Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Ποιήματα που τώρα γράφονται: Σκληρές νότες, του Νίκου Βαρδάκα



Σκληρές  νότες*

Λίγα  φώτα ,πολλά  χνώτα  και  μία  κιθάρα
με  ταξιδεύει  με  σκληρές  νότες  στο  σπίτι  αυτό.
Πολλοί  άνθρωποι, καθόλου φίλοι  σκοντάφτουνε
στο  σώμα  μου  ανήμπορο  πια  να  σταθεί.
Δοκίμασα  ηρωίνη  και  εσύ  κοκαΐνη  μα  είναι  δύσκολο
τελικά  να  ονειρευτούμε.
Από  παιδιά  μαζί  μεγαλώσαμε  στην  ίδια  αυλή ,στον  ίδιο  δρόμο
και  στα  τσιμέντα  του  γηπέδου  γλυκός  ο  πόνος. Με  τα  δερμάτινα
και  τα  τζίν  πιστέψαμε  στην  επανάσταση, με  τους  δίσκους  της  μουσικής
στων  ηρώων  μας  την  ανάσταση.
Jim  Morrisson, Janis  Choplin, Curt  Cobain αλλά  μάταια! Οι  γυναίκες  ποτέ
δεν  μας  χώρισαν. Δεν  μαλώσαμε  γι’αυτές  αν  και  μας  προδώσανε.
Το βάθος  του  κενού  που  βουτάμε  είναι  μεγάλο  και  άγνωστο. Το  σκοτάδι
δεν  αφήνει  να  χαράξει, να  φανεί  φωτεινό  επιτέλους  το  αύριο.


*από την καινούργια ποιητική συλλογή του Νίκου Βαρδάκα


Τίτλος: Στην μνήμη
Συγγραφέας: Νίκος Βαρδάκας
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Σωτήρης Αθηναίος
Τόπος και Χρονολογία πρώτης έκδοσης: Αθήνα, Νοέμβριος 2017
ISBN: 978-618-53022-3-8
Διάσταση σελίδας: 1 7x24cm
Γραμματοσειρά: MinioPro 12’
Χαρτί: Chamois 120gr
Εκδόσεις: 24γράμματα / Γιώργος Δαμιανός
                         http://www.24grammata.com/



Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: ποίηση του Γιώργου Μπίμη

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει:

τις ποιητικές συλλογές του Γιώργου Μπίμη
• Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής (http://go.shr.lc/2wBNpuy
• Τα Λυρικά 
• Ο Χρόνος και οι πληγές





Σάββατο 29 Απριλίου 2017

Αφιέρωμα: Μαρία Πολυδούρη (1902 - 1930)




Αφιέρωμα στην Μαρία Πολυδούρη 

Η Μαρία Πολυδούρη ήταν ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα.

Βιογραφικό σημείωμα 
Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.
Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.
Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.
Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του. 
Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.
Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.
Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.
Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.
Η ποίηση της Πολυδούρη 
Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.
Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».
Η Λίλη Ζωγράφου για την ποιήτρια 
«Η Μαρία δραπετεύει από παντού. Από το σπίτι της, από τον έρωτα, από τη δουλειά της, από την Ελλάδα, από τα νοσοκομεία, από την παραδοσιακή ποίηση κι από την ίδια τη ζωή. Υπερτιμά τις δυνάμεις της, γιατί δεν τις διαχωρίζει από τις ανησυχίες της, που ’ναι ακατάλυτες. Ενώ η ίδια αισθάνεται πως ζει πολύ σοβαρά και με πάθος, εμείς, παρακολουθώντας τη ζωή της, έχομε την εντύπωση ότι παίζει, διασκεδάζει, βαριέται και φεύγει», γράφει για αυτήν η Λιλή Ζωγράφου.
Και ίσως αυτά τα λόγια της Ζωγράφου να συνοψίζουν καλύτερα από κάθε τι άλλο που έχει ειπωθεί ή γραφτεί για αυτήν, τον πυρήνα του χαρακτήρα και της προσωπικότητα της, που δεν είναι άλλος από την έννοια της ελευθερίας.



Ποιήματα (επιλογή) 
ΤΟΥ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ 
«Οἱ νέοι ποὺ φτάσανε μαζὶ στὸ ἔρμο νησί» μὲ σένα
κάποια βραδιὰ μετρήθηκαν κ᾿ ηὖραν ἐσὺ νὰ λείπης.
Τὰ μάτια τους κοιτάχτηκαν τότε, χωρὶς κανένα
ρώτημα, μόνο ἐκίνησαν τὶς κεφαλὲς τῆς λύπης.
Νύχτες πολλές, θυμήθηκαν, ἀπὸ τὴ μόνωσή σου
ἕνα σημεῖο ἀπὸ φωτιὰ τοὺς ἔστελνες, γνωρίζαν
τὸ θλιβερὸ χαιρέτισμα ποὺ φώταε τῆς ἀβύσσου
τοὺς δρόμους κι᾿ ὅλοι ἀπόμεναν στὸν τόπο τους ποὺ ὁρίζαν.
Ἀπόμεναν στὴν ἴδια τους πικρία, κρεμασμένοι
ἔτσι μοιραῖα καὶ θλιβερὰ στὸ «βράχο» τοῦ κινδύνου.
Κι᾿ ὅταν πιὰ τοὺς χαιρέτισες, οἱ αἰώνια ἀπελπισμένοι
ψάλαν μαζὶ κάποια στροφὴ καθιερωμένου θρήνου.
Μὰ φτάνουν πάντα στὸ «νησί» τὰ νέα παιδιὰ ὁλοένα.
Στὴν ἄδεια θέση σου ζητοῦν τῆς ζωῆς τὸ ἐλεγεῖο.
Σοῦ φέρνουνε στὰ μάτια τους δυὸ δάκρυα παρθένα
καὶ τῆς καινούργιας σου Ἐποχῆς τὸ πλαστικὸ ἐκμαγεῖο.
[ΑΝΑΜΕΣΑ Σ' ΟΛΑΝΘΙΣΤΕΣ ΒΑΤΙΕΣ...]
Ἀνάμεσα σ᾿ ὁλάνθιστες βατιὲς
χαρούμενα πουλάκια ποὺ πηδοῦν
ἀθόρυβα-τῆς εὐτυχίας ματιές-
τ᾿ ἀσημωτὰ νερὰ λαμποκοποῦν
τοῦ ποταμοῦ- χαρὰ τῆς λαγκαδιᾶς
καὶ βιαστικὰ πηγαίνουν καὶ περνοῦν
στὴν ἄβυσσο νὰ πέσουνε μὲ μιᾶς,
νὰ πέσουν νὰ χαθοῦν!
[ΤΟ ΔΑΣΟΣ...]
Τὸ Δάσος, κοίτα, ἀπόγυρε
στῆς Νύχτας τὴν ἀγκάλη.
Μύρο ἀποπνέει μεθυστικό,
στενάζει μὲ τὸ ἀηδόνι.
Τὸ φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
καὶ στὸν καθρέφτη τοῦ ρυακιοῦ
τὰ μάγια του ξαπλώνει.
ΟΝΕΙΡΟ 
Ἄνθη μάζευα γιὰ σένα
στὸ βουνὸ ποὺ τριγυρνοῦσα.
Χίλια ἀγκάθια τὸ καθένα
κι᾿ ὅπως τἄσφιγγα πονοῦσα.
Νὰ περάσης καρτεροῦσα
στὸ βορηὰ τὸν παγωμένο
καὶ τὸ δῶρο μου κρατοῦσα
μὲ λαχτάρα φυλαγμένο
στὴ θερμὴ τὴν ἀγκαλιά μου.
Ὅλο κοίταζα στὰ μάκρη.
Ἡ λαχτάρα στὴν καρδιά μου
καὶ στὰ μάτια μου τὸ δάκρι.
Μέσ᾿ στὸν πόθο μου δὲν εἶδα
μαύρη ἡ Νύχτα νὰ σιμώνη
κ᾿ ἔκλαψα χωρὶς ἐλπίδα
ποὺ δὲ στἄχα φέρει μόνη.
ΛΗΣΜΟΝΙΑ 
Μ᾿ ἐρωτευμένη τὴν καρδιὰ σὲ γνώρισα ἄγριο Δάσο.
Ἔπινα στὸ ἀεροφίλημα τὴ μυστικὴ εὐωδιά σου.
Πρόσμενα μὲ τὸ ξάστερο σκοτάδι νὰ περάσω,
ὅταν τ᾿ ἀερινὸ στοιχιὸ περνοῦσε στὰ κλαδιά σου.
Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη
θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε
πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη
ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.
Σᾶς γνώρισαν οἱ ἐρωτικὲς νύχτες μου ὡραῖα λουλούδια,
διάφανα, ἀχνά, πολύχρωμα, σὰ φωτεινὰ σημάδια.
Βαριὰ ἡ δροσιὰ σὰ φίλημα καὶ ξεχυνόνταν χνούδια
χρυσὰ ᾿πό τὰ σμιγμένα σας βλέφαρα στὰ σκοτάδια.
Τώρα στὸ φῶς τῆς ἀρνησιᾶς δομένα, ἔτσι ἀλλαγμένα
μοῦ δείχνεσθε, στὴ συλλογὴ τὸ νοῦ μου πάω νὰ χάσω.
Τάχα εἶστε σεῖς ποὺ γνώρισα; Σεῖς εἶστε ἀγαπημένα
λουλούδια, θάλασσα ἀργυρή, πυκνὸ τῶν πεύκων Δάσο;
...
...
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ
Ἀκούω τὴ γλώσσα ποὺ λαλοῦν τὰ δυό σου χέρια-ὦ χέρια!
καθὼς σιγοσαλεύουνε λευκά,
στὸν Πύργο τῆς ἀπελπισιᾶς κρυμμένα περιστέρια
ἀπὸ μακριὰ τὰ ξαγναντῶ, σύμβολα εἰρηνικά.
Μιλοῦνε, δὲ μιλοῦν; Ἀχεῖ βαθιὰ μέσ᾿ στὴν καρδιά μου
χαιρέτισμα ἑνὸς ρόδου στοὺς γκρεμούς.
Λάμπουν, δὲ λάμπουνε; Τραβάει μαγνήτης τὴ ματιά μου,
ἀνατολὴ τοῦ αὐγερινοῦ στοὺς σκοτεινοὺς χαμούς.
Ξανοίγω τὴν ἀγνώριστην ἀγάπη μου κλεισμένη
στὸ κρίνο τῶν μπλεγμένων σου χεριῶν
καὶ πλέκω τὄνειρο γλυκό. Μὴ μὲ κοιτᾶς, πληθαίνει
στὴ σκοτεινιὰ τὸ χρυσὸ φῶς τῶν πλάνων ἀστεριῶν.

Πηγές
1) https://www.sansimera.gr/biographies/245


Επιμέλεια - επιλογή ποιημάτων: Ειρηναίος Μαράκης 

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ποιήματα για την Μεγάλη Εβδομάδα [του Ειρηναίου Μαράκη]



Κυριακή των Βαΐων

«όχλος πολύς…έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ»


ένα φεγγάρι χλωμό, σχεδόν χολερικό
πάνω απ' την πόλη φέρνει τις βόλτες του
είναι πανσέληνος, δηλώνει στην ταυτότητα
αλλά δεν μας ξεγελά, προδομένη γυναίκα είναι
που στη νύχτα σέρνει τις αμαρτίες κάποιου παλιού εραστή
υψώνεται πάνω απ' τα ερειπωμένα νεοκλασικά της Νεάρχου
φωτίζει τα βάθη της θάλασσας στο Κουμ Καπί
στο θολωμένο μας μυαλό δίνει ελπίδα
κι ύστερα τρέχει να κρυφτεί πίσω απ' τις γκρίζες πολυκατοικίες
της μίζερης επαρχίας, ξημερώνει
πίσω στο σπίτι θα βάλει ένα ποτό, θα φτιάξει ένα γλυκό
με τη γάτα της θα χωθεί στα σεντόνια, κρυώνει
ανοίγει τα παλιά βιβλία της, βάζει μουσική
Κυριακή των Βαΐων σήμερα αλλά τίποτα δεν έχει αλλάξει
όπως πάντα, τον Ιησού θα υποδεχτούν στα Ιεροσόλυμα
οι άρχοντες και ο λαός, σαν βασιλιά και σαν σωτήρα
για να σταυρώσουν αύριο σαν αλήτη και ληστή
βλέπεις, οι Ιούδες είχαν πάντα πέραση
το φιλί τους, καυτό, υπέροχο και ηδονικό
καθυστερεί την Ανάσταση
τόσο, όσο χρειάζεται για να μας ξαναπροδώσουν






Μεγάλη Δευτέρα

«Ὁ Ἰακὼβ ὠδύρετο, τοῦ Ἰωσὴφ τὴν στέρησιν, καὶ ὁ γενναῖος ἐκάθητο ἅρματι, ὡς βασιλεὺς τιμώμενος· τῆς Αἰγυπτίας γὰρ τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας, ἀντεδοξάζετο παρὰ τοῦ βλέποντος τὰς τῶν ἀνθρώπων καρδίας, καὶ νέμοντος στέφος ἄφθαρτον.»

Κοντάκιον, Ἦχος πλ. δ'. Ὡς ἀπαρχὰς.


η άνοιξη με βρήκε στην τράπεζα και σε ουρά αναμονής
η ώρα αργά περνάει και βασανιστικά
δύο ταμεία δεν φτάνουν για να εξυπηρετήσουν
μια ολόκληρη πολιτεία και τις ανάγκες της
περιμένω λοιπόν με όλους τους άλλους
ζέστη, διψάω, το νερό τελείωσε
το ερκοντίσιον μοιάζει με πολυτέλεια
νυστάζω, ιδρωμένες έρχονται οι αναμνήσεις
θέση γυρεύουν στην απελπισία μου
στιχάκια σκαρώνω σε χαρτοπετσέτες ταχυφαγείου
κι ύστερα σκουπίζω με αυτές τον ιδρώτα μου
δίπλα οι πελάτες δεν νοιώθουν τα πόδια τους, περιμένουν
μοιάζουν με ετοιμοθάνατους σε προθάλαμο νεκροτομείου
μυστηριακές οι φωνές τους και ανησυχητικές
εκνευρίζονται, τελειώνετε, κάποιος φωνάζει
δουλεύουμε κύριε, δεν πίνουμε καφέ, η απάντηση
μια όμορφη κοπέλα διαβάζει το βιβλίο της
ατάραχη μέσα στην τόση φασαρία
η μοναξιά της μοιάζει ευλογία
κατηφορίζουμε όλοι μαζί σε δρόμο χωρίς επιστροφή
Μεγάλη Δευτέρα σήμερα, μεγάλη μαχαίρα
τέλος δεν έχουν τα Πάθη μας
στα δικά Του μπροστά μοιάζουν με ταξίδι στο Άουσβιτς
κάνε την προσευχή σου κι ας μην πιστεύεις
η Ανάσταση θα έρθει, όχι αυτή την Κυριακή
αλλά θα έρθει, το χέρι μας θα την φέρει
τα τραγούδια και το αίμα των εχθρών μας
το έδαφος θα ποτίσουν, η ελευθερία να ανθίσει
ως τότε όμως φρόντισε να κρατάς το όπλο σου
λαδωμένο, οι πραιτωριανοί και οι λεγεώνες καραδοκούν
οι υποκριτές, οι τελώνες κιι οι φαρισαίοι






Μεγάλη Τρίτη


σήμερα διαβάζεται στις εκκλησίες
η παραβολή των δέκα παρθένων και το τροπάριο της Κασσιανής
πλήθος πιστών στους ναούς θα θυμηθεί
τι αξίες της εργατικότητας, της προνοητικότητας, της αλληλεγγύης
αργότερα, πίσω στο σπίτι σκυφτή θα ετοιμάσει το δείπνο η γυναίκα
κι ο σύζυγος, όταν όλοι θα έχουν κοιμηθεί, μια βόλτα θα περάσει
απ' τις πονηρές συνοικίες και από τα στριπτιζάδικα
εκτελώντας με θέρμη το χριστιανικό καθήκον του
είναι οι μέρες που σε θυμάμαι, οι μέρες που τόσο μισείς
πάντα έλεγες, με φανερό εκνευρισμό
ότι στις παραβολές της χριστιανικής θρησκείας
εύκολα θα εντοπίσεις τις απαρχές της γυναικείας εκμετάλλευσης
οι πέντε παρθένες από τις δέκα που περίμεναν όλη μέρα και νύχτα
τον Νυμφίο, ονομάστηκαν μωρές, γιατί προτίμησαν να ξεκουραστούν
ύστερα από μακριά αναμονή, χάνοντας το προξενιό
ενώ η γυναίκα που τιμώρησε την αλαζονεία ενός αυτοκράτορα
αναγκάστηκε να απομονωθεί απ' τα εγκόσμια
είναι αυτό ζωή, είναι αυτό θρησκεία, ρωτούσες
κι ύστερα ένα ποτήρι έπινες στη μνήμη της Φρίντα Κάλο.






Μεγάλη Τετάρτη


η πιο άπιστη γυναίκα είναι η συνείδηση
λένε όσοι πρόδωσαν τις γυναίκες της ζωής τους
ίσως γιατί ποτέ δεν είχαν συνείδηση
σταθερά βολεμένοι στην αρχή του άντρα-αφέντη
κι εγώ που υπερηφανεύομαι πως ποτέ δεν πλήγωσα γυναίκα
τα τελευταία βράδια κοιμάμαι ανήσυχα
όλες οι κρυφές αμαρτίες έρχονται στον ύπνο μου
να με δικάσουν, ποιήματα, λένε, γράφεις για την καταπίεση
αλλά τον εαυτό σου δεν έχεις απελευθερώσει
οδηγώντας τις γυναίκες της ζωής σου στην απόγνωση
στην απογοήτευση, έστω και προσωρινή, γιατί βέβαια
πάντα κάποιος έρχεται, πιο πονηρός ή περισσότερο τολμηρός
για να τις σώσει από εσένα, μέχρι να τις ξαναπροδώσει αύριο
κι έτσι, με τούτο το μοτίβο με βρίσκει το ξημέρωμα
Μεγάλη Τετάρτη, Της αλειψάσης Τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός
στο παράθυρο του δωματίου μου μπροστά όρθιος
χλωμός ήλιος ξεπροβάλλει πίσω από τις μανταρινιές
τα πουλάκια μαζί με τον αέρα σιγοψιθυρίζουν τα ονόματα
των προδομένων γυναικών, Μαρία, Κική, Σύλβια, Μυρτιώτισσα
ένα γίνονται με τη βουή του δρόμου, χάνονται
μέσα στης πολιτείας τα σαθρά θεμέλια, στα σανατόρια
ένα γίνονται τα ονόματα με τις προδομένες ποιήτριες
δεν ξεχωρίζω ποιά είναι ποιά, τρέμω από φόβο
ιδρώνω, πνίγομαι, έξω βγαίνω, να σωθώ
με τη συνείδησή μου να βάζει τις φωνές, κοροϊδευτικά να γελάει
μαχαίρι τα λόγια της στην καρδιά μου
πάντα έτσι φεύγεις δειλέ, στις δυσκολίες κάνεις πίσω
κι ύστερα τα βράδια ασελγείς πάνω στο σώμα της ποίησης
ξορκίζοντας τις αμαρτίες σου, πληρώνοντας ένα ποσό
επιστρέφοντας στο φτωχό σου δωμάτιο, αφήνοντας την
να κλαίει σιωπηλά όλο το βράδυ μέχρι το πρωί
γυμνή κι ατιμασμένη, πάνω στο κρύο πάτωμα
πάντα κάπου εδώ ξυπνάω, πάλι σε ονειρεύτηκα
ιδρώτας και αίμα στο μαξιλάρι μου
κάποια θυσία και αυτό το βράδυ θα προηγήθηκε
ανοίγω το ραδιόφωνο, στη μουσική ψάχνω παρηγοριά
μάταια, ανήμπορος μακριά απ΄ τα χάδια σου
πουθενά δεν μπορώ να βρω σωτηρία





Μεγάλη Πέμπτη

η μελαγχολία της Μεγάλης Πέμπτης
μοιάζει χριστουγεννιάτικη
ίσως να φταίει που αρχίζουν οι βροχές
ντύσου ζεστά, χειμωνιάζει
κι ας μυρίζει έξω η άνοιξη
τα φρεσκοψημένα γλυκά
τα ζεστά τσουρέκια, τα κόκκινα αυγά
μοιάζουν με αυταπάτη
σήμερον κρεμάται επί ξύλου
ο εν ύδασι την γην κρεμάσας
για να αναστηθεί μεθαύριο
και εμείς στα παλιά λεωφορεία
στις διαδρομές του χρόνου χανόμαστε
βρώμικο παραγγέλνουμε
για να ξορκίσουμε τη νηστεία τους
σκεφτομαι, αν συνεχίσουμε να ζούμε
με τον ίδιο τρόπο τον μοναχικό
η ανάσταση θα γίνει ουτοπία
ας προετοιμάσουμε τον δρόμο
η ασκητική ζωή
ταιριάζει στους φυγάδες της ζωής
έλα, γιατί να θρηνούμε σαν κατάδικοι
πάνω απ' τη στάχτη που σκεπάζει
τον παράδεισο, όταν οι ρωγμές
στη μίζερη ζωή μας
είναι τόσο φωτεινές
όσο ο ήλιος πάνω από τις παραλίες
εκεί στην Κρήτη νότια
έλα, το λέει και το τραγούδι
σε ότι μας καίει την ψυχή
φωτιά πρέπει να βάλουμε
σε δρόμους υγρούς να περπατήσουμε
να χαρούμε τη ζωή






Μεγάλη Παρασκευή


ο άνθρωπος με τη φυσαρμόνικα
ήρθε απόψε έξω απ' το παράθυρο μου
το χέρι του έτρεμε όταν άνοιξε την τσέπη
βγάζοντας το εργαλείο της δουλειάς του
σήμερα, είπε, Παρασκευή μεγάλη ένα τραγούδι
θα σου χαρίσω, μια ιστορία
για ένα μαθητή που πρόδωσε τον δάσκαλο του
δίνοντας την ίδια τη ζωή του
σε μια θυσία ισάξια της Σταύρωσης
που μέσα στη σκόνη του χρόνου χάθηκε
στων Φαρισαίων τα παμπάλαια βιβλία
ξεκίνησε να παίζει, αέρας σηκώθηκε τρελός
τα φύλλα της μανταρινιάς χόρεψαν στον ρυθμό της μουσικής
ορχήστρα έγινε η φυσαρμόνικα με χίλια όργανα φορτωμένη
τον μαθητή είδα να επιστρέφει τα τριάντα αργύρια
το ιερατείο που αρνήθηκε την επιστροφή
τον χλευασμό, την ντροπή, την κοροϊδία
ύστερα σε ένα τζαζ γύρισμα τον είδα πάλι
φοβισμένο να κλαίει κάτω από μία συκιά
ξυπόλυτο, με γδαρμένα τα χέρια, να φωνάζει
ένα σκοινί βγάζοντας από τσέπη κρυφή
σε αυτό το σημείο η μουσική σταμάτησε απότομα
δίπλα μου ο άνθρωπος με τη φυσαρμόνικα, έκλαιγε επίσης
έσκυψα, το πρόσωπό του ήταν ίδιο
με εκείνου του μαθητή
του Προδότη




Ποίημα: Σε είδα [του Νίκου Βαρδάκα]



«Σε  είδα»

Σε  είδα  να  βουρκώνεις  στην  αγκαλιά  του  συζύγου  σου.
Έξω  απ΄το  νοσοκομείο  χθες  το  βράδυ, γύρευες  μια  ελπίδα
ώστε  να  σε  συντροφέψει. Ο  γιός   σου στην  εντατική  αγωνιζόταν
μετά  το  τροχαίο  με  το  αυτοκίνητο, να  παραμείνει  στην  ζωή.
Ψηλά  έστρεφες  το  βλέμμα  προς  τα  αστέρια, και  σου  έκλεινε  το
«μάτι»  το  πιο  φωτεινό  απ’ όλα.
Σου  ψιθύριζε  στο  αυτί  ένα  «Κουράγιο», όπως  κάθε  φορά  που  στις
δύσκολες  στιγμές  της  ζωής  σου  αποζητούσες. Από  τότε  που  ήσουνα
μικρή  εκεί  δίπλα  στο  παράθυρο  του  δωματίου  σου.
Σε  είδα  να  καπνίζεις  μόνος  στο  παγκάκι, όταν  σε  αποχαιρέτησε  μετά  το
ραντεβού. Έμοιαζε  σκληρός  ο  χωρισμός  μετά  από  5  χρόνια. Κάνατε  όνειρα
μαζί  για  το  μέλλον  σε  εκείνο  το  πάρκο. Λίγες  εικόνες  απ΄την  ευτυχία  είναι  οι
κύκλοι  απ΄τον  καπνό  του  τσιγάρου. Πολύ  περισσότερα  είναι  τα  λόγια  που  χάθηκαν
στον χρόνο. Και  είναι  δύσκολο  να  αγαπάς. Γιατί  οι  κοινωνικές  επιταγές  σου  καθορίζουνε
κώδικες  συμπεριφοράς. Δούναι-λαβείν, χρήματα-ευτυχία.
Είναι  ώρα  να  επιστρέψεις  στο  σπίτι. Πόσο  βαριά  θα  μοιάζουνε  τα  βήματα  σου..



Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Αυλή, του Νίκου Βαρδάκα



Μεγαλώσαμε μαζί σε εκείνη την αυλή. Παιδιά
ήμασταν όπως και τώρα στην ψυχή, μα τα πόδια
πληγιάζανε απ΄την μπάλα και το πέσιμο στο χώμα
απ΄την λάσπη της βροχής.
Αντέξαμε στον χρόνο, σαν φίλοι στο σχολείο και μαλώναμε
για μπίλιες και είδωλα της μουσικής χωρίς να ποτιζόμαστε
απ΄το νερό των καναλιών της tv.
Είμαστε αδύναμοι στις αλλαγές της ζωής, μα πιο δυνατοί
στα καλέσματα της ψυχής. Το χώμα που πατάμε αφήνει ίχνη
και το παρελθόν μας στην αυλή βαδίζει στο μέλλον..

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Τραγούδι για να τραγουδιέται από μαύρο κορίτσι, Λάνγκστον Χιουζ (1902-1967)



Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(πώς μου σπαράζεται η καρδιά)
κρεμάσανε ψηλά σε δέντρο
τον νιό, τον μαύρο αγαπημένο μου.

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι,
(ψηλά στον αέρα τσακισμένο
       ένα κορμί).
Πες μου, λευκέ Ιησού Χριστέ μου,
η προσευχή σε τι ωφελεί;

Πέρα, μακριά κατά τον Ντίξι
(πως μου σπαράζεται η καρδιά)
είναι γυμνή σκιά η αγάπη

σ’ ένα γυμνό, ροζιάρικο δεντρί.

μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου
από το βιβλίο "Νέγροι ποιητές", εκδ. Θεμέλιο, 1966

ο ποιητής Λάνγκστον Χιουζ


Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Κατερίνα Γώγου, Έκθεσις αυτοψίας, 2.11.75

 
 
«... το σώμα κείτονταν μπρούμυτα παράλληλα
ενωνόταν με το Βατικανό.
Το ένα χέρι του ματωμένο απλωμένο μούντζα στο ΚΚΙ
και τ' άλλο κραδαίνοντας τα γεννητικά του όργανα
στους ειδικούς της κουλτούρας.
Τα αίματα στα μαλλιά του βδέλλες
στα σκεπασμένα ομοφυλοφιλικά σύνδρομα
στους εις άπασαν την επικράτειαν άνδρας της γης.
Το πρόσωπό του παραμορφωμένο από τα κάδρα
της τάξης που αρνήθηκε
μελανός εθελοντής του κουρελοπρολεταριάτου.
Τα δάχτυλα του χεριού τού αριστερού
σπασμένα απ' το σοσιαλιστικό ρεαλισμό
πεταμένα σε φωταγωγημένα σκουπίδια.
Το σαγόνι σπασμένο
με άπερκατ εργάτη συνδικαλιστή
επί μισθώσει τραμπούκου.
Τ’ αυτιά μισοφαγωμένα από τσογλαναρά που δεν είχε στύση.
Ο αυχένας σπασμένος αποκομμένος απ' το σώμα
πάνω στη βασική αρχή να λειτουργούνε χώρια.
Η μάνα παντού.
 
Αυτός ήταν ο θάνατος του κομουνιστή και ομοφυλόφιλου ΠΑΖΟΛΙΝΙ, που κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή καβάλα σ' ένα πενηνταράκι μηχανάκι έτρεχε να προλάβει να παίξουνε τα σινεμά στο Αιγάλεω, στο Λίβερπουλ και προπαντός στην Όστια, με κρατημένες επάνω του κουτιά από ταινίες και ρημαδογειτονιές.
Και το ριγέ σημαιάκι της ποίησης.
Αντίο.
 
Το παραπάνω ποίημα της αείμνηστης Κατερίνας Γώγου περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή της «Το ξύλινο παλτό» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το ποίημα το αντιγράφουμε από τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της «Τώρα να δούμε εσείς τι θα κάνετε,Ποιήματα 1978 - 2002» (2015, β΄έκδοση, εκδόσεις Καστανιώτη).

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Ποιήματα που τώρα γράφονται: Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ενωτικό




Ενωτικό

Δοκιμασμένοι αριβίστες 
Φλερτάρουν με βραχείες λίστες

Σ' αυτό το ξέφραγο περβόλι
Λίγο πολύ, γνωρίζοντ' όλοι...

Σχολές, τιμές, μαστραπαδάκια
Διαγωνισμοί, φουκαραδάκια

Τζιχαντιστές ζωσμένοι ρίμες
Μεγαλοεκδότες εν Αθήναις...

Ταγμένοι δημοσιοσχεσίτες
Σφαγμένοι, θύματα και θύτες

Πύργοι του αίματος, της φρίκης
Σινάφια της Θεσσαλονίκης...

Γραφιάδες, θειάδες και ξαδέρφια
Στα κουδουνάκια και στα ντέφια.



το έργο που συνοδεύει το ποίημα του Ντέμη Κωνσταντινίδη είναι του Γερμανού καλλιτέχνη Τζορτζ Γκρος (Georg Ehrenfried Groß1893 - 1959)

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ποίημα: Νίκος Βαρδάκας, Έλλη (1926-1983)




Τα μάτια  σου  χάιδευαν  τις  παιδικές  μου  μνήμες
μπροστά  στην  οθόνη. Απρόσιτα  και  γεμάτα  μαγεία
γοήτευαν  τις   σκέψεις.
Ο  έρωτας  σου  κάθε  φορά  με  τον  Δημήτρη,  είτε  μπροστά  από
έναν  πίνακα  είτε  με  ρούχα  μαύρα  ήταν  η  εύφορη  γη  της  εφηβείας .
Πόνος  και  χαρά, μέλλον  και  παρελθόν  ζευγάρωναν  σε  μια ταινία
ασπρόμαυρη  αλλά  με  χρώματα  της  ψυχής  να  προβάλουν  τόσο  οικεία.
Κάθε  που  απέναντι  στον  τοίχο, αντικρίζω  τον  μύθο σου  σκέφτομαι
πόσο  ένα  πρόσωπο  μέσα  στον  χρόνο  μπορεί  να  φεγγίζει ,και  να  γίνεται
η  πρώτη  σου  αγάπη  όπως  τότε  στα  16..


(από την ποιητική συλλογή "Νοσταλγία" (e-book))