευρώπη. Να σχηματίσουν ενωμένα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια, να απαλλάξουν από την καταπίεση των τοπικών φεουδαρχικών κανόνων και να απελευθερώσουν τελείως τους αγρότες των Βαλκανίων όλων των εθνικοτήτων από το ζυγό των γαιοκτημόνων -- τέτοιο ήταν το ιστορικό καθήκον που έφερε αντιμέτωπους τους Βαλκανικούς λαούς.

Οι Bαλκανικοί λαοί θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιήσει αυτό το καθήκον δέκα φορές ευκολότερα από οτι κάνουν τώρα και με εκατό φορές λιγότερες θυσίες σχηματίζοντας μια Ομοσπονδιακή Βαλκανική Δημοκρατία. Η εθνική καταπίεση, οι εθνικοί καυγάδες και η υποκίνηση με βάση θρησκευτικές διαφορές θα ήταν αδύνατα κάτω από πλήρη και σταθερή δημοκρατία. Οι Βαλκανικοί λαοί θα είχαν εξασφαλίσει μιά αληθινά γρήγορη, εκτεταμένη και ελεύθερη ανάπτυξη.

Ποιος ήταν ο πραγματικός ιστορικός λόγος για την λύση επειγόντων Βαλκανικών προβλημάτων δια μέσου ενός πολέμου, ενός πολέμου που καθοδηγήθηκε από αστικά και δυναστικά ενδιαφέροντα; Η κύρια αιτία ήταν η αδυναμία του προλεταριάτου στα Βαλκάνια, και επίσης η αντιδραστική επιρροή και πίεση της ισχυρής Ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Φοβούνται την πραγματική ελευθερία και στις χώρες τους και στα Βαλκάνια' ο μόνος σκοπός τους είναι το όφελος εις βάρος άλλων ανθρώπων' ανακατεύουν τον σοβινισμό και την εθνική εχθρότητα για να διευκολύνουν την πολιτική τους να λεηλατούν και να εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη των καταπιεσμένων τάξεων των Βαλκανίων.

Ο Ρωσικός σοβινισμός πάνω στα Βαλκανικά γεγονότα είναι όχι λιγότερο αηδιαστικός από αυτόν της Ευρώπης. Και ο κρυμμένος, ωραιοποιημένος σοβινισμός των Καντέτων, γαρνιρισμένος με φιλελεύθερες φράσεις, είναι πιο αηδιαστικός και πιο βλαβερός από τον ωμό σοβινισμό των εφημερίδων των Μαύρο-Εκατοντιστών. Εκείνες οι εφημερίδες επιτίθενται ανοιχτά στην Αυστρία - σε αυτές τις πιό καθυστερημένες των Ευρωπαϊκών χωρών, οι λαοί (πείτε εμείς σε παρένθεση) έχουν εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από την Ρωσία. Η Cadet Rech, ωστόσο, είπε επ' ευκαιρία της κατάληψης της Ανδριανούπολης: "Οι νέες περιστάσεις δίνουν στην Ρωσική διπλωματία κάθε ευκαιρία να δείξει μεγαλύτερη σταθερότητα...."

Έξοχοι "δημοκράτες", που προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν ότι η μόνη σταθερότητα για την οποία μπορεί να γίνει λόγος εδώ είναι η σταθερότητα στην αναζήτηση σοβινιστικών σκοπών! Καμία κατάπληξη που οι Milyukov και Yefremov, Guchkov, Bennigsen, Krupensky και Balashov τα πήγαν καλά μαζί σε ένα γεύμα που δόθηκε από τον Rodzyanko στις 14 Μαρτίου. Εθνικιστές, Oκτωβριστές, Καντέτοι - αυτές δεν είναι παρά διαφορετικές αποχρώσεις του αηδιαστικού εθνικισμού και σοβινισμού των αστών που είναι οριστικά εχθρικές προς την ελευθερία.


Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Τι είναι ο συγγραφέας;, του Παναγιώτη Ζαφείρη



Τι είναι ο συγγραφέας;

     Ο περισσότερος κόσμος έχει την εικόνα του συγγραφέα που έχει την οικονομική άνεση να μένει κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και να γράφει ότι θα αρέσει στο κόσμο για να εκδοθεί, και να γίνει διάσημος, μιας και λογικά χρήματα έχει. Αυτή η εικόνα είναι λάθος….

   Οι συγγραφείς είναι άνθρωποι που γράφουν μέσα από τη ζωή. Γράφουν μέσα από τους έρωτες τους και τους έρωτες των άλλων, μέσα από την δουλειά, πολλές την σκληρή δουλειά που άλλοτε μουτζουρώνει  το πρόσωπο, σκληραίνει τα χέρια ή ματώνει τα πόδια. Κάποιες φορές μέσα από το ποτό , από το τσιγάρο και τα χαρτιά, τα πάθη είναι η μεγαλύτερη ίσως πηγή έμπνευσης, και πάνω απ’ όλα από τα αισθήματα , καλά και άσχημα. Ο συγγραφέας δε κηρύττει κανενός είδος αλήθεια, δε κρίνει κανενός τα πάθη και τις επιθυμίες, δε ξεχωρίζει τις ζωές, απλώς τις ακολουθεί, τις σέβεται και τις παρουσιάζει , με τρόπο που να  μπορούν να τον καταλάβουν όλοι.


Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο στην Έκθεση Βιβλίου




Ξεκίνησε την Παρασκευή 1 Σεπτέμβρη η Έκθεση Βιβλίου στο Ζάππειο. Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο έχει τη δική του παρουσία στην έκθεση στο περίπτερο 156.

Στο πλαίσιο της έκθεσης το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο οργανώνει εκδήλωση – βιβλιοπαρουσίαση δύο εκδόσεών του σχετικών με τη μάχη ενάντια στον εθνικισμό, του “Μαρξισμός και Εθνικισμός” του Κρις Χάρμαν και του “Μακεδονικό, η Κρίση στα Βαλκάνικα και η Εργατική Τάξη”. Η εκδήλωση θα γίνει την Κυριακή 16 Σεπτέμβρη, στις 7μμ και θα μιλήσουν η πανεπιστημιακός Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, ο συγγραφέας και δημοσιογράφος της ΕφΣυν Τάσος Κωστόπουλος κι ο διευθυντής της Εργατικής Αλληλεγγύης, Πάνος Γκαργκάνας.




Ιούλιος Βερν και υιός: Δυστοπία και Ουτοπία στο έργο τους


    ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Ιούλιος Βερν υπήρξε μία από τις επιδραστικότερες φιγούρες της Γαλλικής κουλτούρας του 19ου αι.. Θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας. Σήμερα ο μύθος του είναι πιο δυνατός από ποτέ . Όπως όλοι οι μύθοι, έχει και αυτός τα αμφιλεγόμενα σημεία του. Επίσης όπως γίνεται με όλους τους μύθους, άτομα με διαφορετικά (και ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους πολλές φορές) ιδεολογικά κίνητρα αγωνίζονται να εντάξουν το Βερνιανό μύθο στο δικό τους ιδεολογικό-αξιακό σύστημα.
Γεγονός είναι ότι στο έργο του Ιουλίου Βερν διακρίνονται η αγάπη του για τα ταξίδια, τη γεωγραφία, καθώς και για την τεχνολογία, την ανακάλυψη και την επιστήμη . Το 1863 με το “Πέντε εβδομάδες με αερόστατο”, ο Βερν ξεκινά την ενασχόληση με την τεχνολογία και το αύριο (ενασχόληση που θα συνεχιστεί με το “Ταξίδι στο κέντρο της Γης”, το “Από τη Γη στη Σελήνη”, το “20.000 λεύγες κάτω από τηθάλασσα” κλπ).
Ο Βερν όμως για πολλά χρόνια θεωρούνταν παιδικός συγγραφέας. Υπάρχουν πολλοί που «βλέπουν» μια αφέλεια παιδική στο έργο του. Αν και αυτό δεν είναι εντελώς λανθασμένο, τα τελευταία χρόνια το έργο του επανεκτιμήθηκε. Βοήθησε σε αυτό και ο μεταμοντερνισμός που από τη μία αμφισβήτησε όλες τις κυρίαρχες ιδεολογίες και από την άλλη έψαξε να βρει κρυφά μηνύματα και ιδεολογίες σε όλους τους απολίτικους (ή τέλος πάντων μη έντονα πολιτικοποιημένος) κλασσικούς συγγραφείς, στην προσπάθειά του να αποδομήσει το μοντέρνο κόσμο και να επαναπροσδιορίσει τα πάντα.
Θύμα του μεταμοντερνισμού υπήρξε και ο Λάβκραφτ που άλλοι τον παρουσιάζουν σαν φασίστα και άλλοι σαν αναρχικό… Το θέμα είναι ότι οι πολιτικές ιδεολογίες δεν έπαιξαν μεγάλο ρόλο στο έργο του Βερν, Λάβκραφτ, Χάουαρντ κλπ. Ήταν συνειδητή επιλογή των ιδίων να επικεντρωθούν σε άλλα θέματα. Η παγίδα όμως που η μεταμοντέρνα σκέψη έχει στήσει είναι μεγάλη. Κάποιοι φτάσανε στο σημείο να παρουσιάζουν το Μαρκήσιο ντε Σαντ σαν υπερασπιστή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων…
Έτσι τα τελευταία χρόνια ο Βερν παρουσιάστηκε σαν κρυφοαριστερός, προφήτης του σύγχρονου κόσμου και δυστοπικός συγραφέας. Κυρίαρχο επιχείρημα υπέρ της πιθανολογούμενης (κρυπτογραφημένης) πολιτικής του σκέψης υπήρξε ότι ο Βερν φοβόταν τον εκδότη του και έτσι περνούσε τα όποια μηνύματά του υπόγεια. Είναι αυτή η αλήθεια όμως; Σίγουρα στο έργο του υπάρχουν και δυστοπικά αλλά και πολιτικοποιημένα στοιχεία, όχι όμως τόσα ώστε να μετατραπεί ο Βερν σε γκουρού της πολιτικής σκέψης.
Ας τα πάρουμε ένα ένα : Αρχικά δεν ισχύει ότι ο Βερν υπήρξε προφήτης του τεχνολογικού κόσμου, καθώς πολλές από τις εφευρέσεις που παρουσιάζει στα βιβλία του υπήρχαν ήδη εκείνη την εποχή (πχ. το υποβρύχιο). Επίσης προφήτεψε και πολλά που δε γίνανε, όπως το ταξίδι στο κέντρο της γης. Άλλωστε και η πίστη του στα τεχνικά επιτεύγματα με το πέρασμα του χρόνου εξασθένησε.
Από πολιτικής άποψης ο Βερν με τα χρόνια έγινε πιο συντηρητικός (αν υπήρξε και ποτέ αριστερός) κάτι που μαρτυράται άλλωστε από τις πολιτικές του δηλώσεις και επιλογές.
Τέλος η φήμη του Βερν σαν συγγραφέα ουτοπίας- δυστοπίας οφείλεται και σε μερικά του έργα που κυκλοφόρησαν όσο ζούσε, αλλά κυρίως σε έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον (πχ. “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” που τελικά δεν ήταν δικά του) κυρίως από το γιο του. Πράγματι το 1863, ο Ιούλιος Βερν έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο“Το Παρίσι στον 20ό αιώνα” όπου ένας νεαρός άνδρας ζει σ’ έναν κόσμο με γυάλινους ουρανοξύστες, τρένα υψηλής ταχύτητας, αυτοκίνητα που κινούνται με φυσικό αέριο κλπ. Δημοσιεύθηκε μετά θάνατον το 1994.
Επίσης στο “Τα 500 εκατομμύρια του Μπεγκούμ” (1879) έχει συνδυαστεί με πρωτότυπο τρόπο η ουτοπία και η δυστοπία.
Έτσι στο έργο παρουσιάζονται δύο πόλεις. Η μία, δυστοπική και προάγγελος των ολοκληρωτισμών του αύριο, είναι μια στρατικοποιημένη πόλη, η Στάλσταντ. Η άλλη είναι η Φρανσβίλ, το αντίθετο της στρατικοποίησης, μία πόλη φτιαγμένη στα πρότυπα των Ουτοπικών σοσιαλιστών. Όμως το έργο αυτό δεν ανήκει στο Βερν . Αντίθετα ανήκει στον
κομμουνάρο Πασκάλ Γκρουσέ που εκτοπίστηκε μετά την ήττα της Κουμούνας και έζησε σαν πρόσφυγας για κάποια χρόνια.
Πληρώθηκε γι’ αυτό το έργο και δέχθηκε να το διασκευάσει ο Βερν χωρίς να φαίνεται πουθενά το όνομα του!
Στο θρυλικό “Μαύρες Ινδίες” μία ολόκληρη κοινότητα επιλέγει να ζήσει σε μία υπόγεια σπηλιά όπου εργάζεται και βγάζει τα προς το ζην από την εξόρυξη γαιάνθρακα. Ζει λοιπόν αυτή η κοινότητα πιο ικανοποιητικά από όταν ζούσε στην επιφάνεια. Τέλος ο Βερν δημιούργησε δύο θρυλικές προσωπικότητες: τον Κάπτεν Νέμο και το Ροβήρο. Ο ένας ζει ελεύθερος στη θάλασσα και εκδικείται τον πολιτισμό, ενώ ο άλλος ζει στον ουρανό με σκοπό να τον κατακτήσει. Ο Νέμο σίγουρα ήταν μια πολιτική δημιουργία του Βερν επηρεασμένος από τον αναρχοατομικιστή επαναστάτη της εποχής του, αλλά και από τους αντιαποικιακούς αγώνες.
Σε γενικές γραμμές, στο έργο του Βερν πολλοί ήρωές του καταφεύγουν από ανάγκη ή από επιλογή να ζήσουν σε ερημικά νησιά, σε ηφαίστεια, κάτω από τη γη ή μέσα στη θάλασσα. Ο Βερν προτείνει τη φυγή και το ταξίδι αλλά χωρίς το κομμουνιστικό ή αναρχικό πρόταγμα που έχουν άλλοι συγγραφείς της εποχής του.
Έτσι, ενώ στο έργο του υπάρχουν περιπτώσεις επαναστατικής φυγής μικρών ομάδων από την κοινωνία, δεν παρουσιάζονται αυτές οι περιπτώσεις εντός της κομουνιστικής ή ουτοπικοσοσιαλιστής παράδοσης. Αντίθετα η ιδιοκτησία ποτέ δεν καταργείται, ενώ δεν υπάρχει αληθινή ισότητα (ο Κάπτεν Νέμο πχ. είναι το αφεντικό των φυγάδων του Ναυτίλου).
Στο έργο του Βερν κυριαρχεί η φυγή, το ταξίδι και ο μύθος. Όποια επαναστατικά και δυστοπικά-ουτοπικά μηνύματα υπάρχουν είναι σχετικά περιορισμένα σε έναν αχανή κόσμο από χαρακτήρες και τοποθεσίες που αποτελούν το σύνολο του Βερνιανού κόσμου. Ο Βερν ήθελε να αρέσει σε όλους (αν και κυρίως στα παιδιά). Με αυτήν την έννοια δεν υπήρξε ποτέ επαναστάτης. Εξίσου άδικος είναι βέβαια και ο χαρακτηρισμός του σαν παιδικός συγγραφέας. Απλά ο Ιούλιος Βερν είναι ο Ιούλιος Βερν.
ΕΡΓΑ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΜΙΣΕΛ ΒΕΡΝ
Μετά το θάνατό του, ο γιος του Ιουλίου Βερν αναλαμβάνει να κυκλοφορήσει κάποια ακυκλοφόρητα έργα του πατέρα του. Θεωρητικά ο Μισέλ Βερν έχει την υποχρέωση να διορθώσει τυχόν λάθη στα αρχικά χειρόγραφα του πατέρα του, τα οποία ο θάνατός του, εμπόδισε στο να τα επιμεληθεί ο ίδιος. Ο Μισέλ όμως σε κάποια έργα άλλαξε κυριολεκτικά τα φώτα. Και εννοείται ότι βάζει την υπογραφή του πατέρα του… Έτσι κάποια τον θεωρούν πλαστογράφο γιατί αλλοίωσε τα αρχικά κείμενα του Ιούλιου Βερν. Ο ίδιος, μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν κυκλοφόρησε ποτέ κάτι με το επώνυμό του . Έτσι καταδικάστηκε από τους κριτικούς να ζει στη σκιά του πατέρα του σαν μία αντιφατική και ιδιάζουσα περίπτωση. Είναι όμως έτσι;
Πρώτα και κύρια ο Μισέλ κατάργησε όσο μπορούσε το happy ending του πατέρα του. Πολλές φορές άλλαξε έτσι ολόκληρο το μήνυμα. Η αλήθεια είναι ότι αν κάποιος από τους δύο είναι πρόδρομος της δυστοπίας αυτός είναι ο γιος και όχι ο πατέρας. Στους “Οι Ναυαγοί του Ιωνάθαν” ο Μισέλ ανατρέπει το χαρωπό κοινωνικό μήνυμα του πατέρα του και παρουσιάζει μια φιλοσοφική μελέτη -κριτική όλων των πολιτικών συστημάτων. Σε αυτό το έργο ο Μισέλ Βέρν δείχνει μια συμπάθεια προς τον “αναρχοατομικισμό”.
Επίσης στο “Εκπληκτική περιπέτεια της αποστολής Μπαρσάκ” (1919) ο Μισέλ Βερν τα καταφέρνει καλά. Περιγράφει τον τεχνολογικό φασισμό του μέλλοντος μέσα από την πόλη Μπλάκλαντ (όπου κυριαρχούν οι ιπτάμενες μηχανές και τα αυτόματα εργαλεία). Ενώ όμως η τεχνολογία θριαμβεύει, η κοινωνία νοσεί. Η πόλη είναι διαχωρισμένη μεταξύ τομέων με τοίχους, ενώ και οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι μεταξύ τους σε λευκούς και μαύρους. Όμως ο Μισέλ είναι πανέξυπνος. Οι λευκοί δεν εξουσιάζουν μόνο τους μαύρους αλλά και πολλούς λευκούς σκλάβους. Μάλιστα η προσωπική φρουρά του δικτάτορα είναι μαύροι. Με τον τρόπο αυτό ο Μισέλ κατάφερε να συλλάβει τη δύναμη του καπιταλιστικού ολοκληρωτισμού, που μέσω της περιπλοκότητας και παραχωρώντας προνόμια σε κάποιο κομμάτι της μειονότητας (διαίρει και βασίλευε) μπορεί να επιβιώνει.
Άλλο ενδιαφέρον και πρωτότυπο στοιχείο στη σκέψη του Μισέλ είναι ότι στην πόλη αυτή κανείς δεν είναι εξαθλιωμένος. Αντίθετα η τεχνολογία βρίσκεται στην υπηρεσία όλων, ακόμα και των δούλων. Στο έργο αυτό προαναγγέλλεται κατά κάποιον τρόπο το Βrave new world του Χάξλευ, αλλά γιατί όχι και ο σύγχρονος υπερκαταναλωτικός κόσμος (τουλάχιστον πριν την παγκόσμια κρίση του 2007).
Τέλος στο “Ο Αιώνιος Αδάμ” (1910), έργο που μάλλον ανήκει εξολοκλήρου στο γιο, εκείνος παρουσιάζει το τέλος της ανθρωπότητας, μένοντας πιστός στο δυστοπικό
πνεύμα του 20ου αι., τόσο ξένο στον πατέρα του και στο χαρούμενο τεχνολογικό πολιτισμό του 19ου αιώνα. Μια μικρή ομάδα έχει επιβιώσει από την ξηρασία που κατέστρεψε τον πλανήτη. Υπάρχει το στοίχημα του αν ο πολιτισμός θα επιβιώσει και ο κόσμος, όπως τον ξέραμε, θα ξαναδημιουργηθεί. Η ομάδα όμως δεν τα καταφέρνει και οι επιζώντες επιστρέφουν στο πρωτόγονο επίπεδο. Ο πολιτισμός πέθανε και ο Μισέλ υπήρξε με αυτό του το έργο πρωτεργάτης της καταστροφολογικής λογοτεχνίας.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Αν και με την υπογραφή του Ιουλίου, τα πιο πολιτικοποιημένα και μηδενιστικά έργα των Βερν πρέπει να αποδοθούν στο γιο. Ακόμα και έτσι ο Ιούλιος Βερν δεν υπήρξε ένας παιδικός συγγραφέας, αν και η προσπάθεια καπελώματός του από κάθε πολιτική ιδεολογία θα μείνει μάλλον ανεπιτυχής. Είναι αυτό που είναι και γι’ αυτό το λόγο αγαπήθηκε τόσο.

             

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος


"[..] Ο Καρκαβίτσας  γράφει το «Ζητιάνο», το πρώτο του έργο σε δημοτική, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ψυχάρη, ο οποίος με το έργο του «Το Ταξίδι μου» στα 1889, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σολωμού με τη σειρά του, δημιουργεί το μανιφέστο του δημοτικισμού. Γραμμένο μέσα στο πλαίσιο του νατουραλισμού, του λογοτεχνικού ρεύματος που χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό του ρεαλισμού και των νέων επιστημονικών τάσεων το 19ο αιώνα (είναι η εποχή που εμφανίζεται η δαρβινική θεωρία), επηρεασμένο από το Ζολά και τους Ρώσους συγγραφείς, στο έργο αυτό ο Καρκαβίτσας αξιοποίησε το ενδιαφέρον των αναγνωστών προς τη λαογραφία, η οποία καταλαμβάνει μεγάλη έκταση  στο έργο του και δεν χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς λόγους.

 Ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, στρεφόμενος σ’ αυτήν με προσοχή. Αν και ακολούθησε το παράδειγμα Ψυχάρη δεν ενστερνίστηκε τις ακρότητές του. Προσπαθεί να αναδείξει το λαϊκό πολιτισμό, δημιουργεί λέξεις νέες και αποδίδει πετυχημένα τους χαρακτήρες του, σε μια εποχή που το γλωσσικό ζήτημα ήταν οξύτατο.  Και καθώς η λαογραφία συμπορεύεται με την ηθογραφία, η οποία είναι η έκφανση του ρεαλισμού και στην οποία εμπεριέχεται πάντα ένα σκοτεινό στοιχείο, ο Καρκαβίτσας  χρησιμοποιεί  την ηθογραφία, η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα μετά την προκήρυξη διαγωνισμού συγγραφής διηγήματος με Ελληνικό θέμα από το περιοδικό Νέα Εστία, και τη μετάφραση της Νανάς του Ζολά από τον Καμπούρογλου, όχι ως το μέσο αλλά ως το σκοπό του έργου του.
Το έργο του Καρκαβίτσα είναι ένα κείμενο με έντονη ιδεολογική φόρτιση, φορείς της οποίας είναι ο αφηγητής και οι ήρωες του.  Στον « Ζητιάνο» του ο Καρκαβίτσας προσπαθεί επίσης να τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης στο πρόβλημα των ζητιάνων που βρίσκονταν στον ελληνικό χώρο και στις συνέπειες της κοινωνικής διαφθοράς.
 Σημαντική είναι επίσης η σχέση του έργου με τη φύση, η οποία καταλαμβάνει κυρίαρχο μέρος στο έργο. Παρουσιάζοντας  μια αγροτική κοινωνία  στηλιτεύει την ένδεια παιδείας που οδηγεί σε δεισιδαιμονίες και μετατρέπει την κοινωνία σε κοινωνία κακομοίρηδων, την οποία έρχεται να εκμεταλλευτεί ο έξυπνος ζητιάνος. Το έργο, γραμμένο μέσα στο πλαίσιο του νατουραλισμού, καταγράφει ενδελεχώς τη μίζερη αυτή ζωή, σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τόσο τους ανθρώπους όσο και τον κρατικό μηχανισμό, ώστε να δραστηριοποιηθούν. [...]"

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

Με επιτυχία ολοκληρώθηκε η συμμετοχή του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη





Με μεγάλη επιτυχία ολοκληρώθηκε η συμμετοχή του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη (3-6 Μάη).
Ιδιαίτερο χρώμα έδιναν στην έκθεση οι μεγεθυμένες -με πρωτοβουλία των οργανωτών- αφίσες του Μάη του 68 από το λεύκωμα του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου, που στόλιζαν το χώρο στο περίπτερο 13. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μαθητές των σχολείων που επισκέφτηκαν την έκθεση την Παρασκευή το πρωί έστηναν πηγαδάκια γύρω από τις αφίσες και ρωτούσαν τους καθηγητές το
υς για το Μάη. 

Κορύφωση
 
Η κορύφωση της παρουσίας του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου ήρθε την τελευταία μέρα της Έκθεσης, στην εκδήλωση παρουσίασης της συλλογής αφισών του Μάη του ’68. Ο ιστορικός τέχνης και επιμελητής του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Γιάννης Μπόλης μίλησε για τον τρόπο παραγωγής των αφισών από το Atelier Populaire της Σχολής Καλών Τεχνών, καθώς και για το ρόλο που έπαιξαν κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Ο Κώστας Πίττας από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο στάθηκε ιδιαίτερα στο ιστορικό πλαίσιο της περιόδου, όταν όλες οι θεωρίες ότι οι φοιτητές βαριούνται και οι εργάτες έχουν ενσωματωθεί κατέρρευσαν μέσα από το ξέσπασμα ενός διεθνούς ριζοσπαστικού κινήματος που ταρακούνησε τον κόσμο από τη Δύση ως την Ανατολή. Ακολούθησαν τοποθετήσεις για τη σημασία των διδαγμάτων εκείνου του κινήματος στο σήμερα, καθώς και για το ρόλο της αριστεράς και η εκδήλωση έκλεισε με την υπόσχεση ότι θα συνεχιστεί με ακόμα πιο μαζικούς όρους στο φεστιβάλ «Μαρξισμός 2018». 
 
(φωτό από το περίπτερο του ΜΒ, τις αφίσες του Μάη και την εκδήλωση στην Έκθεση Βιβλίου)

(αναδημοσίευση της είδησης από την σελίδα του ΜΒ στο 










Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ο Λέων Τρότσκι μιλάει στον Ζώρζ Σιμενόν: Βλέπω να έρχεται ο πόλεμος



 
Ο Τρότσκι σηκώνεται να με χαιρετήσει, μετά ξανακάθεται στο γραφείο του, ζυγίζοντάς με μαλακά με το βλέμμα. Τον έχουν περιγράψει άλλοι χιλιάδες φορές, δε θα ήθελα να το ξανακάνω κι εγώ. Θα ήθελα όμως να δώσω αυτή την αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που δοκίμασα στον κήπο, στο σπίτι, στο περιβάλλον. Ο Τρότσκι, απλός και εγκάρδιος, μου τείνει τις δακτυλογραφημένες απαντήσεις στις ερωτήσεις μου.
ΤΡΟΤΣΚΙ: Τις υπαγόρευσα στα ρώσικα και ο γραμματέας μου τις μετέφρασε το πρωί. Θα σας παρακαλούσα μόνο να μου υπογράψετε το αντίγραφο που θα κρατήσω εγώ.
(Στο γραφείο υπάρχουν σκόρπιες εφημερίδες απ’ όλο τον κόσμο, και η «Παρί Σουάρ» είναι πάνω πάνω. Ο Τρότσκι θα τους είχε ρίξει μια ματιά πριν φτάσω. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα φαίνεται, χαμηλά στον κήπο, ένας μικρός όρμος με δύο πλεούμενα: ένα μικρό καΐκι και ένα κανό με εξωλέμβιο κινητήρα).
ΤΡΟΤΣΚΙ: Βλέπετε. Έξι η ώρα το πρωί, βρίσκομαι κιόλας στο ψάρεμα.
(Δεν μου λέει ότι είναι αναγκασμένος να συνοδεύεται από έναν από τους αστυνομικούς του, αλλά το ξέρω).
 
 
 
Το φυλετικό
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι το φυλετικό πρόβλημα θα κυριαρχήσει στις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν τις σημερινές ζυμώσεις; Ή μήπως θα κυριαρχούν τα κοινωνικά προβλήματα; Ή τα οικονομικά; Τα στρατιωτικά…
ΤΡΟΤΣΚΙ: Όχι. Δεν είμαι καθόλου της γνώμης ότι το φυλετικό πρόβλημα θα είναι αποφασιστικής σημασίας στις μέλλουσες εξελίξεις. Η φυλή στην οποία ανήκει ο καθένας είναι στοιχείο ανθρωπολογικό, είτε είναι αμιγής είτε είναι μεικτή, ένα στοιχείο από το οποίο μάλιστα η ιστορία δημιούργησε αυτά τα περίπου κατασκευάσματα που ονομάζονται έθνη…Τη μορφή της καινούργιας εποχής θα την αποφασίσουν οι τάξεις και οι κοινωνικές ομάδες, τα διάφορα κοινωνικά ρεύματα που γεννώνται από τα έθνη.
Δεν αρνούμαι τα διακριτικά στοιχεία που υπάρχουν σε κάθε φυλή. Αλλά αυτά, μέσα στην εξέλιξη, την ανάπτυξη της τεχνικής της εργασίας και της τεχνικής της σκέψης, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η φυλή είναι στοιχείο στατικό, παθητικό. Η δυναμική βρίσκεται στην ιστορία. Πώς να διαμορφώσει την κίνηση, την ανάπτυξη, ένα στοιχείο σχετικά ακίνητο; Όλα τα φυλετικά γνωρίσματα σβήνουν μπροστά σε ένα κινητήρα εσωτερικής καύσης! Για να μη μιλήσω για ένα πολυβόλο…
Όταν ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να στήσει ένα «εθνικό» καθεστώς αντάξιο της λεγόμενης καθαρής βόρειο- γερμανικής φυλής, το μόνο που κατάφερε ήταν να πλαστογραφήσει ουσιαστικά τη λατινική φυλή του νότου. Αλλά και ο Μουσολίνι, στην εποχή του, στον αγώνα του για την εξουσία, χρησιμοποίησε – έστω ανατρέποντας το – το κοινωνικό δόγμα ενός Γερμανού, ή μάλλον Γερμανοεβραίου, του Μαρξ, που ένα – δύο χρόνια πριν, μάλιστα, τον αποκαλούσε «αθάνατο δάσκαλο όλων μας».
Αν σήμερα, στον εικοστό αιώνα, οι ναζί προτείνουν να γυρίσουμε τη ράχη στην ιστορία, στην κοινωνική δυναμική, στον πολιτισμό, για να επιστρέψουμε στη «φυλή», τότε γιατί να μη γυρίσουμε λίγο πιο πίσω   ακόμη; Η ανθρωπολογία δεν είναι παρά ένα μέρος της ζωολογίας, έτσι δεν είναι; Ποιος ξέρει τι θα μας πουν αύριο οι ρατσιστές! Μπορεί να αντλήσουν τις υψηλότερες εμπνεύσεις τους από το βασίλειο των πιθήκων! Μπορεί εκεί να βρουν τη δημιουργικότητα που ποθούν.
 
Συμμαχίες
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Οι συμμαχίες των δικτατοριών είναι μήπως μια πρώτη φάση συνένωσης των λαών, ή είναι απλώς ένα περαστικό ατύχημα; 
ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν πιστεύω ότι οι ενώσεις κρατών θα πραγματοποιηθούν με τις δικτατορίες από τη μια όλες μαζί και τις δημοκρατίες από την άλλη. Με εξαίρεση μια μικρή τάξη επαγγελματιών πολιτικών, τα έθνη, οι λαοί, οι κοινωνικές τάξεις δεν ζουν για την πολιτική. Οι μορφές που παίρνει ένα κράτος δεν είναι παρά οι τρόποι με τους οποίους εκφράζει συγκεκριμένες καταστάσεις, κυρίως οικονομικές. Βέβαια, οι ομοιότητες στη δομή ορισμένων κρατών συμβάλει στο να δημιουργηθούν συμμαχίες μεταξύ τους. Σε τελευταία ανάλυση όμως, οι προσεγγίσεις είναι κυρίως αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων και στρατιωτικών υπολογισμών.
Με ρωτάτε αν θεωρώ περιστασιακές και παροδικές τις ομάδες φασιστικών δικτατοριών, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, ή των περίπου βοναπαρτιστικών δικτατοριών, όπως η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία, ή Αυστρία… Αλίμονο! Δεν μπορώ να κάνω αισιόδοξες προβλέψεις. Ο φασισμός δεν προκαλείται από ψύχωση ή από υστερία (μ’ αυτά παρηγορούνται οι θεωρητικοί του σαλονιού, όπως ο κόμης Σφόρτσα), αλλά από βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση – η οποία δυστυχώς ροκανίζει τον ευρωπαϊκό κορμό. Η σημερινή περιοδική κρίση θα κάνει ακόμη οξύτερες τις πιο σκοτεινές διεργασίες.
 
Η έκρηξη
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι η κρίση μπορεί να εκτονωθεί ήρεμα, ή μήπως θεωρείτε απαραίτητη την έκρηξη; Πόσον καιρό πιστεύετε ότι μπορεί να κρατήσει η σημερινή «μετέωρη» κατάσταση;
ΤΡΟΤΣΚΙ: Ο φασισμός, και ιδιαίτερα ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, περικλείει για την Ευρώπη αναπόφευκτους κινδύνους πολέμου. Ίσως να κάνω και λάθος, επειδή βρίσκομαι έξω απ’ όλα αυτά. Κ ι όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν έχει κατανοηθεί η έκταση του κινδύνου. Αν δούμε τα πράγματα με μια προοπτική όχι μηνών αλλά ετών – πάντως όχι δεκαετιών – θεωρώ απολύτως αναπόφευκτη μια πολεμική έκρηξη από μέρους της φασιστικής Γερμανίας. Νομίζω ότι το γεγονός αυτό θα έχει αποφασιστική σημασία για τη μοίρα της Ευρώπης…
Οι εκτιμήσεις μου όμως, τελικά, δεν θα πρέπει να φαίνονται απαισιόδοξες, παρά μόνο σε εκείνους που μετρούν τα βήματα της Ιστορίας στην Ευρώπη με πολύ κοντή μεζούρα. Όλες οι μεγάλες εποχές, όταν τις κοιτάζεις από πολύ κοντά, φαίνονται πράγματι μελαγχολικές. Η μηχανική της προόδου, οφείλουμε να παραδεχτούμε, είναι ατελής.
Εντούτοις, δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι εν τέλει ο Χίτλερ, ή οσοιδήποτε Χίτλερ, είναι σε θέση να γυρίσουν πίσω τον τροχό της Ιστορίας για πάντα, ή ίσως και για δέκα χρόνια ακόμη. Θα σπάσουν τα δόντια τους στα γρανάζια του, και θα παλέψουν σκληρά με τους μοχλούς της για να πάνε πίσω την Ευρώπη για μερικά χρόνια.
Αλλά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στο τέλος η ανθρωπότητα θα βρει τον δρόμο της. Το ίδιο το παρελθόν της αποτελεί την εγγύηση.
 
* Λίγο πριν, στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, του πήρε ο συγγραφέας Ζώρζ Σιμενόν, ως έκτατος απεσταλμένος της εφημερίδας «Παρί Σουάρ», αυτή τη συνέντευξη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 23 /3 /1991. Πηγή της δικής μας αναδημοσίευσης θα βρείτε στη σελίδα «Επανάσταση.»
 
 

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλία για τις γιορτές: Επιχειρήματα και διάλογος στη μάχη των ιδεών



Το 2017 ήταν μια χρονιά γεμάτη πολιτικές κρίσεις και κινηματικές μάχες αλλά και έντονη πολιτική συζήτηση, για την ιστορία, την Αριστερά και τους αγώνες της, το μαρξισμό και την επικαιρότητά του, την οικονομία και την πολιτική. Μια σειρά ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφόρησαν τη χρονιά που πέρασε έχουν να προσφέρουν στο προβληματισμό και τις σχετικές συζητήσεις.
Σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη οι ρατσιστικές πολιτικές των κυβερνήσεων σε συνδυασμό με την κρίση των παραδοσιακών κομμάτων της άρχουσας τάξης τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς και των φασιστών. Ένα μεγάλο αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα δίνει τη μάχη να τους απαντήσει. Η κλασσική μελέτη του Αμπράμ Λέον Το Εβραϊκό Ζήτημα που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά φέτος, είναι ένα πολύτιμο όπλο στη μάχη ενάντια στους φασίστες. Γιατί ο αντισημιτισμός συνεχίζει να είναι η συγκολλητική ουσία του «σκληρού πυρήνα» των ναζί. Ο Αμπράμ Λεόν ήταν ένας μαρξιστής διανοούμενος, αγωνιστής της επαναστατικής Αριστεράς και του τροτσκιστικού κινήματος που δολοφονήθηκε από τους ναζί στο Άουσβιτς το 1944. Το βιβλίο είναι η πρώτη και ίσως η πιο πρωτότυπη μαρξιστική ανάλυση για τις ρίζες του αντισημιτισμού. Και ταυτόχρονα είναι μια προφητική κριτική του σιωνισμού, δηλαδή του πολιτικού κινήματος που ίδρυσε το κράτος του Ισραήλ.
Ένα ακόμα χρήσιμο εφόδιο στην αντιρατσιστική και αντιφασιστική πάλη είναι το βιβλίο του Τζον Μπέργκερ Ο Εβδομος Ανθρωπος που επανεκδόθηκε το 2017. Ο Μπέργκερ (1926-2017) ήταν καταξιωμένος κριτικός τέχνης, μυθιστοριογράφος και μαρξιστής. Το βιβλίο επικεντρώνεται στο μεταναστευτικό ρεύμα στην Ευρώπη την περίοδο 1955-1973 από τον ευρωπαϊκό Νότο στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, μέσα από τη «ματιά» του Μπέργκερ και τις φωτογραφίες του Τζην Μορ.
Και βέβαια οι μετανάστες δεν είναι μόνο τα «θύματα» των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης. Είναι κομμάτι της τάξης μας και των αγώνων της. Αυτή τη πτυχή προσεγγίζει το βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου Η Κόκκινη Αμερική, που εξετάζει την σχέση των Ελλήνων μεταναστών εργατών με την αμερικάνικη Αριστερά και τους αγώνες της μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα.
Η εργατική τάξη στην Αμερική έχει μεγάλη ιστορία αγώνων και ένα πολύτιμο βιβλίο είναι αυτό του Τζον Νιούσιγκερ με τίτλο ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ που καλύπτει στη συγκλονιστική δεκαετία του 1930.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν άνοιξε ξανά την συζήτηση για όλο το πλέγμα των ανταγωνισμών των αρχουσών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι αναφορές στη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923 δίνουν και παίρνουν συνοδευμένες με εθνικιστικές κορώνες και ψέματα. Οπότε καλό είναι να παίρνουμε τα πράγματα από την «αρχή» και συγκεκριμένα από την εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και οι νικητές της ρίχτηκαν στον αγώνα να τη μοιράσουν σαν λεία.



Το βιβλίο του Γιουτζίν Ρόγκαν Η Πτώση των Οθωμανών ο Μεγάλος Πόλεμος στη Μέση Ανατολή 1914-1920 είναι μια λεπτομερής ανάλυση αυτής της περιόδου. Ξεκινά με το ξέσπασμα του πολέμου και τελειώνει με την με το διαμελισμό των υπολειμμάτων της Αυτοκρατορίας με τη Συνθήκη των Σεβρών και το ξεκίνημα του απελευθερωτικού αγώνα υπό τον Κεμάλ. Η Συνθήκη των Σεβρών που έφτιαχνε -στα χαρτιά- την «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και την οποία έσειε πριν κάποιους μήνες ο Καμένος απέναντι στον Ερντογάν.
Το βιβλίο της Δήμητρας Κυρίλλου Μέση Ανατολή- αντίσταση στον ιμπεριαλισμό φέρνει αυτή την ιστορία των επεμβάσεων στην περιοχή μέχρι τις μέρες μας.
Το βιβλίο του Μ. Θρασυβούλου Ο Εθνικισμός των Ελληνοκυπρίων Από την Αποικιοκρατία στην Ανεξαρτησία (Όψεις, τάσεις και ο ρόλος της Αριστεράς), μας μεταφέρει σε μια πτυχή της ιστορίας ενός άλλου «εθνικού ζητήματος», του Κυπριακού. Ο συγγραφέας μας βοηθάει να απαντήσουμε το ερώτημα αν ήταν μοιραίο η Κύπρος να βυθιστεί στο αίμα των εθνικιστικών συγκρούσεων στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και του ελληνοτουρκικού πολέμου στο νησί το 1974. Πώς έγινε δυνατό τον αντιαποικιακό-αντιμπεριαλιστικό αγώνα ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία να τον ηγεμονεύσουν ο Μακάριος και ο Γρίβας με την ΕΟΚΑ, δηλαδή η εθνικιστική δεξιά; Δεν ήταν μοιραίο να γίνει. Τον αποφασιστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η στρατηγική του ΑΚΕΛ που υπέταξε τα κοινά συμφέροντα των από κάτω στην “εθνική ενότητα” με την ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη, μετατρεπόμενο έτσι σε ουρά της Εκκλησίας και του ελληνικού εθνικισμού.
Η δεξιά κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον τόσο θεαματική και αποκρουστική (η μνημονιακή λιτότητα είναι πλέον «κανονικότητα») ώστε η εποχή που αυτό το κόμμα υποσχόταν ότι θα «σχίσει τα μνημόνια» και θα φέρει ριζοσπαστικές αλλαγές μοιάζει μακρινή ανάμνηση. Αυτό το κλίμα ευφορίας των πρώτων βδομάδων της «πρώτης φορά αριστερά» μεταφέρει ο James K. Galbraith στο βιβλίο του Καλώς όρισες στην μαρτυρική αρένα - Το δηλητηριασμένο δισκοπότηρο των μνημονίων. Ο συγγραφέας στενός φίλος και σύμβουλος του Γιάνη Βαρουφάκη στην θητεία του στο υπουργείο Οικονομικών, παρουσιάζει μέσα από μία σειρά άρθρων και εμπιστευτικών επιστολών την άποψή του για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και την εμπειρία του από τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με την τρόικα, το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η αναφορά στο μυστικό «Σχέδιο Χ» ,το πλάνο έκτακτης ανάγκης, την προετοιμασία του οποίου ανέθεσε o Βαρουφάκης στον Galbraith και με την αποκάλυψή του ξέσπασε θύελλα στον ελληνικό τύπο.
Αντίστοιχος, ίσως και μεγαλύτερος θόρυβος ξέσπασε από τη δεξιά το καλοκαίρι με αφορμή και το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, Ανίκητοι ηττημένοι - Για μια ελληνική άνοιξη μετά από ατελείωτους μνημονιακούς χειμώνες. Η ΝΔ βρήκε την ευκαιρία να ουρλιάξει για τους «τυχοδιωκτισμούς» και τους «ερασιτεχνισμούς» των πρώτων μηνών της κυβέρνησης όταν υπουργός Οικονομικών ήταν ο Βαρουφάκης. Το βιβλίο είναι μια αφήγηση των διαπραγματεύσεων στο Γιουρογκρουπ εκείνους τους μήνες του 2015. Βέβαια στις σελίδες του δεν ξετυλίγονται οι «τυχοδιωκτισμοί» του Τσίπρα και του Βαρουφάκη, αλλά οι αυταπάτες του ίδιου και της κυβέρνησης που ανήκε ότι μπορεί να υπάρχει έντιμος συμβιβασμός με την ΕΕ και τους καπιταλιστές.
Απαραίτητο για αυτή τη συζήτηση βέβαια είναι το συλλογικό “Ο Ελληνικός Καπιταλισμός, η Παγκόσμια Οικονομία και η Κρίση” για να μην χάνουμε το νήμα από τα πραγματικά αίτια της κρίσης του συστήματος.




Παράλληλα με τις μάχες που δίνει η εργατική τάξη κι η νεολαία ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η συζήτηση για τα αίτια της «κωλοτούμπας» δεν έχει κοπάσει. Ο Βασίλης Ασημακόπουλος μας θυμίζει ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ έχει προηγούμενο, την πορεία του ΠΑΣΟΚ. Το βιβλίο του Πρώτη φορά Αριστερά Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 παρουσιάζει με ένα πλούτο τεκμηρίων και πληροφοριών την πορεία του ΠΑΣΟΚ από τις ριζοσπαστικές διακηρύξεις της 3 Σεπτέμβρη στις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις της δεκαετίας του ’90. Η συζήτηση πάνω στο τι είδους τελικά κόμμα ήταν, όχι μόνο παραμένει ανοιχτή για τέταρτη συνεχή δεκαετία, αλλά διατηρεί ζωντανή την επικαιρότητά της. Και είναι μια συζήτηση αναγκαία στην Αριστερά, όχι τόσο για να εντοπίσει κανείς, επιχαίροντας ή καταγγέλλοντας τις διαφορές ή ομοιότητές του με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο για να μπορέσει να υπάρξει μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Η κρίση της ΕΕ και όλες οι εμπειρίες των τελευταίων χρόνων έχουν πυροδοτήσει ένα μεγάλο ρεύμα αμφισβήτησης της ίδιας και των αξιώσεών της ότι αποτελεί ένα «κοινό σπίτι» των λαών της, πέρα και πάνω από ανταγωνισμούς και εθνικισμούς. Για παράδειγμα ο ιστορικός Χρήστος Χατζηιωσήφ στο βιβλίο του Η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών επισημαίνει την ανάδυση του γερμανικού εθνικισμού τις τελευταίες δεκαετίες και αποπειράται μια ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν σε αυτήν. Αξίζει να διαβαστεί παρά τα απαισιόδοξα πολιτικά συμπεράσματα του συγγραφέα.



Τον Σεπτέμβρη έφυγε από τη ζωή ο Ίστβαν Μέσαρος, ένας από τους σπουδαιότερους μαρξιστές της σύγχρονης εποχής, μαθητής του Γκ. Λούκατς που συμμετείχε και στην Ουγγρική Επανάσταση του 1956. Το βιβλίο του Η θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1961 έπαιξε μεγάλο ρόλο στην άνθιση του Μαρξισμού στα χρόνια των εξεγέρσεων και των κινημάτων του Μάη 1968. Επανακυκλοφόρησε στα ελληνικά φέτος. Ο Μέσαρος αναλύει τι σήμαινε αλλοτρίωση για τον Μαρξ, και ακόμα πιο σημαντικό πως σπάει μέσα από τους αγώνες των εργατών. Το 2017 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη δημοσίευση του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ και στον Μέσαρος χρωστάμε κάποιες από τις πιο πολύτιμες συμβολές στην «ανακάλυψη» της επαναστατικής και χειραφετικής ουσίας του έργου του Μαρξ.
Το βιβλίο του Άλεξ Καλλίνικος Οι Επαναστατικές Ιδέες του Καρλ Μαρξ αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο συνολικότερο έργο του Μαρξ, ενώ μια πιο προχωρημένη συμβολή μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο του Άλεξ Καλλίνικος Η Αποκρυπτογράφηση του Κεφάλαιου που είναι απαραίτητο διάβασμα στα 150 χρόνια από το Κεφάλαιο του Μαρξ.



Τα 100 χρόνια από την Ρώσικη Επανάσταση ήταν βέβαια η επέτειος που επισκίασε όλες τις άλλες τη χρονιά που πέρασε κι η συζήτηση για τα αίτια, και την πορεία της συνεχίζεται και θα συνεχιστεί. Ο άγγλος ιστορικός Ε.Χ Καρ έχει αφήσει ένα μεγάλο έργο για την επανάσταση και τη μετεπαναστατική Ρωσία, όπως η τρίτομη ιστορία της ΕΣΣΔ. Φέτος κυκλοφόρησε στα ελληνικά η Μικρή Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης. Είναι μια πολύ καλή εισαγωγή για να αποκτήσει κανείς μια συνολική εικόνα για την πορεία της Ρώσικης Επανάστασης από την έκρηξή της το Φλεβάρη του 1917 μέχρι και την πλήρη επιβολή του σταλινικού καθεστώτος στην ΕΣΣΔ το 1929. Στο ερώτημα “Πώς Χάθηκε η Ρώσικη Επανάσταση” απαντάει η έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου που συγκεντρώνει σχετικά κείμενα του Κρις Χάρμαν, του Άλεξ Καλλίνικος και του Πάνου Γκαργκάνα.

• Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για αυτά τα βιβλία στις σελίδες βιβλιοκριτικής του περιοδικού Σοσιαλισμός από τα κάτω στα τεύχη του 2017. (http://ergatiki.gr/article.php?id=17586&issue=1304)



Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ



Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ
επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Πολλές εκδόσεις, νεότερες ή και παλιότερες, είδαν το φως της δημοσιότητας την χρονιά που φεύγει σε λίγες μέρες και σχετικά με την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την εποποιία της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είτε ιστορικές, είτε λογοτεχνικές αυτές οι εκδόσεις προσπάθησαν να μας δώσουν, όχι πάντα με επιτυχία, ούτε πάντα με θετική άποψη απέναντι στην Επανάσταση, ένα γενικό πανόραμα της συγκεκριμένης διαδικασίας αλλά και μια εικόνα της ρώσικης κοινωνίας πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η διπλή έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη και Αντίποδες αντίστοιχα του μυθιστορήματος "Πετρούπολη" του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ εντάσσεται σε αυτόν ακριβώς τον κανόνα, ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι στο έργο η Πετρούπολη "περιγράφεται ως μια πόλη σε αργό θάνατο, που εξαιτίας της επανάστασης του Οκτωβρίου έχει τεθεί σε κατάσταση συναγερμού".

Στο σημείωμα που ακολουθεί παραθέτουμε την άποψη του Ρώσου επαναστάτη Λέον Τρότσκι για τον συγγραφέα από την συγκεντρωτική έκδοση του βιβλίου του "Λογοτεχνία και Επανάσταση" (στο πρώτο κεφάλαιο σχετικά με την προεπαναστατική τέχνη στη Ρωσία) χωρίς ενδιάμεσο δικό μας σχολιασμό. Νεότερο σχόλιο θα ακολουθήσει με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου του Αντρέι Μπιελύ που όπως αναφέρεται στο σχετικό δελτίο τύπου από τις εκδόσεις Κίχλη:

"Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή".

Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.




Η μεσοεπαναστατική λογοτεχνία (1905-1917), παρακμιακή στη διάθεσή της και στη σημασία της, υπερεκλεπτυσμένη στην τεχνική της, λογοτεχνία ατομικισμού, συμβολισμού και μυστικισμού, βρήκε στο Μπιελύ την πιο υψηλή της έκφραση και υπήρξε διαμέσου αυτού η πιο ανοιχτά κατεστραμένη απ’ τον Οκτώβρη. Ο Μπιελύ πιστεύει στη μαγεία των λέξεων. Μπορεί κατά συνέπεια να πει κανείς για το άτομό του πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο[26] μαρτυράει την αντίθεσή του στην Επανάσταση, αφού η μεγαλύτερη περίοδος επαναστατικής πάλης πέρασε με μάχες ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.
Οι αναμνήσεις του Μπιελύ από το Μπλοκ, εκπληκτικές για τις ασήμαντες λεπτομέρειές τους και το αυθαίρετο ψυχολογικό μωσαϊκό τους, τονίζουνε αδρά την κατάσταση όπου βρίσκονται άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου, μιας περασμένη εποχής, ενός κόσμου που δε θα ξαναγυρίσει πια. Δεν είναι ζήτημα γενιάς, αφού αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στη γενιά μας, μα διαφορών κοινωνικής φύσης, διανοητικού τύπου, ιστορικής ρίζας. Για το Μπιελύ η Ρωσία είναι ένα απέραντο πράσινο λιβάδι, σαν το κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο[27]. Σ’ αυτή την εικόνα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ρωσίας, που παρουσιάζεται σαν ένα πράσινο λιβάδι, περισσότερο ακόμα σαν λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο, νιώθει κανείς πόσο βαθιά βρίσκεται θαμένη η παλιά Ρωσία, η Ρωσία του γαιοκτήμονα και του κρατικού λειτουργού, καλύτερα, η Ρωσία του Τουργκένιεβ και του Γκοντσάροβ. Τι αστρονομική απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας, και τι καλά που είναι τόσο αλαργινή! Τι πήδημα διαμέσου των αιώνων απ’ αυτή την παλιά Ρωσία ως τον Οκτώβρη!
Είτε πρόκειται για το λιβάδι Μπέζιν του Τουργκένιεβ, για το λιβάδι του Σαχμάτοβο του Μπλοκ, για το λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα του Τολστόϊ, είτε για το λιβάδι του Ομπλόμοβ του Γκοντσάροβ, έχει κανείς την ίδια εικόνα γαλήνης και φυτικής αρμονίας. Οι ρίζες του Μπιελύ είναι στο παρελθόν. Και που βρίσκεται τώρα η παλιά αρμονία; Στο Μπιελύ όλα φαίνονται αναποδογυρισμένα, όλα είναι στραβά, όλα είναι χωρίς αρμονία. Γι’ αυτόν η γαλήνη της Γιάσναγια Πολιάνα δε μεταμορφώθηκε σε πήδημα προς τα μπρος, μα σε εξάψεις και σε χοροπηδήματα. Ο φαινομενικός δυναμισμός του Μπιελύ δεν κάνει άλλο παρά να γυρίζει γύρω - γύρω, είναι μια μάχη πάνω στους χωματόλοφους ενός παλιού καθεστώτος που διαλύεται και χάνεται. Οι λεκτικές συστροφές του δεν οδηγούν πουθενά. Δεν έχει ίχνος επαναστατικού ιδανικού. Πραγματικά, είναι ένας συντηρητικός ρεαλιστής διανοούμενος, που το έδαφος τού ’χει φύγει κάτω από τα πόδια και που είναι απελπισμένος γι’ αυτό. Οι Αναμνήσεις ενός Ονειροπόλου, ημερολόγιο εμπνευσμένο από το Μπλοκ, συνδυάζει τον απελπισμένο ρεαλιστή που καπνίζει η σόμπα του με το διανοούμενο το συνηθισμένο στο χουζούρι του πνεύματος και ο οποίος δε μπορεί να ονειρευτεί ζωή μακριά από το λιβάδι Σαχμάτοβο. Ο Μπιελύ, ο «ονειροπόλος», που τα πόδια του είναι στη γη και που στηρίζεται στο γαιοκτήμονα και το γραφειοκράτη, δεν κάνει άλλο παρά να φτύνει τούφες καπνό γύρω του.
Ατομικιστής, βγαλμένος από τον άξονά του, ξεριζωμένος από τις συνήθειές του, ο Μπιελύ θα’ θελε ν’ αντικαταστήσει ολόκληρο τον κόσμο, να χτίσει τα πάντα από τον εαυτό του και διαμέσου του εαυτού του, να ξαναβρεί όλο τον εαυτό του, όμως τα έργα του, άνισης καλλιτεχνικής αξίας, δεν κάνουν πάντα παρά να εξιδανικεύουν, διανοητικά ή ποιητικά, τις παλιές συνήθειες. Και να γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αυτή η υπερβολική έγνια για τον εαυτό σου, αυτή η αποθέωση των συνηθισμένων γεγονότων της ίδιας της διανοητικής σου ρουτίνας, γίνονται τόσο ανυπόφορα στην εποχή μας όπου μάζα και ταχύτητα φτιάχνουν πραγματικά έναν καινούργιο κόσμο. Αν κάποιος γράφει με τρόπο τόσο πομπώδικο για τη συνάντησή του με το Μπλοκ, τότε πώς πρέπει να γράψει για τα μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουνε τα πεπρωμένα των εθνών;
Στις παιδικές αναμνήσεις του Μπιελύ, Κοτίκ Λετάγιεβ, υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές φωτεινάδας, όχι πάντα καλλιτεχνικές, συχνά όμως πειστικές. Δυστυχώς, συνδέονται μεταξύ τους με απόκρυφες συζητήσεις, με φανταστικά βάθη, μια πληθωρική συσσώρευση από λέξεις και εικόνες που τις κάνουν ολότελα μάταιες. Παίζοντας γόνατα κι αγκώνες, ο Μπιελύ πασκίζει να τρυπώσει την παιδική ψυχή του μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Βλέπει κανείς τα ίχνη από τους αγκώνες του σε όλες τις σελίδες, όμως εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει εκεί! Κι αλήθεια από πού θα ’ρχότανε;
Δεν πάει πολύς καιρός, ο Μπιελύ –πάντα απορροφημένος με τον εαυτό του, ιστορώντας ο ίδιος τον εαυτό του, περπατώντας γύρω από τον εαυτό του, μυρίζοντας και γλύφοντας τον εαυτό του– έγραψε για το άτομό του μερικές σκέψεις πολύ αληθινές: «Ίσως κάτω από τις θεωρητικές αφαιρέσεις μου για το «μάξιμουμ» να κρυβόταν ο μινιμαλιστής, ψηλαφώντας προσεχτικά το έδαφος. Πλησίαζα τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ψαχουλεύοντας το πεδίο από μακριά διαμέσου μιας υπόθεσης, ενός υπαινιγμού, μιας μεθοδολογικής απόδειξης, παραμένοντας σε μιαν προσεκτική αναποφασιστικότητα» (Αναμνήσεις από τον Αλέξαντρο Μπλοκ). Χαρακτηρίζοντας το Μπλοκ σα μαξιμαλιστή, ο Μπιελύ μιλάει για τον εαυτό του ολωσδιόλου σα για ένα μενσεβίκο (στο Άγιο Πνεύμα, εννοείται, όχι στην πολιτική). Αυτές οι λέξεις μπορεί να φαίνονται απροσδόκητες στην πέννα ενός Ονειροπόλου και ενός Ιδιόρρυθμου (με κεφαλαία) μα, στο τέλος-τέλος, μιλώντας τόσο για τον εαυτό του λέει κανείς καμιά φορά την αλήθεια. Ο Μπιελύ δεν είναι μαξιμαλιστής, καθόλου, μα μινιμαλιστής αδιαφιλονίκητος, μια αναλαμπή του παλιού καθεστώτος και των απόψεών του, υποφέροντας και στενάζοντας μέσα σε καινούργιο κλίμα. Και είναι απόλυτα αλήθεια πως πλησιάζει τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ολόκληρο το Άγιο Πετερσμπούργκ του είναι χτισμένο σύμφωνα με μέθοδες πλάγιες. Και να γιατί αυτό μοιάζει με γέννα. Ακόμα και κει όπου περιμένει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή εκεί όπου μια εικόνα γεννιέται μέσα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτός το πληρώνει πάρα πολύ ακριβά, έτσι που ύστερα απ’ όλες αυτές τις περιφράσεις, ύστερα απ’ αυτή την ένταση κι αυτές τις προσπάθειες, ο αναγνώστης μένει τελικά με την πείνα του. Είναι σα να σας πέρασαν μέσα σ’ ένα σπίτι από την καπνοδόχο και ν’ αντιληφτούν έπειτα ότι υπήρχε πόρτα απ’ όπου είταν πιο εύκολο να μπει κανείς.
Η ρυθμική πρόζα του είναι φοβερή! Οι φράσεις του δεν υπακούνε στην εσωτερική κίνηση της εικόνας μα σ’ ένα μέτρο εξωτερικό, που, στις αρχές, μπορεί να φαίνεται μόνο περιττό μα που δεν αργεί να σας κουράσει με τη δυσκινησία του και τελικά δηλητηριάζει ως και την ύπαρξή σας. Η βεβαιότητα πως μια φράση θα τελειώσει σύμφωνα με τέτοιο ρυθμό βαράει στα νεύρα, όπως, όταν χτυπημένος από αϋπνία, περιμένεις να ξανατρίξει το παντζούρι. Παράλληλα με τη μανία του ρυθμού έρχεται ο φετιχισμός της λέξης. Είναι ολοφάνερα βέβαιο πως η λέξη δεν εκφράζει μόνο μιαν έννοια, πως έχει και μιαν ηχητική αξία και πως, χωρίς αυτό το σεβασμό απέναντι στη λέξη, δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μαστοριά, στην πρόζα ή στην ποίηση. Ας μην αρνηθούμε στο Μπιελύ τις αρετές του σ’ αυτό τον τομέα. Όμως ακόμα και η πιο φορτωμένη και πιο ηχερή λέξη δε μπορεί να σημαίνει παραπάνω από κείνο που είχε βαλθεί σ’ αυτήν. Ο Μπιελύ γυρεύει στη λέξη, όπως οι Πυθαγόρειοι στον αριθμό, μια δεύτερη ξεχωριστή έννοια, απόκρυφη. Και να γιατί βρίσκεται συχνά στο αδιέξοδο. Αν σταυρώσετε το μέσο δάχτυλο με το δείχτη κι αγγίξετε ένα αντικείμενο, θα νιώσετε δυο αντικείμενα, μα αν επαναλάβετε το πείραμα θα νιώσετε άσκημα· αντί να χρησιμοποιήσετε σωστά την αίσθηση της αφής, κάνετε κατάχρησή της για να απατηθήτε. Οι καλλιτεχνικές μέθοδες του Μπιελύ δίνουν ολότελα αυτή την εντύπωση. Είναι επίπλαστα πολυσύνθετες.
Η λιμνάζουσα σκέψη του, ουσιαστικά μεσαιωνική, χαρακτηρίζεται όχι από μια λογική και ψυχολογική ανάλυση, μα από ένα παιχνίδι παρηχήσεων, από λεκτικές συστροφές και ακουστικές συζεύξεις. Όσο πιο πολύ ο Μπιελύ γαντζώνεται από τις λέξεις και τις παραβιάζει άσπλαχνα, τόσο πιο αφόρητος φαίνεται με τις πηγμένες γνώμες του μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει υπερνικήσει την αδράνεια. Ο Μπιελύ φτάνει στις πιο δυνατές στιγμές του όταν περιγράφει τη στέρεη αλλοτινή ζωή. Μα ακόμα και κει, η τεχνοτροπία του είναι κουραστική, άβολη. Φαίνεται ξάστερα πως είναι ο ίδιος σάρκα απ’ τη σάρκα και αίμα απ’ το αίμα της παλιάς κατάστασης, ολότελα συντηρητικός, παθητικός και μετριοπαθής, κι ότι ο ρυθμός του, οι λεκτικές συστροφές του, δεν είναι παρά ένα γελοίο μέσο να παλαίψει εναντίον της εσωτερικής παθητικότητάς του και της ξεραΐλας του, τώρα που έχει αποσπαστεί από τον πόλο της ζωής του.
Στον παγκόσμιο πόλεμο ο Μπιελύ έγινε οπαδός του γερμανού μυστικιστή Ρούντολφ Στάϊνερ, φυσικά «διδάκτορος της φιλοσοφίας», και φύλαξε σκοπός στην Ελβετία, τη νύχτα, κάτω απ’ τον τρούλλο του ναού της ανθρωποσοφίας. Τί είναι η ανθρωποσοφία; Είναι μια διανοητική και πνευματική ιδιοποίηση του χριστιανισμού, καμωμένη με τη βοήθεια βιαστικών ποιητικών και φιλοσοφικών παραθέσεων. Δε μπορώ να δόσω λεπτομέρειες πιο συγκεκριμένες γιατί δε διάβασα ποτέ Στάϊνερ και δεν έχω την πρόθεση να το κάνω: θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να μην ενδιαφέρομαι για «φιλοσοφικά» συστήματα που καταγίνονται με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις ουρές των μαγισσών της Βαϊμάρης και του Κιέβου (στο μέτρο που δεν πιστεύω στις μάγισσες γενικά, εκτός από τη Ζιναΐντα Χίππιους, που αναφέρθηκε πιο πάνω, που στην πραγματικότητά της πιστεύω απόλυτα, χωρίς να μπορώ να πω τίποτα το ορισμένο για το μάκρος της ουράς της). Είναι αλλιώτικα με το Μπιελύ. Αν τα πράγματα του Ουρανού είναι γι’ αυτόν τα πιο σημαντικά, θά ’πρεπε να τα εκθέσει. Ωστόσο ο Μπιελύ, που είναι τόσο παραδομένος στις λεπτομέρειες ώστε μας διηγείται το πέρασμά του μέσα από ένα κανάλι σα να πρόκειται το λιγότερο για τη σκηνή του Κήπου της Γεσθημανή ιδωμένη με τα ίδια του τα μάτια, αν όχι για την έκτη μέρα της Δημιουργίας, αυτός ο ίδιος Μπιελύ, μόλις αγγίξει την ανθρωποσοφία του, γίνεται λακωνικός και σύντομος· προτιμάει το σχήμα της σιγής. Το μόνο πράμα που μας γνωστοποιεί είναι ότι «εγώ δεν είμαι εγώ μα ο Χριστός που είναι μέσα μου», καθώς και ότι «γεννηθήκαμε εν Θεώ, θα πεθάνουμε εν Χριστώ και το Άγιο Πνεύμα θα μας αναστήσει». Αυτό είναι παρηγορητικό μα πραγματικά όχι πολύ ξάστερο. Ο Μπιελύ δεν εκφράζεται με τρόπο πιο λαϊκό εξαιτίας ενός βασικού φόβου: μήπως πέσει στο θεολογικό συγκεκριμένο που θα ’ταν πάρα πολύ παρακινδυνευμένο. Πραγματικά ο υλισμός ποδοπατάει αμετάκλητα κάθε θετική οντολογική δοξασία επινοημένη κατ’ εικόνα της ύλης, τόσο φανταστικά μεταμορφωμένης όσο αυτό μπορεί να γίνει στην πορεία του προτσέσου. Αν είσαστε πιστός εξηγήστε λοιπόν τι λογής φτερά έχουν οι άγγελοι και από ποια ουσία είναι οι ουρές των μαγισσών. Τρέμοντας αυτά τα θεμιτά ερωτήματα, οι σπιριτουαλιστές τζέντλεμεν έχουν τόσο εξιδανικεύσει το μυστικισμό τους ώστε στο τέλος η ουράνια ύπαρξη χρησιμεύει για έντεχνο ψευδώνυμο στην ανυπαρξία. Τότε, ξανά τρομαγμένοι (αληθινά δεν υπήρχε καθόλου λόγος να χωθούν εκεί μέσα) ξαναπέφτουν στον κατηχισμό.
Κ’ έτσι, ανάμεσα σ’ ένα στυγνό ουράνιο άδειο κ’ έναν κατάλογο με θεολογικές αξίες, απλώνεται η πνευματική βλάστηση των μυστικιστών της ανθρωποσοφίας και της φιλοσοφικής πίστης γενικά. Ο Μπιελύ επιχειρεί πεισματικά, όμως δίχως επιτυχία, να σκεπάσει το άδειο του με μιαν ηχερή ενορχήστρωση και με αναγκαστικά ποιητικά μέτρα. Πασκίζει να υψωθεί μυστικιστικά πάνω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, πασκίζει ακόμα να την υιοθετήσει στ’ αρπαχτά δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στα πράματα της γης, που ωστόσο δεν είναι άλλο γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, από «ηλιθιότητες». Αποτυχαίνοντας σ’ αυτή την απόπειρα –και πώς θα μπορούσε να μην αποτύχει;– ο Μπιελύ αρχίζει να χολιάζει. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του προτσέσου είναι τόσο απλός όσο και η ανατομία ενός νευρόσπαστου: μερικές τρύπες και μερικά ελατήρια. Μα από τις τρύπες και τα ελατήρια του Μπιελύ βγαίνει η Αποκάλυψη, όχι η γενική Αποκάλυψη, μα η ιδιαίτερη αποκάλυψή του, η αποκάλυψη του Αντρέϊ Μπιελύ. «Το πνεύμα της αλήθειας με υποχρεώνει να εκφράσω τη στάση μου απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα. Ε, λοιπόν, ε... ξέρετε, έτσι... Θέλετε τσάϊ; Τί, δεν υπάρχει κοινός άνθρωπος σήμερα; Να ένας, εγώ είμαι ο κοινός άνθρωπος». Έλειψη γούστου; Ναι, μια αναγκαστική γκριμάτσα, μια στεγνή κουταμάρα. Κι αυτό μπροστά σ’ ένα λαό που έζησε μιαν επανάσταση. Στην ξιπασμένη εισαγωγή του στη μη επική Εποποιία του, ο Αντρέϊ Μπιελύ κατηγορεί τη σοβιετική εποχή μας ότι είναι «τρομερή για τους συγγραφείς που νιώθουν νά ’χουν κληθεί για μεγάλους μνημειακούς πίνακες».
Αυτός, ο μνημειογράφος, έχει συρθεί, φανταστείτε, «στο στίβο του καθημερινού», στη ζωγραφική «καραμελοκουτιών»! Μπορεί κανείς, σας ρωτάω, να ρίξει την πραγματικότητα και τη λογική πιο σκληρά πάνω στο κεφάλι του; Είναι αυτός, ο Μπιελύ, που σύρθηκε από την Επανάσταση, μακριά από τους μουσαμάδες του προς τα καραμελοκούτια! Με τις πιο εξεζητημένες λεπτομέρειες, και όχι τόσο με λεπτομέρειες όσο με αφρό από λέξεις, ο Μπιελύ μας διηγείται πως «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, μούσκεψε από μια ρηματική βροχή» (sic), πως γνώρισε τη «γη της ζωντανής σκέψης», πως ο ναός του Ιωάννου έγινε γι’ αυτόν «εικόνα θεωρητικού προσκυνήματος». Σύμφυρμα αγνό και άγιο! Διαβάζοντάς τον, κάθε σελίδα φαίνεται πιο αφόρητη από την προηγούμενη. Αυτή η αυτοϊκανοποιημένη αναζήτηση του ψυχολογικού τίποτα που δε συνεχίζεται πουθενά αλλού παρά κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, αυτό το σνομπ ορνιθοσκάλισμα, το εμφαντικό, δειλό και δεισιδαιμονικό, γραμμένο με ψυχρό χασμουρητό, όλα αυτά μας παρουσιάστηκαν σαν «μνημειακός καμβάς». Η έκκληση να στρέψουμε το πρόσωπο προς εκείνο που η μεγαλύτερη επανάσταση πάει να ανατρέψει στις στοιβάδες της εθνικής ψυχολογίας θεωρείται σαν πρόσκληση να ζωγραφίσουμε «καραμελοκούτια»! Σε μας, στη Σοβιετική Ρωσία, είναι τα «καραμελοκούτια»! Τι κακό γούστο, τι λεκτική αδιαντροπιά! Μάλλον ο «ναός του Ιωάννου», χτισμένος στην Ελβετία από τους τουρίστες και τους πνευματώδεις σουλατσαδόρους, είναι ένα είδος κουτί με μπομπόνια άνοστα ενός γερμανού διδάκτορα της φιλοσοφίας, κουτί γεμάτο από «γατόγλωσσες» και κάθε λογής ζαχαρωμένες μύγες.
Είναι η Ρωσία μας τώρα ένας μουσαμάς τόσο γιγαντιαίος, ώστε θα χρειαστούν αιώνες για να τον ζωγραφίσουμε. Από κει, από τις κορυφές των επαναστατικών μας εκτάσεων, ξεκινάνε οι πηγές μιας καινούργιας τέχνης, μιας καινούργιας άποψης, καινούργιων συνειρμών αισθημάτων, ενός καινούργιου ρυθμού των σκέψεων, μιας καινούργιας πάλης για τις λέξεις. Σε εκατό, διακόσια-τρακόσια χρόνια, θ’ ανακαλύψει κανείς με συγκίνηση αυτές τις πηγές του απελευθερωμένου ανθρώπινου πνεύματος και θα... σκοντάψει πάνω στον «ονειροπόλο» που αποστράφηκε το «καραμελοκούτι» της Επανάστασης και της ζήτησε υλικά μέσα για να περιγράψει πως ξέφυγε το Μεγάλο Πόλεμο, στην Ελβετία, και πως, μέρα με τη μέρα, έπιανε μέσα στην αθάνατη ψυχή του ορισμένα μικρά έντομα και τα άπλωνε πάνω στο νύχι του «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου».
Στην ίδια αυτή εποποιία ο Μπιελύ δηλώνει πως τα «θεμέλια της καθημερινής ζωής είναι γι’ αυτόν ηλιθιότητες». Κι αυτό μπροστά σ’ ένα έθνος που ματώνει για ν’ αλλάξει τις βάσεις της καθημερινής ζωής. Ναι, βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ηλιθιότητες! Και ζητάει το παγιόκ[28], όχι το συνηθισμένο παγιόκ, μα κείνο που αναλογεί στους μεγάλους μουσαμάδες. Και αγανακτεί που δε σπεύδουν να του το δόσουν. Δε μοιάζει τάχα αυτό να πληρώνει πραγματικά αμαυρώνοντας τη χριστιανική κατάσταση της ψυχής με «ηλιθιότητες»; Το δίχως άλλο δεν είναι αυτός, είναι ο Χριστός που είναι μέσα του. Και θα ξαναγεννηθεί στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν, εδώ, ανάμεσα στις γήινες ηλιθιότητές μας, να χύσει τη χολή του πάνω σε μια τυπωμένη σελίδα για ένα λειψό παγιόκ; Η ανθρωποσοφική ευσέβεια δεν τον απαλλάσσει μόνο από το καλλιτεχνικό γούστο μα και από την κοινωνική ντροπή.
Ο Μπιελύ είναι ένα πτώμα και δε θα νεκραναστηθεί σε κανένα Πνεύμα, όποιο και νά ’ναι.