Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Σεπτεμβρίου 2018

Η γριά μάγισσα και οι γάτες της, του Ειρηναίου Μαράκη



Η γριά μάγισσα και οι γάτες της

   Είχε τη φήμη μάγισσας. Τα βράδια πριν πέσει να κοιμηθεί, αν μπορεί να πει κανείς ότι κοιμόταν ποτέ, κι όταν το ρολόι σήμαινε μεσάνυχτα, έβγαινε στο μικρό μπαλκόνι της και σφουγγάριζε. Κατά προτίμηση, τις βροχερές νύχτες που οι δρόμοι της Αθήνας πλημμύριζαν και έμοιαζαν με την σκοτεινή θάλασσα του Ειρηνικού.  Άσχετο βέβαια αν το επόμενο πρωί, η μούχλα, τα σκουπίδια κάθε λογής, οι παλιές παντόφλες και βιβλία που δεν σταχώθηκαν έκαναν παρέλαση στον μικρό χώρο. Μην αναφέρουμε τις διάφορες οσμές που μόλυναν τον ήδη επιβαρυμένο αέρα της πόλης και τα περιττώματα απ' τις γάτες. Γιατί ναι μεν ζώο καθαρό η γάτα αλλά όταν δεν υπάρχει κατάλληλος χώρος και τουαλέτα με άμμο υγιεινής, τότε... Το πώς συνδύαζε τώρα βρώμικο χώρο με ζώο από τη φύση του καθαρό, ήταν ένα ερώτημα που κανείς δεν γνώριζε να απαντήσει...

   Οι γάτες ήταν πάντως η μεγάλη της συντροφιά. Με αιγυπτιώτικη καταγωγή, συνήθιζε από μικρούλα να παίζει στα σοκάκια της Αλεξάνδρειας με γάτες όλων των χρωμάτων κι όλων των ειδών. Παρέα τους να κυλιέται στο χώμα, να τις χαϊδεύει, να τις χτενίζει, να τις ταΐζει από το ελάχιστο πρόγευμα της - λίγο ψωμί ή λίγο γαλατάκι.
Στην ξενιτιά - μετά τις εθνικοποιήσεις του Νάσερ - εδώ, απέναντι απ' το Λαϊκό Νοσοκομείο, μέσα στους τέσσερις τοίχους μιας μίζερης, μικροαστικής πολυκατοικίας στέγαζε τώρα τις αγάπες της. Πολλές γάτες! Αλλά μόνο θηλυκές, ε; Το γιατί θα σας γελάσω αλλά μάλλον είχε σχέση με κάποια φεμινιστική δράση, το '68 στο Παρίσι, τότε που, όπως γνωρίζουμε, ταρακουνήθηκε για τα καλά ο κοινωνικός καθωσπρεπισμός κι η ησυχία, η αίωνια νιρβάνα των φιλήσυχων πολιτών. Ασφαλώς μιλάμε για ένα γατίσιο πάθος! Αφού το παράθυρο που έβλεπε στον κεντρικό δρόμο είχε κλειστεί με ένα περίτεχνο πλέγμα, με αιλουροειδή ως διακοσμητικά μοτίβα, ώστε να μπορούν τα γατόνια να κάνουν χάζι τους περαστικούς και τα κίτρινα ταξί που περίμεναν στην ουρά για ώρες, χρόνια, μήνες τον πελάτη... που προτιμούσε το λεωφορείο. Αλλά κανείς είτε από το νοσηλευτικό προσωπικό είτε από τους νοσηλευόμενους δεν την γνώριζε προσωπικά. 
Κι όμως όλοι, με κάποια μικροαφορμή και με αρκετά παιχνιδιάρικη διάθεση, την είχαν περιγράψει με κάθε είδους χαρακτηριστικά, που όλα κατέληγαν σε μια βασική, όσο και αντιφατική, περιγραφή: ότι ήταν τυφλή, κουφή, μουγκή, με σκλύρηνση κατά πλάκας και μάγισσα.

   Κανείς δεν ήταν βέβαιος για τίποτα όμως. Όταν επιτέλους ήρθαν τα χελιδόνια, οι καλοί μαντατοφόροι της άνοιξης, και αναρρώνοντας ύστερα από πολύμηνη νοσηλεία καθώς και μ' ένα καινούργιο νεφρό να τους δίνει πολύτιμη παράταση ζωής, αποφάσισαν να την επισκεφθούν και να μάθουν επιτέλους από πρώτο χέρι την αλήθεια για την ταυτότητα της η έκπληξη ήταν κάτι παραπάνω από αναπάντεχη. Η μάγισσα, η άγνωστη σύντροφος της μοναξιάς τους, ήταν νεκρή...
Την βρήκαν σε αποσύνθεση πάνω στο κρεβάτι της και δίπλα από ένα μικρό, ξύλινο κουτί με παλιές φωτογραφίες. Σκισμένες σελίδες με ακατανόητα λόγια και ευχές ήταν απλωμένες πάνω στο κρεβάτι. Ο Κάρλος Γαρδέλ είχε πάψει προ πολλού στο παλιό γραμμόφωνο. Ένα τριαντάφυλλο, πιο κόκκινο κι απ΄τη φωτιά στόλιζε τα λευκά μαλλιά της. Οι γάτες, η μεγάλη της αγάπη, βρέθηκαν να τρώνε το υπόλοιπο του νεκρού της. Ίσως για να την αναστήσουν μέσα τους, ακολουθώντας τις εντολές κάποιας πανάρχαιας ανάγκης...

Ειρηναίος Μαράκης 

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Αντισεξιστικό ποστ #2: τηλεφωνική συνομιλία

 
 τηλεφωνική συνομιλία
 
 
 
"Βγηκαν τα καυλακια παγανια" σχολιαζε ο αλλος, διπλα μου, στο τηλεφωνο, με εντονη φωνη κι οπως μου φανηκε ερεθισμενη. Οχι πανω απο τριαντα χρονων, με γυαλια ηλιου, καφε που εβραζε μεσα στο πλαστικο ποτηρι του και τσιγαρο στο χερι. Εκλεισα το βιβλιο μου, προσποιηθηκα πως εβαλα ν' ακουσω μουσικη κι επικεντρωθηκα σε αυτα που ελεγε. Ο τηλεφωνικος διαλογος κρατησε ωρα. Η χαρα του κοινωνικου παρατηρητη, του κουτσομπολη επι το λαικοτερον, οι συζητησεις των αλλων. Αυτη τη φορα ομως, η συγκεκριμενη διαδικασια αποδειχτηκε ενα μαρτυριο για μενα (και καλα να παθω εδω που τα λεμε), καθως ηταν ενας διαλογος μεταξυ δυο αντρων για τις γυναικες, σεξιστικος μεχρι το κοκκαλο. Ευτυχως, που ο απροσδοκητος συντροφος της σημερινης κυριακατικης βολτας στον κηπο δεν ειχε αντιληφθει την παρουσια μου.
 
"Ναι, ρε, με κοιταξε! Μια κινηση ηθελε και το γκομενακι θα επεφτε στα ποδια μου. [...] Και μια πιπα να μου επαιρνε θα ηταν καλα αλλα εκεινη τη στιγμη δεν ειχα ορεξη. [...] Ναι, ρε μαγκα, το καλοκαιρι μολις ξεκινησε. Και βεβαια θα βρουμε να γαμησουμε...". Κι η ωρα κυλουσε με τον ιδιο τροπο, με σχολια για την προκλητικη ενδυμασια των κοριτσιων, για ευκολες τουριστριες που μεθανε ακομα πιο ευκολα, για βραδινες εξοδους στα "αμερικαναδικα" στο παλιο λιμανι, για περιπετειες της μια νυχτας στον Πλατανια που ολα ομως κατεληγαν σ' ενα αοριστο προγραμματισμο, πολυ συνηθισμενο για οσους γνωριζουν πραγματα και καταστασεις, του τυπου "θα βρουμε και θα κανουμε, οταν κι εφοσον...". Δεν αντεξα και γελασα με τη σκεψη οτι ο σεξιστης φιλος μας, ηταν ενα απο εκεινα τα χαμαντρακια που το παιζουν καποιοι στις παρεες τους ενω στην πραγματικοτητα ειναι δειλοι κι ατολμοι για να κανουν οτιδηποτε. Αλλα σοβαρευτηκα αμεσως, οταν η λογικη, μου υπενθυμισε οτι τετοιοι τυποι δεν θα ειχαν κανενα προβλημα να χτυπησουν αυριο τη συζυγο τους μονο και μονο για να αποδειξουν πως ειναι αντρες.
 
Σε αυτο το σημειο ξεκινησα να φυγω, βαρεθηκα, κουραστηκα, η ωρα ηταν περασμενη και το στομαχι μου χορευε τσαμικο απ' την πεινα. Ο τυπος μιλουσε ακομα στο τηλεφωνο, τωρα γκρινιαζε γιατι οι γυναικες "εχουν αλλαξει πολυ ρε φιλε, θελουν μονο χρηματα και αυτοκινητα. Δεν γινεται, καποιος πρεπει να τους κοψει τον βηχα...". Κι αλλα ηχηρα παρομοια. Δεν ειχα απομακρυνθει πολυ οταν τον πλησιασε μια γυναικα με γρηγορο κι αποφασιστικο βημα. Εμοιαζε κι ηταν ενοχλημενη για καποιο λογο, μιλουσε νευρικα και με ενταση. Ειχαν οπως φαινεται, μια καποια οικειοτητα. Αποδειχτηκε οτι ειχαν βαθυτερη σχεση, ο διαλογος που ακολουθησε ειναι χαρακτηριστικος. "Ρε Χρηστο, την ψυχη θα μας βγαλεις. Σου καναμε τοσες αναπαντητες, γιατι δεν το σηκωνεις; Ολο στο τηλεφωνο μιλας! Ελα, φευγουμε, κι ο πατερας σου εχει δουλεια..." "Εγινε μαμα, ερχομαι" απαντησε χωρις να φερει αντιρρηση ο επιδοξος εραστης. Σηκωθηκε βιαστικα απο το παγκακι, αν και με καποια δυσκολια λογω των παραπανω κιλων του, ταλαντευτηκε μεχρι να ξεμουδιασει, ειπε κατι στο τηλεφωνο και ακολουθησε τη γυναικα που ειχε αποκαλεσει "μαμα" πετωντας παραλληλα την σβησμενη απο ωρα γοπα του πανω στο εδαφος του δημοτικου κηπου.
 
____________________________________________________________
γράφει (και παρατηρεί) ο Ειρηναίος Μαράκης

Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Διήγημα: Οι λαμαρίνες, του Ιωάννη Στεφανουδάκη



ΟΙ ΛΑΜΑΡΙΝΕΣ

Οι γειτόνισσες μια μαζευόταν στο ένα σπίτι ,μια στο άλλο..
Όλες μαζί για τα τσουρέκια , τις κουλούρες, τα καλλιτσούνια η τα κουλουράκια της μίας…
Όλες μαζί για τα τσουρέκια, τα κουλούρες, τα καλλιτσούνια η τα κουλουράκια της άλλης..
Για κάποιες που έμεναν μόνες, υπήρχε άλλη διαδικασία..
Έφερναν τα υλικά τους, λίγο αλεύρι, μερικά αυγά ,μια συσκευασία ζάχαρης, λίγη μυζήθρα η λίγο σπανάκι, για να πάρουν μετά τα δικά τους «πασχαλινά» ,αυτά τα λίγα, γιατί μόνες έμεναν , από τα κουλουράκια, τις κουλούρες, τα τσουρέκια και τα καλλιτσούνια της γειτόνισσας που από βραδύς την βοήθησαν στις ετοιμασίες…
Έτσι που να κάνουν όλοι Πάσχα… Ανάσταση… οι φτωχοί και οι πλούσιοι της γειτονιάς, οι οικογένειες… οι μόνοι…
Και από την Μεγάλη Δευτέρα, άρχιζαν οι ετοιμασίες… τα μπακαλικάκια της γειτονιάς να κάνουν τις προμήθειες τους… να έχουν επάρκεια στο αλεύρι, τη ζάχαρη, το λάδι, τα αυγά , τη μυζήθρα, το γάλα , τα χόρτα και φυσικά το σπανάκι..
Οι νοικοκυρές έβγαζαν από την ντουλάπα την μηχανή για τα κουλουράκια , την καθάριζαν , την λάδωναν για τα κουλουράκια της Λαμπρής… Έκαναν τις προμήθειες τους για τα απαραίτητα υλικά και φρόντιζαν να έχουν σε κατάλληλο μέρος, ψηλά από για τα παιδιά, το ξύλο με το οποίο θα άνοιγαν το φύλλο για τα καλλιτσούνια η τις πίτες της Λαμπρής..
Στη γειτονιά, σε εκείνη την φτωχογειτονιά , όλα άλλαζαν την Μεγαλοβδόμαδα… ένας άλλος ρυθμός… και ήταν και οι ετοιμασίες… αυτές οι ετοιμασίες που όλα τα άλλαζαν..
Και το πρόγραμμα ήταν κάπως έτσι..
Πρώτα έφτιαχναν τα κουλουράκια, έπειτα τις κουλούρες και τα τσουρέκια και στο τέλος τα καλλιτσούνια.. η διαδικασία να αρχίζει Μεγάλη Τέταρτη το απόγευμα, πριν το Ευχέλαιο που όλοι πήγαιναν και να τελειώνει λίγες ώρες πριν κτυπήσουν οι καμπάνες για την Ανάσταση το Μεγάλο Σάββατο..
Ήταν ένας άλλος ρυθμός… μια άλλη εποχή… σε σπίτια χέρσα φτωχικά και χωματένιους δρόμους και σε ένα διάχυτο πένθος αλλά και προσμονής… όλοι αδέλφια... όλοι μια οικογένεια..
Πάντα σε χειμερινή ώρα ,πάντα σε ένα χειμώνα που ακόμα υπήρχε… με βροχή συχνά…. με κρύο… λες και πάντα το Πάσχα έπεφτε στην αρχή στην είσοδο της Άνοιξης..
Και οι δύο φούρνοι της γειτονιάς να δουλεύουν πυρετωδώς με αποκορύφωμα την Μεγάλη Παρασκευή και Μεγάλο Σάββατο που όλοι βοηθούσαν να τα βγάλουν οι φουρνάρηδες πέρα…
Εμείς παιδιά τότε να χαιρόμαστε τις διακοπές του Πάσχα… όλη την μέρα… μα όλη στο Πάρκο στους χωματόδρομους.. και με το νύκτωνε να πηγαίνουμε στις λειτουργίες πάντα με την Σύναψη στα χέρια… όλα μαζί σε μια γωνιά της εκκλησίας…
Και η βοήθεια μας στις ετοιμασίες , ποια ήταν;
Μα φυσικά οι λαμαρίνες… να είμαστε στο δρόμο και να μας φωνάζουν οι μανάδες μας… 
«-Πηγαίνετε καλέ, να φέρετε λαμαρίνες από το φούρνο….. γιατί σε λίγο τα κουλουράκια είναι έτοιμα… και να κοιτάξετε να είναι καθαρές…. μην τυχόν και θέλουν καθάρισμα…»..
Και εμείς να πηγαίνουμε στο φούρνο… και ουρά ο κόσμος… να περιμένει να πάρει λαμαρίνα… και να μπαίνουμε στη ουρά …για ώρα… και όταν βρισκόταν κάποια λαμαρίνα διαθέσιμη και μας την έδινε ο φούρναρης, αφού πάντα προηγουμένως το σημείωνε στο τεφτέρι του, να του λέμε…. «μα πιο καθαρή δεν υπάρχει;» για να παίρνουμε την γνωστή απάντηση… «δεν παρακαλάτε που βρήκατε έστω αυτή ….την καθαρίζετε σπίτι..»…. και πηγαίναμε σπίτι… και ξύναμε την επιφάνεια της με ένα μαχαίρι συνήθως για να φύγουν τα υπολείμματα από το προηγούντο ψήσιμο την πλέναμε και την δίναμε στις μανάδες μας για αλείψουν την επιφάνεια της με λάδι και να τοποθετήσουν τα κουλουράκια , τα τσουρέκια η τα καλλιτσούνια…
Μετά από κάμποση ώρα…. «παιδιά ελάτε να πάτε την λαμαρίνα στο φούρνο… έτοιμη είναι»… και σταματάγαμε το παιγνίδι στο χωματόδρομο για να πάμε την λαμαρίνα στο φούρνο… την πρώτη.. την δεύτερη , την τρίτη λαμαρίνα… και εκεί ουρά ο κόσμος… με λαμαρίνες…. και να μπλέκεται η ουρά με αυτούς που έπαιρναν τις λαμαρίνες με τα ψημένα… και να γίνεται ένας πανζουρλισμός… όλη η γειτονιά… και όταν φτάναμε στο πάγκο του φούρναρη ,για να αφήσουμε την λαμαρίνα αυτός μας έδινε χαρτάκια από εφημερίδες για να γράψουμε το όνομα μας να το βάλουμε στη λαμαρίνα να μην την μπερδέψουμε αργότερα με τις άλλες λαμαρίνες… με τα «πασχαλινά» των γειτόνων… 
για να φύγουμε αμέσως μετά… και πάλι στο χωματόδρομο.. στο πάρκο… στο παιγνίδι…
Για να ακούσουμε σε λίγη ώρα…. «παιδιά, πηγαίνετε στο φούρνο…. να φέρετε την λαμαρίνα…. μια ώρα πέρασε… να πάρτε και εφημερίδες να την πιάσετε… γιατί θα καίει»
Και να πάλι στο φούρνο… να ψάχνουμε σε μια στοίβα από καυτές η ζεστές απλώς λαμαρίνες την δική μας… αν βγήκε από το φούρνο… την πρώτη ..την δεύτερη η τρίτη λαμαρίνα της ημέρας… και να ακούμε το παραγιό του φούρναρη…. «σιγά καλέ, πως τις πιάνεις έτσι; κάηκες ε;… μα δεν προσέχεις.. τη βρήκες; …πιάστην καλά… και να την γυρίσεις αμέσως πίσω… βλέπεις τι γίνεται…»
Δυο – δυο τα παιδιά ,εμείς δηλαδή, να βαστάμε την λαμαρίνα , να την πηγαίνουμε σπίτι , να περιμένουμε να την αδειάσουν να την καθαρίσουν για να μας την δώσουν οι μανάδες μας, να την γυρίσουμε πίσω στο φούρνο… και πάντα να προσέχουμε όταν την γυρίζαμε να το πούμε στο φούρναρη να μας ξεχρεώσει, να μην μας την ζητά αργότερα, όταν μετά το Πάσχα πάντα έβλεπε να του λείπουν κάποιες …
Κάποιες φορές, ειδικά αργά το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, όταν θα παίρναμε την λαμαρίνα , την πρώτη, τη δεύτερη, τη τρίτη με τα καλλιτσούνια, κρατάγαμε κάτι μεγάλες πλαστικές η εμαγιέ λεκάνες και βάζαμε τα καλλιτσούνια από τη λαμαρίνα στις λεκάνες και την λαμαρίνα δεν την πηγαίναμε καθόλου σπίτι…. γλυτώναμε έτσι ένα δρόμο… κρατούσαμε μαζί μας και κάτι μικρές σπάτουλες για να ξεκολλάμε τα ζεστά καλλιτσούνια από την λαμαρίνα…
Τα κουλουράκια, τα τσουρέκια, τις κουλούρες και τα καλλιτσούνια…. τα είχαμε πάντα σε λεκάνες…. συνήθως εμαγιέ…. και τα τρώγαμε για καιρό μετά από το Πάσχα…. συνήθως το πρωί με το γάλα η οι μεγαλύτεροι με το καφέ…
Και ποια λεκάνη εμαγιέ , αγαπούσα και θυμάμαι πιο πολύ ; 
… μα αυτή με τα καλλιτσούνια…. τα καλλιτσούνια της Λαμπρής…. παρακαλούσα να μην τελειώσει…. να κρατήσει όσο περισσότερο γίνεται…. γιατί τέτοια καλλιτσούνια μόνα τη Λαμπρή φτιάχναμε…. πότε άλλη εποχή… ποτέ άλλη εορτή… «αυτά τα καλλιτσούνια, είναι μόνο για τη Λαμπρή»… αυτή η πάγια απάντηση των μανάδων μας στις παρακλήσεις μας , να ψήσουν και σε άλλη στιγμή αυτά τα καλλιτσούνια… αυτά που τόσο μα τόσο, σε όλους μας άρεσαν..
Τα καλλιτσούνια της Λαμπρής…. φυλαγμένα σε λεκάνες εμαγιέ …για να μην χαλάσουν, έβαζαν οι μανάδες μας ανάμεσα τους φύλλα λεμονιάς…. για να μην χαλάσουν μα και για να πάρουν μια όμορφη μυρωδιά.. 
Εμαγιέ λεκάνες συνήθως φυλαγμένες στη κορυφή της ξύλινης ντουλάπας… για να μην τα φτάνουμε… για να μας τα δίνει αυτή…. σιγά – σιγά… 
Με φύλλα λεμονιάς μέσα…
Φύλλα λεμονιάς…
Φύλλα λεμονιάς για να θυμάσαι… 
να πονάς…

Ιωάννης Στεφανουδάκης 

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Τὸ Χριστόψωμο (1887)



Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.
Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.
Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.
Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.
Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*,ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».
Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισεςκαλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.
Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.
Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.
Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.
Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».
Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.
―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.
―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.
―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.
―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.
Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.
―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.
Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.
Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:
―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.
―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.
Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.
Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.
―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.
―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.
―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.
―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;
― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.
―  Θέλεις κανένα ζεστό;
―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.
―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.
―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;
―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.
Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.
―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.
―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;
―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.
―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;
―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.
Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.
Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.
Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμονἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.
Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.
Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.
Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.
Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.
(1887)

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Διήγημα: Ο ...σοφός Νέστορας



μουν νεοδημοκράτης, τους ξέρω από τα μέσα τι λαμόγια είναι, αυτοί και το ΠΑΣΟΚ φέρανε τη χώρα σε αυτή την κατάσταση" τόνισε με σοβαρό ύφος, σκύβοντας το κεφάλι και σηκώνοντας αργά το βλέμμα του προς εμένα ο συμπαθής κι ευγενικός πατέρας ενός συνασθενή μου πρόσφατα στο νοσοκομείο και σε μια κουβέντα που άνοιξε, που να μην άνοιγε, με αφορμή την επίσκεψη του απερχόμενου Αμερικανού προέδρου και το ζήτημα του χρέους. "Νόμιζα πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έφερνε μια κάποια αλλαγή αλλά κι αυτός μια από τα ίδια, να τώρα φέρνει και τον Ομπάμα - δεν ήταν κακός πρόεδρος σε σχέση με τον Μπους, κάτι καλό έκανε στην Αμερική, αλλά έρχεται αργά. Τι θα μπορέσει να κάνει, τίποτα... Τώρα που ήρθε ο άλλος τι μπορεί να κάνει και να πει; Αλλά κι ο Τραμπ καλός φαίνεται, κάτι καλό θα κάνει δεν μπορεί, ε; Πετυχημένος επιχειρηματίας, δεν γίνεται, θα ενδιαφερθεί για τη χώρα του, όχι όπως εδώ με τους πολιτικούς και την οικογενειοκρατία..." έλεγε μεταξύ άλλων, καθώς απολάμβανα τις νοσοκομειακές γκουρμεδιές των μαγείρων του Λαικού νοσοκομείου (δεν αστειεύομαι, εξαιρετικά μαγειρεμένο το μπιφτέκι με το κοφτό μακαρονάκι της ημέρας, σχεδον σπιτικό, υπέροχη και η κρέμα που το συνόδευε) κι έτσι περνούσε η ώρα. Και τραβούσε, αργά, πολύ αργά, μέχρι να περάσει, που δεν περνάει ποτέ, κουρασμένη και ράθυμη, ανάμεσα από εξετάσεις αίματος, μεταμοσχεύσεις που δεν έγιναν, συζητήσεις γιατρών και με συχνές επισκέψεις στην τουαλέτα.

   Σε άλλη φάση συζητούσαμε (τα θέλει ο κώλος μου τελικά) με τον ευγενικό κύριο, συνταξιούχο του Υπουργείου Πολιτισμού, για τον ελληνικό κινηματογράφο και για την ποιότητα των ξένων τηλεοπτικών σειρών - την ίδια ώρα η Μις Μαρπλ κάποιον φόνο, κάποια συμπαιγνία ανακάλυπτε στο κυριακάτικο, απογευματινό, πρόγραμμα της ΕΡΤ. Και ήθελα να δω τη σειρά και δεν μπορούσα αλλά η κουβέντα είχε ένα κάποιο ενδιαφέρον, λέμε τώρα και συνέχιζε, συνέχιζε μέχρι που έφτασε στο ψητό, στην ουσία. "Ναι, δίκιο έχεις, υπήρξαν αξιόλογοι ηθοποιοί, μα τι να σου πω, όλοι αυτοί επηρεάστηκαν από την Ελλάδα, ακολούθησαν ότι έκανε η Ελλάδα! Ο Κακαβάς, ο Φούντας, ο Αλεξανδράκης, ωραίοι άντρες και ηθοποιοί, έδωσαν τα φώτα τους στους ξένους ηθοποιούς. Πάρε για παράδειγμα τον Κακαβά, ήταν κι ο πρώτος γαμίκουλας της εποχής του, ξέρεις, ψηλός, μελαχρινός, από αυτόν πήρε το πρότυπο ο Αλέν Ντελόν. Ποιός ήξερε τον Αλέν Ντελόν νωρίτερα, ήταν ένας άσημος... Μα κι οι ποδοσφαιριστές ήταν διαφορετικοί, αλλιώτικοι, όπως ο Χατζηπαναγής, όχι όπως τώρα οι επαγγελματίες. Τότε έπαιζαν για τη δόξα, τώρα για τα χρήματα - κι οι πολιτικοί ήταν αλλιώς. Να όπως ο Παπαδόπουλος. Μην ακούς όπως λένε ότι σκότωσε, τίποτα δεν έκανε", εδώ η φωνή τονίζει ιδιαίτερα το "δεν έκανε" κι εγώ ανατριχιάζω, νοιώθω μια ζάλη κι όμως η πίεση μου ήταν στο δεκατρία με εννιά, "οι δικοί του, οι διπλανοί του τα έκαναν όλα, ο Ιωαννίδης, μέχρι που τον έφαγαν. Και στο Πολυτεχνείο τίποτα δεν έγινε, έχω διαβάσει, στο ίντερνετ μπορείς να βρεις τα πάντα. Ξέρω, είχα ένα υπολοχαγό, ήταν μαζί με τον Παπαδόπουλο, άνθρωπος καλύτερος δεν υπήρχε από αυτόν... Και για να το λέει αυτός κάτι παραπάνω θα ήξερε, δεν μπορεί..." συνέχισε, γαλήνιος και βέβαιος για την ορθότητα της άποψης του. Και να μην περνάει στιγμή απ' το μυαλό του, με τη γλυκιά περιέργως, κοπιαρισμένη στην εντέλεια, φωνή του σοφού Νέστορα, ότι για να εγκωμιάζει ο υπολοχαγός του τον δικτάτορα ήταν απλά ομοιδεάτης του...

~ ~

  "Διαβάζεις Ειρηναίε; Α, καλά κάνεις, καλύτερα το διάβασμα από το ίντερνετ. Εντάξει, έχει πράγματα να δεις αλλά αυτός ο εθισμός που δημιουργείται, δεν μπορεί, κάποιο σκοπό θα έχει, καλύτερα λοιπόν το διάβασμα..."

Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Υπηρέτρα (διήγημα επί τη εορτή των Χριστουγέννων)



Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους … ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.


  Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη. 

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ. 

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο. Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας. Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν. Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της. ― Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!… Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν. Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του. Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.
― Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν. 

 Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς. 

 Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν. 

 Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς. 

 ― Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα… 

Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος. 

― Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης. 

 Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν. 

― Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα. 

 ― Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε… 

― Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου. Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί. Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην. Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης. 
 
* * * 

 Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν. Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς. Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος. Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα: ― Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου. Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε. Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του: Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!… καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον. * * * Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον. Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα. Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν. Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη. Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος. Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται. Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον. Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.

* * * 

Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο. Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα. Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων. Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν. Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον. Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν. Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του. Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς. Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά. Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια. Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους. ―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου ! Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ. Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής. Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ! Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν. (1888)

~ ~

από τη σειρά βιβλίων "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, διηγήματα - 3ος τόμος: Στο Χριστό, στο Κάστρο / Της Κοκκώνας το Σπίτι / Η Γλυκοφιλούσα / Υπηρέτρα / Τα Πτερόεντα δώρα / Άνθος του Γιαλού Πρώτη Έκδοση: Δεκέμβριος 2008, Εκδόσεις "Το Ποντίκι" Υπεύθυνος Σειράς: Ξενοφών Αλ. Μπρουντζάκης ~ ~ Το κείμενο βασίζεται στην πεντάτομη κριτική έκδοση των Απάντων του Αλ. Παπαδιαμάντη που έγινε από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο και εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Δόμος (1981-1988).

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

[The Night Before Christmas] by Raymond Chandler



It was the night before Christmas, when I first saw the red man. I was settled in my chair in the midst of a long bourbon nap, hand still clutching a highball glass of the stuff, when I heard a clatter, like a body tumbling down a flight of stairs.
I sat up in the chair to see what was the matter. The room was dark, save for the glow of Christmas lights on the tiny tree by the window. At first I thought it was nothing but a dream, when what to my wondering eyes should appear but the outline of a heavyset man creeping slowly out of the fireplace and into the room.
Then I thought about my gat, but it was in my suit coat, which was hanging by the doorway with care.
I sized him up as he moved closer. He was about six-foot-even, dressed from head to toe in a heavy red suit, like some two-bit hustler. His face was hidden under a thick, white beard. Under the suit I could see he was a big man. His belly jiggled like a bowl of jelly as he crept through the apartment. He moved quiet for his size and age. He had a big bag slung over his shoulder. I pegged him for a professional cat burglar or something.
He was halfway to the Christmas tree by the window when he spied me sitting in the chair. We had a nice, quiet moment where we considered each other’s presence.
“Expected me to be in the bedroom, I’m guessing,” I said. “What’s in the bag, Mac?”
He turned his head and laid his finger aside his nose with an impish grin. I stood up slowly from the chair and put the glass on the table.
“Okay, funny guy,” I said. “Okay.”
I went for the coat. He was on me as quick as a flash, awful fast for a big man. The bag clocked me in the back of the head as I reached the coat. Lights popped behind my eyes, and stars and sugar-plums and other silly things danced in front of them.
When I could see straight again, the red man was hoisting me to my feet. He spoke not a word, but went straight to work, planting one of his big, gloved mitts in my stomach, which doubled me over, and another on my chin to straighten me out. Then he tossed me, casually as he probably tossed that bag around, across the room.
“Merry Christmas, shamus,” the red man said real jolly like, throwing me a wrapped package from his bag as I sprawled on the floor. “Have a swell night.”
“How about next time just mail a card,” I said, rubbing my jaw.
He ignored that, walked over to the table, drank my bourbon, and walked out my door, leaving it swinging open.
The package was addressed to me from “St. Nick.” The name meant nothing to me. Inside was a new hat and an emptiness that only gift boxes on dark, solitary nights possess.
I put the tag in my pocket, the hat on a hook, closed the door, and poured another couple fingers of bourbon into the glass. Sat in the chair and waited for dawn or sleep, whichever found me first.

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο Τόμας πέφτει στη φάκα (διήγημα)

Ο Τόμας πέφτει στη φάκα

του Γιάννη Νικολούδη*

 

      Το γραφείο ήταν στενό, κλειστοφοβικό, οι τοίχοι του πασαλειμμένοι με λεκέδες από καφέ και μυγοχέσματα. Η ατμόσφαιρα μέσα αφόρητη: ο στρεβλός ανεμιστήρας το μόνο που έκανε ήταν να αναδεύει την υγρασία της μικρής αυτής, ξεχασμένης και απ τον Θεό, μεσοδυτικής πόλης των ΗΠΑ, ξεσηκώνοντας τα χαρτιά πάνω στο αρχαίο σκοροφαγωμένο θρανίο, πίσω απ το οποίο στρογγυλοκάθονταν ο συντάκτης της τοπικής εφημερίδας.
    Ο ανθρωπάκος που είχε λουφάξει απέναντι, σε μια ψάθινη καρέκλα, καθάρισε το λαιμό του. «Κύριε θα με ακούσετε;».
      «Είστε εδώ χμ… πόση ώρα;», ο συντάκτης με βαριεστημένο ύφος συμβουλεύτηκε το ρολόι του, «Κάπου τρία τέταρτα και ειλικρινά δεν έχω καταλάβει ακόμα τι – »
    «Μα σας το έχω πει χίλιες φορές», άρχισε ο ανθρωπάκος  με συγκρατημένη ανυπομονησία, «είμαι ο Τόμας Πίντσον, ο συγγραφέας φάντασμα, ο άνθρωπος που τόσα χρόνια κυνηγάνε οι δημοσιογράφοι, οι κριτικοί, όλη η αμερικάνικη ακαδημαϊκή κοινότητα…».
    «Μου το ξαναείπατε αυτό αλλά – ». 
    «Αλλά», πήρε ο άλλος τη σκυτάλη, «με διακόψατε για να ασχοληθείτε με τους δυο  πάστορες που μπούκαραν προηγουμένως εδώ μέσα και το  παραλήρημα τους, στο οποίο δίχως αμφιβολία, ανίχνευσα τη ρυπαρή ανάσα του φονταμενταλισμού …».
    «Χα, με συγχωρείται αν οι ασχολίες της ταπεινής αυτής φυλλάδας σας φαίνονται ρυπαρές… Αλλά κάπως πρέπει να επιβιώσουμε κι εμείς και η εκκλησία πληρώνει καλά κάθε φορά που καλύπτουμε τις εκδηλώσεις της...».
    «Μην είστε εύθικτος. Δεν ήθελα να σας προσβάλλω. Απλά είμαι εδώ τόση ώρα και ακόμα καλά καλά δεν σας έχω εκθέσει τους λόγους που με έκαναν να διασχίσω την παράνοια της αμερικανικής ενδοχώρας για να φτάσω στην γραφική πολίχνη σας και να σας χτυπήσω την πόρτα».
    O συντάκτης στερέωσε καλύτερα τα γυαλιά στη γαμψή πονηρή του μύτη. Έριξε ένα αγενές διερευνητικό βλέμμα στον παράξενο επισκέπτη, την ηλικία του οποίου την υπολόγιζε εκεί γύρω στα εβδομήντα – μια άποψη που ενισχύονταν  απ το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του και τα δασιά γκρίζα του φρύδια, τα κουρασμένα και σκαλισμένα σαν σε άγαλμα μάτια, και το υπόλοιπο κορμί που έμοιαζε φρικτά λιπόσαρκο μέσα απ το μακό και τη τζιν βερμούδα.
    «Είστε στ αλήθεια ο Τόμας Πίντσον;», τον ρώτησε τελικά με ψυχρό επαγγελματικό τόνο.
    Ο άλλος κατένευσε.
    Ήταν δυνατόν; Ο συντάκτης μπορεί να μην σκάμπαζε από λογοτεχνία αλλά το όνομα Τόμας Πίντσον το είχε ακουστά –  μια γνώση που κυρίως προέρχονταν απ την (επαγγελματική;) εμμονή του για κουτσομπολιά διασημοτήτων, για σκαλίσματα προσωπικών ζωών επιφανών ανθρώπων, για λεπτομέρειες γύρω από σημαντικές εκκεντρικότητες… Και ο Τόμας Πίντσον ήταν κελεπούρι! Θεωρούμενος από πολλούς ως ο σπουδαιότερος εν ζωή αμερικανός πεζογράφος, ο εν λόγω κύριος όχι μόνο δεν έδειχνε πρόθυμος να εξαργυρώσει την αξία του προβάλλοντας την φάτσα του σε περιοδικά και τηλεόραση, αλλά είχε (με νοσηρή ίσως επιμέλεια) φροντίσει να χαθεί από προσώπου γης. Καμία φωτογραφία, καμία συνέντευξη, κανείς δεν ήξερε πως ήταν, που έμενε, πως περνούσε τη ζωή του.
    Και το έργο του, λαβυρινθώδες, πολυσυλλεκτικό, αινιγματικό, τολμηρό, ακραίο, παιχνιδιάρικο, προκαλούσε πάμπολλα ερωτηματικά. Η πένα του ειρωνική, ασθματική, ανατρεπτική, λέγονταν ότι κατακεραύνωνε τον δυτικό τρόπο ζωής και τις καπιταλιστικές κοινωνίες, τον ιμπεριαλισμό, την ιστορία την ίδια που είχε γραφεί απ τους νικητές. Ο συγγραφικός του καμβάς πλατύς σαν ωκεανός: καθότι βαθύς γνώστης ποικίλων επιστημονικών θεμάτων, διάνθιζε τα ογκώδη μυθιστορήματα του με σύνθετες πραγματολογικές φιοριτούρες, προκαλώντας σύγχυση. Άλλες φορές αυτό το ψυχρό επιστημονικό ύφος διακόπτονταν για να αρχίσει το παιχνίδι: οι ήρωες του πριν επιδοθούν σε διονυσιακά όργια, τραγουδούσαν γελοία τραγουδάκια υπό τους ήχους βιολιών, χόρευαν βαλς, τανγκό, χοροπηδούσαν, έπαιζαν γιουκαλίλι…
    Ο συγγραφές είχε κάνει και την ίδια του τη ζωή τέχνη,   συντηρώντας τον μύθο του. Μια φορά φορώντας σαν μάσκα μια σκουπιδοσακούλα, εμφανίστηκε σε ένα επεισόδιο των Simpsons. Λέγεται, ότι κάποτε όταν ένας δημοσιογράφος τον εντόπισε και επιχείρησε να του πάρει συνέντευξη, ο Πίντσον πήδηξε απ το μπαλκόνι του ξενοδοχείου όπου διέμενε για να το σκάσει. Και ο μύθος σαν, ένα ατέλειωτο κομπολόι από χάντρες, εξακολουθούσε να εμπλουτίζεται με ιστορίες για ναρκωτικά, αναρχισμό, αλητεία… Μια άλλη φορά που η κάμερα του CNN τον αποθανάτισε να περπατάει αμέριμνος  στο Μανχάταν, ο  Πίντσον απαίτησε – και εισακούστηκε – να μην κοινοποιηθεί το υλικό.
     Αλλά, τι ήθελε τώρα αυτός ο άνθρωπος και κυρίως, τι θα μπορούσε να κερδίσει ο ταπεινός συντάκτης της ακόμα πιο ταπεινής μικρής φυλλάδας;
     «Το ζήτημα στην ουσία του είναι απλό», άρχισε να ανοίγει τα χαρτιά του ο συγγραφέας. «Θα ήθελα, αν δεχόσασταν βέβαια, να σας παραχωρήσω μια συνέντευξη. Μια μεγάλη συνέντευξη. Δείτε το σαν τον απολογισμό μου μιας ζωής.  Ίσως ακουστώ μπανάλ, αλλά ναι, μάλλον πρόκειται για τα απομνημονεύματα μου. Για τη διαθήκη μου».
    «Με συγχωρείται αλλά…». Ο συντάκτης ξερόβηξε. «Χμ… Γενικά δεν τα πολυψειρίζω τα πράγματα, αλλά όταν ένας ογκόλιθος της λογοτεχνίας και κυρίως όταν αυτός ο ογκόλιθος τυγχάνει – εσείς το είπατε – συγγραφέας φάντασμα,  που όλα τα ΜΜΕ τον κυνηγάνε εδώ και δεκαετίες –  ε γίνομαι σκεπτικιστής όταν το εν λόγω πρόσωπο αντί να απευθυνθεί στη τεράστια βιομηχανία των ΜΜΕ της Νέας Υόρκης, επιλέγει την άσημη πόλη μου και την ακόμα πιο άσημη εφημεριδούλα μου… Με λίγα λόγια κύριε Πίντσον, γιατί επιλέξατε εμένα;».
    «Ω, μην κάνετε σαν ήρωας χαζής χολιγουντιανής κονσέρβας… Επιλεχθήκατε τυχαία, μέσα απ τους νόμους της στατιστικής και των πιθανοτήτων, ανάμεσα από  χιλιάδες άλλες “άσημες” εφημερίδες της αμερικάνικης ενδοχώρας. Η ζωή μου κύριε, είναι η τέχνη μου και η τέχνη μου η ζωή μου. Η ζωή μου και το έργο μου – επιτρέψτε μου να μην είμαι ταπεινόφρων σ αυτό το ζήτημα – βρίθουν συμβολισμών. Αυτή θα είναι η τελευταία μου γραμμή στο χαρτί, γιατί, δεν εθελοτυφλώ, τα ψωμιά μου είναι λίγα: η τελευταία μου συνέντευξη σε μια μικρή εφημερίδα, σε μια γνήσια αμερικάνικη εφημερίδα, σε μια άσπιλη, αθώα εφημερίδα, μακριά απ τα διαπλεκόμενα συμφέροντα του Νεο̈υορκέζικου τύπου. Η αυλαία για μένα θέλω να πέσει έτσι κύριε».

    Όταν συμφώνησαν και ο κύριος Τόμας αποχώρησε απ το λιλιπούτειο γραφείο, ο συντάκτης τηλεφώνησε στα γραφεία μιας μεγάλης εφημερίδας στη Νέα Υόρκη.
    «Αφεντικό», είπε ιδρωμένος απ τη χαρά του, «δεν θα το πιστέψεις αλλά από αύριο ο Τόμας Πίντσον – ναι καλά άκουσες – αρχίζει να μου παραχωρεί τη τελευταία του συνέντευξη… Πιάστηκε στη φάκα αφεντικό, δεν ξέρει ότι νομικά η εφημεριδούλα μου, αποτελεί "παράρτημα" της μεγαλύτερης εφημερίδας της χώρας. Έχουμε την συγκατάθεση του του αφεντικό!».
    Από την άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε ένα «Γιούπι!!!». Και αμέσως μετά: «Κάτω απ τη συνέντευξη της Σάρα Πέιλιν θα μπει ο Πίντσον».
    «Αν δεν είχαμε τα ίδια μυαλά δεν θα συνεργαζόμασταν μπός…».


* Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1987. Το διήγημά του “Έξω” δημοσιεύτηκε στη συλλογή “21 νέες φωνές" του Ελευθερουδάκη. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα διαδικτυακά περιοδικά.