Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Πίττας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώστας Πίττας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλιοκριτική: Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας


Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας
 
Μεχμέτ Μιχρί Μπελί

Μετάφραση: Γιώργος Μερτίκας
Τιμή 7 ευρώ, 120 σελίδες
Εκδόσεις Νήσος, 2017


Η «ανταλλαγή πληθυσμών» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που σφραγίστηκε με τη διαβόητη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και των δυο χωρών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Ιούλη 1923, που ακολούθησε την ήττα της επέμβασης του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία με την αρχική στήριξη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών νικητριών δυνάμεων του Α’΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, περίπου 1.500.000 μη μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας και 500.000 μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελλάδας εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική «μετανάστευση» στις αντίστοιχες «μητέρες πατρίδες». Ήταν η πρώτη θεσμοθετημένη μαζική εθνική εκκαθάριση που οδήγησε σε τραγωδία εκατομμύρια ανθρώπους που ήρθε ως συνέπεια των ανταγωνισμών των τοπικών αρχουσών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή. Αλλά και πέρα από τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα, η Συνθήκη της Λωζάνης συνεχίζει μέχρι σήμερα να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από ελληνικές και τουρκικές κυβερνήσεις για να αντλήσουν αμφότερες εθνικιστική «επιχειρηματολογία» στους τωρινούς ανταγωνισμούς τους.
Το βιβλίο του Μιχρί Μπελί για τις «οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων» είναι σημαντικό από πολλές πλευρές. Κατ’ αρχήν, έχει γραφτεί το 1939, δηλαδή μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης και επομένως έχει μια αμεσότητα και όσον αφορά στα ίδια τα γεγονότα και όσον αφορά στα οικονομικά στοιχεία από τις πρωτογενείς πηγές (κύρια της Μικτής Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, ενός όργανου που ανέλαβε να «βολέψει» όπως-όπως τους πρόσφυγες υπό την επίβλεψη των δυο κυβερνήσεων και της Κοινωνίας των Εθνών). 
Ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το ποιος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Μιχρί Μπελί λίγο μετά το γράψιμο βιβλίου του (ως μεταπτυχιακή εργασία σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο) έγινε μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας. Το 1946 πέρασε στην Ελλάδα, εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο ως διοικητής ένοπλων σωμάτων της τουρκικής μειονότητας της Θράκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2011, παρέμεινε ενεργός στην αριστερά και υποστηρικτής του κουρδικού κινήματος. Αυτή η διεθνιστική αντίληψη διαπερνάει, ως ένα βαθμό, και το βιβλίο.
Μια πρώτη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εξετάζει την κοινωνική διαστρωμάτωση των δυο μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν σε συνδυασμό με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο: ένα μεγάλο μέρος των μη μουσουλμάνων στην Τουρκία ήταν κυρίως έμποροι, βιοτέχνες, επιχειρηματίες που «ενώ μια προηγούμενη περίοδο αποτελούσαν μια προοδευτική δύναμη… τώρα είχαν γίνει πράκτορες των ξένων ιμπεριαλιστών», ενώ «όσον αφορά την τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα, αυτοί οι μουσουλμάνοι ήταν ως επί το πλείστον αγρότες… και στην πραγματικότητα εκδιώχθηκαν σε αντίποινα για την εισροή Ελλήνων από την Τουρκία». Ταυτόχρονα σημειώνει ότι «δεν ήταν το σύνολο της μη μουσουλμανικής μειονότητας στην Τουρκία που έγινε σύμμαχος των ιμπεριαλιστών» και ότι «οι αντάρτικες ομάδες που συνέτριψαν τον ελληνικό στρατό στην Ανατολική Μικρά Ασία απαρτίζονταν κατά καιρούς και από Έλληνες που προέρχονταν κυρίως από τους αγρότες και τις φτωχές χειρονακτικές τάξεις».
Στη συνέχεια ο Μιχρί Μπελί υποστηρίζει πως «μια φυλετική ή γλωσσική διάκριση των προσφύγων θα ήταν εντελώς ανεπαρκής… Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων στην Ελλάδα μιλούσε μόνο ελληνικά, και τα ελληνικά ήταν μια ξένη γλώσσα για πολλούς Έλληνες που ζούσαν στην κυρίως Τουρκία». Αναφέρει την προσωπική του εμπειρία μιας μικρής κωμόπολης που ζούσε ο ίδιος: πριν την «ανταλλαγή» η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν έλληνες ορθόδοξοι, αλλά οι επίσημες ομιλίες εκφωνούνταν στα τουρκικά γιατί ήταν η γλώσσα που μιλούσαν. Μετά την «ανταλλαγή» στην κωμόπολη ήρθαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, αλλά στις επίσημες ομιλίες έπρεπε να χρησιμοποιείται η ελληνική γλώσσα επειδή η πλειοψηφία των ακροατών δεν ήξερε τουρκικά!
Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις τραγικές συνθήκες που συνόδευαν τους πρόσφυγες τόσο στη διάρκεια της μεταφοράς τους όσο και της μετεγκατάστασής τους. Θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων είχε ήδη εκδιωχθεί πριν την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία συμπεριέλαβε και όσους είχαν μετακινηθεί από το 1912 μέχρι το 1923, επικυρώνοντας επίσημα τη συντελούμενη εθνική εκκαθάριση. «Στην Ελλάδα, οι μετανάστες διώκονταν δια της βίας από τα σπίτια τους πριν από την ημέρα μεταφοράς τους». Στην Τουρκία «σε πολλούς Έλληνες οι οποίοι είχαν ήδη φτάσει στα λιμάνια διακομιδής τούς είπαν να επιστρέψουν στα χωριά τους όπου η περιουσία τους είχε ήδη κατασχεθεί». Η μεταφορά γινόταν τις περισσότερες φορές με πεζοπορία και καραβάνια, όπου οι πρόσφυγες έπρεπε να μετακινηθούν με δικά τους έξοδα. Στα λιμάνια οι πιο τυχεροί έβρισκαν καταφύγιο σε δημόσια κτήρια ή σε σκηνές. Είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το κρύο και τις ασθένειες. Καμιά βοήθεια δεν δόθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο. «Η μετανάστευση», γράφει ο Μιχρί Μπελί, «συνολικά έτυχε αδέξιων χειρισμών… Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν στην ίδια την υποχρεωτική ανταλλαγή και στις αιτίες που έκαναν αναγκαίο ένα τέτοια σχέδιο».
Τα δυο κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται «στην αποκατάσταση των μεταναστών σε Ελλάδα και Τουρκία» είναι γεμάτα από οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία και αναλυτικούς πίνακες που παραπέμπουν στα ζητήματα της γης, της περιουσίας, της στέγασης, της αντιμετώπισης από τις δημόσιες υπηρεσίες, των «επαχθών» εξωτερικών δανείων που αναγκάστηκαν να πάρουν οι κυβερνήσεις. Ειδικά για τα δάνεια της Ελλάδας ο συγγραφέας γράφει ότι «κοστίζουν κατά προσέγγιση το ποσό των 15.000.000 δολαρίων ετησίως. Αν λάβουμε υπόψη τη σχετική ένδεια της Ελλάδας, αυτό σημαίνει για τον ελληνικό λαό ένα μεγάλο βάρος, από το οποίο δεν θα απαλλαγεί παρά στο απώτερο μέλλον». Τελικά, από οικονομικής πλευράς αυτό που έφερε η «ανταλλαγή πληθυσμών» ήταν στη μεν Τουρκία το γεγονός ότι «ένας αριθμός πόλεων στην Ανατολία και τη Θράκη που άλλοτε ήταν ευημερούντα εμπορικά κέντρα να απονεκρωθούν», στη δε Ελλάδα «η επέκταση των φτωχογειτονιών στα αστικά κέντρα». Ο Μιχρί Μπελί δεν παραλείπει να αφήσει αιχμές για το ποιοι βρήκαν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τη φτώχεια και τις ανάγκες στοιχειώδους επιβίωσης των εκατομμυρίων προσφύγων (ιδιαίτερα στην Ελλάδα).
Καταλήγοντας το βιβλίο αποδομεί τις υποτίθεται «θετικές πλευρές» της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών: «Δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα της προστασίας της μειονότητας… Εξαναγκάζοντας μια μειονότητα να εγκαταλείψει τη χώρα προέλευσής της, οξύνουμε το πρόβλημα της προστασίας της, δεν το επιλύουμε».
Αν είναι κάτι αρνητικό που θα μπορούσαμε να προσάψουμε στο βιβλίο, αυτό είναι ότι λείπουν οι συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, κύρια σε σχέση με το ρόλο των κυβερνήσεων και των δυο αρχουσών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία. Όπως επίσης λείπει και ο ρόλος που έπαιξαν οι πρόσφυγες σε σχέση με το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα: αντιμετωπίζονται κύρια ως φτηνό εργατικό δυναμικό και απουσιάζει η συμμετοχή τους στην αριστερά και στους αγώνες της, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτή η έλλειψη μπορεί ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα του βιβλίου ως μια «ακαδημαϊκή εργασία» για ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Γίνεται, όμως, ακόμα πιο έντονη εξαιτίας του σταλινικού θεωρητικού υπόβαθρου του συγγραφέα, με αποτέλεσμα ορισμένες εκτιμήσεις του να είναι από πολύ σχηματικές έως λάθος. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε –όπως πολύ σωστά αναφέρεται στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης– ότι «ο Μιχρί Μπελί ήταν ένας από τους πρωτοπόρους που έριξαν μια καθαρή ματιά στο πρωτοφανές γεγονός και τις συνέπειές του χωρίς να παρασυρθεί από τα επιχειρήματα του συρμού που καλλιεργούνται και τρέφονται από το ‘εθνικό συμφέρον’».

του Κώστα Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1025 

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

[παρουσίαση βιβλίου] Ουκρανία: Σταυροδρόμι ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, γράφει ο Κώστας Πίττας

[παρουσίαση βιβλίου] Ουκρανία: Σταυροδρόμι ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών
γράφει ο Κώστας Πίττας



   Από την περασμένη άνοιξη στην Ουκρανία είναι σε εξέλιξη μια τραγωδία. Η χώρα σπαράζεται από έναν πόλεμο που έχει οδηγήσει σε εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες και χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες. Η οικονομία της είναι βυθισμένη στο χάος. Στη φτώχεια και τη δυστυχία που εντείνονται κάτω από τους οικονομικούς εκβιασμούς ΔΝΤ-ΕΕ και Ρωσίας, θα προστεθεί η απειλή ενός παγωμένου χειμώνα, σε ανατολή και δύση.
 
Το βιβλίο του Λέανδρου Μπόλαρη, που μόλις κυκλοφόρησε από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, είναι μια προσπάθεια να απαντηθούν μια σειρά κρίσιμα ζητήματα που προκύπτουν για την Αριστερά: «Πώς έφτασε μια ευρωπαϊκή χώρα στις αρχές του 21ου αιώνα να σπαράσσεται από μια τέτοια εμφύλια σύγκρουση; Είναι μοιραίο, καθορισμένο από την ιστορία, ότι οι Ουκρανοί θα μισιούνται μεταξύ τους; Ποιος μπορεί να σταματήσει το κατρακύλισμα στη βαρβαρότητα του εθνικιστικού μίσους και τη φρίκη του πολέμου; Και τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Αριστερά γι’ αυτά τα ζητήματα, πώς πρέπει να αντιμετωπίσει την ουκρανική κρίση; Αυτά είναι ερωτήματα που έχουν τεθεί και συζητιούνται από χιλιάδες αγωνιστές και αγωνίστριες της Αριστεράς όλους τους τελευταίους μήνες».
 
Το βασικό πλεονέκτημα του βιβλίου είναι ότι εντάσσει την ουκρανική κρίση σε μια συνολική μαρξιστική θεωρητική ανάλυση, τόσο των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σήμερα, όσο και της ιστορικής πορείας που οδήγησε στα σημερινά γεγονότα. Ξεκαθαρίζει από την εισαγωγή ότι την «κάθαρση» στην τραγωδία της Ουκρανίας δεν μπορούν να την φέρουν αυτοί που τη δημιούργησαν, δηλαδή οι παρεμβάσεις της ΕΕ και των ΗΠΑ από τη μια μεριά και της Ρωσίας από την άλλη. Αντίθετα, η λύση βρίσκεται στα χέρια των εργατών και των εργατριών όλης της Ουκρανίας και στην προοπτική να ανατρέψουν τους ολιγάρχες και να ξεφορτωθούν τους ιμπεριαλιστές.
 
Το βιβλίο ξεκινάει με τη διαπίστωση ότι δεν χώριζαν πάντα αγεφύρωτα εθνικιστικά μίση το λαό της Ουκρανίας, αλλά ότι έχει υπάρξει εποχή που η εργατική τάξη πάλεψε ενωμένη σε ανατολή και δύση: η πρώτη φορά ήταν μετά την επανάσταση του Οκτώβρη του 1917. Και τότε η Ουκρανία ήταν χωρισμένη ανάμεσα σε αυτοκρατορίες και βρέθηκε στο σταυροδρόμι των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών που οδήγησαν στο σφαγείο του Α’΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. Οι μπολσεβίκοι, όμως, με την πολιτική τους κατάφεραν να κερδίσουν ένα μεγάλο κομμάτι του ουκρανικού εθνικού κινήματος από την επιρροή των ιμπεριαλιστών ψεύτικων ‘φίλων’. Έτσι επικράτησε η επανάσταση και στην Ουκρανία.
 
 

Καταστολή

 

 

Αλλά, την ανατροπή όλων των κατακτήσεων του Οκτώβρη από τη σταλινική αντεπανάσταση τη δεκαετία του 1930, οι εργάτες κι οι εργάτριες της ΕΣΣΔ, την πλήρωσαν με τεράστιες θυσίες και καταστολή. Το δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου εξηγεί αναλυτικά το πώς για την Ουκρανία αυτή η πολιτική έφερε τον λιμό και την επιστροφή του ‘μεγαλορώσικου’ εθνικισμού. «Η σπορά της διχόνοιας που έπεσε εκείνα τα χρόνια, έφερε τη σοδειά της απελπισίας όταν η Ουκρανία ξανάγινε το πεδίο αναμέτρησης των ιμπεριαλιστών στο Β’΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».
 
Το μαζικό κίνημα που αναπτύχθηκε τα χρόνια της κατάρρευσης των καθεστώτων του κρατικού καπιταλισμού, από το 1989 μέχρι το 1991, ένωσε ξανά την εργατική τάξη σε ανατολική και δυτική Ουκρανία. Οι μεγάλες και αλλεπάλληλες απεργίες των ανθρακωρύχων του Ντονμπάς συντονίστηκαν με τον ξεσηκωμό στα δυτικά και οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Όμως, οι ελπίδες που συνόδευσαν την ανεξαρτησία τσακίστηκαν πάνω στη σκληρή πραγματικότητα της μετάβασης από τον κρατικό καπιταλισμό στον καπιταλισμό της ‘ελεύθερης αγοράς’. Η άρχουσα τάξη, ένα συνονθύλευμα από παλιά και νέα αφεντικά – οι περιβόητοι ‘ολιγάρχες’ – που ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια ενώ ο κόσμος υπέφερε, μαζί με τους πολιτικούς λακέδες τους ξεκίνησαν νέες εθνικιστικές εκστρατείες. Είναι η περίοδος που η Ουκρανία ξαναγίνεται θέατρο των ανταγωνισμών ανάμεσα στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ από τη μια πλευρά, και τη Ρωσία του Πούτιν από την άλλη.
 
Αυτοί οι ανταγωνισμοί θα παίξουν καθοριστικό ρόλο όταν η οικονομική και πολιτική κρίση οδήγησε στην αποσταθεροποίηση της Ουκρανίας.  Το κίνημα του Μαϊντάν που ξεκίνησε το Νοέμβρη του 2013 είχε υπόβαθρο τη δυσαρέσκεια από την οικονομική κρίση και τη διαφθορά των ‘ολιγαρχών’. Η ανατροπή του Γιανουκόβιτς, στην οποία οδήγησε, δεν ήταν ‘φασιστικό πραξικόπημα’. Όμως, αυτό το κίνημα είχε βασικές αδυναμίες – η κυριότερη ήταν οι αυταπάτες για την ΕΕ. Η ριζοσπαστική Αριστερά ήταν και μικρή και ασυγκρότητη και με μεγάλες συγχύσεις για να παρέμβει αποτελεσματικά. Το αποτέλεσμα ήταν μια νέα κυβέρνηση ολιγαρχών, νεοφιλελεύθερων πολιτικών και φασιστών που από τη μια στράφηκε προς τη Δύση και από την άλλη κατέφυγε στον έξαλλο εθνικισμό ενάντια στους ‘ρωσόφωνους’ πληθυσμούς της ανατολικής Ουκρανίας.
 
 

Προσάρτηση

 

 

Η απάντηση του Πούτιν στην προοπτική να περάσει η Ουκρανία στη δυτική σφαίρα επιρροής, ήταν η προσάρτηση της Κριμαίας και η συγκαλυμμένη ή ανοικτή επέμβαση στις ανατολικές περιοχές της χώρας. Έτσι, η κρίση στρατιωτικοποιήθηκε και κλιμακώθηκε.
 
«Από αυτή την άποψη, ο εναγκαλισμός των ‘Λαϊκών Δημοκρατιών’ της ‘Νοβοροσίας’ από τμήματα της Αριστεράς στην Ελλάδα και διεθνώς, είναι μια επικίνδυνη αυταπάτη… Αυταπάτη, γιατί από τα πρώτα τους βήματα σε αυτές τις ‘Λαϊκές Δημοκρατίες’ τον έλεγχο τον είχε και τον έχει μια ηγεσία όπου τα όρια ανάμεσα στους πράκτορες του Πούτιν, τους νοσταλγούς του Στάλιν και τους ρώσους εθνικιστές είναι δυσδιάκριτα. Επικίνδυνη, γιατί η αντίληψη που αναζητάει την προοπτική στη συνέχιση του πολέμου μέχρι την πλήρη ανεξαρτησία των συγκεκριμένων περιοχών ή μέχρις ότου η ‘Νοβοροσία’ υψώσει την σημαία της στην Οδησσό, το Χάρκοβο και το Κίεβο, μόνο νέα δεινά και βαθύτερη διαίρεση μπορεί να προκαλέσει στην εργατική τάξη της Ουκρανίας».
 
Στο τελευταίο του κεφάλαιο, το βιβλίο αφού ξεκαθαρίζει ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλά η ‘επιθετικότητα της Δύσης’, αλλά ένα σύστημα κεφαλαίων και κρατών που πότε συμμαχούν και πότε συγκρούονται μεταξύ τους, όπως έλεγαν ο Λένιν και ο Μπουχάριν, κλείνει με μια ανάλυση της σημερινής φάσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών μέσα στα αδιέξοδα των πολλαπλών κρίσεών τους και τα καθήκοντα της Αριστεράς.
 
Σε ένα επίκαιρο ζήτημα, όπως η κρίση στην Ουκρανία, που ανοίγει ‘καυτές’ συζητήσεις για τις πολιτικές επιλογές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς σήμερα, αξίζει να διαβάσετε τις απαντήσεις που δίνει αυτό το νέο βιβλίο του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου.