Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμητρα Κυρίλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δήμητρα Κυρίλλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Tαινιοθήκη της Ελλάδας: Αφιέρωμα στον Φασμπίντερ



Από τις 8 Δεκεμβρίου μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος και στην αίθουσα του Ινστιτούτου Goethe παρουσιάζεται ένα πλούσιο πανόραμα από το τεράστιο έργο του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, μαζί με δυο σχετικά ντοκιμαντέρ.

«Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ και ξερό ψωμί». Με αυτούς τους στίχους ένα παλιό τραγουδάκι σατίριζε την «υψηλή κουλτούρα» της εποχής σε αντιπαράθεση με τη λαϊκή τέχνη. Δεν θα μπορούσε να βρει πιο ατυχές παράδειγμα από το σινεμά του Φασμπίντερ, του Γερμανού κινηματογραφιστή που μέχρι τον θάνατό του σε ηλικία 37 χρονών γύρισε 44 ταινίες, 15 τηλεοπτικές σειρές και 15 θεατρικά έργα, μέσα σε έναν παροξυσμό δημιουργικότητας αλλά και αγανάκτησης για τη χώρα του, την κοινωνία της και την πολιτική κατάσταση μετά τον Παγκόσμιο πόλεμο.

Οι ταινίες του Φασμπίντερ δεν είναι «κουλτουριάρικες», ούτε δυσνόητες, είναι όμως στενάχωρες, αγενείς –σε σημείο ύβρεως, προκλητικές και φορτισμένες συναισθηματικά. Όπως πολλοί ριζοσπάστες δημιουργοί, ο Φασμπίντερ δούλεψε πάνω σε υπάρχοντα κινηματογραφικά είδη που είχε γεννήσει η βιομηχανία του Χόλυγουντ και ανατρέποντάς τα προσπάθησε να παραγάγει μια νέα μορφή πολιτικοποιημένου κινηματογράφου. Όμως δεν τον ενδιέφερε να κάνει ένα άμεσο πολιτικό μανιφέστο. Το είδος που τον τράβηξε ήταν το χολιγουντιανό μελόδραμα με γυναίκες στον κεντρικό ρόλο.

Γυναίκες

Οι ηρωίδες του είναι γυναίκες –νοικοκυρές, μητέρες, ερωμένες- που ενώ συνήθως ζουν σε περιβάλλον αποστειρωμένης αφθονίας, γίνονται θύματα βίας και χειραγώγησης. Ήταν η δική του διαμαρτυρία για την μεταπολεμική Γερμανία του κομφορμισμού και της συντήρησης, της υποταγής στον Αμερικανικό ιμπεριαλισμό και της λήθης σε σχέση με το ναζιστικό παρελθόν. Έτσι γεννήθηκε το δικό του πολιτικοποιημένο μελόδραμα. Στο «Ο φόβος τρώει τα σωθικά» διασκευάζει μια παλιότερη αμερικανική ταινία, μόνο που τώρα η ηρωίδα είναι μια εξηντάχρονη εργάτρια που τα φτιάχνει με έναν πολύ νεότερο Βορειοαφρικανό μετανάστη (γκασταρμπάιτερ), προκαλώντας τα ήθη της εποχής αλλά και τις δικές της αξίες.

Η καταπίεση βρισκόταν στο κέντρο της δουλειάς του: ο ρατσισμός, ο σεξισμός, οι γκέι και οι τρανς γίνονταν οι δικοί του περιθωριακοί ήρωες, όπως η τρανσέξουαλ Ελβίρα στη «Χρονιά με τα 13 φεγγάρια». Ο ίδιος ήταν ανοιχτά bisexual, αναρχο-αριστερός στα πιστεύω του. Δεν αδιαφορούσε για τη ζωή της εργατικής τάξης. Στην τηλεοπτική σειρά «Οκτώ ώρες δεν κάνουν μια μέρα» μιλάει για την προλεταριακή καθημερινότητα. Η πρόσφατη ιστορία της Γερμανίας ήταν μια εμμονή πάνω στην οποία γύρισε πολύ δυνατές ταινίες όπως «Η γυναίκα του σταθμάρχη», «Ο γάμος της Μαρίας Μπράουν», η «Λιλι Μαρλέν». Η γκάμα του έργου του ήταν τεράστια. Το «Μπερλίν Αλαξάντερπλατζ» γνώρισε διεθνή επιτυχία, το ίδιο και ο «Καυγατζής» (Querelle), βασισμένο σε έργο του Ζενέ. Πέθανε στο αποκορύφωμα της δημιουργικότητας, ενώ ετοίμαζε μια ταινία για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Εβδομήντα χρόνια από τη γέννησή του, μέσα στην πιο μεγάλη κρίση του Ευρωπαϊκού οικοδομήματος, οι ταινίες του Φασμπίντερ δεν είναι ξερό ψωμί, αλλά το αλάτι της γης.

INFO: Θα δημοσιευτεί αναλυτικό πρόγραμμα προβολών. Το αφιέρωμα γίνεται σε συνεργασία με το φεστιβάλ «Νύχτες πρεμιέρας» και το τμήμα ΜΜΕ του ΕΚΠΑ.



Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Κινηματογράφος: «Gimme Danger» του Τζιμ Τζάρμους


γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου

Ο Ίγκι Ποπ είναι σήμερα πασίγνωστος σε όλες και όλους. Τα τραγούδια του ακούγονται ανελλιπώς στα ΜΜΕ, στα πάρτι και στα ακουστικά εκατομμυρίων ανθρώπων, οι ζωντανές εμφανίσεις του ίδιου και του συγκροτήματός του, Stooges, αποτελούν καλλιτεχνικό γεγονός. Το ντοκιμαντέρ του Τζιμ Τζάρμους «Gimme Danger» ξεδιπλώνει την ιστορία των The Stooges όχι μέσα από προσωπικές διαδρομές, κουτσομπολιά και σκάνδαλα (αν και είχε κάθε ευκαιρία να το κάνει), αλλά μέσα από πολιτιστικό, πολιτικό, ιστορικό και μουσικό πρίσμα.



Η ταινία παρακολουθεί τις περιπέτειές τους, τις σχέσεις μεταξύ των μελών, τα «κατορθώματά» τους, τους λόγους πίσω από τις επιτυχίες όπως και τις μουσικές εμπνεύσεις τους σαν κομμάτι των κοινωνικών εξελίξεων που επηρέασαν την κουλτούρα και τη μουσική στις ΗΠΑ και διεθνώς. Έτσι γίνεται κατανοητή η τεράστια κληρονομιά που άφησαν στη ροκ μουσική.



Οι Stooges ήταν ένα rocknroll συγκρότημα που ξεπήδησε μέσα από την «πολιτιστική επανάσταση» της δεκαετίας του ’60. Τα μέλη του κατάγονταν από το Αν Άρμπορ του Μίσιγκαν, καρδιά της βαριάς βιομηχανίας των ΗΠΑ αλλά και της πιο πλούσιας μουσικής σκηνής (Ντιτρόιτ), όπου η ροκ συναντούσε τη μαύρη μουσική -μπλουζ, rnb και free jazz. Ο Ίγκι και οι Stooges όμως ανέτρεψαν τις κυρίαρχες μουσικές φόρμες της περιόδου: Έσπασαν την αφήγηση, τη μελωδία, τη συνέχεια μέσα στο μουσικό κομμάτι με δυναμικό και επιθετικό ήχο –για κάποιους στα όρια της κακοφωνίας-, που σκόπιμα έβαλε φωτιά στο μουσικό τοπίο της εποχής.



Οι Stooges ανήκαν στα «κακά παιδιά» της μουσικής σκηνής: Ψυχεδέλεια, ναρκωτικά, «απρέπειες» επί σκηνής ήταν βασικά στοιχεία του ύφους τους. Ο Ίγκι εμφανιζόταν ημίγυμνος και φορώντας ένα κολάρο σκύλου. Ουσιαστικά φύτεψαν τον σπόρο για το πανκ, το alteative rock, τα μουσικά είδη που επρόκειτο να εμφανιστούν τις επόμενες δεκαετίες. Οι ίδιοι δεν μιλούσαν ανοιχτά πολιτικά, ούτε συνδέονταν με κάποιο πολιτικό χώρο, αλλά οι συμπάθειές τους δεν κρύβονταν. «Είμασταν έφηβοι κομμουνιστές – μοιραζόμασταν ό,τι είχαμε», αφηγείται ο Ίγκι. Οι πρώτες λάιβ εμφανίσεις τους ήταν σαν support στους MC5, το μεγάλο γκρουπ με τις γνωστές αναφορές στην αριστερά, το κίνημα και αργότερα τους Μαύρους Πάνθηρες. Οι MC5, οι Velvet Underground και η Nico, οι Stooges, οι Big Brother & the Holding Company, ο Ζάππα και οι Mothers of Invention έκφραζαν με τον ήχο τους τη γενιά της εξέγερσης στα τέλη της δεκαετίας του ’60, άλλωστε συμμετείχαν σε όλες τις μεγάλες στιγμές και συναυλίες όπου η ροκ συνάντησε το αντιπολεμικό κίνημα, τα κινήματα των φοιτητών, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.



Το ντοκιμαντέρ του Τζάρμους στέκεται με σεβασμό σε αυτή την τεράστια πολιτιστική κληρονομιά με σημερινές αφηγήσεις του Ίγκι και των συντρόφων του, με παλιότερο οπτικοακουστικό υλικό και ευρηματικές βινιέτες που συμπληρώνουν την εικόνα. Παρακολουθεί με συμπάθεια την έλλειψη επαγγελματισμού, τις επακόλουθες καταρρεύσεις και τα πισωγυρίσματα, τα ταξίδια στην Ευρώπη, τις συνεργασίες με τον Λου Ριντ, τον Μπάουι και τις γέφυρες που οδηγούν στη γέννηση του πανκ, γιατί η μεγαλύτερη συνεισφορά του Ίγκι και των Stooges υπήρξε η επανεφεύρεση του ροκ ήχου μέσα από τη ρήξη με τις φόρμες του παρελθόντος και τη συνέχεια με καινούργια υλικά που φτάνουν μέχρι το σήμερα.

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Κινηματογράφος: «Stopover» και «Το Μέλλον»


γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου
Δυο ταινίες από γυναίκες δημιουργούς ξεχωρίζουν από την κινηματογραφική έξοδο των τελευταίων ημερών. Δυο ταινίες από γυναικεία ματιά αλλά και με γυναίκες στο κέντρο τους, φανερώνουν πόσο πιο ορατές είναι οι γυναίκες και ο ρόλος τους στην κοινωνία, αλλά και πόσο οι διακρίσεις είναι παρούσες.


Stopover (Διασχίζοντας τον κόσμο)

Στο Stopover των αδελφών Κουλέν οι ηρωίδες είναι στρατιωτίνες του Γαλλικού στρατού. Η Ορόρ και η Μαρίν κατάγονται από το επαρχιακό Λοριάν και έχουν καταταγεί στον στρατό για να βρουν μια δουλειά και να μπορέσουν να γυρίσουν τον κόσμο. Επιστρέφοντας στη Γαλλία μετά από αποστολή στο Αφγανιστάν, προβλέπεται στάση όλου του τμήματος σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στην Κύπρο (αν και τα γυρίσματα έγιναν στη Ρόδο), για συλλογική «αποσυμπίεση». Με αυτό τον όρο οι ανώτεροί τους εννοούν μια τριήμερη παραμονή σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο (αδιανόητο για την οικονομική δυνατότητα των 1300 ευρώ που παίρνουν μισθό), προκειμένου να αποβάλουν το άγχος και τις αναμνήσεις από τις δύσκολες στιγμές της αποστολής και να επιστρέψουν στις οικογένειές τους «χαλαροί». Η διαδικασία περιλαμβάνει από γυμναστήριο και σάουνα μέχρι διασκέδαση στο κλαμπ αλλά και ομαδική ψυχοθεραπεία, όπου με τη βοήθεια ψηφιακής τρισδιάστατης αναπαράστασης συγκεκριμένων στιγμών των συμπλοκών που βίωσαν, προσπαθούν να τους βάλουν να διαχειριστούν, να εξορθολογικοποιήσουν την κατάσταση. Η ταινία είναι έντεχνα δομημένη πάνω στην αντίθεση: Ήλιος, θάλασσα, χορός, πολύχρωμα κοκτέιλ και ημίγυμνα σώματα, ντόπια καμάκια από τη μια, βόμβες, τραυματισμοί και θάνατος από την άλλη. Το αποτέλεσμα, μελετημένο από τη σκοπιά των στρατοκρατών, όμως ποτέ δε μπορείς να αγνοήσεις τον ανθρώπινο παράγοντα. «Τι γυρεύαμε στο Αφγανιστάν;» διερωτάται η Ορόρ κάποια στιγμή όταν πληροφορείται ότι στη συμπλοκή όπου τραυματίστηκε σοβαρά, το στρατιωτικό σχέδιο πολύ απλά δεν περιλάμβανε τη διάσωσή της. Έτσι, παρόλο που η ίδια λειτουργεί σαν φωνή της λογικής σε σχέση με την πιο κυκλοθυμική Μαρίν και την τρίτη κοπέλα της ομάδας (οι υπόλοιποι είναι όλοι άντρες), συνειδητοποιεί ότι η πολεμική μηχανή είναι πέρα από κάθε λογική και θα πάρει τις αποφάσεις της. Η ταινία δεν είναι αντιπολεμικό μανιφέστο, ούτε έχει στόχο να καταγγείλει ανοιχτά τον ιμπεριαλισμό. Όμως κάνει ακόμα και τον πιο ανυποψίαστο θεατή να αισθανθεί τις συνέπειές του, την ίδια τη βία όχι μόνο όταν ξεσπά, αλλά και όταν παραμονεύει. Εκεί που οι στρατιώτες χαλαρώνουν με τα ποτά τους χορεύοντας για το «τίποτα» ξεσπούν μέχρι θανάτου, γιατί «χρειάζονται έναν εχθρό», έτσι λειτουργεί το σύστημα. Το ανθρώπινο σώμα γίνεται το μέσον για να εκφραστούν οι καλύτερες αλλά και οι χειρότερες προθέσεις. Τέλος η αναφορά στην Ευρώπη κατεδαφίζει τους τελευταίους μύθους γύρω από αυτή. Στην ειδυλλιακή Κύπρο, ύστατο σύνορο της «πολιτισμένης» Ευρώπης με τον κόσμο της «υπανάπτυξης», εκεί απελευθερώνονται τα χειρότερα ένστικτα των στρατιωτών της ελευθερίας και δίπλα τους περνάει μια κλούβα με πρόσφυγες και μετανάστες.


Το Μέλλον (L’avenir)

Η ταινία «Το μέλλον» της Μία Χάνσεν – Λαβ κινείται σε τελείως διαφορετικό επίπεδο. Παρακολουθεί την Ναταλί, καθηγήτρια φιλοσοφίας στη Σορβόννη αποστρατευμένη αριστερή, αφοσιωμένη στους παλιούς και νέους φοιτητές της, την οικογένεια και ασφαλώς την επιστήμη της φιλοσοφίας. Τα πάντα περνάνε μέσα από την ερμηνεία του Ρουσό. Η απόλυτα δομημένη και ισορροπημένη ζωή της ανατρέπεται όταν ο άντρας της την αφήνει για μια άλλη γυναίκα, τα παιδιά της ανεξαρτητοποιούνται, η απαιτητική μητέρα της καταρρέει και η Ναταλί θα πρέπει να αναζητήσει ένα άλλο κέντρο στη ζωή της. Σε αυτή την διαδικασία, ξανασυναντά έναν αναρχικό πρώην φοιτητή της και το κοινοβιακό πείραμα που προσπαθεί να στήσει στη Γαλλική εξοχή. Χιούμορ και μελαγχολία για τα «μεγάλα» ερωτήματα και την πεζή καθημερινότητα.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Κινηματογράφος: Παζολίνι, του Έιμπελ Φεράρα

O Παζολίνι στον τάφο του Αντόνιο Γκράμσι

Κινηματογράφος: Παζολίνι, του Έιμπελ Φεράρα
γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου
 
Η ταινία του Έιμπελ Φεράρα παίζεται από τις 14 Μάη στις αίθουσες και παρουσιάζει την τελευταία μέρα της συναρπαστικής ζωής του Πιερ-Πάολο Παζολίνι, ποιητή, συγγραφέα, σκηνοθέτη. 
 
Ο «Πιέρπα» είναι πια αναγνωρισμένος διεθνώς και σε μεγάλη δημιουργικη έξαρση. Επιστρέφει από την Στοκχόλμη και έχει μόλις ολοκληρώσει την ταινία «Σαλό - 120 μέρες στα Σόδομα», που έμελλε να κάνει πάταγο αλλά δυστυχώς να είναι και η τελευταία του. Το ίδιο βράδυ, 2 Νοέμβρη 1975, δολοφονήθηκε με βάρβαρο τρόπο από τον νεαρό εραστή του, στην παραλία της Όστια. Μέσα στην μέρα που μεσολάβησε, γράφει ασταμάτητα στη γραφομηχανή του, γευματίζει με τη μητέρα και τους φίλους του, δίνει μια συνέντευξη, στην οποία ο δημοσιογράφος τον «στριμώχνει» σε σχέση με το τι έχει να αντιπροτείνει στην σάπια «κατάσταση» της χώρας του, την οποία μόνιμα καταγγέλλει, οραματίζεται την επόμενη ταινία του, συναντά φίλους και καταλήγει σε ένα συνηθισμένο ψωνιστήρι αγοραίου σεξ στον σταθμό του Τέρμινι, που επρόκειτο να καταλήξει στο θάνατό του. 
 
Όλα αυτά είναι σημαντικά στοιχεία για τον Παζολίνι, αλλά ταυτόχρονα τόσο λίγα για να κατανοήσει κανείς την αντισυμβατική  και αντιφατική του πορεία, μια πορεία  που ακολούθησε την ταραγμένη πολιτική ζωή της μεταπολεμικής Ιταλίας.  
 
Σε όλη του τη ζωή ο Παζολίνι ανακατεύεται και –σε μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με τις πολιτικές εξελίξεις στην Ιταλία. Το 1947 ήταν ένας νεαρός, πολλά υποσχόμενος λογοτέχνης και φιλόλογος, όταν δημοσιεύτηκε μια δήλωσή του στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας Λιμπερτά, με τίτλο «πιστεύουμε ότι μόνο ο κομμουνισμός μπορεί να φέρει σήμερα μια νέα κουλτούρα». Δεν ήταν ακόμη μέλος του Κ.Κ. Ιταλίας και έμελλε να γίνει αλλά όχι για πολύ. 
 
“Προσβολή”
 
Εκτός από Μαρξιστής, ο Παζολίνι ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλος, έτσι το 1949 διαγράφηκε από το κόμμα με την κατηγορία για «διαφθορά νεαρών μελών» και «προσβολή δημοσίας αιδούς»(!) και έχασε και τη δουλειά του καθηγητή. Πέρασε δύσκολα χρόνια στη Ρώμη, βγάζοντας  το ψωμί του σαν εργάτης στη Σινετσιτά -τη βιομηχανία θεάματος της Ιταλίας- και πουλώντας ο ίδιος τα έργα του στην πλανόδια αγορά του Τίβερη. 
 
Δεν άργησε να βγει από την αφάνεια. Συνεργάστηκε με τον Φελίνι στις «Νύχτες της Καμπίρια» και το 1960 γύρισε την πρώτη του ταινία «Ακατόνε», σαφώς επηρεασμένη από το ρεύμα του Ιταλικού νεορεαλισμού. Σε αυτήν, όπως και στην επόμενη «Μάμα Ρόμα», εξυψώνει τους λούμπεν ήρωές του (ένας σωματέμπορας, μια πόρνη), παρά τα όρια που τους βάζει η κοινωνική τους θέση, σε αντίθεση με την αστική τάξη και τους μικροαστούς, τους οποίους κριτικάρει αλύπητα. Φυσικά συγκεντρώνει ντουζίνες από μηνύσεις, αφορισμούς και απειλές για την τολμηρή του αφήγηση. Εν τω μεταξύ  γυρίζει το «Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο», όπου  παρουσιάζει έναν «επαναστάτη» Ιησού Χριστό, αλλά και το «Θεώρημα» και το «Χοιροστάσιο» και πολλές ταινίες όπου ασκεί σκληρή κριτική στην αστική τάξη και τον φασισμό. 
 
Στην πραγματικότητα ο Παζολίνι υπήρξε ένας μεγάλος αιρετικός που έχτισε ένα ιδιαίτερο «σύμπαν» συνδυάζοντας τον Μαρξισμό και την θρησκευτική πίστη, μέσω της ψυχανάλυσης. Αυτό εξηγεί τόσο το λογοτεχνικό – ποιητικό του έργο, όσο και την αντιφατική στάση του στις πολιτικές εξελίξεις της Ιταλίας. 
 
Το 1969 η Ιταλία μπαίνει σε μια περίοδο ανόδου του μαζικού κινήματος με το «καυτό φθινόπωρο», όταν όμως οι φοιτητές συγκρούονται με την αστυνομία, ο Παζολίνι θα γράψει ένα ποιήμα όπου εξυμνεί τους αστυνομικούς, ως παιδιά της εργατικής τάξης (ενώ οι φοιτητές είναι μικροαστοί και αστοί). Μεγάλο ατόπημα, που εξηγείται από τον ιδεαλιστικό τρόπο που σκεφτόταν. Ασφαλώς  δεν ήταν με τους αστικούς θεσμούς, ίσα-ίσα συγκρούστηκε με ολόκληρο το εποικοδόμημα της  μεταπολεμικής Ιταλίας: Δικαιοσύνη, ΜΜΕ, καταναλωτισμός, ηθικολογία, αλλά βασικά μόνο με αυτό. Χτυπούσε τα σύμβολα του καπιταλισμού και την αδικία, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος. Όταν το 1972 η αστυνομία δαιμονοποίησε αναρχικούς στην βομβιστική επίθεση του Μιλάνο, συνεργάστηκε με την οργάνωση της επαναστατικής αριστεράς «Λότα Κοντίνουα» και γύρισε μια ταινία μικρού μήκους που αποκαθιστούσε την αλήθεια. 
 
Καθώς η πολιτική κρίση οξυνόταν και η κοινωνία πολώθηκε ανάμεσα στην αριστερά και τους νεο-φασίστες, ο Παζολίνι έγινε κόκκινο πανί. Ήταν άλλωστε «εύκολος» στόχος: Ομοφυλόφιλος, αιρετικός και βλάσφημος. Παρά τα πισωγυρίσματα και τις αντιφάσεις του, άφησε ένα πλούσιο κινηματογραφικό και λογοτεχνικό έργο που πιστεύουμε ότι η αριστερά και το κίνημα οφείλουν να διεκδικήσουν. Όπως έλεγε και ο ίδιος «Την ιστορία δεν την έγραψαν οι αυλικοί ούτε οι καρδινάλιοι, αλλά αυτοί που είπαν Όχι». Ο Παζολίνι ήταν ένας πό αυτούς.
 

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ - Αντίσταση στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις της Δήμητρας Κυρίλλου (κυκλοφορεί)


Κυκλοφορεί την Πέμπτη 21/5 από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ - Αντίσταση στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις
της Δήμητρας Κυρίλλου

184 σελ. - 8 €

Τρίτη 5 Αυγούστου 2014

Τσάρλι Χέιντεν 1937-2014: Η jazz της απελευθέρωσης


γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου


Για όσους πιστεύουν ότι η μουσική τζαζ είναι υπόθεση αποκλειστικά της μαύρης φυλής, υπάρχουν τρία μεγάλα αντιπαραδείγματα: Ο Μπέρνι Γκούντμαν, ο Μπιλ Έβανς και ο Τσάρλι Χέιντεν, ο άνθρωπος με το «λυρικό στυλ παιξίματος και το ενδιαφέρον για την πολιτική» που έφυγε στις 11 Ιούλη.
 
Γεννημένος το 1937 στην Αϊόβα των μεσοδυτικών αγροτικών πολιτειών των ΗΠΑ, ξεκίνησε τραγουδώντας μουσική κάντρι και χιλιμπίλι με τη μπάντα της οικογένειάς του. Όταν μια ασθένεια πολιομυελίτιδας στα 14 του στέρησε τη δυνατότητα για τραγούδι, στράφηκε στην τζαζ και έμαθε να παίζει κοντραμπάσο.
 
Τα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήταν καμπή για τη μουσική τζαζ. Οι «μεγάλες μπάντες» του μεσοπολέμου αποτελούσαν παρελθόν. Το ίδιο όμως και τα διάδοχα πρωτοποριακά ρεύματα hardbop και bebop της δεκαετίας του ’40. Το 1959 ο Χέιντεν ηχογραφεί με τον Ορνέτ Κόλμαν τον δίσκο «The shape of Jazz to come». Ήταν η αρχή ενός νέου ρεύματος, της Free-jazz, που έφερε πολλά πρωτοποριακά στοιχεία σε σχέση με τις μουσικές συμβάσεις που κυριαρχούσαν. 
 
Ήταν μουσική ελεύθερη από τους απόλυτους περιορισμούς των συγχορδιών, του τέμπο και των αρμονικών κανόνων, εισήγαγε τον αυτοσχεδιασμό και τη χρήση μουσικών οργάνων άγνωστων ως τότε, συνήθως από αφρικανικές ή ασιατικές χώρες. Ήταν πρωτοποριακή αλλά συνάμα κοίταζε προς τα πίσω, στις πρωτόγονες και θρησκευτικές ρίζες του μπλουζ και του γκόσπελ. Παραχωρούσε την ελευθερία στην έκφραση, όμως είχε δομή και δικούς της κανόνες. Ο αυτοσχεδιασμός ήταν συλλογικός και όχι με κέντρο το «μεγάλο» όνομα της μπάντας. Γι’αυτό συγκρούστηκε με την εμπορικότητα και διεκδίκησε να αναγνωριστεί σαν τέχνη και όχι σαν διασκέδαση. 
 

Η “άλλη” Αμερική

 

 

 

Η εμφάνιση της free jazz δεν ήταν τυχαία. Όπως και το ροκ και η σόουλ, «άκουγε» και έκφραζε τους αγώνες και τις αντιστάσεις που έρχονταν από την «άλλη» Αμερική, την Αμερική των γκέτο και της πάλης για δικαιώματα για τους μαύρους, του κινήματος ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Τσάρλι Χέιντεν έβαλε τον εαυτό και τη δουλειά του στο κέντρο αυτών των εξελίξεων και δούλεψε όχι μόνο με τον Ορνέτ Κόλμαν αλλά με τα μεγαλύτερα ονόματα της μουσικής και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης: Ντίζι Γκιλέσπι, Τζον και Άλις Κολτρέιν, Άρτσι Σεπ κ.α. 
 
Το 1969, στο απόγειο του κινήματος, ο Χέιντεν συνεργάζεται με την Κάρλα Μπλέι και πολλούς μουσικούς από διαφορετικές εθνικότητες και στυλ στην «Liberation Music Orchestra», ένα άλμπουμ εμπνευσμένο από τον Ισπανικό εμφύλιο και τις καταιγιστικές πολιτικές εξελίξεις της περιόδου. Περιλάμβανε τρία λαϊκά ισπανικά τραγούδια, συν το «Τραγούδι του ενιαίου μετώπου» των Μπρεχτ-Άισλερ, ένα τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα κι ένα εμπνευσμένο από το επεισοδιακό συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο (Circus ’69 ’69), έκλεινε δε με το κλασικό αντιρατσιστικό «We shall overcome» του Πιτ Σίγκερ. Με το εγχείρημα αυτό ο Τσάρλι Χέιντεν ήθελε να δώσει φωνή στους καταπιεσμένους όλου του κόσμου, να χρησιμοποιήσει τη μουσική σαν μεγάφωνο για να εκφράσει την αλληλεγγύη στα ριζοσπαστικά πολιτικά κινήματα. Το 1971 σε μια περιοδεία στην Πορτογαλία (τότε κάτω από τη δικτατορία του Σαλαζάρ), ο Χέιντεν αφιέρωσε το τραγούδι για τον Τσε στους αντιαποικιακούς αγωνιστές της Μοζαμβίκης, της Αγκόλας και της Γουινέα-Μπισάου, με αποτέλεσμα να συλληφθεί στο αεροδρόμιο κατά την έξοδό του από τη χώρα από τη μυστική αστυνομία της χούντας. Αφέθηκε ελεύθερος με επέμβαση της Αμερικανικής πρεσβείας, για να αντιμετωπίσει λίγο αργότερα στις ΗΠΑ τις ενοχλητικές ερωτήσεις του FBI. 
 
Και μετά την υποχώρηση του κινήματος του ’68 - ’69, ο Χέιντεν έμεινε συνεπής στις απόψεις του, παρά την αναγνώριση που είχε η μουσική του και ο ίδιος από το κατεστημένο. Ανασυγκρότησε την Liberation Music Orchestra τρεις ακόμη φορές, πιο πρόσφατα το 2005, όταν ηχογράφησαν το άλμπουμ «Not in our name», κραυγή διαμαρτυρίας κατά του πολέμου στο Ιράκ, που μοιράζεται το όνομά της με το μότο του αντιπολεμικού κινήματος. Σε όλη του ζωή αγωνίστηκε έμπρακτα για την άλλη Αμερική που ονειρευόταν, αν και ο ίδιος δεν υπήρξε ακριβώς θύμα της βαρβαρότητάς της, υπήρξε όμως βήμα και φωνή για όλο τον κόσμο που ήθελε να παλέψει, λευκούς και μαύρους.


Δευτέρα 12 Αυγούστου 2013

Κινηματογράφος: “Στο δρόμο”



γράφει η Δήμητρα Κυρίλλου

 Το να μεταφέρεις στην οθόνη το «Στο δρόμο» του Τζακ Κέρουακ είναι από μόνο του μια τεράστια πρόκληση. Πρόκειται για τη «βίβλο» της γενιάς του «beat», της γενιάς που στάθηκε επικριτικά στο μεταπολεμικό Αμερικανικό όνειρο και αναζήτησε μια εναλλακτική προοπτική χωρίς τελικά να τη βρει. Η περιπλάνηση στους δρόμους και τις πόλεις της Αμερικής ήταν το μέσον γι’αυτή την αναζήτηση και αντικείμενο του βιβλίου του Κέρουακ, που μετέφερε στο σινεμά ο Βραζιλιάνος Βάλτερ Σάλλες, («Κεντρικός σταθμός», «Ημερολόγια μοτοσυκλέτας»).
Η ταινία ακολουθεί τον ίδιο τον Κέρουακ -Σαλ Πάρανταϊς και την παρέα του, όπου περιλαμβάνονται οι πιο χαρακτηριστικές φιγούρες των «μπίτνικς»: Ο Αλλεν Γκίνσμπεργκ (Κάρλο Μαρξ!), ο Ουίλλιαμ Μπάρροουζ (Ολντ Μπουλ Λι), ο Νιλ Κασάντι (Ντιν Μοριάρτι).
Η κυρίαρχη ιδεολογία του τέλους της δεκαετίας του ’40 -χοντροκομμένα αντικομμουνιστική, πρόβαλλε τις αξίες της σκληρής εργασίας, της αποταμίευσης, της οικογένειας, τον «καθως πρέπει» τρόπο ζωής. Όμως ο Σαλ, γόνος φτωχής εργατικής οικογένειας που μετανάστευσε από το Κεμπέκ στη Νέα Υόρκη δεν ήθελε να προσαρμοστεί στη μοίρα του να πεθάνει όπως ο πατέρας του με ρόζους στα χέρια από τη βαρειά χειρωνακτική εργασία. Έψαχνε ένα ουσιωδέστερο νόημα για να ζει κανείς. Έτρεχε πίσω από ανθρώπους τρελλαμένους για ζωή, για συζήτηση, που δεν χασμουριούνται αλλά «...καίγονται σαν ρωμαϊκά κεριά μέσα στη νύχτα». Κινητήρια δύναμη και κέντρο της παρέας ήταν ο Ντιν Μοριάρτι. Ο Ντιν ενσάρκωνε κάθε τι το αντίθετο στις κυρίαρχες αξίες: Αλκοόλ, ναρκωτικά, μουσική τζαζ, αχαλίνωτο σεξ, άσκοπες περιπλανήσεις, καμιά αποδοχή οποιουδήποτε είδους δέσμευσης απέναντι σε τίποτα και σε κανέναν. Ο Σαλ αφήνεται σκόπιμα να παρασυρθεί.
Περιγράφοντας τις περιπέτειες των ηρώων ο Σάλλες γύρισε μια όμορφη ταινία για την αμερικανική ήπειρο και την μεταπολεμική κοινωνία. Χωρίς να ενδώσει στην αισθητική της καρτ-ποστάλ, δείχνει την απεραντοσύνη του Καλιφορνέζικου τοπίου αλλά και την απέραντη φτώχεια των εργατών στις μπαμπακοφυτείες, που ζούσαν σε τσαντήρια και δούλευαν όλη μέρα για πενταροδεκάρες. Τη μαγεία των τζαζ κλαμπ, μόνο που ο Σαλ κι οι φίλοι του ήταν οι μοναδικοί λευκοί σ’αυτά. Την αστυνομία που περιπολούσε στο ειδυλλιακό τοπίο και εκβίαζε τους περαστικούς για να εισπράξει τη μίζα της. Εδώ βρίσκονται τα δυνατά σημεία της ταινίας και τα βαθύτερα κίνητρα των πρωταγωνιστών, όπου θα μπορούσε ίσως να επεκταθεί περισσότερο, παρά στην επανάληψη του ξέφρενα ηδονιστικού τους τρόπου ζωής.
Οι ήρωες του Κέρουακ δεν είναι χωρίς ψεγάδια. Κοροϊδεύουν τον κονφορμισμό και τα προτάγματα του προέδρου Τρούμαν, ψάχνουν την ελευθερία, όμως τελικά αναπαράγουν κάθε είδους σεξιστική συμπεριφορά στις προσωπικές τους σχέσεις γιατί τις θεωρούν εμπόδιο στην απελευθέρωση. Μόνο που τα αίτια της μιζέριας τους είναι πολύ βαθύτερα από τη γκρίνια μιας ζηλιάρας ερωτικής συντρόφου, βρίσκονται στη φτώχεια, το ρατσισμό, την καταστολή, μέσα στην καρδιά του αμερικανικού καπιταλισμού και παρεπιπτόντως στα σύμβολά του.
Οι μπίτνικς συγκρούστηκαν κυρίως με τα σύμβολα γι’αυτό δεν είχαν ελπίδα να νικήσουν. Πέρασαν όμως στις επόμενες γενιές ένα τεράστιο επικριτικό μήνυμα για τον αμερικανικό τρόπο ζωής και την ιδεολογία του, σε μια εποχή που φάνταζε αστραφτερός και παντοδύναμος. Η επιρροή τους στην εξέλιξη της μουσικής, της λογοτεχνίας, της κουλτούρας είναι αναμφισβήτητη. Σήμερα αξίζει να τους θυμηθούμε και να τους ανακαλύψουμε ξανά.