Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ο ζητιάνος


"[..] Ο Καρκαβίτσας  γράφει το «Ζητιάνο», το πρώτο του έργο σε δημοτική, ακολουθώντας το παράδειγμα του Ψυχάρη, ο οποίος με το έργο του «Το Ταξίδι μου» στα 1889, ακολουθώντας το παράδειγμα του Σολωμού με τη σειρά του, δημιουργεί το μανιφέστο του δημοτικισμού. Γραμμένο μέσα στο πλαίσιο του νατουραλισμού, του λογοτεχνικού ρεύματος που χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό του ρεαλισμού και των νέων επιστημονικών τάσεων το 19ο αιώνα (είναι η εποχή που εμφανίζεται η δαρβινική θεωρία), επηρεασμένο από το Ζολά και τους Ρώσους συγγραφείς, στο έργο αυτό ο Καρκαβίτσας αξιοποίησε το ενδιαφέρον των αναγνωστών προς τη λαογραφία, η οποία καταλαμβάνει μεγάλη έκταση  στο έργο του και δεν χρησιμοποιείται για διακοσμητικούς λόγους.

 Ο Καρκαβίτσας χρησιμοποιεί τη δημοτική γλώσσα, στρεφόμενος σ’ αυτήν με προσοχή. Αν και ακολούθησε το παράδειγμα Ψυχάρη δεν ενστερνίστηκε τις ακρότητές του. Προσπαθεί να αναδείξει το λαϊκό πολιτισμό, δημιουργεί λέξεις νέες και αποδίδει πετυχημένα τους χαρακτήρες του, σε μια εποχή που το γλωσσικό ζήτημα ήταν οξύτατο.  Και καθώς η λαογραφία συμπορεύεται με την ηθογραφία, η οποία είναι η έκφανση του ρεαλισμού και στην οποία εμπεριέχεται πάντα ένα σκοτεινό στοιχείο, ο Καρκαβίτσας  χρησιμοποιεί  την ηθογραφία, η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα μετά την προκήρυξη διαγωνισμού συγγραφής διηγήματος με Ελληνικό θέμα από το περιοδικό Νέα Εστία, και τη μετάφραση της Νανάς του Ζολά από τον Καμπούρογλου, όχι ως το μέσο αλλά ως το σκοπό του έργου του.
Το έργο του Καρκαβίτσα είναι ένα κείμενο με έντονη ιδεολογική φόρτιση, φορείς της οποίας είναι ο αφηγητής και οι ήρωες του.  Στον « Ζητιάνο» του ο Καρκαβίτσας προσπαθεί επίσης να τραβήξει την προσοχή της κοινής γνώμης στο πρόβλημα των ζητιάνων που βρίσκονταν στον ελληνικό χώρο και στις συνέπειες της κοινωνικής διαφθοράς.
 Σημαντική είναι επίσης η σχέση του έργου με τη φύση, η οποία καταλαμβάνει κυρίαρχο μέρος στο έργο. Παρουσιάζοντας  μια αγροτική κοινωνία  στηλιτεύει την ένδεια παιδείας που οδηγεί σε δεισιδαιμονίες και μετατρέπει την κοινωνία σε κοινωνία κακομοίρηδων, την οποία έρχεται να εκμεταλλευτεί ο έξυπνος ζητιάνος. Το έργο, γραμμένο μέσα στο πλαίσιο του νατουραλισμού, καταγράφει ενδελεχώς τη μίζερη αυτή ζωή, σε μια προσπάθεια να αφυπνίσει τόσο τους ανθρώπους όσο και τον κρατικό μηχανισμό, ώστε να δραστηριοποιηθούν. [...]"

Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Τρία βιβλία για το καλοκαίρι





1) Ίαν Ράνκιν, Σκελετοί στο κελάρι, μτφ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη, εκδ. Μεταίχμιο (στα αγγλικά: 2004, πρώτη έκδοση στα ελληνικά: 2006, παρούσα έκδοση: 2017)

Ένας λαθρομετανάστης βρίσκεται δολοφονημένος σ' ένα δημοτικό οικιστικό συγκρότημα του Εδιμβούργου: ρατσιστικό έγκλημα ή κάτι τελείως διαφορετικό; Εκτός από το φόνο, τον επιθεωρητή Ρέμπους τον απασχολούν, βέβαια, και άλλα ζητήματα: το παλιό του αστυνομικό τμήμα έκλεισε και οι ανώτεροί του θα προτιμούσαν να βγει στη σύνταξη παρά να τον έχουν στα πόδια τους. Ο Ρέμπους όμως δεν θα τους κάνει το χατίρι. Στο πλαίσιο της έρευνάς του, θα επισκεφθεί ένα κρατητήριο προσφύγων, θα συναλλαχθεί με τον βρομερό υπόκοσμο του Εδιμβούργου, και σχεδόν θα ερωτευτεί...
Στο μεταξύ, η συνεργάτιδά του η Σίβον έχει τα δικά της προβλήματα. Μια έφηβη το έσκασε απ' το σπίτι της κι η Σίβον καλείται να βοηθήσει την οικογένεια, που σημαίνει ότι θα βρεθεί πιο κοντά απ' ό,τι θα ήθελε στον ιστό ενός βιαστή.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με το θέμα δύο σκελετών -μιας γυναίκας κι ενός νηπίου- που βρέθηκαν θαμμένοι κάτω απ' το τσιμεντένιο πάτωμα ενός κελαριού στην Κρεαταγορά;

2) Χ.Φ. Λάβκραφτ, Υπερφυσικός τρόμος στη λογοτεχνία (δοκίμια), μτφ. Γιώργος Μπαρουξής, πρόλογος: Μάκης Πανώριος, εκδ. Αίολος (1938, α' έκδοση στα ελληνικά: 2008)

Είναι ευτύχημα που ο Χ.Φ. Λάβκραφτ αποφάσισε να γράψει αυτό το δοκίμιο ιστορίας, κριτικής και αισθητικής πάνω στη λογοτεχνία του τρόμου. Όχι μόνο γιατί μας πληροφορεί με σαφήνεια και πληρότητα για τις καταβολές, τους συγγραφείς και την εξέλιξη του λογοτεχνικού είδους, μα, κυρίως, επειδή μας υποδεικνύει εκείνους που τον επηρέασαν ή που θαύμαζε, καθώς και τις απόψεις του για ποικίλα θέματα που εμφανίζονται στις ιστορίες του. Αν και δεν αναφέρεται καθόλου στον μεγαλύτερο συγγραφέα τρόμου, τον εαυτό του, μας μιλάει για τη διαμόρφωση της ίδιας της τέχνης του, μέσα από τη μελέτη του έργου συγγραφέων όπως ο Ουόλπολ, ο Στόουκερ, ο Ε. Άλαν Πόε, ο Μάχεν, ο Ντάνσανι, καθιστώντας έτσι πιο κατανοητές για μας τις απαράμιλλες ιστορίες του. Ο Λάβκραφτ που θαυμάζουμε βρίσκεται εδώ!

3) Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης, Αντίο δεν είπα, ακόμη ζω (διηγήματα) εκδ. Ωκεανίδα (Απρίλιος 2018)

Έντεκα ιστορίες, εμπνευσμένες όλες από ημέρες και νύχτες δύσκολες, σκοτεινές και μοναχικές. Ιστορίες για τον έρωτα και την αγάπη, τη νοσταλγία και την απώλεια, για τους θανάτους που βιώνεις στη ζωή και για τις φορές που βρέθηκες ένα βήμα πιο κοντά στην τρέλα.

Κάποιες πηγάζουν από γνωριμίες με αλλόκοτους ανθρώπους, άλλες είναι βαθιά εξομολογητικές και μερικές υπαγορευμένες εξ ολοκλήρου από τη φωνή που μιλάει μέσα στο κεφάλι κάθε ανθρώπου. Όπως και να έχει, σας κοιτάζουν κατάματα δίχως να επιχειρούν να σας αποδείξουν κάτι· θέλουν μονάχα να σας διηγηθούν μια ιστορία, ψιθυρίζοντάς σας πως υπάρχει και αυτή η εκδοχή της.

πηγή: Βιβλιονετ
επιλογή: Λογοτεχνία και Σκέψη

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μουρλά νερά του Σκαρίμπα (του Θανάση Θ. Νιάρχου)


ΤΑ ΜΟΥΡΛΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Ή είμαστε πια πάρα πολλοί που έχουμε μεγαλώσει ανεπανόρθωτα Ή η ιστορία της λογοτεχνίας σχετικά πρόσφατων χρόνων είναι τόσο ζωντανή ώστε γεγονότα που σημειώθηκαν πριν από πενήντα χρόνια να μοιάζουν σχεδόν χθεσινά. Αλλιώς δεν εξηγείται η γλύκα που αισθάνεται κανείς διαβάζοντας το κείμενο του συγγραφέα και δημοσιογράφου Δημήτρη Παπαχρήστου αφού αφορά πρόσωπα και περιστατικά που δεν χρειάζεται παρά μια αμυδρή μνεία τους για να επανακάμψουν ορμητικά όπως ακριβώς τα έζησε κανείς

γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος 


Μια φωτογραφία, λένε οι Κινέζοι, είναι χίλιες λέξεις, αλλά και μια λέξη, θα μπορούσες να πεις, κι αν είναι γραμμένη ή ειπωμένη από τον Σκαρίμπα, είναι χίλιες φωτογραφίες. Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο σπίτι του Γιάννη Σκαρίμπα, το 1969, απαθανατισμένοι σε μια φωτογραφία από τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, σημαντικότατο διηγηματογράφο και φίλο του Σκαρίμπα, είναι η παραδοξολογία της εικόνας στη σκιά του λόγου. Εσμιξαν, πώς λέμε βρήκε ο τέντζερης το καπάκι, η παραδοξολογία, ο ανορθόδοξος λόγος, η υπέρβαση των ορίων, χωρίς την παραβίασή τους πέρα από την ηθογραφία, τη στράτευση μέσα σε έναν σκαριμπικό σουρεαλισμό, ο Ηλίας Πετρόπουλος με τα καλιαρντά του και τις έρευνές του για ό,τι τον ερέθιζε να μιλήσει ή να γράψει και με την παραγγελία του «τη στάχτη μου να τη ρίξετε στον υπόνομο του Παρισιού», καθότι αυτοεξόριστος, πράγμα που έγινε, είναι ένα κομμάτι της μυθιστορίας.
Ο Σκαρίμπας έπαιζε με τους παρατονισμούς, με τις μετοχές και η ποίησή του έβρισκε τον ρυθμό της και τη μουσικότητά της. Χρησιμοποίησε ως εργαλείο όλα τα είδη του λόγου και ήταν γνώστης βαθύς της ουσίας της ζωής, που τη ζούσε σε μια πραγματικότητα της επαρχίας, γι' αυτό και την περιέγραψε με κάθε τρόπο, μην αφήνοντας τίποτα όρθιο με τα σκανδαλίσματα της γλώσσας του και με τα σατανικά καμώματά του, δηλαδή τα «καραγκιοζιλίκια» του, προκάροντας τη σεμνοτυφία, τον καθωσπρεπισμό και την καθεστηκυία τάξη του λόγου και της κοινωνίας.

Ο ξενομερίτης της Χαλκίδας έκανε τη Χαλκίδα δικιά του και στο έργο του και στη ζωή του, με το ανυπότακτο πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του, που ήξερε από πού εκπορεύονταν. Οταν είδα και άκουσα τον «Ηχο του κώδωνος» στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη, ένιωσα τις παρακρούσεις και αισθάνθηκα την παρόρμηση να πάω στη Χαλκίδα, στον Καράμπαμπα, να τον συναντήσω, αν και δεν ήμουν ακόμα είκοσι χρόνων και δεν ήξερα ότι ο Μάνος Κατράκης είχε παίξει στη Χαλκίδα το 1942. Περήφανος και ξαφνιασμένος, γιατί δεν ήξερα την ύπαρξή του. Δεν με εντυπωσίασε τόσο το παρουσιαστικό του, αλλά με κέρδισε εκείνο το διαβολικό χαμόγελό του, με όλες τις σημασίες που μπορεί να προσδώσει κανείς.
«Βγαίνω από τα τρελά νερά του Ευρίπου», του είπα, «από τα μουρλά», με διόρθωσε. Και ήρθα για πρώτη φορά το 1958 στη Χαλκίδα με τον «Κύκνο» τον λευκό, τον ολόλευκο, με σπασμένο χέρι από τους Ωρεούς. Το πουλί το πλεούμενο των θαλασσών και αργότερα των ουρανών και τώρα έγινε καζίνο έξω από τη Βηρυτό. Είχα διαβάσει το «Ουλαλούμ», το «Θείο τραγί» και τον «Μαριάμπα» του.

Και είχα γράψει το όνειρό μου με θαλασσιά γράμματα για τον «κύκνο» που τον έβλεπα να περνάει τον ερωτικό δίαυλο, βγαίνοντας από τον Παγασητικό για τις Σποράδες.
Νιώθω σιγά σιγά ν' αποδεσμεύεται
ο φόβος απ' το κορμί μου.
Να βουλιάζω στην ερημιά
μιας θάλασσας ακύμαντης
κι ο λευκός κύκνος να μη φαίνεται από πουθενά.

Ο Σκαρίμπας γελάει ακόμα και σκαρφίζεται στίχους και ποιήματα. Είναι ο τρελός του χωριού, δηλαδή της Χαλκίδας, και ξεφωνίζει πρώτα κι ύστερα πέφτει σε πλήρη σιωπή, με σοφία και γνώση. Κι έρχεται η ψυχή του ορμώμενη από την Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος και από τους τόπους των αναγκαστικών της ζωής περιπλανήσεων. Μικρό παιδί στην Ιτέα Σαλώνων, σχολαρχείο στο Αίγιο, γυμνάσιο στην Πάτρα και από το μακεδονικό μέτωπο, έρχεται.
Ηθελε να γίνει φαροφύλακας και κατέληξε τελωνοφύλακας στο τελωνείο Χαλκίδας και κολυμβητής της νύχτας που κάποιες φορές του έπαιρναν τα ρούχα οι συνάδελφοί του που τα άφηνε απέξω για να τον ακούσουν να τους βλαστημάει. Ο Σκαρίμπας δεν σκάμπαζε από καθωσπρεπισμούς, ήταν ο δαίμων της Χαλκίδας και της ζωής. Οσο ζούσε, οι συντοπίτες του δεν τον καταλάβαιναν, ήταν παράξενος άνθρωπος, γι' αυτό και τους έκανε μηνύσεις… Μα πάντα έστεκε και στέκει πάνω στη γέφυρα δείχνοντας με τα χέρια του και τα ποιήματά του τον Νότο.

Τώρα στέκεται μαρμάρινος μπροστά από το ξενοδοχείο Παλίρροια, με σπασμένο κατάρτι. Το σπασμένο καράβι τραγουδάει πέρα βαθιά με δίχως πανιά έτσι να 'μαι, και είναι να πονάει και να λυπάται ο κάθε Χαλκιδαίος που είδε να γκρεμίζεται το Παλίρροια, το κόσμημα της Χαλκίδας για ένα ανασήκωμα παραπάνω.
Και είναι ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος στο έμπα του όποιου ενοίκου να θαυμάζει τοιχοκολλημένη την ομορφιά του. Κι είχα μαθητής προλάβει να κοιμηθώ στην αγκαλιά του. Πολλές οι μεταλλάξεις και πολλά τα μεταλλαγμένα προϊόντα, που θα έλεγε κι ο Σκαρίμπας.

Ο Δημήτρης Αρβανίτης, βέρος Χαλκιδαίος, βίωσε τις εικόνες πηγαίνοντας στον πατέρα του το μεσημεριανό, τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Καραβοποιός, στο δικό του καρνάγιο, δίπλα στη γέφυρα, κοντά στη Σχολή Πεζικού, κάτω από την εβραϊκή συνοικία, και ο Σκαρίμπας περνούσε απέξω κι έριχνε τα μάτια του στον τεχνίτη καλλιτέχνη. Εγραψε έξι διηγήματα, όσες και οι ώρες που πάνε κάτω τα νερά, και με παρακίνησε να γράψω και εγώ ακόμα έξι, όσες οι ώρες που πάνε πάνω. Και η γέφυρα στη μέση στολίδι αληθινό. Και ψηλά να στέκει το κάστρο και όλα να κολυμπάνε «στη ροή των νερών και των καιρών», αυτό τον τίτλο έδωσε στο βιβλίο, και ως να είναι φυσιολογικότατον ο Σκαρίμπας να μας παρακολουθεί από την προκυμαία και να είναι καρφωμένο το μάτι του στη στιγμή που αλλάζουν τα νερά.
Γκρεμίστηκε το σπίτι του κι αυτό δεν τιμά τον Δήμο Χαλκίδας κι ας τον τίμησε με τον χρυσό σταυρό της πόλης. Και όταν συνέβη αυτό στο ξενοδοχείο Λούσι έφυγε να πάει προς νερού του. Μια μέρα με τον Σκαρίμπα θα μπορούσε να είναι μια ζωή και ένα ολόκληρο βιβλίο, πράγμα που το διέπραξε ο Τόλης Καζαντζής από τη Θεσσαλονίκη που τον επισκέφθηκε μια μέρα. Είναι και τα παιδιά από τη Χαλκίδα, οι φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα, που τον τιμάνε προβάλλοντας το έργο του.
Αθυρόστομος αλλά όχι βλάσφημος, καραγκιοζοπαίχτης και θεομπαίχτης. Ο Σκαρίμπας δείχνει με το δάχτυλό του τη θεότητα του Σύμπαντος και το κάτι εκείνο που μπορεί να βάλει φωτιά στο τίποτα και να το δημιουργήσει από την αρχή με τον λόγο του. Γιόρταζε την Ανάσταση τη Μεγάλη Παρασκευή για να προκαλέσει και έπαιζε τον Καραγκιόζη του με τις φιγούρες που έφτιαχνε ο ίδιος. Ακούστηκε πως μια γκαστρωμένη γυναίκα απόρριξε από ξεκάρδισμα, κυκλοφόρησε σαν γεγονός στην πόλη και δεν γινόταν να μη γίνει πιστευτό.
Ο Σκαρίμπας «έπαιξε» με όλα τα είδη της τέχνης και με την αλήθεια και το Εικοσιένα του, έβγαλε γλώσσα και στους ιστορικούς γιατί ήταν απόγονος του Σουλιώτη Δήμου Μαζγάκη που υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά, δίνοντας την προσωπική του ιστορική διάσταση. Ανυπότακτος και ανοικονόμητος, δεν χωρούσε πουθενά. Επαρχιώτης με περηφάνια που ήθελε να αλώσει με τη βοήθεια του περιθωρίου το κέντρο των Αθηνών και την εξουσία με δούρειο ίππο την τέχνη του και με πολιορκητικό κριό την πανουργία του.
Στην εφημερίδα που έβγαζε, τα «Νεοελληνικά Σημειώματα», αρθρογραφούσε εναντίον του κατεστημένου των λογοτεχνών. Τα έβαζε με το σινάφι του, τον Στρατή Μυριβήλη, τον Πέτρο Χάρη, τον Καραγάτση και άλλους, με βοηθό τον Νίκο Παππά από τα Τρίκαλα. Χαλκιδαίος έτσι πολιτογραφήθηκε, σαν τον Καβάφη της Αλεξάνδρειας, σαν τον Καρυωτάκη της Πρέβεζας και σαν τον Παπαδιαμάντη της Σκιάθου που είχε περάσει ως μαθητής από τη Χαλκίδα.
Ο Σκαρίμπας επιδίωξε να γίνει η Χαλκίδα λογοτεχνικό κέντρο, αρθρογραφούσε σε πολλά έντυπα, γινόταν το επίκεντρο σε «εχθρούς» και φίλους. Πολλοί πέρασαν από τη Χαλκίδα, και η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Αγγελος Σικελιανός, κι ήταν ο Σκαρίμπας που το ευχαριστιότανε.

Σκαρίμπας και Πεντζίκης

 
 
ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

«Η Χαλκίδα... Σε τόσους κατοίκους δε γνωρίζαμε ούτε καν το διαλεχτό πεζόγράφο και ποιητή Σκαρίμπα, που το πάθος της συναισθηματικής του ψυχής κατακαίει κάθε εφήμερο, που συντηρεί τον άνθρωπο στην καθημερινότητα...»
-- Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης

Η ΜΝΕΙΑ περί Σκαρίμπα από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη γίνεται αρκετά νωρίς, ήδη από το 1952. Η επακολουθήσασα πρώτη συνάντηση των ιερών αυτών τεράτων της λογοτεχνίας μας, υπήρξε αντάξια και των δύο: ο Σκαρίμπας οδήγησε τον Πεντζίκη σε μια ψαροταβέρνα, προκειμένου ο τελευταίος να απολαύσει φρέσκα ψάρια («τις ενάλιες λαχτάρες» του, όπως συχνά τα αναφέρει), τα οποία και ουδέποτε κατέφθασαν, επειδή ο Σκαρίμπας ουδέποτε τα παρήγγειλε πραγματικά, καίτοι πηγαινοερχόταν άπειρες φορές στην κουζίνα του καταστήματος - μια αναμονή πολλών ωρών που είχε καταντήσει ράκος τον, αρκετά λιχούδη Πεντζίκη, ενώ κατά την άδοξη επιστροφή τους προς τη Χαλκίδα, ο Σκαρίμπας άρχισε καθ’ οδόν τα καραγκιοζιλίκια του, πέφτοντας ανάσκελα στο δρόμο και υποδυόμενος τον πάσχοντα από κολικούς εντέρου...

ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ο Πεντζίκης, ο οποίος διηγόταν με απόλαυση όλο αυτό το κάζο, έτρεφε βαθύτατη εκτίμηση για τον Σκαρίμπα. Παρά το χάος που χωρίζει τη συγγραφική αντίληψη, αλλά και τη γραφή του Πεντζίκη από εκείνη του Σκαρίμπα, υπόγειες διαδρομές μας οδηγούν από τον έναν στον άλλον. Και είναι φυσικό, αφού και οι δύο υπήρξαν ανατροπείς του κατεστημένου λόγου και της καθεστηκυΐας περί την πεζογραφία αντιλήψεως, εξαρθρωτές του μύθου, με χιούμορ και καμώματα σατανικά, στο έπακρον αληθινοί: γυμνοί. Σε μια εποχή, όπου η πόζα και η υστεροβουλία αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο της φήμης και της υστεροφημίας, εκείνοι εξέθεταν εαυτούς χωρίς έλεος. Και οι δύο ενέσκηψαν πρώιμα και πρόωρα στον ελληνικό χώρο, περίπου απρόσκλητοι, και (αγνοηθέντες επιδεικτικά) παρέμειναν ουσιαστικά αποσυνάγωγοι. Δεν τους προσεφέρθη ούτε η εντάφια, χρυσή προσωπίδα: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μνημονεύονται έστω (όχι ως λήμμα, αλλά ως λέξεις-άπαξ!) ακόμη και στην τελευταία έκδοση (1985) της ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ενα ακόμη πεδίο, όπου συναντώνται ο Πεντζίκης με τον Σκαρίμπα, είναι οι μεταμορφώσεις των ηρώων. Στο βιβλίο π.χ. του Πεντζίκη «Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης», το οποίο εξεδόθη μεν το 1966, πρόκειται όμως για έργο γραμμένο ήδη από το 1952, ο κύριος Ρουίτ Χόρας (ο οποίος τυγχάνει και εξαδάκτυλος!) εμφανίζεται στην κυρία Ερση υπό διπλή μεταμόρφωση: ως αρχαιολόγος Καλλιάδης και ως μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος - ενώ γεωπόνος ο κ. Θόδωρος διέρχεται κι’ αυτός από τις σελίδες του βιβλίου...
Στον Σκαρίμπα το σταθερό στοιχείο του αντικονφορμισμού του είναι η αλληλοδιολίσθηση των ηρώων. Στο «Μαριάμπα» (1935) ο (γεωπόνος) ήρωας αλληλοϋποκαθίσταται με κάποιον Γιάννη Πιττακό - ενώ ο πανταχού παρών ιατρός εξαδάκτυλος θα διενεργήσει και τη νεκροψία του ενός των συμβαλλομένων...
 
 

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ακρως ιδιάζουσα και ακραία (και, δυστυχώς, όχι και μοναδική), η περίπτωση Σκαρίμπα επαναφέρει επί τάπητος το σκοτεινό πρόβλημα της, ηθελημένης και μη, συγχύσεως των αξιών, που καταταλαιπωρεί μονίμως τα γράμματά μας και που, επί των ημερών μας, λαμβάνει πλέον διαστάσεις πολλαπλής συναλλαγής. Ποιητής, διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, καραγκιοζοπαίχτης και χαρτονομουτροκατασκευαστής (ενδεχομένως δε, και ιστοριογράφος), ο Γιάννης Σκαρίμπας με το παράξενο, αλλόκοτο και ανατρεπτικό του έργο -έργο που το στηρίζει, το υπηρετεί και το προωθεί μια γλώσσα πλουσιότατη, άκρως καταλυτική και εν ταυτώ υπόδειγμα (για το πώς, δηλαδή, μπορεί κανείς να υπερβαίνει τα όρια, χωρίς να τα παραβαίνει), μια γλώσσα που επέχει θέσιν χρυσής γέφυρας μεταξύ του δημοτικού τραγουδιού και της καθαρεύουσας- αυτός ακριβώς ο Σκαρίμπας θα αρχίσει να γίνεται γνωστός και να διαβάζεται όταν έχει πια γεράσει και τα ποικίλα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης τον έχουν σύρει στα χωράφια εκείνα ακριβώς, όπου βολεύονται φυλλάδες και αστοιχείωτα ξόανα - δηλαδή, όταν έχουν καταφέρει να θεωρείται κι ο Σκαρίμπας γραφικός. Αλλωστε ας μην το ξεχνάμε, η γραφικότητα και η ηθογραφία αποτέλεσαν, επί μακράν σειράν ετών, το επίσημο άλλοθι της νεοελληνικής, φιλολογικής ή όχι, κριτικής.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η γλώσσα συνιστά μια από τις ουσιαστικότερες διαφορές μεταξύ Σκαρίμπα και Πεντζίκη. Αδέσμευτη, ελεύθερη, ενιαία - αλλά και ατημέλητη, κάπως σε δεύτερη (στον Πεντζίκη) μοίρα, καθίσταται στον Σκαρίμπα το φοβερό του εργαλείο. Διαβάζοντας μόνο τα ποιήματά του, αντιλαμβανόμαστε πόσο βαθύς γνώστης της ελληνικής υπήρξε: τι παράδοση και τι φορτίο κουβαλούσε, πόσο τον συνείχαν η μουσικότητα και ο ρυθμός. Του ήταν εύκολο, επομένως, να πειραματίζεται με τη σύνταξη, με τις μετοχές, με την έκθλιψη, τους παρατονισμούς, κ.λπ. Ο Σκαρίμπας, αξίζει να το υπογραμμίσουμε, ανέλαβε υπό τη γραφίδα του ένα κούφιο και αμελητέο σημείο στίξε-ως, την παύλα, και το ανέδειξε σε μείζον σημείο του γραπτού μας λόγου!

Ούτε ο Πεντζίκης ούτε ο Σκαρίμπας μπορούσαν να δημιουργήσουν σχολή ή να αφήσουν μαθητές: υπήρξαν και οι δύο τόσο τελεσίδικα μοναδικοί! Αναλογιζόμενος, όμως, αυτά ακριβώς τα απροσδόκητα και καταλυτικά παιχνίδια με τη γλώσσα του Σκαρίμπα, αρέσκομαι να θεωρώ (ίσως και προς προσωπική παραμυθία) τον πεζογράφο Νόσο Θεοφίλου ως τον μοναδικόν επίγονο του τελευταίου.
Η πατρότητα φράσεων του Θεοφίλου, όπως: «Εγώ την περίμενα κρυμμένος μισόγυμνος ανάμεσα σε φύλλα συκής...», «Και γυρνώντας ευρύχωρα, μιλήστε μου αμοιβαίως, της είπε...», «Να ξεχειλίζουν τα στήθη τους -ομογάλακτα-...», «Απούσιαζα ήδη εκτός εαυτού...» κ.ο.κ., δεν ανήκει ουσιαστικά στον Σκαρίμπα - και ας μην γράφτηκαν ποτέ από αυτόν;

Σημείωση «Επτά Ημερών»: Το κείμενο τον Ηλία X. Παπαδημητρακόπουλου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Πνευματική Καλλιέργεια», τεύχος 45ο, Μάιος - Ιούνιος 1994.

https://anemourion.blogspot.gr/2017/08/blog-post_94.html

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Νέα κυκλοφορία: τρενογραφίες – το ebook (εκδόσεις τοβιβλίο/τοβιβλίο.net)


τοβιβλίο.net και οι εκδόσεις τοβιβλίο έχουν τη χαρά να παρουσιάσουν τη νέα συλλογή δουλειά με διηγήματα, ποιήματα και εικαστικά «τρενογραφίες»,
όπως προέκυψε από την ομώνυμη δράση του ιστότοπου.

Μία πλούσια ανθολογία διηγημάτων και ποιημάτων, εμπλουτισμένα με νοσταλγικές καλλιτεχνικές φωτογραφίες και εξαίρετες εικαστικές δημιουργίες.
Ιστορίες σε τρένα και βαγόνια, ταξίδια που έγιναν και όνειρα που εγκλωβίστηκαν στις αποβάθρες ή τους εγκατελειμένους σιδηροδρομικούς σταθμούς.
80 λογοτέχνες και εικαστικοί δημιουργούν με κέντρο έμπνευσης το αγαπημένο ρομαντικό μέσο μεταφοράς, με πυρήνα το ξεχασμένο από πολλούς μέσα στην εποχή της ταχύτητας και του αυτοκινήτου- τρένο που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στην ανθρώπινη ιστορία.

(από το οπισθόφυλλο)

για ελεύθερο download του βιβλίου πατήστε ΕΔΩ


* στη συλλογική αυτή δουλειά που αξίζει να διαβάσετε και να διαδώσετε συμμετέχει κι ο διαχειριστής αυτού του ιστολογίου μ' ένα ποίημα του (σελ. 100 - 101)


Τετάρτη 16 Δεκεμβρίου 2015

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Υπηρέτρα (διήγημα επί τη εορτή των Χριστουγέννων)



Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους … ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.


  Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη. 

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ. 

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο. Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας. Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν. Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της. ― Πέρασαν τὰ μεσάνυχτα, εἶπε, κι ὁ πατέρας μου!… Συγχρόνως τότε ἤκουσε θόρυβον καὶ φωνὰς ἔξωθεν. Ἡ γειτονιὰ εἶχεν ἐξυπνήσει, καὶ ὅλοι ἡτοιμάζοντο διὰ τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ δύστηνος Οὐρανιὼ δὲν ἀντέσχεν, ἀλλ᾽ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ ἐξέλθῃ εἰς τὸν σκεπαστὸν καὶ περίφρακτον ὑπὸ σανίδων ἐξώστην τῆς οἰκίας, ὅπου κρυπτομένη εἰς τὸ σκότος προέβαλε διὰ τῆς θυρίδος τὴν κεφαλήν. Μία γειτόνισσα λάλος καὶ φωνασκὸς εἶχεν ἐγερθῆ πρώτη, καὶ ἀφύπνιζε διὰ τῶν κραυγῶν της τοὺς γείτονας ὅλους, ὅσων ὁ ὕπνος ἀνθίστατο εἰς τῶν κωδώνων τὸν κρότον, προσπαθοῦσα νὰ ἐξυπνίσῃ τὸν ἄνδρα καὶ τὰ παιδία της. Ὁ σύζυγός της, Νταραδῆμος, εἶχεν ἀνάγκην μοχλοῦ διὰ νὰ σταθῇ εἰς τοὺς πόδας του. Ἡ θύρα τῆς οἰκίας των ἦτο ἀντικρὺ τῆς τοῦ μπαρμπα-Διόμα. Τὸ Οὐρανιὼ ἔβλεπε καθαρῶς ἀπέναντί της τὴν γυναῖκα ἐκείνην, κρατοῦσαν φανόν, φωτίζουσαν οἰκτιρμόνως τὰ σκότη τῆς ὁδοῦ διὰ τοὺς διαβάτας καὶ τοὺς γείτονας. Διότι τὸ σκότος ἦτο βαθύ, καὶ ἐλαφρὸς ἄνεμος ἔπνεεν, ὅσος ἤρκει διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκ τῶν χιονοσκεπῶν βουνῶν τὸ ψῦχος καὶ τὸν παγετὸν εἰς τὰς φλέβας τῶν ἀνθρώπων. Κατ᾽ ἐκείνην τὴν στιγμὴν διῆλθεν ἄνθρωπός τις, ὃν ἰδοῦσα καὶ ἀναγνωρίσασα ἡ Οὐρανιὼ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ μειδιάσῃ.
― Πῶς! κι ὁ Ἀργυράκης πάει στὴν ἐκκλησιά;… ἐψιθύρισεν. 

 Ὁ Ἀργυράκης τῆς Γαροφαλιᾶς, ὅστις εἶχε τὸ προνόμιον νὰ προσωνυμῆται ἀπὸ τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, εἶχεν εἰπεῖ ἄλλοτε καὶ τὸ λόγιον ἔμεινε παροιμιῶδες «ὅποτε πάω στὴν ἐκκλησιὰ βάια μοιράζουνε». Ἀλλὰ τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἐξύπνισε βιαίως ἡ Γαροφαλιὰ καὶ τῷ ἐπέταξε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἶδε κακὸν ὄνειρον, εἶπεν. Ἐφοβεῖτο μήπως οἱ γύφτισσες (ὑπῆρχον ἀντικρὺ τοῦ οἰκίσκου των πέντε ἢ ἓξ καλύβαι γύφτων νεοφωτίστων), ἔκαμαν μαγείας ἐναντίον της. Καὶ ἂν αὐτὴ ἐπάθαινε τίποτε, Θεὸς νὰ φυλάῃ! ποία ἄλλη θὰ ἐκόλλα τὸν φοῦρνον, οἱ μέρες ποὺ ἔρχονται, «τώρα τὸν Ἁι-Βασίλη» κτλ., εἰς ὅλην τὴν γειτονιά; Ὅλον δὲ τὸ ἄτομόν της ἐνθύμιζε τὴν μητέρα ἐκείνην τῶν Σαράντα Δράκων τοῦ παραμυθιοῦ, ἥτις ἐφούρνιζε μὲ τὰς παλάμας καὶ ἐπάνιζε μὲ τοὺς μαστούς. 

 Ὁ εὐπειθὴς Ἀργυράκης, ὅστις μόλις ἔφθανε μέχρι τῶν ὤμων τοῦ ἀναστήματός της, ἠγέρθη, ἐφόρεσεν εἰς τὴν κεφαλήν του τὸν γιοργούλη* του, ἐζώσθη τὸ κόκκινον ζωνάρι του, τρεῖς σπιθαμὰς πλατύ, ὑπέδησεν εἰς τοὺς πόδας τὰ πέδιλά του, καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὴν ὁδόν. 

 Ταυτοχρόνως εἶχεν ἐξέλθει καὶ ὁ Νταραδῆμος, ὅστις ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ τὸν Ἀργυράκη τῆς Γαροφαλιᾶς. 

 ― Τώρα μ᾽ ἀρέσεις, γείτονα, τῷ λέγει… μὴν εἶσαι ἀλιβάνιστος, διότι εἶναι κατὰ τὰ σκοίνια (καταισχύνη). Τὸ φεγγάρι δὲν εἶναι τώρα παν᾽ τς Ἕλληνες (πανσέληνος) νὰ φοβᾶσαι τὸν ἴσκιο σου τὴν νύχτα… 

Τοιαῦτα ἑλληνικὰ ὡμίλει ὁ Νταραδῆμος. 

― Τί νὰ κάμουμε, νὰ σ᾽ ὁρίσω*, γείτονα; ἀπήντησε ταπεινοφρόνως ὁ Ἀργυράκης. 

 Καὶ ὁ Νταραδῆμος κατέβη εἰς τὴν ὁδόν, προηγουμένης τῆς συζύγου του, κρατούσης πάντοτε τὸν φανόν. 

― Δὲν ξέρουμε, νὰ ἦλθε τάχα ὁ γείτονας; εἶπε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου καὶ ρίπτουσα ἐκφραστικὸν βλέμμα πρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ μπαρμπα-Διόμα. 

 ― Σωπᾶτε, εἶπε, φέρων τὸν δάκτυλον εἰς τὸ στόμα ὁ Ἀργυράκης, εἶπαν πὼς βούλιαξε… 

― Τί; εἶπεν ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου. Ὁ Ἀργυράκης ἡτοιμάζετο νὰ διηγηθῇ πῶς καὶ ποῦ τὰ ἤκουσεν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν γοερὰ καὶ σπαρακτικὴ κραυγὴ ἠκούσθη ἀπὸ τῆς σιγηλῆς οἰκίας, πρὸς ἣν ἔβλεπον οἱ τρεῖς ὁμιληταί. Ἀπὸ τοῦ σκεπαστοῦ καὶ περιφράκτου ἐξώστου, ἡ δυστυχὴς τὸ Οὐρανιώ, εἶχεν ἀκούσει τὴν λέξιν τοῦ Ἀργυράκη, καὶ ἀφῆκε τὴν κραυγὴν ἐκείνην. Ἡ ἄστοργος θεία, ἥτις ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον δὲν εἶχε καλημερίσει τὴν ἀνεψιάν της, ἤκουσε τὴν γοερὰν κραυγήν, καὶ λησμονήσασα τότε τὰ τρία στρέμματα τοῦ ἀγροῦ, ἔτρεξε πρὸς βοήθειαν τῆς περιαλγοῦς κόρης. 
 
* * * 

 Περὶ τὴν μεσημβρίαν τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας εἶχε φορέσει μέχρι τῶν ὤτων καταβαῖνον ὄρθιον τὸ παμπάλαιον φέσι του, εἶχεν ἐνδυθῆ τὴν τσάκαν* του καὶ τὸ ἀμπαδίτικο βρακί του, καὶ καταβὰς εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἔλυσε τὴν μικράν, ἐλαφροτάτην καὶ ὑπόσαθρον λέμβον, καὶ λαβὼν τὰς κώπας ἤλαυνε πρὸς τὴν μεσημβρινώτερον κειμένην μικρὰν νῆσον Τσουγκριᾶν. Μόνη ἔμεινεν ἡ Οὐρανιὼ εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ μόνος ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπέβαινε τῆς λέμβου του, ναύτης ὁ αὐτὸς καὶ κυβερνήτης καὶ πρῳρεύς. Ναυτίλος ἀπὸ τῆς δωδεκαετοῦς ἡλικίας του, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέκτησεν ἀμοιβαδὸν σκοῦνες, γολέτες καὶ βρίκια, ὕστερον ὑπεβιβάσθη εἰς βρατσέραν, καὶ τέλος ἔμεινε κύριος τῆς μικρᾶς ταύτης λέμβου, δι᾽ ἧς ἐξετέλει βραχείας ἁλιευτικὰς ἢ πορθμευτικὰς ἐκδρομάς. Τὰ περισσεύματα τῶν κόπων του τὰ ἔφαγαν ἄλλοι πάλιν φίλοι, ἀτυχήσαντες καὶ αὐτοὶ εἰς τὰς θαλασσίους ἐπιχειρήσεις των. Εἰς τὸ γῆράς του δὲν τῷ ἔμεινε ἄλλο τι, εἰμὴ σιδηρᾶ ὑγεία, δι᾽ ἧς ἠδύνατο ἀκόμη ν᾽ ἀντέχῃ εἰς τοὺς θαλασσίους κόπους, χάριν τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου ἐργαζόμενος. Ἐνίοτε, ἐλλείψει ὁμιλητοῦ, διηγεῖτο τὰ παράπονά του εἰς τοὺς ἀνέμους καὶ εἰς τὰ κύματα: ― Πῆγα δὰ καὶ στὴν Ἀθήνα, σ᾽ ἐκεῖνο τὸ Ἱππομαχικό*, καὶ μὄδωκαν, λέει, δύο σφάκελα*, νὰ τὰ πάω στὸ Σοκομεῖο, νὰ παρουσιασθῶ στὴν Πιτροπή· πῆγα καὶ στὴν Πιτροπή, ὁ ἕνας ὁ γιατρὸς μὲ ηὗρε γερό, ἄλλος σακάτη, κι αὐτοὶ δὲν ἤξευραν… ὕστερα γύρισα στὸ ὑπουργεῖο καὶ μοῦ εἶπαν, «σύρε στὸ σπίτι σου, κ᾽ ἐμεῖς θὰ σοῦ στείλωμε τὴ σύνταξή σου». Σηκώνομαι, φεύγω, ἔρχομαι δῶ, περιμένω, περνάει ἕνας μήνας, ἔρχονται τὰ χαρτιὰ στὸ λιμεναρχεῖο, νὰ πάω, λέει, πίσω στὴν Ἀθήνα, ἔχουν ἀνάγκη νὰ μὲ ξαναϊδοῦν. Σηκώνω τριάντα δραχμὲς ἀπὸ ἕνα γείτονα, γιατὶ δὲν εἶχα νὰ πάρω τὸ σωτήριο γιὰ τὸ βαπόρι, γυρίζω πίσω στὴν Ἀθήνα χειμῶνα καιρό, δέκα μέρες μὲ παίδευαν νὰ μὲ στέλνουν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖο στὸ Ἱππομαχικό, κι ἀπ᾽ τὸ Ἱππομαχικὸ στὸ Σοκομεῖο, ὕστερα μοῦ λένε «πάαινε, καὶ θὰ βγῇ ἡ ἀπόφαση». Σηκώνομαι, φεύγω, γυρίζω στὸ σπίτι μου, καρτερῶ… εἶδες ἐσὺ σύνταξη; (ἀπηυθύνετο πρὸς ὑποτιθέμενον ἀκροατήν), ἄλλο τόσο κ᾽ ἐγώ. Ἐπῆρα κ᾽ ἐγὼ τὴν Πηρέτρα καὶ πασκίζω νὰ βγάλω τὸ ψωμί μου. Πηρέτρα ἢ Ὑπηρέτρα ἦτο τὸ ὄνομα τῆς λέμβου, ὅπερ αὐτὸς τῇ ἔδιδε. Καὶ παύων νὰ μονολογῇ, ἤρχιζε νὰ τραγῳδῇ διὰ τῆς τραχείας καὶ μονοτόνου φωνῆς του: Βασανισμένο μου κορμί, τυραγνισμένα νιᾶτα!… καὶ δὲν ἔλεγεν ἄλλον στίχον. * * * Καταπλεύσας εἰς τὴν τερπνὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐφόρτωσεν ἐπὶ τῆς «Ὑπηρέτρας» πέντε ἢ ἓξ ζεύγη ὀρνίθων, κοφίνους τινὰς ᾠῶν καὶ τυροῦ, δύο ἢ τρεῖς ἰνδιάνους, καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ λύσῃ τὰ ἀπόγεια τῆς λέμβου καὶ ν᾽ ἀποπλεύσῃ. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην προσῆλθεν ὁ κουμπάρος του Σταθαρός, ὁ ποιμὴν τοῦ Τσουγκριᾶ, καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ τοῦ κάμῃ τὴν χάριν νὰ παραλάβῃ ὀχληρὸν συμπλωτῆρα… «υἱὸν ὑποζυγίου» ὥριμον πρὸς ἐπίσαξιν… ὅπως κομίσῃ αὐτὸν πρὸς ἕνα τῶν πολυαρίθμων κουμπάρων του εἰς τὴν πολίχνην. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐσυλλογίσθη τὸ βάρος, καὶ ἔρριψεν ἀμήχανον βλέμμα εἰς τὸ στενόχωρον καὶ τὴν ἐλαφρότητα τῆς «Ὑπηρέτρας», ἀλλ᾽ ἀφ᾽ ἑτέρου ἐσκέφθη ὅτι μία δραχμή, ὁ ναῦλος τοῦ ὀναρίου, ἦτο κάτι δι᾽ αὐτόν, ἦτο ὁ καπνὸς καὶ ὁ οἶνος τῶν τριῶν σχολασίμων ἡμερῶν τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἀπεφάσισε νὰ προσλάβῃ τὸν πῶλον. Ὁ κουμπάρος Σταθαρὸς εὐχαριστηθεὶς τὸν ἐφίλευσεν ὀλίγα αὐγά, μίαν μυζήθραν, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐπιβιβάσας τὸν πῶλον, ἔλαβε τὰς κώπας, καὶ ἔστρεψε τὴν πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα. Ἀπεμακρύνθη, ἔκαμε πανιά, καί, διανύσας ὑπὲρ τὸ ἓν μίλιον, ἀπεῖχεν ἐξ ἴσου σχεδὸν τοῦ Τσουγκριᾶ καὶ τῆς πολίχνης. Καίτοι βορειανατολικὸς ὁ ἄνεμος, Γραῖος, ὑπεβοήθει ἐκ πλαγίου τὸ ἱστίον, διότι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἔδιδε βορειοδυτικὴν εἰς τὴν λέμβον διεύθυνσιν. Ἀλλ᾽ ὁ πῶλος, ὅστις ἔβοσκεν ἡσύχως τὸ χόρτον του, καὶ δὲν ἐφαίνετο ν᾽ ἀνησυχῇ πολὺ περὶ τοῦ διάπλου, αἴφνης ἐσήκωσε τὸν πόδα, ἔδωκεν ἄτακτον λάκτισμα εἰς τὴν σανίδα… καὶ τὸ μαδέρι τῆς εὐθραύστου καὶ ὑποσάθρου λέμβου διερράγη. Τὸ ὕδωρ ἤρχισε νὰ εἰσρέῃ εἰς τὸ κύτος. Ἡ λέμβος ἤρχισε νὰ βυθίζηται. Ταχὺς ὡς ἡ ἀστραπή, ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἀπέβαλε τὸ βαρύτερον φόρεμα, τὸν ἀμπά του, τὸν ὁποῖον εἶχε φορέσει μόνον ἐνόσῳ ἐκάθητο εἰς τὸ πηδάλιον, ἔγειρε πρὸς τὸ μέρος τῆς σκότας* τοῦ πανίου ἀριστερά, ἐκρεμάσθη ἐπὶ τῆς πλευρᾶς τοῦ σκάφους καὶ κατώρθωσε νὰ μπατάρῃ τὴν λέμβον. Μέγας ἔγινεν ὁ θρῆνος ὑπὸ τὴν ἀνατραπεῖσαν τρόπιδα. Ὄρνιθες, ἰνδιάνοι, κόφινοι καὶ ὁ αἴτιος τῆς συμφορᾶς, ὁ πῶλος, ὅλα κατῆλθον εἰς τὸν πυθμένα. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ὅστις ἐκολύμβα ὡς ἔγχελυς, εἶχε καὶ στήριγμα τὴν ἀνατραπεῖσαν «Ὑπηρέτραν», τὴν ὁποίαν ἠμπόδισε τοῦ νὰ βυθισθῇ.

* * * 

Περὶ τὰς δύο ὥρας ἔμεινεν οὕτως ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐπίστομα ἐπὶ τῶν πλευρῶν τοῦ σκάφους, κρατούμενος διὰ τῶν χειρῶν ἀπὸ τῆς τρόπιδος, μὴ τολμῶν νὰ στηριχθῇ ὅλος ἐπὶ τῶν σανίδων, διότι ἡ λέμβος θὰ ἐβυθίζετο. Τέλος, περὶ τὴν ἀμφιλύκην, ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ἀκόμη ἀρκετὸν φῶς, ὅσον ἔρριπτεν ἡ ἀνταύγεια τῶν χιονοσκεπῶν πέριξ ὀρέων, ἐφάνη μακρόθεν ἓν ἱστίον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ ὅσην δύναμιν τῷ ἔμεινεν ἀκόμη. Ὁ ἄνεμος ἦτο βοηθητικὸς διὰ τὸ ἐρχόμενον πλοῖον, ὅπερ ἔπλεεν ἐξ ἀνατολῶν πρὸς δυσμάς. Ἦτο μέγα τρεχαντήριον φορτωμένον. Αἱ φωναὶ τοῦ μπαρμπα-Διόμα δὲν ἠκούοντο, ὁ ἄνεμος τὰς ὤθει μακρὰν πρὸς τὸν λίβα. Ἀλλὰ τὸ τρεχαντήριον ἐπλησίαζε καὶ ὁ μικρὸς μαῦρος ὄγκος τῆς ἀνατραπείσης λέμβου διεκρίνετο ὡς φωλεὰ ἀλκυόνος ἐπὶ τῶν κυμάτων. Καθ᾽ ὅσον ὅμως ἐπλησίαζεν, ἠδύναντο ν᾽ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ φωναί. Διότι τὸ ἀνατραπὲν σκαφίδιον, ὠθούμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, εἶχε μετατοπισθῆ πολλὰς δεκάδας ὀργυιῶν πρὸς τὰ νοτιοδυτικά, καὶ ὁ γέρων ναυαγὸς συνέβαλε καὶ αὐτὸς εἰς τοῦτο διὰ τῶν χειρῶν καὶ τῶν ποδῶν. Τέλος τὸ τρεχαντήριον προσήγγισε καὶ ἀπέλυσε τὴν λέμβον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας ἤκουσε κώπας πλαταγούσας πλησίον του, ἀλλὰ τόσον μόνον ἤκουσεν. Εὐθὺς κατόπιν ἐλιποθύμησεν. Οἱ δύο κωπηλάται ἀνέσυραν τὸν μπαρμπα-Διόμαν παγωμένον καὶ ἡμιθανῆ, καὶ τὸν ἀνεβίβασαν εἰς τὸ τρεχαντήριον. Ἀφοῦ τοῦ ἤλλαξαν τὰ ἐνδύματα, δι᾽ ἐμπνοῶν καὶ προστρίψεων προσεπάθησαν νὰ τὸν ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν ζωήν. Ὁ κυβερνήτης διέταξε νὰ στρέψωσι πρῷραν πρὸς τὸν λιμένα, ὅπως τὸν ἀποδώσωσι νεκρὸν ἢ ζῶντα εἰς τοὺς οἰκείους του. Τέλος ὁ πτωχὸς ναυαγὸς ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς. Οἱ καλοὶ ναῦται ἠθέλησαν νὰ τῷ προσφέρωσι ποὺντς καὶ ἄλλα θερμὰ ποτά. Ἀλλ᾽ ἅμα ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς ὁ μπαρμπα-Διόμας, διὰ τοῦ πρώτου βλέμματος εἶδε βαρέλια. Τὸ πλοῖον ἦτο φορτωμένον οἴνους. ―Ὄχι πούντς, ὄχι, εἶπε διὰ πεπνιγμένης φωνῆς· κρασὶ δῶστέ μου ! Οἱ ναῦται τῷ προσήνεγκον φιάλην πλήρη ἡδυγεύστου μαύρου οἴνου, καὶ ὁ μπαρμπα-Διόμας τὴν ἐρρόφησεν ἀπνευστί. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

 Ὑπέφωσκεν ἤδη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ἡ θεία εἰς μάτην προσεπάθει νὰ παρηγορήσῃ τὴν σφαδάζουσαν ὑπὸ ἄλγους Οὐρανιώ. Ἀλλ᾽ ἡ σύζυγος τοῦ Νταραδήμου ἐλθοῦσα τότε ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ μπαρμπα-Διόμας ἐναυάγησε μέν, ἀλλ᾽ ἐσώθη, καὶ ὅτι ἔφθασεν ὑγιής. Ὁ Ἀργυράκης καὶ ἄλλοι τινὲς ἀγρόται εἶχον ἴδει, φαίνεται, μακρόθεν τὴν ἀνατροπὴν τῆς λέμβου, καὶ ἐντεῦθεν διεδόθη ὅτι ὁ γέρων ἐπνίγη. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ ἐνύκτωσε, δὲν εἶδον καὶ τὸ σωστικὸν καὶ οἰνοφόρον τρεχαντήριον. Ὁ μπαρμπα-Διόμας, ἐλθὼν μετ᾽ ὀλίγον καὶ ὁ ἴδιος, ἐνηγκαλίσθη τὴν κόρην του. Ὤ, πενιχρὰ ἀλλ᾽ ὑπερτάτη εὐτυχία τοῦ πτωχοῦ! Τὸ Οὐρανιὼ ἔχυνεν ἀκόμη δάκρυα, ἀλλὰ δάκρυα χαρᾶς. Ὁ πατήρ της δὲν τῆς εἶχε φέρει οὔτε αὐγὰ οὔτε μυζῆθρες οὔτε ὄρνιθες, ἀλλὰ τῆς ἔφερε τὸ σκληραγωγημένον καὶ θαλασσόδαρτον ἄτομόν του καὶ τὰς δύο στιβαρὰς καὶ χελωνοδέρμους χεῖράς του, δι᾽ ὧν ἠδύνατο ἀκόμη ἐπί τινα ἔτη νὰ ἐργάζηται δι᾽ ἑαυτὸν καὶ δι᾽ αὐτήν. (1888)

~ ~

από τη σειρά βιβλίων "Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, διηγήματα - 3ος τόμος: Στο Χριστό, στο Κάστρο / Της Κοκκώνας το Σπίτι / Η Γλυκοφιλούσα / Υπηρέτρα / Τα Πτερόεντα δώρα / Άνθος του Γιαλού Πρώτη Έκδοση: Δεκέμβριος 2008, Εκδόσεις "Το Ποντίκι" Υπεύθυνος Σειράς: Ξενοφών Αλ. Μπρουντζάκης ~ ~ Το κείμενο βασίζεται στην πεντάτομη κριτική έκδοση των Απάντων του Αλ. Παπαδιαμάντη που έγινε από τον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο και εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Δόμος (1981-1988).

Βιβλίο: Μάκης Τσίτας, Το Ξανά, εκδ. Πατάκη

Μάκης Τσίτας, ΤΟ ΞΑΝΑ
Εικονογράφηση: Λίλα Καλογερή
εκδόσεις Πατάκη

Ένα βιβλίο υπαινικτικό, που αναφέρεται σε αυτό που όλοι έχουμε ανάγκη και που είναι ό,τι μας κάνει να νιώθουμε πλήρεις και ανακουφισμένοι.



Το ΞΑΝΑ είναι ένα εικονογραφημένο βιβλίο που απευθύνεται στους ερωτευμένους, και όχι μόνο... Με την παιγνιώδη διάθεση του Μάκη Τσίτα οι απλές εκφράσεις και τα απλά περιστατικά ανάμεσα στα ζευγάρια αποκτούν σημασία και ουσία που μπορούν να φτάσουν έως το όριο της ποίησης. Ένα μικροσκοπικό πλασματάκι που ονομάζεται ΞΑΝΑ τριγυρνά στον κόσμο των ανθρώπων και παίρνει μέρος στη ζωή τους. Το ΞΑΝΑ ταυτίζεται με το άλλο μισό, το δικό μου, το δικό σου, του καθενός... Χιουμοριστικές εκφράσεις που πηγάζουν από καθημερινές στιγμές γίνονται ο μοχλός για την ανάδειξη της αγάπης και της τρυφερότητας ανάμεσα στα ερωτευμένα ζευγάρια... Στιγμές γεμάτες χαρά και λύπη, γέλιο και εκνευρισμό, με άλλα λόγια όλα εκείνα τα συστατικά που κάνουν τη ζωή δυο ερωτευμένων ενδιαφέρουσα... 

Σίγουρα θα βρεις και εσύ ένα κομμάτι του εαυτού σου μέσα σε αυτή τη μικρή ιστορία... Γιατί τρέχεις όλη μέρα, αγχώνεσαι, εκνευρίζεσαι, γίνεσαι πτώμα, αλλά μόλις το δεις, μόλις δεις το ΞΑΝΑ σου, ξεχνάς τα πάντα. Σε αυτό εδώ το βιβλίο θα βρεις στιγμές που ζεις και ΞΑΝΑζείς... Διάβασε μερικά ΞΑΝΑ που γέννησε η φαντασία του συγγραφέα Μάκη Τσίτα και της εικονογράφου Λίλας Καλογερή και μη σταματήσεις ποτέ να αναζητάς το δικό σου ΞΑΝΑ...

Το βιβλίο κυκλοφορεί με τρία διαφορετικά εξώφυλλα για να διαλέξει ο καθένας αυτό που  ταιριάζει στο δικό του ΞΑΝΑ!



Ο Μάκης Τσίτας γεννήθηκε το 1971 στα Γιαννιτσά. Πήρε πτυχίο δημοσιογραφίας και συνεργάστηκε με ραδιοφωνικούς σταθμούς στη Θεσσαλονίκη. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα και εργάζεται στον χώρο των εκδόσεων. Ήταν αρχισυντάκτης του περιοδικού Περίπλους (1994-2005) και συνεκδότης του περιοδικού Index (2006-2011). Σήμερα διευθύνει το ενημερωτικό  site για το βιβλίο και τον πολιτισμό diastixo.gr.
Λογοτεχνικά κείμενά του (διηγήματα, θεατρικά, ποιήματα) έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα του παίχτηκαν στο «Θέατρο των Καιρών», σε σκηνοθεσία Έρσης Βασιλικιώτη και στο «Vault», σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, τα ισπανικά, τα αγγλικά, τα εβραϊκά, τα αλβανικά, τα ιταλικά, τα σουηδικά και τα φινλανδικά.



Έχει εκδώσει δεκαέξι βιβλία για παιδιά (Ο μεγάλος μου αδερφός, Ο αδέσποτος Κώστας, Βρες ποιος είμαι!, Απ’ έξω κι ανακατωτά, Αχ, αυτοί οι γονείς, Μην ταλαιπωρείς τον Αϊ-Βασίλη», Πάρε με κι εμένα μαζί σου!, Γιατί δε μετράς προβατάκια;, Μη φεύγεις, Ο Κοκκινούλης, Οι φίλοι, Δε μου αρέσει το γάλα, Ποιανού είναι αυτή η σούπα;, Χριστούγεννα στο νηπιαγωγείο, Η Δώρα και ο Οδυσσέας, Τ’ όνομά μου είναι Δώρα), τη συλλογή διηγημάτων Πάτυ εκ του Πετρούλα και το μυθιστόρημα Μάρτυς μου ο Θεός, για το οποίο έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2014 (European Union Prize for Literature).

ΣΕΙΡΑ: ΒΙΒΛΙΑ-ΔΩΡΑ ISBN: 978-960-16-6508-5  ΣΧΗΜΑ: 21x21 ΣΕΛΙΔΕΣ: 36 ΤΙΜΗ ΠΡΩΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ: 9,90€ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2015 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

Νέος ιστότοπος της Εταιρείας Συγγραφέων (www.authors.gr)

Νέος ιστότοπος της Εταιρείας Συγγραφέων (www.authors.gr)



Καλαίσθητος, σύγχρονος και με πλούσιο υλικό για τη ζωή, το έργο και τη δράση των μελών της, ο νέος ιστότοπος της Εταιρείας Συγγραφέων (www.authors.gr) σηματοδοτεί μια αναβαθμισμένη μετάβαση των Ελλήνων συγγραφέων στο ψηφιακό σύμπαν του διαδικτύου μέσω της Εταιρείας Συγγραφέων, με προσωπικές σελίδες για τον καθένα χωριστά, αλλά και με πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό για εκδηλώσεις και δράσεις στις οποίες συμμετέχουν. 
Στο www.authors.gr, ο επισκέπτης μπορεί να αναζητήσει τον συγγραφέα που τον ενδιαφέρει είτε με το όνομά του, είτε με το/α λογοτεχνικό/ά είδος/η που διακονεί. Η σελίδα κάθε συγγραφέα είναι αυτόνομη, και παρουσιάζει στοιχεία που ο ίδιος επιλέγει να δημοσιοποιήσει. Οι περισσότεροι συγγραφείς παρέχουν εργοβιογραφία, φωτογραφία τους και επιλεγμένες σελίδες από το έργο τους.
Στις κεντρικές σελίδες του ιστότοπου παρέχονται χρήσιμες πληροφορίες, συνδέσεις (links) και βίντεο για το βιβλίο και τους συγγραφείς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τα ηλεκτρονικά περιοδικά που εκδίδονται από μέλη της Εταιρείας, καθώς και για οτιδήποτε έχει σχέση με δραστηριότητές της (εκδόσεις, εκδηλώσεις, ανακοινώσεις κλπ.).
Στην κατηγορία «ΤΑ ΜΕΛΗ ΜΑΣ» εμφανίζονται όλα τα εν ζωή μέλη της εταιρείας, ενώ υπάρχει δυνατότητα επιλογής από τις υποκατηγορίες: ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΛΗ, ΜΕΛΗ, ΕΠΙΤΙΜΑ ΜΕΛΗ, ΑΝΤΕΠΙΣΤΕΛΛΟΝΤΑ ΜΕΛΗ και, προσεχώς, η υποκατηγορία ΕΚΛΙΠΟΝΤΑ ΜΕΛΗ, καθώς ο ιστότοπος διαρκώς εμπλουτίζεται. Επίσης, ο επισκέπτης μπορεί να επιλέξει από τις κατηγορίες:  ΠΟΙΗΣΗ, ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ, ΘΕΑΤΡΟ, ΔΟΚΙΜΙΟ-ΚΡΙΤΙΚΗ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ και ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ.
Παράλληλα, ετοιμάζεται η εκδοχή του ιστότοπου στα αγγλικά, η οποία θα αναρτηθεί σε λίγο καιρό.

Ταυτότητα: Η Εταιρεία Συγγραφέων (Hellenic Authors' Society) είναι μη κερδοσκοπικό σωματείο που συστήθηκε στις 22 Νοεμβρίου 1981. Γενικός σκοπός είναι να ενεργεί ως σύνδεσμος μεταξύ των μελών της και να υπερασπίζεται την ελευθερία της έκφρασης.
Οδός Κοδριγκτώνος 8

Τα Γραφεία της Εταιρείας Συγγραφέων είναι εγκατεστημένα σε έναν ιστορικό χώρο. Το διαμέρισμα της οδού Κοδριγκτώνος 8, απέναντι από το πεδίο του Άρεως, από το οποίο έχουν περάσει ιστορικές φυσιογνωμίες της ελληνικής λογοτεχνίας και της πολιτικής, υπήρξε ιδιοκτησία της συγγραφέως Διδώς Σωτηρίου και του ανιψιού της Νίκου Μπελογιάννη, γιου του Νίκου Μπελογιάννη και της Έλλης Παππά. Η Διδώ Σωτηρίου και ο Nίκος Μπελογιάννης, δώρισαν το διαμέρισμα στο Υπουργείο Πολιτισμού, με όρο να διατεθεί ως μόνιμη στέγη της Εταιρείας Συγγραφέων.
Πατώντας στο πλήκτρο «ΚΟΔΡΙΓΚΤΩΝΟΣ 8», θα εμφανίζεται, για λίγο ακόμη, ο παλαιότερος ιστότοπος (www.dedalus.gr) που, σταδιακά, καταργείται ενώ, σύντομα, θα εμφανίζονται, υπό μορφήν αρχείου, μόνο οι πληροφορίες που φιλοξενήθηκαν από τη δημιουργία του ιστότοπου έως σήμερα, χωρίς τις επιμέρους υποκατηγορίες (μέλη κλπ.).  
Χορηγοί της Εταιρείας Συγγραφέων είναι ο ΟΣΔΕΛ και τα Ιδρύματα Κώστα & Ελένης Ουράνη και Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

 

  «Πῶς δύναται τὶς νὰ γίνει ἀνὴρ χωρὶς ν᾿ ἀγαπήσῃ δεκάκις τουλάχιστον, καὶ δεκάκις ν᾿ ἀπατηθῇ; ...»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ὁλόγυρα στὴ λίμνη” 

 

 

 Η  μεγίστη ἐπιθυμία τοῦ γήρατος εἶναι τὸ νὰ δύναταί τις νὰ δώσῃ εἰς ἄλλους τὴν εὐτυχίαν, χωρὶς νὰ τὴν ἔχει αὐτός. Τί λέγω; Τοῦτο καθ᾿ αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην εὐτυχίαν. Μὴ φθόνει, ὦ θνητέ. Τοῦτο εἶναι θεῖον, διότι οἱ θεοὶ μόνοι δύνανται νὰ καθιστῶσιν εὐτυχεῖς. Καὶ ὁ Πλάτων ὁρίζει οὕτω τὸ θεῖον, παρέχων αὐτῷ γνωρίσματα τοιαῦτα: ῾ἀγαθός, φθόνου ἐκτὸς ὧν᾿. Ὅταν δύναταί τις νὰ εἶναι ἐκτὸς φθόνου, τότε ἀληθῶς εἶναι ὑπεράνθρωπος, τότε ἐξαίρεται, τότε θεοῦται...» 


Ἀλ. Παπαδιαμάντη “Ἡ γυφτοπούλα”

 

Η πεζογραφία του Παπαδιαμάντη

του Στέλιου Παπαθανασίου*



[..] Η πραγματογνωσία του Παπαδιαμάντη, ασυνήθιστης πληρότητας και ποιότητας, είναι αποτέλεσμα πρωτίστως εμπειρικής σχέσης και αντικειμενικής σπουδής. Οταν όμως ο Γέροντας της Σκιάθου αναπαύεται, «πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος» («Η Πεποικιλμένη») και «με την φαντασίαν του γρηγορούσαν» («Θέρος-έρος»), τότε στην αντικειμενική σπουδή του προστίθενται οι ιδιότητες της συμπαθούσης διαισθήσεως και της ευφάνταστης αντιλήψεως. Τότε «το αίσθημα είναι ανώτερον της θεωρίας» («Στην Αγι-Αναστασά»), οπότε ο απαράμιλλος διαχρονικός γλωσσικός οπλισμός του Παπαδιαμάντη και η αδιαμφισβήτητη σφραγίδα της δωρεάς φροντίζουν για τα υπόλοιπα αδιακρίτως και ακατακρίτως: «Ομματα έλαμπαν, παρειαί ανθούσαν, χαμόγελα ανέτελλαν, άσματα εν ψιθυρισμώ, και αισθήματα εν εμβρύω, και βαθείαι πνοαί και ελαφροί στεναγμοί, και αύραι της νεότητος ερρίπιζον, αέριζον, εδρόσιζον τα σώματα και τας καρδίας» («Ωχ! Βασανάκια» - Καμιά σχέση με παιδοφιλίες και τέτοια).

Το πρόβλημα με τον σκιαθίτη συγγραφέα είναι να αντιληφθούμε πως η μισή λογοτεχνία του γράφεται «επί πτίλων αύρας νυκτερινής» («Ο ξεπεσμένος δερβίσης») και σε ήχο πλάγιο του δευτέρου, που σώζει χαρακτήρα ηδονικό και ικετευτικό, ενώ η άλλη μισή ακροβατεί στην επικράτεια του τραγικού. Μόνο που στη μικρά πολίχνη της Σκιάθου (και στην ενδοχώρα, βεβαίως) δεν υπάρχουν μεγέθη βασιλικών οίκων αλλά μικροάγιοι του ανθρώπινου πόνου: υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι.

Εν κατακλείδι: «Ο ακέραιος κυρ Αλέξανδρος» (τίτλος ποιήματος του Νίκου Καρούζου - και τιμής) είναι ο απόλυτος εκφραστής του χαροποιού πένθους, που χαρακτηρίζει τον παράξενο τρόπο των Ελλήνων. Ο σκιαθίτης Γέροντας, αρκετές δεκαετίες πριν ιστορήσουν ποιητικά ο Ελύτης την «Τρελή ροδιά» της υπαρξιακής ευδαιμονίας και ο Σαχτούρης τον «Τρελό λαγό» της καλπάζουσας δυστυχίας, είχε προχωρήσει στον δικό του λογοτεχνικό συμψηφισμό, «ποιήσας τα αμφότερα έν» (Εφ. 2, 14).

Κατάφερε να διαλύσει ποικιλοτρόπως «το μεσότοιχον του φραγμού» και, μακριά από εκκωφαντικούς θορύβους, υπενθύμισε στο «γνησιώτερον μέρος του απλού λαού» («Νεκρός ταξιδιώτης») ότι το θαύμα είναι εδώ, «κτήμα ες αεί των επιγιγνομένων», υπό μορφήν περίλαμπρης «ποιητικής πεζογραφίας» και περίτεχνων ποιητικών μεταφρασμάτων, διά των οποίων «ρήγνυται ο Ιορδάνης»΄ τουτέστιν, η ιστορία τέμνεται χωρίς, παραδόξως, να διαιρείται...

* διδάκτωρ Φιλολογίας και Θεολογίας






Ένας μποέμ κοσμοκαλόγερος 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου


Η διαμάχη για το έργο του
 

[..] Ο Παπαδιαμάντης, αν και οι παλαιότεροι κριτικοί (Παλαμάς, Ξενόπουλος κ.ά.) θα εξυμνήσουν το έργο του, δεν θα τύχει της ίδιας αποδοχής από τους νεότερους. Η σχολή των Κ.Θ. Δημαρά και Π. Μουλλά θα μειώσει την αξία του, καθώς θα θεωρήσει ότι πρόκειται για λαογραφικά ηθικά κείμενα χωρίς ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, ενώ του προσάπτει προχειρότητα και αναχρονιστικές τάσεις στη γλώσσα. Από την άλλη σκοπιά, οι αμύντορες της Ορθοδοξίας τον θεωρούν εκπρόσωπό τους, μη αναγνωρίζοντας καμία άλλη πτυχή στο έργο του. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη δίχασε επίσης την κριτική. Ο Κ. Χατζόπουλος και ο Α. Τερζάκης τη βρήκαν σχολαστική και προβληματική, ενώ τη θαύμασαν ο Τ. Αγρας, ο Ελύτης, ο Ζ. Λορεντζάτος κ.ά. Νεότεροι μελετητές αλλά και συγγραφείς που τον αγαπούν έχουν αναδείξει πλείστες όσες όψεις του συγγραφέα. Ανέδειξαν τον κοινωνικό Παπαδιαμάντη, αυτόν που στηλιτεύει την αδικία, τους πολιτικάντηδες, την παραδοσιακή θέση της γυναίκας που την «πουλάνε» μέσω του γάμου, είναι υπέρ του πολιτικού γάμου κ.ά. Τον χιουμορίστα Παπαδιαμάντη, με την ειρωνεία και τον σαρκασμό για να υποβάλλει σε οξύτατη κριτική πολλές καταστάσεις της εποχής. Τον ερωτικό Παπαδιαμάντη, με τις ποιητικές, αισθησιακές εικόνες των αβάσταχτων ερώτων. Τον ποιητή Παπαδιαμάντη, με τη μαγεία των λέξεων και των φράσεων που χρησιμοποιεί. Ελπίζουμε ότι εφέτος γιορτάζοντας τα 100 χρόνια από τον θάνατό του θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη ολόπλευρα, να γοητευτούμε από τα κείμενά του, να τον τοποθετήσουμε ολόπλευρα στη λογοτεχνική εικόνα της χώρας μας. 



 Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Οι παπαδιαμαντικές σπουδές σήμερα


[..] Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ, τὴν ἀναγκαστικὰ συνοπτικὴ καὶ ἐλλιπὴ, ἐπισκόπηση θὰ ἐπισημάνω μερικὰ ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ θεωρῶ ὡς σημαντικὰ ζητούμενα τῶν παπαδιαμαντικῶν σπουδῶν.

Τὸ πρῶτο ζητούμενο εἶναι μιὰ κριτικὴ ἔκδοση πλήρως ἀναθεωρημένη. Ἡ ἀναθεώρηση προϋποθέτει ἐξυπαρχῆς ἀντιβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἔκδοσης «Δόμου» μὲ τὸ κείμενο τῶν πρώτων δημοσιεύσεων –καὶ τῶν αὐτογράφων, ἀσφαλῶς, ὅταν σώζονται–, καὶ συχνὴ προσφυγή, κυρίως γιὰ τὸν καταρτισμὸ τοῦ κριτικοῦ ὑπομνήματος, σὲ ἄλλες ἐκδόσεις Ἁπάντων. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς φροντίδες γιὰ τὸ νέο κείμενο, πρέπει νὰ ἐκσυγχρονιστεῖ τὸ κριτικὸ ὑπόμνημα, νὰ συμπληρωθεῖ τὸ ὑπόμνημα πηγῶν, νὰ ἀνασυνταχθοῦν ριζικὰ τὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα, νὰ ἀνανεωθεῖ ἡ γενικὴ βιβλιογραφία, νὰ διορθωθεῖ καὶ νὰ ἐμπλουτισθεῖ τὸ γλωσσάριο καὶ νὰ συνταχθοῦν προσεκτικότερα οἱ πίνακες κυρίων ὀνομάτων καὶ τοπωνυμιῶν. Ἕνα παράδειγμα : στὰ βιβλιογραφικὰ ὑπομνήματα τῆς «Γλυκοφιλούσης» καὶ τοῦ Βαρδιάνου στὰ σπόρκα πρέπει νὰ παρατεθοῦν ἀντιστοίχως δύο ἀρθρίδια ἀπὸ τὴ στήλη «Νέα καὶ περίεργα» τῆς Ἀκροπόλεως, μεταφρασμένα καὶ διασκευασμένα ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Τὰ ἀρθρίδια ἔχουν δημοσιευτεῖ πολὺ νωρίτερα ἀπὸ τὰ δύο διηγήματα· καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀφορᾶ τὸν Βαρδιάνο δείχνει ἀπὸ τί λογῆς ἀφορμὲς γεννιέται ἡ παπαδιαμαντικὴ διηγηματογραφία, ἐνῶ τὸ σχετικὸ μὲ τὴ «Γλυκοφιλοῦσα» ἀναιρεῖ μιὰ φαντασιώδη ἑρμηνεία οὐσιώδους μέρους τοῦ διηγήματος.

Ἀπὸ τὸν φιλόλογο ποὺ θὰ ἐπωμιστεῖ τὴν ἐπίμοχθη ἀναθεωρημένη ἔκδοση προαπαιτοῦνται, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὰ ἑξῆς : νὰ μελετήσει ἐπισταμένως τὸ μεταφραστικὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, νὰ διεξέλθει προσεκτικὰ τὰ αὐτόγραφά του, νὰ καταφάγει τὸν Σκιάθου λαϊκὸ πολιτισμὸ τοῦ Ρήγα καὶ τὴν «Παπαδιαμαντικὴ σκιαθίτικη προσωπογραφία», τουλάχιστον, τοῦ Φραγκούλα, νὰ γνωρίζει τί ἔχει γραφτεῖ μετὰ τὸ 1988 σχετικὰ μὲ τὰ προβλήματα παράδοσης, κριτικῆς καὶ ἑρμηνείας τοῦ παπαδιαμαντικοῦ κειμένου καὶ νὰ διαθέτει ἐπαρκὴ γνώση τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσας.

Τὰ προαπαιτούμενα ἴσως φαίνονται ὑπερβολικά. Δὲν εἶναι καὶ θὰ τὸ πιστοποιήσουν μερικὰ παραδείγματα. Ἔτσι, στὸ χωρίο «καὶ νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἁβροτέρας, τερπνοτέρας, ἀφοσιοτέρας ἀναγνώσεως» τοῦ διηγήματος «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» ἡ λέξη ἀφοσιοτέρας ἔχει τεθεῖ μεταξὺ σταυρῶν στὴν κριτικὴ ἔκδοση ὡς locus desperatus. Ὡστόσο ἀργότερα ἡ δυσίατη γραφὴ θεραπεύτηκε χάρη στὸ κείμενο «Ὁποῖον τὸ Σικάγον» τοῦ Ἀλεξάνδρου Κρέϊβ, δημοσιευμένο στὸ Νέον Πνεῦμα καὶ μεταφρασμένο ἀπὸ τὸν Παπαδιαμάντη. Ἐκεῖ διαβάζουμε : «καὶ τὰ παιδία εὑρίσκουσι τὴν κατ’ οἶκον μελέτην ἀκοπωτέραν, εὐκολωτέραν καὶ τερπνοτέραν». Ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶναι ἀκοπωτέραν καὶ αὐτὴ ὑπάρχει στὸ Ἀπάνθισμα καὶ τὴν χρηστικὴ ἔκδοση τοῦ Βήματος.

Ἀπὸ τὶς μεταφράσεις θὰ διδαχθεῖ ἐπίσης ὁ μελλοντικὸς ἐκδότης ὅτι ἡ γραφὴ ἀτέραμνος (ὁ οὐρανὸς) στὸ παπαδιαμαντικὸ ποίημα «Ἐράνισμα ψαλμῶν» πρέπει νὰ μὴν μετακινηθεῖ, ἔστω καὶ ἂν τὰ ἑλληνικὰ λεξικὰ δὲν παρέχουν τὴ σημασία ποὺ προσδίδει στὴ λέξη ὁ Παπαδιαμάντης. Ἡ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸν μεταφραστὴ Παπαδιαμάντη, πάντοτε μὲ τὴ σημασία «ἀπέραντος».





Πηγή: Ἐφημ. Τὰ Νέα, 31 Μαρτίου 2001


Θὰ νιώσουμε τὸν «πολιτικὸ» Παπαδιαμάντη ζητώντας δικές του ἀπαντήσεις σὲ δικές μας πολιτικὲς ἀπορίες. Ἕνα παράδειγμα εἶναι τὸ ἀξιακὸ τρίπτυχο «Πατρὶς - Θρησκεία - Οἰκογένεια» τοῦ ἑλληνοχριστιανικοῦ ἰδεολογήματος, ποὺ προωθήθηκε ἀπὸ τὸν νεοελληνικὸ εὐσεβισμὸ τῶν θρησκευτικῶν σωματείων («Ἡ Ἑλλάδα τοῦ Χριστοῦ») στὴν ἐμφυλιοπολεμικὴ περίοδο καὶ πραγματώθηκε ἀπὸ τὴν ἑπταετὴ δικτατορία («Ἑλλὰς Ἑλλήνων Χριστιανῶν»).

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὸν ἐθνικισμό, τὴν πατριδοκαπηλία καὶ τὴν ἐθνικοφροσύνη: «Μεταξὺ ὅλων των ἐπαγγελμάτων, εἰς ὅλον τὸ Γένος, περνᾶ ἐξόχως τὸ ἐπάγγελμα τῆς θρησκείας, καθὼς καὶ τὸ τοῦ πατριωτισμοῦ».

Περισσότερη εἰρωνεία δὲν χρειάζεται ἀπὸ ἕναν δεξιοτέχνη τῆς γραφίδας... Ὅσον ἀφορᾶ τὴ θρησκεία πάλι δὲν διστάζει νὰ ἀσκήσει κριτικὴ στὴν Ἱεραρχία, ὅταν «συγκαλύπτῃ πᾶσαν σχεδὸν ἐγκληματικὴν πράξιν τῶν κληρικῶν καταγγελλομένην, σκανδαλίζουσα οὕτω τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ συντελοῦσα εἰς ἀπονέκρωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος ὑπὲρ πάσας τὰς ἀθέους καὶ ὑλιστικὰς θεωρίας». Ἐπιμένει στὴ μόρφωση τοῦ κλήρου, ὑποστηρίζει τὴν οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῆς Ἐκκλησίας, καταπολεμᾶ τὸν «δεσποτισμό», δηλαδὴ τὴν ἀπολυταρχία τῶν ἱεραρχῶν, στηλιτεύει τὴ χειροτονία ἀγραμμάτων κληρικῶν καὶ τὴν ἐγκαταβίωση ἀγάμων ἱερωμένων στὶς πόλεις.

Ταυτόχρονα ἐπιτίθεται στὶς θρησκευτικὲς ὀργανώσεις τῆς ἐποχῆς του μὲ τὸν Ἀπόστολο Μακράκη (1831-1905) ποὺ ἐνέπνευσε ὅλες τὶς μεταγενέστερες εὐσεβιστικὲς κινήσεις (ἱεραποστολικὲς «Ἀδελφότητες Θεολόγων») τοῦ τόπου μας, τὰ «νεοπλάσματα τῶν ποικιλωνύμων συλλόγων, κοντὰ εἰς τὰς διαφόρους Ἀναστάσεις, Ἀναμορφώσεις, Ἀναγεννήσεις, Ἀναζυμώσεις καὶ Ἀναπλάσεις, τὰς ἐπαγγελλομένας τὴν διόρθωσιν», μὲ σατιρικὸ ὕφος: «Διατί δὲν γίνεσθε παπᾶδες, ἐπὶ τέλους, ἂν εἶσθε ἄξιοι; Ὄχι νὰ κάμετε πορισμὸν τὴν εὐσέβειαν, ἄνθρωποι λαϊκοί, κοσμικοί, μὲ στριμμένους μύστακας, μὲ ὀρθὰ κολλάρα».

Δηλώνει τὴ θέση του: «Ἐγὼ εἶμαι τέκνον γνήσιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐκπροσωπουμένης ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων της. Ἐὰν δὲ τυχὸν πολλοὶ τούτων εἶναι ἁμαρτωλοί, ἁρμοδία νὰ κρίνῃ εἶναι μόνον ἡ Ἐκκλησία, καὶ μόνον τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα». Ἀκούγεται ἐπίκαιρη ἡ ἐπισήμανσή του: «Τὸ βῆμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι ὅπως τὸ βῆμα τὸ δικανικόν, τὸ βῆμα τὸ πολιτικόν, ὅπου ὑπάρχουν ρήτορες καὶ ἀντιρρήτορες... Δὲν ἐπιτρέπονται ἐκεῖ αἱ αὐτοσχέδιοι ἀνοησίαι»!

Ὁ Παπαδιαμάντης καταγγέλλει τὴν βαυαροκρατία («ὅπως ἱεροσύλως ἡ βαυαρικὴ ἀντιβασιλεία ἔπραξεν») γιὰ τὴν πολιτειοκρατία, δηλαδὴ τὴν ἀνάμειξη τοῦ Κράτους στὴν Ἐκκλησία («ἡ μεγαλυτέρα αἰτία τῆς παρακμῆς τῶν μοναστηρίων εἶναι ἡ σκανδαλώδης ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας καὶ τῶν κοσμικῶν προσώπων εἰς τὰ καλογηρικὰ πράγματα») καὶ τὴν αὐτοκεφαλία τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας στὴν ὁποία ἀντιτίθεται ρητά. Συνιστᾶ τὴν κατάργηση τοῦ Αὐτοκεφάλου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ὑπαγωγή της στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο: «Καὶ δὲν εἶναι καιρὸς ἄρα νὰ σκεφθῇ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία ἂν δὲν συμφέρῃ ν᾿ ἀποσύρῃ ἀπὸ τῆς ἐν Ἑλλάδι ἀνηλίκου ἀδελφῆς της τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ ὁποῖον κατὰ συγκατάβασιν μόνο καὶ ὑπὸ ὅρους παρεχώρησεν αὕτη;».

Ὁ «κοσμοκαλόγερος ἅγιος» τῆς λογοτεχνίας μας ἀναφέρεται στὸν πολιτικὸ γάμο: «Ἐλλείψει, ὅμως, ἄλλης προνοίας, χριστιανικῆς καὶ ἠθικῆς, διὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον συνεπεῖς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ λογικοί, ὀφείλουσι νὰ ψηφίσωσι τὸν πολιτικὸν γάμον».

Μὲ κριτήριο ὅτι «αἱ νεώτεραι ὅμως κοινωνίαι, αἱ χριστιανικαί, πρώτην βάσιν ἔχουσι τὸ ἀδέσμευτον τῆς θελήσεως, τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου» συνιστᾶ νὰ «μὴν εἴμεθα βάρβαροι, μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν βίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Τάχα ἀπαντᾶτε σήμερον πολλοὺς ἐγγάμους νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν τύχην των, ἢ βλέπετε νὰ εἶναι εὔκολος ὁ γάμος, ὡς ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὡς ἐπιούσιος κοινωνικὸς ἄρτος, ὡς θεμελιώδης θεσμός;».


    
Ελισάβετ Κοτζιά - Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και η κριτική


[..] Εἶναι γνωστό, διαπιστώνει ἡ μελετήτρια, ὅτι ὅσο ζοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶδε βιβλίο του τυπωμένο. Τὸ κοινὸ ἑπομένως τὸν γνώρισε μέσα ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ὁ Ξενόπουλος ἄλλωστε ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ παπαδιαμαντικὰ ἔργα ἱκανοποιοῦσαν τὶς προσδοκίες τῶν ἀναγνωστῶν. Μὲ τὶς παρενθέσεις ὅμως καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του, ὁ Παπαδιαμάντης ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἀνατρέψει τὸν διαμορφωμένο ἀναγνωστικὸ ὁρίζοντα, γεγονὸς ποὺ τὸν ἔκανε, ἐκτὸς ἀπὸ συγγραφέα τῶν πολλῶν, καὶ συγγραφέα τῶν ὀλίγων. Δὲν ἐδιάβαζαν συνεπῶς ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες, καταλήγει ἡ Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὸν ἴδιο Παπαδιαμάντη.

Κανεὶς ἀπὸ τοὺς πρώτους ἐπώνυμους κριτικοὺς - ὁ Παλαμᾶς, ὁ Νιρβάνας ἢ ὁ Ξενόπουλος - δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὡς ἔργο ἠθογραφικὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖο ἀπεικονίζει φωτογραφικὰ τὴν ἀγροτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὅλοι τους στάθηκαν στὸν ποιητικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος ἀπέδωσε τὴν πραγματικότητα. Δυὸ ὑπῆρξαν ἐξάλλου τὰ καίρια προβλήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὴν κριτική, ἡ παπαδιαμαντικὴ γλώσσα καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὸ ἔργο ἀποτύπωσε τὴν ἐθνικὴ-λαϊκὴ ψυχή. Ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δίχασε τὴν κριτική: Ὁ K. Χατζόπουλος χαρακτήρισε τὴν καθαρεύουσά του σχολαστική, ὁ Ἄ. Τερζάκης προβληματική, ὁ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ἀδρανῆ ἐπιβίωση τοῦ παρελθόντος καὶ ὁ Π. Μουλλᾶς ἀνυπόταχτη ντυμένη τὸ καθαρευουσιάνικο φόρεμά της. Ὁ Τ. Ἄγρας τὴ θεώρησε ἀντιθέτως γλῶσσα μὲ ἱστορία αἰώνων, ὁ Ὁ. Ἐλύτης θησαυρισμένη ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας καὶ οἱ Ζ. Λορεντζᾶτος καὶ Ν. Β. Τωμαδάκης γλώσσα ποὺ ἀρνεῖται νὰ ὑποκύψει στὴ μονοχρωμία τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐκφορᾶς.

Ὁ Παπαδιαμάντης θεωρήθηκε ἀκόμα ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικῆς - λαϊκῆς νεοελληνικῆς ψυχῆς. Ὁ Γρ. Ξενόπουλος τὸν χαρακτήρισε φορέα τῆς ρωμέικης λαϊκῆς ψυχῆς, ὁ Παλαμᾶς ἐκφραστῆ τῆς νέας ἑλληνικῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ὑπερβατικῆς σύνθεσης τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὁ T. Ἄγρας ἐκφραστὴ τῆς μυστικῆς, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἡρωική, νεοελληνικὴ ψυχή. H ἀπουσία αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἤθους εἴτε ταυτίστηκε θετικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀρθόδοξης Χριστιανοσύνης (Ζ. Λορεντζᾶτος, Κ. Μπαστιᾶς, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναρᾶς) εἴτε ταυτίστηκε ἀρνητικὰ μὲ τὴ μοιρολατρικὴ πίστη καὶ τὸν ῥαγιαδισμό. H ἀπουσία ἡρωικοῦ ἀντιστασιακοῦ στοιχείου χαρακτηρίστηκε ἔτσι ἀπὸ τοὺς ἀριστεροὺς Ν. Ζαχαριάδη καὶ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ὡς στοιχεῖο καλλιτεχνικῆς ἀνεπάρκειας, ἐνῶ υἱοθετώντας πνεῦμα συμβιβαστικὸ ὁ Γ. Βαλέτας θεώρησε ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ ποίμνιο ἑνὸς Χριστοῦ ποὺ μεταφέρει τὴ λαϊκή του ἐπαγγελία στὴν ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα. Τμῆμα τῆς γενιᾶς τοῦ ῾30 υἱοθέτησε τέλος τὴ ῥομαντικὴ ἄποψη ὅτι ἡ παπαδιαμαντικὴ κοινότητα ἐκφράζει τὸν πρωτογονικὸ λαὸ ποὺ ὄχι μόνον ἀποτελεῖ μέρος τῆς φύσης, ἀλλὰ παίζει σὲ μικρογραφία τὰ παντοτινὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου. [...]


Παύλος Νιρβάνας - Το ήθος του Παπαδιαμάντη

Στὸ παρακάτω περιστατικὸ ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Παῦλος Νιρβάνας ὅταν τράβηξε τὴν γνωστὴ φωτογραφία στὸν κὺρ Ἀλέξανδρο, μποροῦμε νὰ διαγνώσουμε τὴν σεμνότητα τοῦ μεγάλου λογοτέχνη. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου πλῆθος ἀσήμαντων «καλλιτεχνῶν» καὶ διανοουμένων περιφέρονται ἀπὸ κανάλι σὲ κανάλι καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ μία φωτογράφηση καὶ μία συνεντευξούλα σὲ κάποιο περιοδικό, τὸ ἦθος τοῦ Παπαδιαμάντη μοιάζει ἐξωπραγματικό.

Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».

Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερους τὴ μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.

Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.

Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει - οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος - νὰ μιλεῖ γαλλικά:

- Nous excitons la curiosité du public.

Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργεια τοῦ ...Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, - Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι... μοῦ εἶπε - ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια - στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του. [...]