Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Σκαρίμπας και Πεντζίκης

 
 
ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ ΚΑΙ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ

«Η Χαλκίδα... Σε τόσους κατοίκους δε γνωρίζαμε ούτε καν το διαλεχτό πεζόγράφο και ποιητή Σκαρίμπα, που το πάθος της συναισθηματικής του ψυχής κατακαίει κάθε εφήμερο, που συντηρεί τον άνθρωπο στην καθημερινότητα...»
-- Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης

Η ΜΝΕΙΑ περί Σκαρίμπα από τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη γίνεται αρκετά νωρίς, ήδη από το 1952. Η επακολουθήσασα πρώτη συνάντηση των ιερών αυτών τεράτων της λογοτεχνίας μας, υπήρξε αντάξια και των δύο: ο Σκαρίμπας οδήγησε τον Πεντζίκη σε μια ψαροταβέρνα, προκειμένου ο τελευταίος να απολαύσει φρέσκα ψάρια («τις ενάλιες λαχτάρες» του, όπως συχνά τα αναφέρει), τα οποία και ουδέποτε κατέφθασαν, επειδή ο Σκαρίμπας ουδέποτε τα παρήγγειλε πραγματικά, καίτοι πηγαινοερχόταν άπειρες φορές στην κουζίνα του καταστήματος - μια αναμονή πολλών ωρών που είχε καταντήσει ράκος τον, αρκετά λιχούδη Πεντζίκη, ενώ κατά την άδοξη επιστροφή τους προς τη Χαλκίδα, ο Σκαρίμπας άρχισε καθ’ οδόν τα καραγκιοζιλίκια του, πέφτοντας ανάσκελα στο δρόμο και υποδυόμενος τον πάσχοντα από κολικούς εντέρου...

ΥΠΟΓΕΙΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ο Πεντζίκης, ο οποίος διηγόταν με απόλαυση όλο αυτό το κάζο, έτρεφε βαθύτατη εκτίμηση για τον Σκαρίμπα. Παρά το χάος που χωρίζει τη συγγραφική αντίληψη, αλλά και τη γραφή του Πεντζίκη από εκείνη του Σκαρίμπα, υπόγειες διαδρομές μας οδηγούν από τον έναν στον άλλον. Και είναι φυσικό, αφού και οι δύο υπήρξαν ανατροπείς του κατεστημένου λόγου και της καθεστηκυΐας περί την πεζογραφία αντιλήψεως, εξαρθρωτές του μύθου, με χιούμορ και καμώματα σατανικά, στο έπακρον αληθινοί: γυμνοί. Σε μια εποχή, όπου η πόζα και η υστεροβουλία αποτελούσαν τον θεμέλιο λίθο της φήμης και της υστεροφημίας, εκείνοι εξέθεταν εαυτούς χωρίς έλεος. Και οι δύο ενέσκηψαν πρώιμα και πρόωρα στον ελληνικό χώρο, περίπου απρόσκλητοι, και (αγνοηθέντες επιδεικτικά) παρέμειναν ουσιαστικά αποσυνάγωγοι. Δεν τους προσεφέρθη ούτε η εντάφια, χρυσή προσωπίδα: ούτε ο ένας ούτε ο άλλος μνημονεύονται έστω (όχι ως λήμμα, αλλά ως λέξεις-άπαξ!) ακόμη και στην τελευταία έκδοση (1985) της ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.

Ενα ακόμη πεδίο, όπου συναντώνται ο Πεντζίκης με τον Σκαρίμπα, είναι οι μεταμορφώσεις των ηρώων. Στο βιβλίο π.χ. του Πεντζίκη «Το μυθιστόρημα της κυρίας Ερσης», το οποίο εξεδόθη μεν το 1966, πρόκειται όμως για έργο γραμμένο ήδη από το 1952, ο κύριος Ρουίτ Χόρας (ο οποίος τυγχάνει και εξαδάκτυλος!) εμφανίζεται στην κυρία Ερση υπό διπλή μεταμόρφωση: ως αρχαιολόγος Καλλιάδης και ως μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος - ενώ γεωπόνος ο κ. Θόδωρος διέρχεται κι’ αυτός από τις σελίδες του βιβλίου...
Στον Σκαρίμπα το σταθερό στοιχείο του αντικονφορμισμού του είναι η αλληλοδιολίσθηση των ηρώων. Στο «Μαριάμπα» (1935) ο (γεωπόνος) ήρωας αλληλοϋποκαθίσταται με κάποιον Γιάννη Πιττακό - ενώ ο πανταχού παρών ιατρός εξαδάκτυλος θα διενεργήσει και τη νεκροψία του ενός των συμβαλλομένων...
 
 

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

Ακρως ιδιάζουσα και ακραία (και, δυστυχώς, όχι και μοναδική), η περίπτωση Σκαρίμπα επαναφέρει επί τάπητος το σκοτεινό πρόβλημα της, ηθελημένης και μη, συγχύσεως των αξιών, που καταταλαιπωρεί μονίμως τα γράμματά μας και που, επί των ημερών μας, λαμβάνει πλέον διαστάσεις πολλαπλής συναλλαγής. Ποιητής, διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, καραγκιοζοπαίχτης και χαρτονομουτροκατασκευαστής (ενδεχομένως δε, και ιστοριογράφος), ο Γιάννης Σκαρίμπας με το παράξενο, αλλόκοτο και ανατρεπτικό του έργο -έργο που το στηρίζει, το υπηρετεί και το προωθεί μια γλώσσα πλουσιότατη, άκρως καταλυτική και εν ταυτώ υπόδειγμα (για το πώς, δηλαδή, μπορεί κανείς να υπερβαίνει τα όρια, χωρίς να τα παραβαίνει), μια γλώσσα που επέχει θέσιν χρυσής γέφυρας μεταξύ του δημοτικού τραγουδιού και της καθαρεύουσας- αυτός ακριβώς ο Σκαρίμπας θα αρχίσει να γίνεται γνωστός και να διαβάζεται όταν έχει πια γεράσει και τα ποικίλα μέσα μαζικής παραπληροφόρησης τον έχουν σύρει στα χωράφια εκείνα ακριβώς, όπου βολεύονται φυλλάδες και αστοιχείωτα ξόανα - δηλαδή, όταν έχουν καταφέρει να θεωρείται κι ο Σκαρίμπας γραφικός. Αλλωστε ας μην το ξεχνάμε, η γραφικότητα και η ηθογραφία αποτέλεσαν, επί μακράν σειράν ετών, το επίσημο άλλοθι της νεοελληνικής, φιλολογικής ή όχι, κριτικής.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ

Η γλώσσα συνιστά μια από τις ουσιαστικότερες διαφορές μεταξύ Σκαρίμπα και Πεντζίκη. Αδέσμευτη, ελεύθερη, ενιαία - αλλά και ατημέλητη, κάπως σε δεύτερη (στον Πεντζίκη) μοίρα, καθίσταται στον Σκαρίμπα το φοβερό του εργαλείο. Διαβάζοντας μόνο τα ποιήματά του, αντιλαμβανόμαστε πόσο βαθύς γνώστης της ελληνικής υπήρξε: τι παράδοση και τι φορτίο κουβαλούσε, πόσο τον συνείχαν η μουσικότητα και ο ρυθμός. Του ήταν εύκολο, επομένως, να πειραματίζεται με τη σύνταξη, με τις μετοχές, με την έκθλιψη, τους παρατονισμούς, κ.λπ. Ο Σκαρίμπας, αξίζει να το υπογραμμίσουμε, ανέλαβε υπό τη γραφίδα του ένα κούφιο και αμελητέο σημείο στίξε-ως, την παύλα, και το ανέδειξε σε μείζον σημείο του γραπτού μας λόγου!

Ούτε ο Πεντζίκης ούτε ο Σκαρίμπας μπορούσαν να δημιουργήσουν σχολή ή να αφήσουν μαθητές: υπήρξαν και οι δύο τόσο τελεσίδικα μοναδικοί! Αναλογιζόμενος, όμως, αυτά ακριβώς τα απροσδόκητα και καταλυτικά παιχνίδια με τη γλώσσα του Σκαρίμπα, αρέσκομαι να θεωρώ (ίσως και προς προσωπική παραμυθία) τον πεζογράφο Νόσο Θεοφίλου ως τον μοναδικόν επίγονο του τελευταίου.
Η πατρότητα φράσεων του Θεοφίλου, όπως: «Εγώ την περίμενα κρυμμένος μισόγυμνος ανάμεσα σε φύλλα συκής...», «Και γυρνώντας ευρύχωρα, μιλήστε μου αμοιβαίως, της είπε...», «Να ξεχειλίζουν τα στήθη τους -ομογάλακτα-...», «Απούσιαζα ήδη εκτός εαυτού...» κ.ο.κ., δεν ανήκει ουσιαστικά στον Σκαρίμπα - και ας μην γράφτηκαν ποτέ από αυτόν;

Σημείωση «Επτά Ημερών»: Το κείμενο τον Ηλία X. Παπαδημητρακόπουλου πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Πνευματική Καλλιέργεια», τεύχος 45ο, Μάιος - Ιούνιος 1994.

https://anemourion.blogspot.gr/2017/08/blog-post_94.html

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Σκόρπια Φύλλα, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993)

έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Σκόρπια Φύλλα

Σκόρπια φύλλα του φθινόπωρου
οι αγρότες για τη σπορά περιμέναν βροχή
ο άνεμος κλωθογύριζε ανοίγοντας τα επουράνια
"ποια οδό ακολουθούν τα κίτρινα φύλλα που πέφτουν;"
αντίθετο δρόμο παίρνοντας ο απόστολος των εθνών
από Nεαπόλεως της νυν Kαβάλας
Προς Θεσσαλονικείς A΄ Eπιστολής το ανάγνωσμα
ου θέλω υμάς αγνοείν περί των κεκοιμημένων
ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί

ψηλό σαν τηλόπτης φάρος το καμπαναριό
καμπύλ' ανοίγματα προς όλα τα σημεία του ορίζοντα
ότι είναι και δεν είναι σειρά συμπτώσεων
στο περιβόλι τάφοι με σταυρούς
κατάντικρυ η φωτιά κατάτρωγε το καράβι
πέθανε η πολυαγαπημένη μάννα του
έξ' απ' την ξύλινη θύρα καθόταν και περίμενε το κορίτσι
όπως κάθονται απάνω στ' άνθη οι πεταλούδες
μια ωραία πεταλούδα κι' έν' άδειο γραμματοκιβώτιο
ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές
νύχτα ερχόταν και τον έβρισκε
στον μυχό του κόλπου όπου εκβάλλει η ενδοχώρα
στο αναπεπταμένο πέλαγος που κατάπιε τον πατέρα
όταν δε μπόρεσε να καταλάβει τις κινήσεις του γιου του
ότι το πένθος σημαίνει νίκη και τρανή χαρά
έρχεται να φορτώσει σιτάρι στην αποβάθρα
και σχολιάζουν το θέαμα οι γνωστικοί
ερμηνευτές του ζωντανού ονείρου δακτυλοδεικτούν
πίσω ταφόπετρες με μάτια το χωριό
με αναστήματα υψηλά πλούσια βλάστηση το σκιάζει
ανάμεσα στις υπερκείμενες στέγες των φυλλωμάτων
και στους υπόρροφους θάμνους ανέρπει μνήμη
αφωσίωσις και πίστη θερμή ο κισσός
όπως ακριβώς ήσουν και ήταν
κάτω από την επιφάνεια κάνοντας βουτιά
όπου τα πλοία του Mαρδονίου εναυάγησαν
αλλά ξέρουμε ασφαλώς πως ο θησαυρός διεσώθη
στις θαλασσοσπηλιές όπου οι φώκες μοιρολογούν
στου αγιώνυμου Όρους τους βράχους τους κρυσταλλώδεις
αρωγή σε όποιον τεκταίνεται μεγάλα και πολλά
τον ήλιο που βυθά στη λεκάνη της μάννας του
και θρηνούν όσοι τον πίστεψαν γιατί σβύνει
άλλη δυνατότητα προσφέροντας εκ των υγρών εγκάτων
να μας πας στην ξενητειά
να μας πας στα πέρα μέρη
φύσα θάλασσα πλατειά
φύσ' αγέρι, φύσ' αγέρι.


(από τη Διαγώνιο, 2, 1961)


Σκόρπια Φύλλα (ανάγνωση: 2312 Kb - 02:47)
(διαβάζει: Πεντζίκης Nίκος Γαβριήλ, Ελληνικός λόγος: Ποίηση, ΕΡΑ 1999)

Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού 


Βιογραφικό

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908 - 1993). Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τέταρτο παιδί του Γαβριήλ Πεντζίκη και της Μαρίας το γένος Ιωαννίδου. Είχε τρεις αδερφές, από τις οποίες η Χρυσούλα ήταν η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και η μητέρα του δασκάλα. Στο δημοτικό σχολείο πήγε για πρώτη φορά το 1919 στην έκτη τάξη· τα προηγούμενα χρόνια είχε κάνει μαθήματα στο σπίτι. Το 1921 ταξίδεψε με την οικογένειά του στη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι και τη Βιέννη. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών συνέταξε μια Παγκόσμια Γεωγραφία που εγκρίθηκε αρχικά από το Υπουργείο Παιδείας, η έγκριση ωστόσο ανακλήθηκε όταν έγινε γνωστή η ηλικία του. Τότε άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1926 έφυγε για σπουδές oπτικής και φαρμακευτικής στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ψυχάρη, και μετά από δυο χρόνια πήρε πτυχίο φυσιολογίας οπτικής. Το 1927 πέθανε ο πατέρας του και η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Από 1928 ως το 1929 σπούδασε Φαρμακευτική και Βοτανική στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου · αποφοίτησε το 1929. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και από το 1930 ως το 1955 ανέλαβε το φαρμακείο του πατέρα του, που έγινε ένα από τα γνωστότερα λογοτεχνικά στέκια της πόλης. Από το 1953 και ως το 1969 εργάστηκε ως ιατρικός επισκέπτης. Το 1933 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Άγιο Όρος (ώς το θάνατό του ξαναπήγε ενενηντατρείς φορές), όπου ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Το 1940 επιστρατεύτηκε και εκπαιδεύτηκε στο Ληγουριό, δεν πρόλαβε ωστόσο να πολεμήσει, καθώς προηγήθηκε η συνθηκολόγηση με τους γερμανούς. Το 1943 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Ένα χρόνο αργότερα συμμετείχε για πρώτη φορά σε έκθεση ζωγραφικής στο ανθοπωλείο Ευρυβιάδη Κωνσταντινίδη. Το 1946 αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους να συνεταιριστεί στο πατρικό φαρμακείο. Το 1948 παντρεύτηκε τη Νίκη Λαζαρίδου, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Γαβριήλ. Γύρω στο 1967 ξεκίνησε η σταδιακή ψυχική απομάκρυνσή του από τα εγκόσμια και η καθημερινή του ενασχόληση με τον "Συναξαριστή" του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, που κράτησε ως το τέλος της ζωής του και σημάδεψε την μετέπειτα καλλιτεχνική του παραγωγή. Ταξίδεψε στην Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία και το Στρασβούργο, (1986 και 1989). Ως ζωγράφος πήρε μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (1951), Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης (1952), γκαλερί "Ζυγός" της Αθήνας (1958), αίθουσα "Τέχνη" (1960 και 1966), όγδοη Πανελλήνια Έκθεση Θεσσαλονίκης (1965), Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας (1969), Κύπρος (1970), Λονδίνο (1971), γκαλερί "Κρεωνίδη" (1976), γκαλερί "Κοχλίας" (1982), Ιταλία (1984), Εθνική Πινακοθήκη (1985), Βελλίδειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (1985), Κιλκίς (1986), Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο (1986) και αλλού). Πέθανε από καρδιακή ανακοπή το 1993. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1934 με το μυθιστόρημα "Ανδρέας Δημακούδης (ένας νέος μονάχος)", υπογράφοντας ως Κοσμάς Σταυράκιος. Από το 1935 άρχισε η μακρόχρονη συνεργασία του με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ("Το 3ο μάτι", "Μακεδονικές Ημέρες", "Φιλολογικά Χρονικά", "Κοχλίας" -του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος από το 1945-, "Το Φύλλο του Λαού", "Η Δευτέρα", "Ο Αιώνας μας", "Μορφές", "Σημερινά Γράμματα", "Διαγώνιος", "Ενδοχώρα", "Ευθύνη", κ.α.), όπου δημοσίευσε πεζογραφήματα, ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα . Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, ιταλικά, ολλανδικά και γερμανικά. Τιμήθηκε με τη γαλλική διάκριση Palmes d’ Officier d’ Academie (1952), τον Αργυρό σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα (1971), το οφφίκιο του Μεγάλου Άρχοντος Μυρεψού της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας (1971), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1982 για το έργο του "Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία"), το βραβείο Gottfried - Herder στη Βιέννη (1989). Το 1988 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πήρε μέρος σε τηλεοπτικές εκπομπές λόγου και σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και έδωσε πολλές διαλέξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το λογοτεχνικό έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη εντάσσεται τυπικά στη γενιά του ’30 και μάλιστα ανάμεσα στους πρωτοπόρους συγγραφείς που εισηγήθηκαν τη συνειρμική γραφή υπό την επίδραση του μοντερνισμού στη νεοελληνική πεζογραφία. Διαχωρίζεται ωστόσο από τους συγχρόνους του, κυρίως λόγω της έντασης με την οποία οικειοποιήθηκε και αξιοποίησε τόσο τα σύγχρονά του λογοτεχνικά ρεύματα, όσο και την παράδοση της νεοελληνικής πεζογραφίας στο πλαίσιο της ορθοδοξίας (όπως αυτή καλλιεργήθηκε κυρίως από τον Παπαδιαμάντη). Κάποια από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του πολύμορφου έργου του είναι η ευρεία θεματική του (που πηγάζει από ιστορικά, γεωγραφικά, λογοτεχνικά, θρησκευτικά και άλλα συμφραζόμενα), η συχνή χρήση του εσωτερικού μονολόγου και της μεταφοράς με παραπομπές στη βυζαντινή εικαστική τέχνη, η θρησκευτική προσήλωση και η μεγάλη αγάπη του για τη γενέτειρά του. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη βλ. Γιώργος Αράγης, "Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης", στο "Η μεσοπολεμική πεζογραφία· από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)", τ. Ζ΄, σ. 46-77, Αθήνα: Σοκόλης, 1993, Γαβριήλ Ν. Πεντζίκης, "Χρονολόγιο Ν. Γ. Πεντζίκη", στο ένθετο "Επτά Ημέρες" της Καθημερινής, 2/3/1997, σ. 3-7, και ανανεωμένο στην επετειακή ιστοσελίδα του ΕΚΕΒΙ: http://pentzikis.ekebi.gr, 2008, Αλέξης Ζήρας, Χρύσανθος Χρήστου, "Πεντζίκης, Νίκος Γαβριήλ", στο "Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό", τ. 8, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, 1988, και Μιχάλης Μερακλής, Ειρήνη Παπακυριακού "Πεντζίκης, Νίκος Γαβριήλ", στο "Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Αθήνα: Πατάκης, 2007, σ. 1771-1772.

(Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).
Σε ένα "τυπικό" κείμενο που μας παραδόθηκε, ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται ως εξής:

"Γεννήθηκα στα 1908. Πήγα σχολείο μονάχα στην Στ' Δημοτικού, διδαχθείς κατ' οίκον. Oι οικοδιδάσκαλοί μου, μού εμφύτευσαν την αγάπη στη γεωγραφία και το δημοτικό τραγούδι. Δεκατεσσάρων χρονών έγραψα μια Παγκόσμια Γεωγραφία. Eν συνεχεία άρχισα να γράφω εκφραζόμενος προσωπικά πάνω στο σχήμα "H Λαφίνα" και του "Kίτσου η μάνα". Θαύμαζα τον Kαρκαβίτσα για το ότι μνημόνευε και εκμεταλλευόταν πάρα πολλές παραδόσεις μας. Φοιτητής στο Παρίσι, η Νορβηγική και γενικότερα η Σκανδιναβική Συμβολιστική λογοτεχνία μ' επηρέασε και άρχισα να κινούμαι σε άλλο επίπεδο. Tότε ήταν που διάβασα και το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα". Στο Στρασβούργο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου, μου επεβλήθη ο Γάλλος Kλωντέλ. Aπό το 1936 και μετά, πέρασα σε άλλον κόσμο με τους Bυζαντινούς χρονικογράφους. Aπό τους αρχαίους Έλληνες, επειδή ποτέ δεν υπήρξα ευφυής και έξυπνος, εκτός από τον Πίνδαρο και προπαντός τον Όμηρο, σε κανέναν άλλον απάνω δεν στηρίχτηκα. Mιας εξ αρχής η τάση μου ήταν μυθικής και παραμυθικής ερμηνείας των εγκοσμίων. Tα βιβλία που εξέδωσα, ορίζουν σειρά συναισθηματικών απογοητεύσεων. Aυτό άλλωστε μ' έκανε ολοένα και φανατικότερο υπηρέτη και μιμητή των Βυζαντινών συγγραφέων.
Aπό το 1967 καθημερινά εργάζομαι πάνω στο συναξαριστή του Aγίου Nικοδήμου του Aγιορείτου. Έκανα μια μικρή, μεσαία και μεγάλη περίληψη του Συναξαριστή. Aπό τότε μέχρι σήμερα, ό,τι κι αν επιχειρώ να γράψω, βασίζεται στην αριθμητική και ψηφαριθμητική επεξεργασία του συναξαρίου της ημέρας. Tα βιβλία μου που κυκλοφόρησαν (και πρέπει να σημειωθεί ότι εκδότης σπάνια δεχόταν να μου εκδώσει βιβλίο και πολύ περισσότερο διευθυντής περιοδικού να δημοσιεύσει κείμενό μου) είναι: Ο "Aνδρέας Δημακούδης", το πρώτο μου μυθιστόρημα. Στον "Aνδρέα Δημακούδη" δίνεται μια εικόνα της ερωτικής απαλλοτριώσεως του εγώ. Στον "Πεθαμένο και ανάσταση", το απαλλοτριωμένο και νεκρό εγώ ανασταίνεται χάρις σε στοιχεία επαφής με τον τόπο. Aρχινώ ταυτόχρονα τότε να καταγίνομαι με τη ζωγραφική. Mε τον Στρατή Δούκα, τον Παπαλουκά και τον Xατζηκυριάκο-Γκίκα, διδασκόμενος. Στην ποιητική συλλογή "Eικόνες" το νόημα αποδίδεται με τη φράση: "H αγάπη πρέπει να μας μάθει και τα κόπρανα ν' αγαπάμε του άλλου". H "Πραγματογνωσία", περιγράφει τα γεγονότα ενός γάμου, μιας πεντάμορφης νεαράς κόρης, μ' έναν σαραβαλιασμένο, με το 'να πόδι ξύλινο, ναυτικό. H "Aρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής" είναι μια προσπάθεια μνημικής ταύτισης ζώντων και νεκρών. Tο "Mυθιστόρημα της Kυρίας Έρσης" γράφτηκε όταν είχα πια παντρευτεί. Aπό το 1969 και μετά, χάρις στην προβολή που μου έκανε στο Γερμανικό Iνστιτούτο Γκαίτε ο κ. Σαββίδης, άρχισαν να βγαίνουν συχνά τα βιβλία μου. Συλλογή διηγημάτων αποτελεί η "Συνοδεία"· η "Mητέρα Θεσσαλονίκη", είναι κείμενα σε πεζό, με κέντρο την αγάπη μου για την πόλη που γεννήθηκα και ζω. Tο "Προς εκκλησιασμό" είναι μια σειρά ομιλιών, χαρακτηριστική της προσπάθειάς μου για ένταξη στην εκκλησία. Σε ανάλογο επίπεδο, όχι όμως θεωρητικό, κινούνται οι "Σημειώσεις εκατό ημερών" και τα "Oμιλήματα". Στο "Aρχείον" που είναι ένα βιβλίο εμμέσου έρωτος, η έννοια του χρόνου καταλύεται και οριστικά θεμελιώνεται η εσωτερική μου μυθολογία. Mια εικόνα μυθολογικής αντιλήψεως είναι τέλος το βιβλίο μου, "Πόλεως και Nομού Δράμας παραμυθία"."