Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2018

Βλαντιμίρ Λένιν, Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών


Τούρκοι αιχμάλωτοι μετά την αποφασιστική ήττα που υπέστησαν από τους Σέρβους στη μάχη του Κουμάνοβο

Ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο σοβινισμός των αστών

Γράφτηκε: 28 Μαρτίου, 1913
Πηγή : Collected Works, 4η αγγλική έκδοση, Αρίθμ. 19, Σελ. 38 - 40, Εκδότες Progress, Μόσχα, 1968 Αγγλική μετάφραση

Ο Bαλκανικός Πόλεμος έρχεται σε ένα τέλος. Η κατάληψη της Ανδριανούπολης είναι μια αδιαμφισβήτητη νίκη για τους Βουλγάρους, και το κέντρο βαρύτητας του προβλήματος μετατοπίστηκε από το θέατρο των επιχειρήσεων σε αυτό των λογομαχιών και των ραδιουργιών των αποκαλούμενων Μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Βαλκανικός Πόλεμος είναι ένας κρίκος στην αλυσίδα των παγκόσμιων γεγονότων που σηματοδοτούν την κατάρρευση της μεσαιωνικής κατάστασης σχέσεων στην Ασία και την Ανατολική Ευρώπη. Να σχηματίσουν ενωμένα εθνικά κράτη στα Βαλκάνια, να απαλλάξουν από την καταπίεση των τοπικών φεουδαρχικών κανόνων και να απελευθερώσουν τελείως τους αγρότες των Βαλκανίων όλων των εθνικοτήτων από το ζυγό των γαιοκτημόνων -- τέτοιο ήταν το ιστορικό καθήκον που έφερε αντιμέτωπους τους Βαλκανικούς λαούς.

Οι Bαλκανικοί λαοί θα μπορούσαν να έχουν πραγματοποιήσει αυτό το καθήκον δέκα φορές ευκολότερα από οτι κάνουν τώρα και με εκατό φορές λιγότερες θυσίες σχηματίζοντας μια Ομοσπονδιακή Βαλκανική Δημοκρατία. Η εθνική καταπίεση, οι εθνικοί καυγάδες και η υποκίνηση με βάση θρησκευτικές διαφορές θα ήταν αδύνατα κάτω από πλήρη και σταθερή δημοκρατία. Οι Βαλκανικοί λαοί θα είχαν εξασφαλίσει μιά αληθινά γρήγορη, εκτεταμένη και ελεύθερη ανάπτυξη.

Ποιος ήταν ο πραγματικός ιστορικός λόγος για την λύση επειγόντων Βαλκανικών προβλημάτων δια μέσου ενός πολέμου, ενός πολέμου που καθοδηγήθηκε από αστικά και δυναστικά ενδιαφέροντα; Η κύρια αιτία ήταν η αδυναμία του προλεταριάτου στα Βαλκάνια, και επίσης η αντιδραστική επιρροή και πίεση της ισχυρής Ευρωπαϊκής αστικής τάξης. Φοβούνται την πραγματική ελευθερία και στις χώρες τους και στα Βαλκάνια' ο μόνος σκοπός τους είναι το όφελος εις βάρος άλλων ανθρώπων' ανακατεύουν τον σοβινισμό και την εθνική εχθρότητα για να διευκολύνουν την πολιτική τους να λεηλατούν και να εμποδίζουν την ελεύθερη ανάπτυξη των καταπιεσμένων τάξεων των Βαλκανίων.

Ο Ρωσικός σοβινισμός πάνω στα Βαλκανικά γεγονότα είναι όχι λιγότερο αηδιαστικός από αυτόν της Ευρώπης. Και ο κρυμμένος, ωραιοποιημένος σοβινισμός των Καντέτων, γαρνιρισμένος με φιλελεύθερες φράσεις, είναι πιο αηδιαστικός και πιο βλαβερός από τον ωμό σοβινισμό των εφημερίδων των Μαύρο-Εκατοντιστών. Εκείνες οι εφημερίδες επιτίθενται ανοιχτά στην Αυστρία - σε αυτές τις πιό καθυστερημένες των Ευρωπαϊκών χωρών, οι λαοί (πείτε εμείς σε παρένθεση) έχουν εξασφαλίσει πολύ μεγαλύτερη ελευθερία από την Ρωσία. Η Cadet Rech, ωστόσο, είπε επ' ευκαιρία της κατάληψης της Ανδριανούπολης: "Οι νέες περιστάσεις δίνουν στην Ρωσική διπλωματία κάθε ευκαιρία να δείξει μεγαλύτερη σταθερότητα...."

Έξοχοι "δημοκράτες", που προσποιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν ότι η μόνη σταθερότητα για την οποία μπορεί να γίνει λόγος εδώ είναι η σταθερότητα στην αναζήτηση σοβινιστικών σκοπών! Καμία κατάπληξη που οι Milyukov και Yefremov, Guchkov, Bennigsen, Krupensky και Balashov τα πήγαν καλά μαζί σε ένα γεύμα που δόθηκε από τον Rodzyanko στις 14 Μαρτίου. Εθνικιστές, Oκτωβριστές, Καντέτοι - αυτές δεν είναι παρά διαφορετικές αποχρώσεις του αηδιαστικού εθνικισμού και σοβινισμού των αστών που είναι οριστικά εχθρικές προς την ελευθερία.


Παρασκευή 27 Ιουλίου 2018

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Τρία βιβλία για το καλοκαίρι II


1) Μάης '68 - Η επιστροφή της Επανάστασης, Κρις Χάρμαν, Πάνος Γκαργκάνας, Μαρία Στύλλου, εκδ. Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο (Απρίλιος 2018) 

Πενήντα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από το θρυλικό «Μάη του ‘68». Ήταν η χρονιά που ‘αναπήδησε’ όχι μόνο η Ευρώπη, αλλά ο κόσμος ολόκληρος. Από το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Ρώμη και το Βερολίνο, μέχρι το Ντιτρόιτ και την Πόλη του Μεξικού. Κι από την Πράγα, τη Βαρσοβία και το Βελιγράδι μέχρι τη Σαγκάη και το Τόκιο. Στις αρχές του 1968 η εφημερίδα Le Monde δημοσίευε ένα άρθρο ‘έγκυρου’ δημοσιογράφου που με κάθε σοβαρότητα διαπίστωνε ότι: «Οι Γάλλοι βαριούνται… η νεολαία βαριέται». Δυο μήνες αργότερα, το Μάη, οι φοιτητές και η νεολαία βγήκαν στους δρόμους. Και σε λίγες μέρες έγινε κάτι που οι κυρίαρχες απόψεις θεωρούσαν ότι ανήκε στα σκονισμένα βιβλία της ιστορίας. Ξεκίνησε μια γενική απεργία με καταλήψεις εργοστασίων και χώρων δουλειάς που είχε να δει η Γαλλία από το 1936.Ο Μάης, βέβαια, δεν έπεσε από τον ουρανό. Τον γέννησαν μια σειρά μάχες και διεργασίες που εξελίσσονταν παράλληλα, διασταυρώνονταν και αλληλοεπηρεάζονταν. Το κίνημα ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, οι αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων στις ΗΠΑ, οι αντιαποικιακές επαναστάσεις, η ριζοσπαστικοποίηση κι η αμφισβήτηση στα πανεπιστήμια. Είχε προμηνύματα, όπως η έκρηξη των Ιουλιανών στην Ελλάδα του 1965. Είχε, όμως, και μέλλον. Βρήκε συνέχεια στο «μακρύ καυτό φθινόπωρο» των απεργιών του 1969-70 στην Ιταλία και στους αγώνες για την ανατροπή των δικτατοριών στο νότο της Ευρώπης: η εξέγερση του Νοέμβρη του 1973 εδώ ήταν κομμάτι αυτού του κύματος. Ο Μάης του ’68 ήταν σταθμός για ένα νέο ξεκίνημα της επαναστατικής Αριστεράς. Χιλιάδες ανακάλυπταν ξανά τις ιδέες της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού και αμφισβητούσαν τις «ορθοδοξίες» τόσο των επίσημων κομμουνιστικών κομμάτων όσο και της σοσιαλδημοκρατίας. Στις σελίδες αυτού του βιβλίου ο Chris Harman και η Μαρία Στύλλου ξετυλίγουν το νήμα των εκρηκτικών γεγονότων σε Γαλλία, Ιταλία, Τσεχοσλοβακία, Βρετανία και Ελλάδα, ενώ ο Πάνος Γκαργκάνας θυμίζει και αναλύει τις αντιπαραθέσεις για τον προσανατολισμό της επαναστατικής αριστεράς και τα όρια των «μαρξισμών του Μάη».

2) Η δημοσιογραφία και η λογοτεχνία της Αριστεράς - αναζητώντας τη χαμένη Αριστερά, Γιώργος Λεονταρίτης, εκδ. Άγρα (2014)

«Οι εφημερίδες της Αριστεράς έχουν τη δική τους μακρά πορεία μέσα στην ιστορία του ελληνικού Τύπου. Τα αριστερά έντυπα όμως, των παλαιών χρόνων που εμείς ζήσαμε, δεν έχουν σχέση με τα σημερινά. Άλλες συνθήκες τότε, άλλοι άνθρωποι και άλλη ποιότητα. Μέσα σε καιρούς δύσκολους, η αριστερή δημοσιογραφία έπαιρνε ρόλο «αποστολικό», ενημέρωνε, μόρφωνε, καθοδηγούσε, εμψύχωνε. Δεν μπορούσες να ανοίξεις φανερά την εφημερίδα σου, γιατί καραδοκούσε ο χαφιές ή ο αστυφύλακας, με αποτέλεσμα να βρεθείς ξαφνικά στο κρατητήριο, ή να πάρεις το δρόμο της εξορίας. Οπωσδήποτε, αποκτούσες “φάκελο” στην Ασφάλεια. Δουλεύαμε στριμωχτά σε στενά γραφεία, με ανύπαρκτους ή πενιχρούς μισθούς, αλλά μας φλόγιζε η πίστη στα ιδανικά.
Το ρεπορτάζ τότε είχε κινδύνους. Ο δημοσιογράφος, για να φέρει σε πέρας την αποστολή του, έπρεπε να ξεπεράσει μύρια εμπόδια. Ιδιαίτερα στην επαρχία, οι κίνδυνοι πολλαπλασιάζονταν. Περιμέναμε με αγωνία την τηλεφωνική ανταπόκριση των απεσταλμένων μας, γιατί δεν ξέραμε αν ήταν ελεύθεροι ή αν είχαν συλληφθεί.
Νέοι εμείς τότε, ευτυχήσαμε να δουλεύουμε δίπλα στα ίδια γραφεία με μορφές του πνευματικού κόσμου της Αριστεράς: τον Βάρναλη, τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Βουρνά, τον Γεράσιμο Σταύρου, και τόσους άλλους. Τους αντικρίζαμε με δέος και μάθαμε πολλά στη σκιά τους. Τότε απολαμβάναμε το ζωντανό χειρόγραφο και τη μαγεία του τυπογραφείου, με τα μελάνια και τη μουντζούρα, μες στη βουή των μηχανών και τον καπνό. Κι ένιωθες μια θαλπωρή, όταν στις φάμπρικες, στα γιαπιά, στις φτωχογειτονιές που τις έδερνε ο άνεμος, και στα λιμάνια, μέσα στον εργατόκοσμο, σ’ αγκάλιαζαν με στοργή, γιατί ήσουν ο δημοσιογράφος που έφερνε στην επιφάνεια τη φωνή και τα πάθη των “κολασμένων της Γης”...
Αυτή τη μαγική ξεχασμένη ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής θα ανακαλύψει ο αναγνώστης σ’ αυτό το βιβλίο...»
– Γ.Λ.

3) Κόρτο Μαλτέζε - Παραμύθια & παππούδες, Ο άγγελος στο παράθυρο της Ανατολής, Ούγκο Πρατ, εκδ. Μικρός Ήρως/ εφημερίδα Έθνος της Κυριακής (2018)



επιλογή: Λογοτεχνία και Σκέψη

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2018

Ο Λέων Τρότσκι μιλάει στον Ζώρζ Σιμενόν: Βλέπω να έρχεται ο πόλεμος



 
Ο Τρότσκι σηκώνεται να με χαιρετήσει, μετά ξανακάθεται στο γραφείο του, ζυγίζοντάς με μαλακά με το βλέμμα. Τον έχουν περιγράψει άλλοι χιλιάδες φορές, δε θα ήθελα να το ξανακάνω κι εγώ. Θα ήθελα όμως να δώσω αυτή την αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που δοκίμασα στον κήπο, στο σπίτι, στο περιβάλλον. Ο Τρότσκι, απλός και εγκάρδιος, μου τείνει τις δακτυλογραφημένες απαντήσεις στις ερωτήσεις μου.
ΤΡΟΤΣΚΙ: Τις υπαγόρευσα στα ρώσικα και ο γραμματέας μου τις μετέφρασε το πρωί. Θα σας παρακαλούσα μόνο να μου υπογράψετε το αντίγραφο που θα κρατήσω εγώ.
(Στο γραφείο υπάρχουν σκόρπιες εφημερίδες απ’ όλο τον κόσμο, και η «Παρί Σουάρ» είναι πάνω πάνω. Ο Τρότσκι θα τους είχε ρίξει μια ματιά πριν φτάσω. Από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα φαίνεται, χαμηλά στον κήπο, ένας μικρός όρμος με δύο πλεούμενα: ένα μικρό καΐκι και ένα κανό με εξωλέμβιο κινητήρα).
ΤΡΟΤΣΚΙ: Βλέπετε. Έξι η ώρα το πρωί, βρίσκομαι κιόλας στο ψάρεμα.
(Δεν μου λέει ότι είναι αναγκασμένος να συνοδεύεται από έναν από τους αστυνομικούς του, αλλά το ξέρω).
 
 
 
Το φυλετικό
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι το φυλετικό πρόβλημα θα κυριαρχήσει στις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν τις σημερινές ζυμώσεις; Ή μήπως θα κυριαρχούν τα κοινωνικά προβλήματα; Ή τα οικονομικά; Τα στρατιωτικά…
ΤΡΟΤΣΚΙ: Όχι. Δεν είμαι καθόλου της γνώμης ότι το φυλετικό πρόβλημα θα είναι αποφασιστικής σημασίας στις μέλλουσες εξελίξεις. Η φυλή στην οποία ανήκει ο καθένας είναι στοιχείο ανθρωπολογικό, είτε είναι αμιγής είτε είναι μεικτή, ένα στοιχείο από το οποίο μάλιστα η ιστορία δημιούργησε αυτά τα περίπου κατασκευάσματα που ονομάζονται έθνη…Τη μορφή της καινούργιας εποχής θα την αποφασίσουν οι τάξεις και οι κοινωνικές ομάδες, τα διάφορα κοινωνικά ρεύματα που γεννώνται από τα έθνη.
Δεν αρνούμαι τα διακριτικά στοιχεία που υπάρχουν σε κάθε φυλή. Αλλά αυτά, μέσα στην εξέλιξη, την ανάπτυξη της τεχνικής της εργασίας και της τεχνικής της σκέψης, περνούν σε δεύτερη μοίρα. Η φυλή είναι στοιχείο στατικό, παθητικό. Η δυναμική βρίσκεται στην ιστορία. Πώς να διαμορφώσει την κίνηση, την ανάπτυξη, ένα στοιχείο σχετικά ακίνητο; Όλα τα φυλετικά γνωρίσματα σβήνουν μπροστά σε ένα κινητήρα εσωτερικής καύσης! Για να μη μιλήσω για ένα πολυβόλο…
Όταν ο Χίτλερ ετοιμαζόταν να στήσει ένα «εθνικό» καθεστώς αντάξιο της λεγόμενης καθαρής βόρειο- γερμανικής φυλής, το μόνο που κατάφερε ήταν να πλαστογραφήσει ουσιαστικά τη λατινική φυλή του νότου. Αλλά και ο Μουσολίνι, στην εποχή του, στον αγώνα του για την εξουσία, χρησιμοποίησε – έστω ανατρέποντας το – το κοινωνικό δόγμα ενός Γερμανού, ή μάλλον Γερμανοεβραίου, του Μαρξ, που ένα – δύο χρόνια πριν, μάλιστα, τον αποκαλούσε «αθάνατο δάσκαλο όλων μας».
Αν σήμερα, στον εικοστό αιώνα, οι ναζί προτείνουν να γυρίσουμε τη ράχη στην ιστορία, στην κοινωνική δυναμική, στον πολιτισμό, για να επιστρέψουμε στη «φυλή», τότε γιατί να μη γυρίσουμε λίγο πιο πίσω   ακόμη; Η ανθρωπολογία δεν είναι παρά ένα μέρος της ζωολογίας, έτσι δεν είναι; Ποιος ξέρει τι θα μας πουν αύριο οι ρατσιστές! Μπορεί να αντλήσουν τις υψηλότερες εμπνεύσεις τους από το βασίλειο των πιθήκων! Μπορεί εκεί να βρουν τη δημιουργικότητα που ποθούν.
 
Συμμαχίες
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Οι συμμαχίες των δικτατοριών είναι μήπως μια πρώτη φάση συνένωσης των λαών, ή είναι απλώς ένα περαστικό ατύχημα; 
ΤΡΟΤΣΚΙ: Δεν πιστεύω ότι οι ενώσεις κρατών θα πραγματοποιηθούν με τις δικτατορίες από τη μια όλες μαζί και τις δημοκρατίες από την άλλη. Με εξαίρεση μια μικρή τάξη επαγγελματιών πολιτικών, τα έθνη, οι λαοί, οι κοινωνικές τάξεις δεν ζουν για την πολιτική. Οι μορφές που παίρνει ένα κράτος δεν είναι παρά οι τρόποι με τους οποίους εκφράζει συγκεκριμένες καταστάσεις, κυρίως οικονομικές. Βέβαια, οι ομοιότητες στη δομή ορισμένων κρατών συμβάλει στο να δημιουργηθούν συμμαχίες μεταξύ τους. Σε τελευταία ανάλυση όμως, οι προσεγγίσεις είναι κυρίως αποτέλεσμα οικονομικών συμφερόντων και στρατιωτικών υπολογισμών.
Με ρωτάτε αν θεωρώ περιστασιακές και παροδικές τις ομάδες φασιστικών δικτατοριών, όπως η Ιταλία και η Γερμανία, ή των περίπου βοναπαρτιστικών δικτατοριών, όπως η Πολωνία, η Γιουγκοσλαβία, ή Αυστρία… Αλίμονο! Δεν μπορώ να κάνω αισιόδοξες προβλέψεις. Ο φασισμός δεν προκαλείται από ψύχωση ή από υστερία (μ’ αυτά παρηγορούνται οι θεωρητικοί του σαλονιού, όπως ο κόμης Σφόρτσα), αλλά από βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση – η οποία δυστυχώς ροκανίζει τον ευρωπαϊκό κορμό. Η σημερινή περιοδική κρίση θα κάνει ακόμη οξύτερες τις πιο σκοτεινές διεργασίες.
 
Η έκρηξη
 
ΣΙΜΕΝΟΝ: Πιστεύετε ότι η κρίση μπορεί να εκτονωθεί ήρεμα, ή μήπως θεωρείτε απαραίτητη την έκρηξη; Πόσον καιρό πιστεύετε ότι μπορεί να κρατήσει η σημερινή «μετέωρη» κατάσταση;
ΤΡΟΤΣΚΙ: Ο φασισμός, και ιδιαίτερα ο γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός, περικλείει για την Ευρώπη αναπόφευκτους κινδύνους πολέμου. Ίσως να κάνω και λάθος, επειδή βρίσκομαι έξω απ’ όλα αυτά. Κ ι όμως, έχω την εντύπωση ότι δεν έχει κατανοηθεί η έκταση του κινδύνου. Αν δούμε τα πράγματα με μια προοπτική όχι μηνών αλλά ετών – πάντως όχι δεκαετιών – θεωρώ απολύτως αναπόφευκτη μια πολεμική έκρηξη από μέρους της φασιστικής Γερμανίας. Νομίζω ότι το γεγονός αυτό θα έχει αποφασιστική σημασία για τη μοίρα της Ευρώπης…
Οι εκτιμήσεις μου όμως, τελικά, δεν θα πρέπει να φαίνονται απαισιόδοξες, παρά μόνο σε εκείνους που μετρούν τα βήματα της Ιστορίας στην Ευρώπη με πολύ κοντή μεζούρα. Όλες οι μεγάλες εποχές, όταν τις κοιτάζεις από πολύ κοντά, φαίνονται πράγματι μελαγχολικές. Η μηχανική της προόδου, οφείλουμε να παραδεχτούμε, είναι ατελής.
Εντούτοις, δεν έχουμε κανένα λόγο να πιστέψουμε ότι εν τέλει ο Χίτλερ, ή οσοιδήποτε Χίτλερ, είναι σε θέση να γυρίσουν πίσω τον τροχό της Ιστορίας για πάντα, ή ίσως και για δέκα χρόνια ακόμη. Θα σπάσουν τα δόντια τους στα γρανάζια του, και θα παλέψουν σκληρά με τους μοχλούς της για να πάνε πίσω την Ευρώπη για μερικά χρόνια.
Αλλά δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι στο τέλος η ανθρωπότητα θα βρει τον δρόμο της. Το ίδιο το παρελθόν της αποτελεί την εγγύηση.
 
* Λίγο πριν, στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, του πήρε ο συγγραφέας Ζώρζ Σιμενόν, ως έκτατος απεσταλμένος της εφημερίδας «Παρί Σουάρ», αυτή τη συνέντευξη. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» στις 23 /3 /1991. Πηγή της δικής μας αναδημοσίευσης θα βρείτε στη σελίδα «Επανάσταση.»
 
 

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλία για τις γιορτές: Επιχειρήματα και διάλογος στη μάχη των ιδεών



Το 2017 ήταν μια χρονιά γεμάτη πολιτικές κρίσεις και κινηματικές μάχες αλλά και έντονη πολιτική συζήτηση, για την ιστορία, την Αριστερά και τους αγώνες της, το μαρξισμό και την επικαιρότητά του, την οικονομία και την πολιτική. Μια σειρά ενδιαφέροντα βιβλία που κυκλοφόρησαν τη χρονιά που πέρασε έχουν να προσφέρουν στο προβληματισμό και τις σχετικές συζητήσεις.
Σε όλο τον κόσμο και στην Ευρώπη οι ρατσιστικές πολιτικές των κυβερνήσεων σε συνδυασμό με την κρίση των παραδοσιακών κομμάτων της άρχουσας τάξης τροφοδοτεί την άνοδο της ακροδεξιάς και των φασιστών. Ένα μεγάλο αντιρατσιστικό και αντιφασιστικό κίνημα δίνει τη μάχη να τους απαντήσει. Η κλασσική μελέτη του Αμπράμ Λέον Το Εβραϊκό Ζήτημα που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά φέτος, είναι ένα πολύτιμο όπλο στη μάχη ενάντια στους φασίστες. Γιατί ο αντισημιτισμός συνεχίζει να είναι η συγκολλητική ουσία του «σκληρού πυρήνα» των ναζί. Ο Αμπράμ Λεόν ήταν ένας μαρξιστής διανοούμενος, αγωνιστής της επαναστατικής Αριστεράς και του τροτσκιστικού κινήματος που δολοφονήθηκε από τους ναζί στο Άουσβιτς το 1944. Το βιβλίο είναι η πρώτη και ίσως η πιο πρωτότυπη μαρξιστική ανάλυση για τις ρίζες του αντισημιτισμού. Και ταυτόχρονα είναι μια προφητική κριτική του σιωνισμού, δηλαδή του πολιτικού κινήματος που ίδρυσε το κράτος του Ισραήλ.
Ένα ακόμα χρήσιμο εφόδιο στην αντιρατσιστική και αντιφασιστική πάλη είναι το βιβλίο του Τζον Μπέργκερ Ο Εβδομος Ανθρωπος που επανεκδόθηκε το 2017. Ο Μπέργκερ (1926-2017) ήταν καταξιωμένος κριτικός τέχνης, μυθιστοριογράφος και μαρξιστής. Το βιβλίο επικεντρώνεται στο μεταναστευτικό ρεύμα στην Ευρώπη την περίοδο 1955-1973 από τον ευρωπαϊκό Νότο στις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης, μέσα από τη «ματιά» του Μπέργκερ και τις φωτογραφίες του Τζην Μορ.
Και βέβαια οι μετανάστες δεν είναι μόνο τα «θύματα» των διακρίσεων και της εκμετάλλευσης. Είναι κομμάτι της τάξης μας και των αγώνων της. Αυτή τη πτυχή προσεγγίζει το βιβλίο του Κωστή Καρπόζηλου Η Κόκκινη Αμερική, που εξετάζει την σχέση των Ελλήνων μεταναστών εργατών με την αμερικάνικη Αριστερά και τους αγώνες της μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα.
Η εργατική τάξη στην Αμερική έχει μεγάλη ιστορία αγώνων και ένα πολύτιμο βιβλίο είναι αυτό του Τζον Νιούσιγκερ με τίτλο ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ που καλύπτει στη συγκλονιστική δεκαετία του 1930.
Η πρόσφατη επίσκεψη του Ερντογάν άνοιξε ξανά την συζήτηση για όλο το πλέγμα των ανταγωνισμών των αρχουσών τάξεων της Ελλάδας και της Τουρκίας. Οι αναφορές στη Συνθήκη της Λοζάνης του 1923 δίνουν και παίρνουν συνοδευμένες με εθνικιστικές κορώνες και ψέματα. Οπότε καλό είναι να παίρνουμε τα πράγματα από την «αρχή» και συγκεκριμένα από την εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρευσε στο Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και οι νικητές της ρίχτηκαν στον αγώνα να τη μοιράσουν σαν λεία.



Το βιβλίο του Γιουτζίν Ρόγκαν Η Πτώση των Οθωμανών ο Μεγάλος Πόλεμος στη Μέση Ανατολή 1914-1920 είναι μια λεπτομερής ανάλυση αυτής της περιόδου. Ξεκινά με το ξέσπασμα του πολέμου και τελειώνει με την με το διαμελισμό των υπολειμμάτων της Αυτοκρατορίας με τη Συνθήκη των Σεβρών και το ξεκίνημα του απελευθερωτικού αγώνα υπό τον Κεμάλ. Η Συνθήκη των Σεβρών που έφτιαχνε -στα χαρτιά- την «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και την οποία έσειε πριν κάποιους μήνες ο Καμένος απέναντι στον Ερντογάν.
Το βιβλίο της Δήμητρας Κυρίλλου Μέση Ανατολή- αντίσταση στον ιμπεριαλισμό φέρνει αυτή την ιστορία των επεμβάσεων στην περιοχή μέχρι τις μέρες μας.
Το βιβλίο του Μ. Θρασυβούλου Ο Εθνικισμός των Ελληνοκυπρίων Από την Αποικιοκρατία στην Ανεξαρτησία (Όψεις, τάσεις και ο ρόλος της Αριστεράς), μας μεταφέρει σε μια πτυχή της ιστορίας ενός άλλου «εθνικού ζητήματος», του Κυπριακού. Ο συγγραφέας μας βοηθάει να απαντήσουμε το ερώτημα αν ήταν μοιραίο η Κύπρος να βυθιστεί στο αίμα των εθνικιστικών συγκρούσεων στις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και του ελληνοτουρκικού πολέμου στο νησί το 1974. Πώς έγινε δυνατό τον αντιαποικιακό-αντιμπεριαλιστικό αγώνα ενάντια στη Βρετανική Αυτοκρατορία να τον ηγεμονεύσουν ο Μακάριος και ο Γρίβας με την ΕΟΚΑ, δηλαδή η εθνικιστική δεξιά; Δεν ήταν μοιραίο να γίνει. Τον αποφασιστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η στρατηγική του ΑΚΕΛ που υπέταξε τα κοινά συμφέροντα των από κάτω στην “εθνική ενότητα” με την ελληνοκυπριακή άρχουσα τάξη, μετατρεπόμενο έτσι σε ουρά της Εκκλησίας και του ελληνικού εθνικισμού.
Η δεξιά κατρακύλα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πλέον τόσο θεαματική και αποκρουστική (η μνημονιακή λιτότητα είναι πλέον «κανονικότητα») ώστε η εποχή που αυτό το κόμμα υποσχόταν ότι θα «σχίσει τα μνημόνια» και θα φέρει ριζοσπαστικές αλλαγές μοιάζει μακρινή ανάμνηση. Αυτό το κλίμα ευφορίας των πρώτων βδομάδων της «πρώτης φορά αριστερά» μεταφέρει ο James K. Galbraith στο βιβλίο του Καλώς όρισες στην μαρτυρική αρένα - Το δηλητηριασμένο δισκοπότηρο των μνημονίων. Ο συγγραφέας στενός φίλος και σύμβουλος του Γιάνη Βαρουφάκη στην θητεία του στο υπουργείο Οικονομικών, παρουσιάζει μέσα από μία σειρά άρθρων και εμπιστευτικών επιστολών την άποψή του για την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και την εμπειρία του από τις διαπραγματεύσεις της ελληνικής πλευράς με την τρόικα, το πρώτο εξάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η αναφορά στο μυστικό «Σχέδιο Χ» ,το πλάνο έκτακτης ανάγκης, την προετοιμασία του οποίου ανέθεσε o Βαρουφάκης στον Galbraith και με την αποκάλυψή του ξέσπασε θύελλα στον ελληνικό τύπο.
Αντίστοιχος, ίσως και μεγαλύτερος θόρυβος ξέσπασε από τη δεξιά το καλοκαίρι με αφορμή και το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη, Ανίκητοι ηττημένοι - Για μια ελληνική άνοιξη μετά από ατελείωτους μνημονιακούς χειμώνες. Η ΝΔ βρήκε την ευκαιρία να ουρλιάξει για τους «τυχοδιωκτισμούς» και τους «ερασιτεχνισμούς» των πρώτων μηνών της κυβέρνησης όταν υπουργός Οικονομικών ήταν ο Βαρουφάκης. Το βιβλίο είναι μια αφήγηση των διαπραγματεύσεων στο Γιουρογκρουπ εκείνους τους μήνες του 2015. Βέβαια στις σελίδες του δεν ξετυλίγονται οι «τυχοδιωκτισμοί» του Τσίπρα και του Βαρουφάκη, αλλά οι αυταπάτες του ίδιου και της κυβέρνησης που ανήκε ότι μπορεί να υπάρχει έντιμος συμβιβασμός με την ΕΕ και τους καπιταλιστές.
Απαραίτητο για αυτή τη συζήτηση βέβαια είναι το συλλογικό “Ο Ελληνικός Καπιταλισμός, η Παγκόσμια Οικονομία και η Κρίση” για να μην χάνουμε το νήμα από τα πραγματικά αίτια της κρίσης του συστήματος.




Παράλληλα με τις μάχες που δίνει η εργατική τάξη κι η νεολαία ενάντια στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ η συζήτηση για τα αίτια της «κωλοτούμπας» δεν έχει κοπάσει. Ο Βασίλης Ασημακόπουλος μας θυμίζει ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ έχει προηγούμενο, την πορεία του ΠΑΣΟΚ. Το βιβλίο του Πρώτη φορά Αριστερά Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 παρουσιάζει με ένα πλούτο τεκμηρίων και πληροφοριών την πορεία του ΠΑΣΟΚ από τις ριζοσπαστικές διακηρύξεις της 3 Σεπτέμβρη στις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις της δεκαετίας του ’90. Η συζήτηση πάνω στο τι είδους τελικά κόμμα ήταν, όχι μόνο παραμένει ανοιχτή για τέταρτη συνεχή δεκαετία, αλλά διατηρεί ζωντανή την επικαιρότητά της. Και είναι μια συζήτηση αναγκαία στην Αριστερά, όχι τόσο για να εντοπίσει κανείς, επιχαίροντας ή καταγγέλλοντας τις διαφορές ή ομοιότητές του με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο για να μπορέσει να υπάρξει μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Η κρίση της ΕΕ και όλες οι εμπειρίες των τελευταίων χρόνων έχουν πυροδοτήσει ένα μεγάλο ρεύμα αμφισβήτησης της ίδιας και των αξιώσεών της ότι αποτελεί ένα «κοινό σπίτι» των λαών της, πέρα και πάνω από ανταγωνισμούς και εθνικισμούς. Για παράδειγμα ο ιστορικός Χρήστος Χατζηιωσήφ στο βιβλίο του Η Ευρωπαϊκή Ενοποίηση, η Γερμανία και η επιστροφή των εθνικισμών επισημαίνει την ανάδυση του γερμανικού εθνικισμού τις τελευταίες δεκαετίες και αποπειράται μια ανάλυση των αιτιών που οδήγησαν σε αυτήν. Αξίζει να διαβαστεί παρά τα απαισιόδοξα πολιτικά συμπεράσματα του συγγραφέα.



Τον Σεπτέμβρη έφυγε από τη ζωή ο Ίστβαν Μέσαρος, ένας από τους σπουδαιότερους μαρξιστές της σύγχρονης εποχής, μαθητής του Γκ. Λούκατς που συμμετείχε και στην Ουγγρική Επανάσταση του 1956. Το βιβλίο του Η θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση που εκδόθηκε στα αγγλικά το 1961 έπαιξε μεγάλο ρόλο στην άνθιση του Μαρξισμού στα χρόνια των εξεγέρσεων και των κινημάτων του Μάη 1968. Επανακυκλοφόρησε στα ελληνικά φέτος. Ο Μέσαρος αναλύει τι σήμαινε αλλοτρίωση για τον Μαρξ, και ακόμα πιο σημαντικό πως σπάει μέσα από τους αγώνες των εργατών. Το 2017 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη δημοσίευση του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου του Μαρξ και στον Μέσαρος χρωστάμε κάποιες από τις πιο πολύτιμες συμβολές στην «ανακάλυψη» της επαναστατικής και χειραφετικής ουσίας του έργου του Μαρξ.
Το βιβλίο του Άλεξ Καλλίνικος Οι Επαναστατικές Ιδέες του Καρλ Μαρξ αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο συνολικότερο έργο του Μαρξ, ενώ μια πιο προχωρημένη συμβολή μπορούμε να βρούμε στο βιβλίο του Άλεξ Καλλίνικος Η Αποκρυπτογράφηση του Κεφάλαιου που είναι απαραίτητο διάβασμα στα 150 χρόνια από το Κεφάλαιο του Μαρξ.



Τα 100 χρόνια από την Ρώσικη Επανάσταση ήταν βέβαια η επέτειος που επισκίασε όλες τις άλλες τη χρονιά που πέρασε κι η συζήτηση για τα αίτια, και την πορεία της συνεχίζεται και θα συνεχιστεί. Ο άγγλος ιστορικός Ε.Χ Καρ έχει αφήσει ένα μεγάλο έργο για την επανάσταση και τη μετεπαναστατική Ρωσία, όπως η τρίτομη ιστορία της ΕΣΣΔ. Φέτος κυκλοφόρησε στα ελληνικά η Μικρή Ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης. Είναι μια πολύ καλή εισαγωγή για να αποκτήσει κανείς μια συνολική εικόνα για την πορεία της Ρώσικης Επανάστασης από την έκρηξή της το Φλεβάρη του 1917 μέχρι και την πλήρη επιβολή του σταλινικού καθεστώτος στην ΕΣΣΔ το 1929. Στο ερώτημα “Πώς Χάθηκε η Ρώσικη Επανάσταση” απαντάει η έκδοση του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου που συγκεντρώνει σχετικά κείμενα του Κρις Χάρμαν, του Άλεξ Καλλίνικος και του Πάνου Γκαργκάνα.

• Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για αυτά τα βιβλία στις σελίδες βιβλιοκριτικής του περιοδικού Σοσιαλισμός από τα κάτω στα τεύχη του 2017. (http://ergatiki.gr/article.php?id=17586&issue=1304)



Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλιοκριτική: Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση


Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση
 
Ιστβάν Μέσαρος

Tιμή 18 ευρώ, 369 σελίδες
Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016


Την 1η Οκτώβρη πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, ο Ιστβάν Μέσαρος. Ο Μέσαρος είχε γεννηθεί στην Ουγγαρία. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Γκέοργκ Λούκατς. Εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1956 μετά την συντριβή της επανάστασης από τα ρωσικά τανκς. Τις τελευταίες δεκαετίες ζούσε και δίδασκε στη Βρετανία (ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σάσεξ).Το 1971 κέρδισε το βραβείο Ντόιτσερ για το βιβλίο του "Η θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση".1 
Επαναστάτης
Ο Μέσαρος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του μαρξιστής και επαναστάτης. Το 2009, την χρονιά που άρχισε να ξεδιπλώνεται με όλο της το μένος η παγκόσμια οικονομική κρίση έλεγε σε μια συνέντευξή του στο βρετανικό περιοδικό Socialist Review:2
"Πρόκειται για μια δομική κρίση του συστήματος. Απλώνεται παντού και επηρεάζει ακόμα και τη σχέση μας με τη φύση, υπονομεύοντας τις θεμελιακές συνθήκες της ανθρώπινης επιβίωσης. Για παράδειγμα, κάθε τόσο ανακοινώνουν κάποιους στόχους για την μόλυνση της ατμόσφαιρας. Έχουμε ένα υπουργείο για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή το οποίο είναι στην πραγματικότητα ένα υπουργείο κοπανιστού αέρα. Τίποτα δεν γίνεται πέρα από την ανακοίνωση των στόχων. Αλλά οι στόχοι ούτε καν πλησιάζονται -πολύ περισσότερο δεν ικανοποιούνται. Αυτό είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της δομικής κρίσης του συστήματος και μόνο δομικές λύσεις μπορούν να μας βγάλουν από αυτή τη φριχτή κατάσταση...
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίσαμε τις προηγούμενες. Η παρούσα κρίση είναι πρωτοφανής. Ο αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας έχει παραδεχτεί ότι είναι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση στην ανθρώπινη ιστορία... Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία δεν δημιουργήθηκαν μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια. Αργά ή γρήγορα αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να επιλυθούν, όχι όπως φαντάζονται οι Νομπελίστες Οικονομολόγοι, μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Η μόνη εφικτή λύση είναι να οργανώσουμε την κοινωνική αναπαραγωγή στη βάση του ελέγχου από τους ίδιους τους παραγωγούς. Αυτή ήταν πάντα η βασική ιδέα του σοσιαλισμού."
Αλλοτρίωση
Ο Μαρξ "δανείστηκε" την έννοια από τον Γκέοργκ Φρήντριχ Χέγκελ, τον μεγάλο διαλεκτικό "φιλόσοφο της αστικής επανάστασης". Αλλά, όπως έκανε με όλες τις έννοιες που κληρονόμησε από τον Χέγκελ χρειάστηκε πρώτα να τις γυρίσει ανάποδα, έτσι ώστε -όπως έλεγε ο ίδιος- να στέκουν με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω. 
Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής. Η αφετηρία των πάντων στο φιλοσοφικό του σύστημα είναι το "απόλυτο πνεύμα", ο θεός. Η αλλοτρίωση στο σύστημά του είναι το φυσικό επακόλουθο της εργασίας. Με την εργασία του ο άνθρωπος μετατρέπει την ιδέα του -κάτι που βρίσκεται στον νου του και που ελέγχει απόλυτα- σε ένα εξωτερικό αντικείμενο, σε ένα δημιούργημα αυτονομημένο από τον ίδιο και ικανό να στραφεί ακόμα και εναντίον του. Ο σύγχρονος άνθρωπος καταδυναστεύεται σήμερα από την οργανωμένη κοινωνία (το κράτος, τους νόμους, τους ισχυρούς κλπ). Η κοινωνία, όμως, είναι ανθρώπινο δημιούργημα.
Για τον Χέγκελ δεν υπήρχε πρακτικά τρόπος να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την αλλοτρίωση. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να συνειδητοποιήσει την τραγική του μοίρα και να συμφιλιωθεί μαζί της. Και όχι μόνο μαζί της: στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Χέγκελ -που στα νιάτα του υπήρξε θερμός οπαδός της Γαλλικής Επανάστασης- συμφιλιώθηκε με το ίδιο το αυταρχικό και καταπιεστικό Πρωσικό κράτος.
Ο Μαρξ συμφωνούσε με την παρατήρηση του Χέγκελ, ότι τα δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας μπορούν να στραφούν εναντίον του. Αλλά η αυτονόμησή τους από τον δημιουργό τους δεν είχε τίποτα το μυστικιστικό: η αιτία είναι οι ταξικές κοινωνίες, και ιδιαίτερα ο καπιταλισμός. Η εργασία δεν είναι ελεύθερη στο σημερινό σύστημα. Οι εργάτες δεν επιλέγουν ούτε πότε θα δουλέψουν, ούτε πόσο θα δουλέψουν, ούτε τι θα παράξουν, ούτε σε τι ποιότητα, ούτε σε τι ποσότητα. Αυτά τα ελέγχουν τα αφεντικά. Η αλλοτρίωση είναι αποτέλεσμα της ανελεύθερης εργασίας και όχι της εργασίας γενικά.
Οι εργάτες δεν αποξενώνονται μόνο από την ίδια τη διαδικασία της εργασίας στον καπιταλισμό. Αποξενώνονται και από τα προϊόντα της εργασίας τους. Στον καπιταλισμό τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε εμπορεύματα -σε απλησίαστα κατά κανόνα εμπορεύματα για τους ίδιους τους παραγωγούς. Στα εργοστάσια-κάτεργα του Βιετνάμ και της Κίνας ξυπόλητοι εργάτες παράγουν, με μεροκάματο μερικά δολάρια, κάθε μέρα χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια -που οι ίδιοι, όμως, αδυνατούν να αγοράσουν. Και δεν είναι μόνο αυτό: η "υπεραξία" από την δουλειά τους είναι η πηγή του κέρδους. Και το κέρδος είναι η πηγή του κεφάλαιου -της "δύναμης" που καταδυναστεύει τους εργάτες. Όσο περισσότερο δουλεύουν οι εργάτες τόσο πιο δυνατό γίνεται το κεφάλαιο και τόσο χειροτερεύει η θέση τους.
Η αλλοτρίωση, έλεγε ο Μαρξ, διαταράσσει και τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο καπιταλισμός μετατρέπει τον εργάτη σε "συντελεστή της παραγωγής" -σε έναν πωλητή της "εργατικής του δύναμης" (της ικανότητάς του να δουλεύει), σε ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Το μεροκάματο καθορίζεται με βάση την "αξία" του -όπως ακριβώς καθορίζεται και η αξία όλων των εμπορευμάτων: με βάση την εργασία που χρειάζεται για να αναπαραχθεί. Και η "αξία" του ατόμου σύμφωνα με την ηθική του συστήματος είναι ανάλογη με το πορτοφόλι του. "Είμαι άσχημος", γράφει ο Μαρξ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, "αλλά μπορώ να αγοράσω για εμένα την πιο όμορφη γυναίκα. Δεν είμαι άσχημος λοιπόν γιατί η ασχήμια -η απωθητική δύναμή της- ακυρώνεται από το χρήμα".3 
Η εργασία είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Η αλλοτρίωση, από αυτή την άποψη, διαβρώνει ό,τι είναι πραγματικά ανθρώπινο, καταστρέφει την ίδια την ανθρώπινη "ουσία".
Διαμάχες
Η αξία του βιβλίου του Μέσαρος, όμως, δεν περιορίζεται σε μια παρουσίαση των απόψεων του Μαρξ για την αλλοτρίωση. Το βιβλίο ήταν μια παρέμβαση σε δυο μεγάλες διαμάχες που υπήρχαν εκείνη την εποχή (και συνεχίζουν μέχρι τώρα) μέσα στην αριστερά.
Η πρώτη αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην αλλοτρίωση και την ιδεολογία. Η αλλοτρίωση επηρεάζει προφανώς τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβάνεται η εργατική τάξη τον κόσμο και τη θέση της μέσα σε αυτόν. Ο καπιταλισμός υποβιβάζει τον εργάτη σε "εμπόρευμα". Και ο εργάτης τείνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν εμπόρευμα. "Οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής", έγραφε ο Μαρξ, "είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης". Πολλοί καταλήγουν από αυτό στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση είναι αδύνατη. Τη δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος"4 στο οποίο υποστήριζε ότι χάρη στην καταναλωτική κοινωνία η εργατική τάξη της δύσης έχει χάσει τον παλιό της επαναστατικό χαρακτήρα. Το βιβλίο του Μέσαρος δίνει μια δυνατή απάντηση σε αυτά τα επιχειρήματα: η ιδεολογική κυριαρχία των καπιταλιστών δεν είναι απόλυτη. Οι αντιδραστικές ιδέες του συστήματος συνυπάρχουν στα μυαλά της εργατικής τάξης με την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης, τις αντιλήψεις της αλληλεγγύης, τους οραματισμούς της ελευθερίας κλπ. Η ιδεολογική κυριαρχία μπαίνει σε κρίση κάθε φορά που οι εργάτες συγκρούονται με τα αφεντικά.
Η δεύτερη συζήτηση αφορά τη σχέση του νεαρού Μαρξ με τον ώριμο Μαρξ. Η επανάσταση δεν είχε καμιά θέση στον σταλινικό "μαρξισμό" που διδασκόταν στα κομματικά σχολεία της ΕΣΣΔ: ο Μαρξ ήταν απλά ένας οικονομολόγος. Το πραγματικό αντικείμενο του "Κεφάλαιου" ήταν η ανάπτυξη των "παραγωγικών δυνάμεων". Ο Μαρξ έλεγαν μιλούσε για την επανάσταση στα νεανικά του, ρομαντικά, μη επιστημονικά έργα. Μετά ωρίμασε. Η έννοια της αλλοτρίωσης έγραφε ο Λουί Αλτουσέρ, ένας Γάλλος φιλόσοφος που ταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και τον ρεφορμισμό, δεν υπάρχει στο έργο του ώριμου Μαρξ.
Στην πραγματικότητα αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Η αλλοτρίωση είναι για τον Μαρξ η άλλη όψη της εκμετάλλευσης. Το Κεφάλαιο δεν έχει καμιά σχέση με την "ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων". Ο στόχος του ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και η οικοδόμηση μιας δίκαιης και βιώσιμης κοινωνίας. 

Σημειώσεις
1. Ι.Μέσαρος, "Η Θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση", Εκδόσεις Κουκίδα,
2. Socialist Review 332, January 2009, Interview: A structural crisis of the system, By Judith Orr Patrick, WardIstván Mésáros
3. Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 169
4. Herbert Marcuse, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Εκδόσεις Παπαζήση (1971)

του Σωτήρη Κοντογιάννη 
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1022

Βιβλιοκριτική: Πρώτη φορά Αριστερά


Πρώτη φορά Αριστερά
 
Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του
Βασίλης Ασημακόπουλος

Τιμή 24 ευρώ, 558 σελίδες
Εκδόσεις Andy's Publishers, 2017


Στην φετινή επέτειο της 3ης Σεπτέμβρη, ο Αλέξης Τσίπρας με μακροσκελές άρθρο του στο «Ντοκουμέντο» με τίτλο «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;» τοποθετήθηκε ο ίδιος στο θέμα της λεγόμενης «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ: «Σήμερα είναι πολλοί εκείνοι, που κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα - συνέχεια του ΠΑΣΟΚ… Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται σήμερα ως το κόμμα που έχει ξαναπιάσει το νήμα αυτών των στόχων (σ.σ της 3ης Σεπτέμβρη) τότε η κατηγορία γίνεται δεκτή. Και με υπερηφάνεια».
Είναι σαφές, ότι παρά τη σημερινή παρακμή του χώρου του ΠΑΣΟΚ, η συζήτηση πάνω στο τι είδους τελικά κόμμα ήταν, όχι μόνο παραμένει ανοιχτή για τέταρτη συνεχή δεκαετία, αλλά διατηρεί ζωντανή την επικαιρότητά της. Και είναι μια συζήτηση αναγκαία στην Αριστερά, όχι τόσο για να εντοπίσει κανείς, επιχαίροντας ή καταγγέλλοντας τις διαφορές ή ομοιότητές του με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο για να μπορέσει να υπάρξει μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Υπό αυτήν την έννοια δεν θα μπορούσε παρά να είναι χρήσιμη και καλοδεχούμενη η έκδοση του βιβλίου «Πρώτη φορά Αριστερά, αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ στην περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του» (andy’s publishers) από τον Βασίλη Ασημακόπουλο - προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ από τον οποίο αποχώρησε δύο φορές (1999 και 2010) και στη συνέχεια μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-13 από τον οποίο επίσης αποχώρησε το 2015. Στις 600 σελίδες του βιβλίου αναδεικνύονται σημεία που αξίζει να σταθεί κανείς: 
Κόντρα στις αναλύσεις καρικατούρες -που συνδέουν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ με τον «λαϊκισμό», «τη δημαγωγία» ή τις «πελατειακές σχέσεις» και το παρουσιάζουν λίγο ως πολύ ένα «αρχηγικό» κόμμα-φαντομά που ήρθε «από το πουθενά» για να «κλέψει» τα συνθήματα της αριστεράς και να εγκλωβίσει τις «πειθήνιες» μάζες- το βιβλίο περιέχει μια εκτενή ανάλυση και εξιστόρηση του πως το ΠΑΣΟΚ πέτυχε να αποκτήσει οργανική σχέση με την εργατική τάξη, τη νεολαία και ευρύτερες μάζες.
Αναδεικνύεται πώς το ΠΑΣΟΚ, παρότι στις αρχές του ’70 ήταν ένα νέο κόμμα με λιγότερα ιστορικά και οργανωτικά εφόδια σε σχέση με το ΚΚΕ ή το ΚΚΕεσ., στη διάρκεια της χούντας και της μεταπολίτευσης πέτυχε να συνδεθεί με το τεράστιο κύμα ριζοσπαστικοποίησης που έφτανε από τον έξω κόσμο στην Ελλάδα την δεκαετία του ’70. 
Ενώ το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. μέσα στη χούντα αναζητούσαν συμμαχίες για τον «εκδημοκρατισμό του καθεστώτος» με αποτέλεσμα αρχικά να καταγγέλλουν και την ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το ΠΑΚ, η μήτρα από την οποία ξεπήδησε το ΠΑΣΟΚ, τα υπερφαλάγγιζε από τα αριστερά και σε στόχους και σε συνθήματα και σε πρακτικές που σε πολλά σημεία «θύμιζαν» επαναστατική αριστερά (κρατώντας ταυτόχρονα τις συνδέσεις με κάποιες από τις δυνάμεις του Κέντρου που είχε νομιμοποιήσει η ηγεσία της ΕΔΑ την περίοδο πριν τη χούντα). 
Μπαίνοντας στη μεταπολίτευση με τα κόμματα της Αριστεράς να σέρνονται στην πιο συναινετική γραμμή «Ή Καραμανλής ή τανκς», το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να συνδεθεί με πλατειά κομμάτια της κοινωνίας – καταρχήν στη νεολαία, όπου η ΠΑΣΠ καταφέρνει να βγει πρώτη δύναμη στα πανεπιστήμια στις πρώτες μεταπολιτευτικές φοιτητικές εκλογές. Όμως το πιο σημαντικό για την ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι καταφέρνει να συνδεθεί με τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της εργατικής τάξης. Αρχικά το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων, που το 1974-76 αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες περιόδους του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα -και που τα κόμματα της Αριστεράς κατήγγειλαν. Ακολούθως, το δεύτερο κύμα αγώνων της μεταπολίτευσης στις τράπεζες και το δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα το διάστημα 1977-81. 
Μέσα σε αυτούς τους αγώνες απλώνεται παντού η οργανωμένη και όχι μόνο επιρροή του ΠΑΣΟΚ που το 1981 υπόσχεται «στις 18 του Οκτώβρη σοσιαλισμός» και κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές. Ήταν τέτοια η ορμή της μεταπολίτευσης και τόσο στενή η σύνδεση του κόμματος με την εργατική τάξη ώστε μέσα στη διετία 1981-83 το ΠΑΣΟΚ δεν έφερε βέβαια τον σοσιαλισμό αλλά αναγκάστηκε να ψηφίσει και να εφαρμόσει μια σειρά προοδευτικών νόμων και μέτρων, κατακτήσεις της εργατικής τάξης που εδώ και δεκαετίες προσπαθούν να πάρουν πίσω. 
Όμως αυτή η σύνδεση δεν σήμανε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην εργατική τάξη. Αυτό θα φανεί με εκκωφαντικό τρόπο το 1985-87, όταν ενάντια στο πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα λιτότητας του ΠΑΣΟΚ το 1985, η ανταρσία της βάσης –με προπύργια τις ΔΕΚΟ και τα σωματεία των κρατικοποιημένων πλέον εργοστασίων- θα πάρει τόσο μαζικά και εκρηκτικά χαρακτηριστικά ώστε η ΠΑΣΚΕ να διασπαστεί και το ένα της κομμάτι να συμμαχήσει με την ΕΣΑΚ-Σ, μέσα σε ένα ξέσπασμα νέων απεργιακών αγώνων. Η συνεργασία της ΣΣΕΚ (που διαμορφώθηκε από τους αποχωρήσαντες και διαγραφέντες του ΠΑΣΟΚ) με το ΚΚΕ θα κερδίσει στις δημοτικές εκλογές του 1986 δεκάδες δήμους δημιουργώντας τα κόκκινα στεφάνια στις εργατογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Το ΚΚΕ θα χαραμίσει αυτήν την ευκαιρία, προχωρώντας τον επόμενο χρόνο στην ίδρυση του ενιαίου Συνασπισμού, μια συμμαχία προς τα δεξιά με την ΕΑΡ του Κύρκου, ανοίγοντας το δρόμο στην προδοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη το 1989. Έτσι στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-90, παρά την τεράστια κρίση του, το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να συγκρατήσει, να επαναπατρίσει το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης και να αναπτυχθεί εκ νέου στους εκρηκτικούς εργατικούς αγώνες του διαστήματος 1991-93, παρά την συνέχιση της δεξιάς στροφής στο δεύτερό του συνέδριο.
Είναι γεμάτο το βιβλίο από σχετικές περιγραφές και ντοκουμέντα όλης αυτής της περιόδου, όχι μόνο για τη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη και τις μάζες γενικότερα, αλλά και για τις σφοδρές συγκρούσεις που γεννούσαν οι ανταρσίες της βάσης μέσα στις κομματικές οργανώσεις του όλη αυτήν την περίοδο, που αναιρούν την καρικατούρα «το ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ανδρέας». 
Μέσα στο εκρηκτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου συμμαχεί αρχικά με τα πιο ριζοσπαστικά και αριστερά κομμάτια του ΠΑΣΟΚ για να διαγράψει την «Δημοκρατική Άμυνα» και περιορίζει τους «παλαιοκομματικούς» προερχόμενους από την Ένωση Κέντρου. Στη συνέχεια σε μια πορεία ελέγχου του κόμματος συγκρούεται προς τα αριστερά και διαγράφει διαδοχικά τους τροτσκιστές και μεγάλο κομμάτι της ΠΑΣΠ και της εργατικής νεολαίας, προκειμένου να φτάσει όσο γίνεται ελαφρύτερος από «βαρίδια» στις εκλογές του 1981. 
Ο στόχος υλοποιείται, όχι μόνο χάρη στο κύρος και τις πολιτικές ικανότητες του Ανδρέα αλλά και χάρη στη στήριξη και στην (όχι πάντα) συνεργασία, όπως αναλύεται εκτενώς στο βιβλίο, μιας κομματικής γραφειοκρατίας που αναπτύσσεται μέσα στο ίδιο το κόμμα ενόψει της κατάληψης της εξουσίας και παγιοποιείται με το ερχομό του στην εξουσία, μετατρεπόμενη σε κρατική γραφειοκρατία. Όλο αυτό το διάστημα, περίοδοι διορισμών από τα πάνω, καθαιρέσεων και διαγραφών εναλλάσσονται με περιόδους «συσπείρωσης όλων των τάσεων» - με το πρώτο συνέδριο του κόμματος να καθυστερεί 11 ολόκληρα χρόνια. 
Ο συγγραφέας αναλύει την δεξιόστροφη πορεία της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ όλο αυτό το διάστημα σαν το πέρασμα από ένα κόμμα εξελικτικής σοσιαλδημοκρατίας που στοχεύει στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, σε ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατίας με ορίζοντα κάποιες μεταρρυθμίσεις στο παρόν σύστημα, και τελικά σε ένα σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα την δεκαετία του ’90 - ενώ αλλού αυτοπροσδιορίζει την θέση του κοντά στην ανάλυση των συνεδρίων του ΚΚΕ για «κόμμα μικροαστικού σοσιαλισμού» και «ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα» στο 10ο και 11ο συνέδριο αντίστοιχα. 
Όμως είναι η ανάλυση του Λένιν για τα ρεφορμιστικά κόμματα, ως αστικά-εργατικά, κόμματα δηλαδή με αστική πολιτική αλλά σε οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, που μπορεί να εξηγήσει με τον καλύτερο τρόπο το ΠΑΣΟΚ. Γιατί δεν περιορίζεται πάνω στην ανάλυση των προγραμματικών διακηρύξεων της κάθε συγκυρίας (που έχουν βέβαια την ιδιαίτερη αξία τους) και στην πολιτική που εκφράζει και εφαρμόζει το κόμμα αλλά στον κρίσιμο ρόλο των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζονται μέσα σε αυτό. 
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και μετά την περίοδο που πραγματεύεται το βιβλίο, την περίοδο της πιο δεξιάς του στροφής συνέχισε να εκφράζει την πλειοψηφία και τις προσδοκίες της εργατικής τάξης αλλά και να βρίσκεται ξανά αντιμέτωπο με αυτήν του την εσωτερική αντίθεση. Από την ανατροπή του νόμου Γιαννίτση από μια ΓΣΕΕ που φαινόταν να ελέγχει πλήρως την περίοδο του Σημιτικού εκσυγχρονισμού μέχρι την σύγκρουση επί Παπανδρέου για την αναθεώρηση του άρθρου 16. Ήταν αυτή η αντίθεση που έσκασε με τον πιο εκρηκτικό τρόπο την περίοδο των μνημονίων, με την εργατική βάση του ΠΑΣΟΚ να το εγκαταλείπει μέσα σε μια περίοδο νέας ριζοσπαστικοποίησης και του μεγαλύτερου απεργιακού κινήματος από την εποχή της μεταπολίτευσης. 
Στον πυρήνα αυτής της αντίθεσης –αλλά και ταυτόχρονα εξήγηση της κατάληξης του ΠΑΣΟΚ- είναι η στρατηγική του: ο τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε από την αρχή το ζήτημα της διαχείρισης του αστικού κράτους, ο συμβιβασμός που επιδίωξε και τελικά πέτυχε με κομμάτια της άρχουσας τάξης με την πάροδο του χρόνου, (παρά το γεγονός ότι πάντα το φόβιζε η σχέση του με την εργατική τάξη). Ήταν επίσης από την αρχή εκεί, μέσα από τις διάφορες θεωρίες εξάρτησης και εθνικής ανασυγκρότησης, από τις οποίες το μόνο που απέμεινε όταν η ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ και ο εκσυγχρονισμός έγιναν «αναγκαίος συμβιβασμός», ήταν ένας χυδαίος αντιτουρκικός, κυρίως, σωβινισμός. Αυτήν την υποταγή στα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού, ο Ανδρέας και το επιτελείο του μπορούσαν να ντύνουν με περίτεχνες αναλύσεις περί «ιδεολογικά ζητούμενου, κοινωνικά αναγκαίου και πολιτικά εφικτού», «περί διαφορετικών ρόλου κόμματος και κυβέρνησης» - τις οποίες προσπαθεί να αντιγράψει σήμερα ο Τσίπρας και το επιτελείο του.
Με αυτήν την έννοια δεν θα συμφωνούσαμε με το τελικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι «δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη, έτσι παίχτηκαν τα πράγματα». Όχι λόγω υποτίμησης των κατά καιρούς διαφορετικών αριστερών αντιπολιτεύσεων μέσα στο ΠΑΣΟΚ, ότι δεν θα μπορούσαν να είναι φορέας εξελίξεων. Θα μπορούσαν. Μέσα στη διαλεκτική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα σε κάθε ρεφορμιστικό κόμμα και έρχεται στην επιφάνεια σε περιόδους κρίσης της στρατηγικής, ενυπάρχει και η δυνατότητα εξέλιξής του μέσα από τη διάσπασή του και το κέρδισμα της ριζοσπαστικής του πτέρυγας στην πλευρά της επανάστασης. 
Συνέβη αυτό στη Γερμανία την δεκαετία του ’20, όταν την διάσπαση του SPD ακολούθησε η ίδρυση του USPD και στη συνέχεια η εισχώρηση ενός μεγάλου τμήματός του στο νεοφώτιστο Κομμουνιστικό Κόμμα. Την δεκαετία του ’80 το ΚΚΕ είχε αυτήν την ευκαιρία και την πέταξε, όπως την πέταξε ξανά και αμέσως μετά το 2010 με τον συντηρητισμό της «σπασμένης βιτρίνας» και τον σεχταρισμό του απέναντι στο ίδιο το μαζικό κίνημα. 
Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί προσωρινά και σε ένα βαθμό να έχει προσεγγίσει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ αλλά στην πολιτική του και την συγκυρία εξακολυθούν να δρουν οι αντιθέσεις και οι δυνάμεις που οδήγησαν στη διάλυση το ΠΑΣΟΚ. Είναι καθήκον της επαναστατικής αριστεράς να μην χαραμίσει ξανά επόμενες ευκαιρίες είτε με την προσαρμογή στον αλά Τραμπ «ρεαλισμό» του Τσίπρα, είτε ακολουθώντας αποτυχημένες επιλογές «εθνικής ανασυγκρότησης» είτε σεχτάροντας τον κόσμο της αριστεράς που υπάρχει και αναφέρεται με λιγότερες ή περισσότερες αυταπάτες στον ΣΥΡΙΖΑ.

του Γιώργου Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1023 

Βιβλιοκριτική: Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;


Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; 
 
Ρόζα Λούξεμπουργκ
Τιμή 10 ευρώ, 185 σελίδες
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2014

Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” της Ρόζας Λούξεμπουργκ γράφεται το 1899, μόλις ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση της επαναστάτριας από την Πολωνία στη Γερμανία, που ήταν το επίκεντρο του διεθνούς εργατικού κινήματος και εντυπωσιάζει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής αριστεράς στις αρχές του 20ου αιώνα. Δεύτερον, γιατί διαβάζοντάς το ανακαλύπτουμε πόσο επίκαιρο παραμένει το δίλημμα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση” που έβαλε η Ρόζα.
Η Ρόζα προσχωρεί στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD), το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς εκείνης της περιόδου, σε μια κρίσιμη καμπή της εξέλιξής του και παρεμβαίνει στις αντιπαραθέσεις που είχαν ξεκινήσει στη Δεύτερη Διεθνή. Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” αποτελείται από δυο σειρές άρθρων. Η πρώτη δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβρη του 1898 και η δεύτερη τον Απρίλη του 1899. Είναι μια οξυδερκής και εμπεριστατωμένη πολεμική στον 'Εντουαρντ Μπερνστάιν, έναν από τους βασικούς ηγέτες του κόμματος, που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά καθαρά την άποψη ότι ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει με ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά σαν αποτέλεσμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και σταδιακών αλλαγών μέσα στον καπιταλισμό. 
Σε αντίθεση με το Μαρξ ο Μπερνστάιν επιχειρηματολογούσε ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού διαρκώς αμβλύνονται, ότι ο καπιταλισμός εξημερώνεται. Τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα ρυθμίζουν τη φύση του συστήματος το οποίο αντί για επαναλαμβανόμενες κρίσεις που είχε προβλέψει ο Μαρξ οδηγείται σε διαρκή ευημερία. Αυτή η δυνατότητα του συστήματος φαίνεται κι από τη βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης σύμφωνα με τον Μπερνστάιν. Άρα το κόμμα θα πρεπε να ασχοληθεί με τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης και όχι με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.
Η Ρόζα επιχειρηματολογεί ότι τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν ακριβώς το αντίθετο, οξύνουν τους ανταγωνισμούς στον καπιταλισμό αντί να τους αμβλύνουν. “Τα καρτέλ οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ανταλλαγής, οδηγώντας στο έπακρο τον αγώνα ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Επιπλέον οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ιδιοποίησης, αντιπαραθέτοντας στην εργατική τάξη την υπερδύναμη του οργανωμένου κεφάλαιου και βαθαίνοντας έτσι την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στην πιο οξυμένη μορφή. Τέλος οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στο διεθνή χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας και τον εθνικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους...” 
Το πιο ισχυρό χαρτί που είχε ο Μπερνστάιν για να υποστηρίξει ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού εξασθενούν ήταν ότι για δυο δεκαετίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει καμία σοβαρή ύφεση. Το χαρτί αυτό το κάνει κουρελόχαρτο η Ρόζα στο βιβλίο, αλλά και η ίδια η πορεία του καπιταλισμού, αφού το 1900 ξέσπασε μια σφοδρή γενική κρίση και 7 χρόνια αργότερα καινούργια κρίση. Η Ρόζα εξηγεί ότι όταν ο Μπερνστάιν υποστηρίζει ότι οι αντιθέσεις δεν βαθαίνουν, αφαιρεί από την πάλη για το σοσιαλισμό την υλική της βάση και τη μετατρέπει από αναγκαιότητα σε μια ευχή. 
Λίγα χρόνια πριν ο Τσίπρας ειρωνευόταν όσους παλεύουν για τη “Δευτέρα Παρουσία” του σοσιαλισμού και υποσχόταν μια πιο αργή και ήρεμη πορεία. Οι συμμαχίες με κομμάτια της άρχουσας τάξης και η “συνέχεια του κράτους” γνωρίζουμε ότι κατέληξαν από συνεχείς συμβιβασμούς σε ψήφιση μνημονίων, σε δεξιά κατρακύλα, μέχρι και στην εξοργιστική πρόσφατη επίσκεψή του στον Τραμπ. Πάνω από έναν αιώνα πριν η Ρόζα έγραφε: "Είναι μια παλιά ιστορία το ότι ο μικροαστός μεταρρυθμιστής βλέπει σε όλα τα πράγματα του κόσμου μια "καλή" και μια "κακή" πλευρά και ότι δοκιμάζει κάτι από όλους τους κήπους. Μια εξίσου παλιά ιστορία είναι όμως ότι η πραγματική πορεία των πραγμάτων ελάχιστα νοιάζεται για τους μικροαστικούς συνδυασμούς και τινάζει με ένα φύσημα στον αέρα τον μικρό σωρό από τις "καλές πλευρές" που συσσωρεύθηκε με τόση φροντίδα..." 
Για τον Μπερνστάιν η κοινοβουλευτική δημοκρατία γινόταν ολοένα και πιο “πραγματική και ουσιαστική”. Άρα το SPD αρκούσε να οργανώνει την εργατική τάξη σε συνδικάτα, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκτούν περισσότερα δικαιώματα και να κερδίσει τις απαραίτητες πλειοψηφίες μέσα στο κοινοβούλιο ώστε να μπορέσει να επιβάλλει μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στον σοσιαλισμό. Στο βιβλίο η Ρόζα εξηγεί ότι “τα συνδικάτα δεν είναι τίποτε άλλο από την οργανωμένη άμυνα της εργατικής δύναμης ενάντια στις επιθέσεις του κέρδους, τίποτε άλλο από την άμυνα της εργατικής τάξης ενάντια στην τάση της καπιταλιστικής οικονομίας που την πιέζει προς τα κάτω...” Ο συνδικαλιστικός αγώνας είναι πολύ χρήσιμος για να προστατεύει τους εργάτες από τις επιθέσεις των αφεντικών στο βιοτικό τους επίπεδο, αλλά δεν είναι υποκατάστατο για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Χρειάζεται η εργατική τάξη να καταλάβει την πολιτική εξουσία τσακίζοντας το αστικό κράτος. Η εξουσία των καπιταλιστών δεν στηρίζεται στον έλεγχο του κοινοβουλίου, αλλά στον έλεγχο της οικονομίας. “Το ίδιο το γεγονός της εκμετάλλευσης δεν στηρίζεται σε κάποιο νομικό διάταγμα αλλά στο καθαρό οικονομικό γεγονός της εμφάνισης της εργατικής δύναμης σαν εμπόρευμα…”
Στη σημερινή περίοδο της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού μετά τη δεκαετία του '30, μετά τη μαζική διάψευση των προσδοκιών από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ τα επιχειρήματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, όπως χρειαζόμαστε και περισσότερο από ποτέ το δυνάμωμα της επαναστατικής αριστεράς. Η συζήτηση που ανοίγει για τις αντιθέσεις και τις κρίσεις του καπιταλισμού, για τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου και την αναγκαιότητα η ίδια η εργατική τάξη να καταλάβει την εξουσία και να απελευθερώσει την ανθρωπότητα είναι πολύτιμο όπλο για όλους τους αγωνιστές που χτίζουν την αριστερή αντιπολίτευση και παράλληλα ψάχνουν τη γνήσια εναλλακτική. “Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι διαφορετικές μέθοδοι ιστορικής εξέλιξης που μπορούν εύκολα να επιλέχθούν από τον πάγκο της ιστορίας, όπως κάποιος επιλέγει ζεστά ή κρύα λουκάνικα...Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοί που είναι υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης ενάντια και σε αντιδιαστολή με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την κοινωνική επανάσταση, στην πραγματικότητα δεν επιλέγουν μία πιο ήρεμη και αργή πορεία προς τον ίδιο στόχο, αλλά προς ένα διαφορετικό στόχο. Αντί να έχουν μια στάση υπέρ της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, η στάση τους είναι υπέρ επιφανειακών τροποποιήσεων στην παλιά κοινωνία”.

της Λίλιαν Μπουρίτη

Βιβλιοκριτική: Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας


Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας
 
Μεχμέτ Μιχρί Μπελί

Μετάφραση: Γιώργος Μερτίκας
Τιμή 7 ευρώ, 120 σελίδες
Εκδόσεις Νήσος, 2017


Η «ανταλλαγή πληθυσμών» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που σφραγίστηκε με τη διαβόητη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και των δυο χωρών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Ιούλη 1923, που ακολούθησε την ήττα της επέμβασης του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία με την αρχική στήριξη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών νικητριών δυνάμεων του Α’΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, περίπου 1.500.000 μη μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας και 500.000 μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελλάδας εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική «μετανάστευση» στις αντίστοιχες «μητέρες πατρίδες». Ήταν η πρώτη θεσμοθετημένη μαζική εθνική εκκαθάριση που οδήγησε σε τραγωδία εκατομμύρια ανθρώπους που ήρθε ως συνέπεια των ανταγωνισμών των τοπικών αρχουσών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή. Αλλά και πέρα από τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα, η Συνθήκη της Λωζάνης συνεχίζει μέχρι σήμερα να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από ελληνικές και τουρκικές κυβερνήσεις για να αντλήσουν αμφότερες εθνικιστική «επιχειρηματολογία» στους τωρινούς ανταγωνισμούς τους.
Το βιβλίο του Μιχρί Μπελί για τις «οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων» είναι σημαντικό από πολλές πλευρές. Κατ’ αρχήν, έχει γραφτεί το 1939, δηλαδή μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης και επομένως έχει μια αμεσότητα και όσον αφορά στα ίδια τα γεγονότα και όσον αφορά στα οικονομικά στοιχεία από τις πρωτογενείς πηγές (κύρια της Μικτής Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, ενός όργανου που ανέλαβε να «βολέψει» όπως-όπως τους πρόσφυγες υπό την επίβλεψη των δυο κυβερνήσεων και της Κοινωνίας των Εθνών). 
Ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το ποιος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Μιχρί Μπελί λίγο μετά το γράψιμο βιβλίου του (ως μεταπτυχιακή εργασία σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο) έγινε μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας. Το 1946 πέρασε στην Ελλάδα, εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο ως διοικητής ένοπλων σωμάτων της τουρκικής μειονότητας της Θράκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2011, παρέμεινε ενεργός στην αριστερά και υποστηρικτής του κουρδικού κινήματος. Αυτή η διεθνιστική αντίληψη διαπερνάει, ως ένα βαθμό, και το βιβλίο.
Μια πρώτη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εξετάζει την κοινωνική διαστρωμάτωση των δυο μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν σε συνδυασμό με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο: ένα μεγάλο μέρος των μη μουσουλμάνων στην Τουρκία ήταν κυρίως έμποροι, βιοτέχνες, επιχειρηματίες που «ενώ μια προηγούμενη περίοδο αποτελούσαν μια προοδευτική δύναμη… τώρα είχαν γίνει πράκτορες των ξένων ιμπεριαλιστών», ενώ «όσον αφορά την τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα, αυτοί οι μουσουλμάνοι ήταν ως επί το πλείστον αγρότες… και στην πραγματικότητα εκδιώχθηκαν σε αντίποινα για την εισροή Ελλήνων από την Τουρκία». Ταυτόχρονα σημειώνει ότι «δεν ήταν το σύνολο της μη μουσουλμανικής μειονότητας στην Τουρκία που έγινε σύμμαχος των ιμπεριαλιστών» και ότι «οι αντάρτικες ομάδες που συνέτριψαν τον ελληνικό στρατό στην Ανατολική Μικρά Ασία απαρτίζονταν κατά καιρούς και από Έλληνες που προέρχονταν κυρίως από τους αγρότες και τις φτωχές χειρονακτικές τάξεις».
Στη συνέχεια ο Μιχρί Μπελί υποστηρίζει πως «μια φυλετική ή γλωσσική διάκριση των προσφύγων θα ήταν εντελώς ανεπαρκής… Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων στην Ελλάδα μιλούσε μόνο ελληνικά, και τα ελληνικά ήταν μια ξένη γλώσσα για πολλούς Έλληνες που ζούσαν στην κυρίως Τουρκία». Αναφέρει την προσωπική του εμπειρία μιας μικρής κωμόπολης που ζούσε ο ίδιος: πριν την «ανταλλαγή» η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν έλληνες ορθόδοξοι, αλλά οι επίσημες ομιλίες εκφωνούνταν στα τουρκικά γιατί ήταν η γλώσσα που μιλούσαν. Μετά την «ανταλλαγή» στην κωμόπολη ήρθαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, αλλά στις επίσημες ομιλίες έπρεπε να χρησιμοποιείται η ελληνική γλώσσα επειδή η πλειοψηφία των ακροατών δεν ήξερε τουρκικά!
Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις τραγικές συνθήκες που συνόδευαν τους πρόσφυγες τόσο στη διάρκεια της μεταφοράς τους όσο και της μετεγκατάστασής τους. Θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων είχε ήδη εκδιωχθεί πριν την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία συμπεριέλαβε και όσους είχαν μετακινηθεί από το 1912 μέχρι το 1923, επικυρώνοντας επίσημα τη συντελούμενη εθνική εκκαθάριση. «Στην Ελλάδα, οι μετανάστες διώκονταν δια της βίας από τα σπίτια τους πριν από την ημέρα μεταφοράς τους». Στην Τουρκία «σε πολλούς Έλληνες οι οποίοι είχαν ήδη φτάσει στα λιμάνια διακομιδής τούς είπαν να επιστρέψουν στα χωριά τους όπου η περιουσία τους είχε ήδη κατασχεθεί». Η μεταφορά γινόταν τις περισσότερες φορές με πεζοπορία και καραβάνια, όπου οι πρόσφυγες έπρεπε να μετακινηθούν με δικά τους έξοδα. Στα λιμάνια οι πιο τυχεροί έβρισκαν καταφύγιο σε δημόσια κτήρια ή σε σκηνές. Είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το κρύο και τις ασθένειες. Καμιά βοήθεια δεν δόθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο. «Η μετανάστευση», γράφει ο Μιχρί Μπελί, «συνολικά έτυχε αδέξιων χειρισμών… Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν στην ίδια την υποχρεωτική ανταλλαγή και στις αιτίες που έκαναν αναγκαίο ένα τέτοια σχέδιο».
Τα δυο κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται «στην αποκατάσταση των μεταναστών σε Ελλάδα και Τουρκία» είναι γεμάτα από οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία και αναλυτικούς πίνακες που παραπέμπουν στα ζητήματα της γης, της περιουσίας, της στέγασης, της αντιμετώπισης από τις δημόσιες υπηρεσίες, των «επαχθών» εξωτερικών δανείων που αναγκάστηκαν να πάρουν οι κυβερνήσεις. Ειδικά για τα δάνεια της Ελλάδας ο συγγραφέας γράφει ότι «κοστίζουν κατά προσέγγιση το ποσό των 15.000.000 δολαρίων ετησίως. Αν λάβουμε υπόψη τη σχετική ένδεια της Ελλάδας, αυτό σημαίνει για τον ελληνικό λαό ένα μεγάλο βάρος, από το οποίο δεν θα απαλλαγεί παρά στο απώτερο μέλλον». Τελικά, από οικονομικής πλευράς αυτό που έφερε η «ανταλλαγή πληθυσμών» ήταν στη μεν Τουρκία το γεγονός ότι «ένας αριθμός πόλεων στην Ανατολία και τη Θράκη που άλλοτε ήταν ευημερούντα εμπορικά κέντρα να απονεκρωθούν», στη δε Ελλάδα «η επέκταση των φτωχογειτονιών στα αστικά κέντρα». Ο Μιχρί Μπελί δεν παραλείπει να αφήσει αιχμές για το ποιοι βρήκαν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τη φτώχεια και τις ανάγκες στοιχειώδους επιβίωσης των εκατομμυρίων προσφύγων (ιδιαίτερα στην Ελλάδα).
Καταλήγοντας το βιβλίο αποδομεί τις υποτίθεται «θετικές πλευρές» της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών: «Δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα της προστασίας της μειονότητας… Εξαναγκάζοντας μια μειονότητα να εγκαταλείψει τη χώρα προέλευσής της, οξύνουμε το πρόβλημα της προστασίας της, δεν το επιλύουμε».
Αν είναι κάτι αρνητικό που θα μπορούσαμε να προσάψουμε στο βιβλίο, αυτό είναι ότι λείπουν οι συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, κύρια σε σχέση με το ρόλο των κυβερνήσεων και των δυο αρχουσών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία. Όπως επίσης λείπει και ο ρόλος που έπαιξαν οι πρόσφυγες σε σχέση με το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα: αντιμετωπίζονται κύρια ως φτηνό εργατικό δυναμικό και απουσιάζει η συμμετοχή τους στην αριστερά και στους αγώνες της, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτή η έλλειψη μπορεί ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα του βιβλίου ως μια «ακαδημαϊκή εργασία» για ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Γίνεται, όμως, ακόμα πιο έντονη εξαιτίας του σταλινικού θεωρητικού υπόβαθρου του συγγραφέα, με αποτέλεσμα ορισμένες εκτιμήσεις του να είναι από πολύ σχηματικές έως λάθος. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε –όπως πολύ σωστά αναφέρεται στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης– ότι «ο Μιχρί Μπελί ήταν ένας από τους πρωτοπόρους που έριξαν μια καθαρή ματιά στο πρωτοφανές γεγονός και τις συνέπειές του χωρίς να παρασυρθεί από τα επιχειρήματα του συρμού που καλλιεργούνται και τρέφονται από το ‘εθνικό συμφέρον’».

του Κώστα Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1025