Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ελληνική ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ποιήματα που τώρα γράφονται: Δύο ποιήματα (Ξέρεις Γυναίκα, Οι τελευταίοι εγγονοί) του Ιωάννη Στεφανουδάκη


του Τάσσου Αλεβίζου

ΞΕΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΑ

ξέρεις γυναίκα....
δεν είμαι πολύ καλά τελευταία...
ναι, ναι ,ξέρω το τσιγάρο και οι πολλοί καφέδες...
τα παιδιά όμως έχουν ακόμα ανάγκες.... 
αργήσαμε να παντρευτούμε βλέπεις... 
έχουν ακόμα την ανάγκη μας...
και δεύτερη δουλειά δεν μπορώ να κάνω... 
ξέρεις γυναίκα... 
αν γυρίζαμε ,λέω , αν γυρίζαμε στο χωριό...
λέω αν... 
σε εκείνο το σπίτι της γιαγιάς... 
στα σύνορα του χωριού... 
και μεροδούλι, μεροφάι... 
και άστα τα παιδιά εκεί ελεύθερα... 
εκεί στην απλή ζωή... 
και ας μην γίνουν πετυχημένοι μικροαστοί βρε αδελφέ... 
τι λες γυναίκα ;... 
γυρίζουμε;

~

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΕΓΓΟΝΟΙ

Το καταδέχτηκε ο γέρος και άρρωστος πατέρας..
Πήρε το σοκάκι, πέρασε την πλατεία του χωριού και έφτασε στην πόρτα του τσιφλικά του χωριού.
Κτύπησε την πόρτα.
Μια παραδουλεύτρα του άνοιξε..
[-θέλω να δω τον αφέντη ], της είπε…
Σε λίγο ο τσιφλικάς εμφανίστηκε μπροστά του.
[-τι με θες;]… τον ρώτησε
[-ένα πράγμα ,άρχοντα μου]…. άρχισε να του λέει… [τα παιδιά μου να μην πεινάν… να έχουν τα απαραίτητα… τα χρειαζούμενα…. ξέρω ότι μια μέρα θα τα κρίνεις… θα τα κρίνεις σκληρά…. όμως θα βρεις την αδυναμία μου καιανημποριά μου μπροστά σου, αν τα κρίνεις μετά από χρόνια και χρόνια πείνας και στέρησης τους… θα βρεις την αδυναμία μου μπροστά σου…]
Ο άρχοντας το σκέφτηκε το ξανά σκέφτηκε και μετά από λίγο του απαντά…
[-ας γίνει το θέλημα σου, Πατέρα]…

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2018

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Καθημερινά / Ασχολείστε με τις ποιητικές φόρμες;, Μανούσος Δασκαλάκης (1948-2017)




Καθημερινά

Σήμερα δεν έχω έμπνευση.
Είναι ημέρα της ποίησης.
Κουρνιάζω στο στρώμα μου.
Ο κόσμος καίγεται.
Τι κάνετε;
Καλά;
Οι άνθρωποι!
Ω! Οι άνθρωποι!
Άλλοι πνίγονται
από το φαγητό σαν
ένα κοιλιόδουλο βασιλιά
τον Φαρούκ της Αιγύπτου.
Κι άλλοι κατατρεγμένοι
πρόσφυγες
πνίγονται κολυμπώντας.
Για να φτάσουν στις ακτές.

Οι πιλότοι της αεροπορίας
κατ`εντολήν
των μεγάλων δυνάμεων.
Ρίχνουν τόνους βόμβες
και καταστρέφουν πολιτισμούς.
Εσείς;
Τι κάνετε σήμερα;


~

Ασχολείστε με τις ποιητικές φόρμες;

Η αέναη πάλη της φόρμας, σε κανένα άκρο δεν κατοικεί η αλήθεια, ο ποιητής όσο καλός και να είναι αν δεν έχει ποιητική πνοή όσο και αν έχει μελετήσει, μπορεί να γίνει ένας εξαίρετος μελετητής, είναι μεγάλη αρετή, η ποίηση όμως δεν μπορεί να εναπόκειται μόνο σε θεωρητικές αναγνώσεις και τεχνική αρτιότητα, η υπεράσπιση αυτού πιστεύω υποστηρίζει την ανάγκη αντίστασης μπροστά σε υπερφίαλες και ματαιόδοξες προσεγγίσεις, μα, αν ασχολούμαστε με ποίηση δεν θα έπρεπε να ασχολούμαστε με αυτές.

Μανούσος Γ. Δασκαλάκης


Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

(εκδήλωση) Πολιτισμός κι ευνουχισμός, στο Τρίπορτο


Τι εννοούμε σήμερα, όταν λέμε πολιτισμός; Μήπως, έχουμε εθιστεί σε θεάματα τύπου Survivor? Πόσο έχει ευνουχιστεί ο πολιτισμός σήμερα; Τι εννοούμε με τον όρο "πετυχημένος". 

Ελάτε να διαβάσουμε "πολιτισμένα" ποιήματα, την Τετάρτη 29/11/2017 στο Τρίπορτο, Παραμυθίας 48 & Αρτεμισίου στον Κεραμεικό.
Συντονίζει η Φαίη Ρέμπελου.

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Βlack Friday (μια κριτική στα καταναλωτικά ήθη και έθιμα), Ειρηναίος Μαράκης



Βlack Friday
(μια κριτική στα καταναλωτικά ήθη και έθιμα)

Francine Parker: What are they doing? Why do they come here?
Stephen: Some kind of instinct. Memory of what they used to do. This was an important place in their lives.

[Fran and Stephen are observing from the roof of the mall, Dawn Of The Dead (1978)]

στήσε το κορμάκι σου
στην ατέλειωτη ούρα του πολυκαταστήματος
κατανάλωσε, κατανάλωσε
αυτά που έχεις ήδη πληρώσει
τις ιδέες που σε έχουν προδώσει
που την ευημερία σου έταξαν
στήσε το κορμάκι σου
πάρε και μια ασπιρίνη
να περάσει ο πονοκέφαλος
αχ, πονάει η αναμονή
στην ατέλειωτη ουρά του πολυκαταστήματος
κατανάλωσε, κατανάλωσε
κάνε τσιγάρο
τοστάκι αγόρασε, ένα φρέντο καπουτσίνο
μην τολμήσεις να κοιμηθείς
και σου πάρουν τη σειρά
κρίμα θα είναι κι άδικο, αδερφέ μου
τέτοιες προσφορές μία στις χίλιες
ε, κι αν σε ποδοπατήσουν
πες πως το αίμα σου έδωσες, πάλι
στον βωμό της αγοράς
και για το επόμενο πολυκατάστημα
ξεκίνα, μην αργείς
κατανάλωσε, κατανάλωσε
το σπίτι σου χάρισε στις τράπεζες
το μισθό, την καρδιά σου
όταν θα πεθάνεις
επίγραμμα θα σου γράψουμε
πως πήγες ηρωικώς μαχόμενος
υπέρ της μαλακίας σου.


Ειρηναίος Μαράκης

Dawn of the Dead (1978) First Mall Scene 

https://www.youtube.com/watch?v=7zK_44APmbY

Dawn of the Dead Shopping Sequence 

https://www.youtube.com/watch?v=dyucU5rtIu8


Τετάρτη 22 Νοεμβρίου 2017

[νέα έκδοση] Σε κλειστά βιβλία, Ντέμης Κωνσταντινίδης, 24 γράμματα (δελτίο τύπου)

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η ποιητική συλλογή ΣΕ ΚΛΕΙΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ του Ντέμη Κωνσταντινίδη, που κυκλοφορεί από τα 24 γράμματα, περιλαμβάνει τόσο πρώιμα ―σχεδόν εφηβικά― όσο και κατοπινά ποιήματα, κάποια μάλιστα πολύ πρόσφατα, που συγκεντρώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από διάσπαρτα χειρόγραφα και δημοσιεύσεις. Με αυτήν την έννοια, αποτυπώνει μία πορεία αγωνιώδη και κοπιαστική, όχι όμως χωρίς τις απολαβές της συμφιλίωσης με την εσωτερική φωνή. Όσο κανείς προσέχει (κι όσο αντέχει), θ’ ανακαλύπτει στις σελίδες της, συν τω χρόνω, τον ενοποιητικό παράγοντα του τυχαίου. Προτείνεται, λοιπόν, η μη γραμμική ανάγνωσή της.


Τίτλος: Σε κλειστά βιβλία
Συγγραφέας: Ντέμης Κωνσταντινίδης
Επιμέλεια και διόρθωση κειμένου: Μαρία Καπετανάκη
Τόπος και Χρονολογία πρώτης έκδοσης: Αθήνα,  Νοέμβριος 2017
ISBN: 978-618-3022-4-5
Σελίδες: 136
Διάσταση σελίδας: 1 7×24cm
Γραμματοσειρά: Minion Pro, 12’
Χαρτί: Chamois 120gr
Εκδόσεις: 24γράμματα / Γιώργος Δαμιανός
Διευθύνσεις / Κεντρική Διάθεση:
α. Πεντέλης 25α και Αίαντος 2α, Βριλήσσια, 152 35
β. Ηρώων Πολυτεχνείου 8, Αγία Παρασκευή, 153 42
Τηλ.: +30 210 612 70 74, +30 210 600 87 50
Email: info@24grammata.com
Web site / e-shop: www. 24grammata.com
Copyright © 2017 24γράμματα


Δευτέρα 16 Οκτωβρίου 2017

Ποιήματα που τώρα γράφονται: Φαλιμέντο [του Νίκου Βαρδάκα]



Φαλιμέντο

Άδολα, δίχως  φθόνο  και  με  περίσσιο  φόβο  ξεκίνησες
το  ταξίδι  σου  το  μεγαλύτερο  στο  φαλιμέντο . Μετάλαβες την
αδιαφορία, την  ασώματη  κυοφορία  του  ψέματος  της. Αργά, συνοπτικά
και  δίχως  βιασύνη  άρχισε  να  βραδιάζει.
Στο  νησί  του  πόθου, των  όμορφων  στιγμών  που  βιώσατε  οι  δυο  σας
έφθασες  πριν  λίγο. Συντεταγμένη  η  πομπή, των  αναμνήσεων  πορεύεται  ενώ  δεξιά
και  αριστερά  στέκονται  το  παρόν  και  το  μέλλον. Σε  κοιτάζουνε  βαθιά  στα  μάτια
εκεί  που  η  δύναμη  προσφέρει  την  θέση  στο  κενό.
Θεό  τον  βάφτισες, ως  άλλο  είδωλο απομυθοποίησες  το  πρόσωπο  της. Ζητάς  την  παρέα
του, την  ευμετάβλητη  κίνηση  του  μοιραίου. Ως  άτολμος  και  αναποφάσιστος
διακρίνεις  στο  έσχατο  του  χρόνου  το  όνομα  σου. Μοιάζει  μνημείο  λαξεμένο, με
τέχνη  που  το  κυπαρίσσι  σκιά  του  προσφέρει. Φαλιμέντο  ,ως  απάντηση  στα  γιατί
των  δόλιων  συνοδοιπόρων  σου.

Σε  περιμένει  το  φώς  στην  αυγή, ως  ένα  κλείσιμο  μεμιάς  των  βλεφάρων.

__________________________________________________________________
από την ποιητική συλλογή "Συναισθήματα"
γράφει ο ποιητής Νίκος Βαρδάκας  

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Τα μουρλά νερά του Σκαρίμπα (του Θανάση Θ. Νιάρχου)


ΤΑ ΜΟΥΡΛΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΣΚΑΡΙΜΠΑ

Ή είμαστε πια πάρα πολλοί που έχουμε μεγαλώσει ανεπανόρθωτα Ή η ιστορία της λογοτεχνίας σχετικά πρόσφατων χρόνων είναι τόσο ζωντανή ώστε γεγονότα που σημειώθηκαν πριν από πενήντα χρόνια να μοιάζουν σχεδόν χθεσινά. Αλλιώς δεν εξηγείται η γλύκα που αισθάνεται κανείς διαβάζοντας το κείμενο του συγγραφέα και δημοσιογράφου Δημήτρη Παπαχρήστου αφού αφορά πρόσωπα και περιστατικά που δεν χρειάζεται παρά μια αμυδρή μνεία τους για να επανακάμψουν ορμητικά όπως ακριβώς τα έζησε κανείς

γράφει ο Θανάσης Θ. Νιάρχος 


Μια φωτογραφία, λένε οι Κινέζοι, είναι χίλιες λέξεις, αλλά και μια λέξη, θα μπορούσες να πεις, κι αν είναι γραμμένη ή ειπωμένη από τον Σκαρίμπα, είναι χίλιες φωτογραφίες. Ο Ηλίας Πετρόπουλος στο σπίτι του Γιάννη Σκαρίμπα, το 1969, απαθανατισμένοι σε μια φωτογραφία από τον Ηλία Παπαδημητρακόπουλο, σημαντικότατο διηγηματογράφο και φίλο του Σκαρίμπα, είναι η παραδοξολογία της εικόνας στη σκιά του λόγου. Εσμιξαν, πώς λέμε βρήκε ο τέντζερης το καπάκι, η παραδοξολογία, ο ανορθόδοξος λόγος, η υπέρβαση των ορίων, χωρίς την παραβίασή τους πέρα από την ηθογραφία, τη στράτευση μέσα σε έναν σκαριμπικό σουρεαλισμό, ο Ηλίας Πετρόπουλος με τα καλιαρντά του και τις έρευνές του για ό,τι τον ερέθιζε να μιλήσει ή να γράψει και με την παραγγελία του «τη στάχτη μου να τη ρίξετε στον υπόνομο του Παρισιού», καθότι αυτοεξόριστος, πράγμα που έγινε, είναι ένα κομμάτι της μυθιστορίας.
Ο Σκαρίμπας έπαιζε με τους παρατονισμούς, με τις μετοχές και η ποίησή του έβρισκε τον ρυθμό της και τη μουσικότητά της. Χρησιμοποίησε ως εργαλείο όλα τα είδη του λόγου και ήταν γνώστης βαθύς της ουσίας της ζωής, που τη ζούσε σε μια πραγματικότητα της επαρχίας, γι' αυτό και την περιέγραψε με κάθε τρόπο, μην αφήνοντας τίποτα όρθιο με τα σκανδαλίσματα της γλώσσας του και με τα σατανικά καμώματά του, δηλαδή τα «καραγκιοζιλίκια» του, προκάροντας τη σεμνοτυφία, τον καθωσπρεπισμό και την καθεστηκυία τάξη του λόγου και της κοινωνίας.

Ο ξενομερίτης της Χαλκίδας έκανε τη Χαλκίδα δικιά του και στο έργο του και στη ζωή του, με το ανυπότακτο πνεύμα του και τη μεγάλη αγάπη του, που ήξερε από πού εκπορεύονταν. Οταν είδα και άκουσα τον «Ηχο του κώδωνος» στο Πειραματικό Θέατρο της Μαριέτας Ριάλδη, ένιωσα τις παρακρούσεις και αισθάνθηκα την παρόρμηση να πάω στη Χαλκίδα, στον Καράμπαμπα, να τον συναντήσω, αν και δεν ήμουν ακόμα είκοσι χρόνων και δεν ήξερα ότι ο Μάνος Κατράκης είχε παίξει στη Χαλκίδα το 1942. Περήφανος και ξαφνιασμένος, γιατί δεν ήξερα την ύπαρξή του. Δεν με εντυπωσίασε τόσο το παρουσιαστικό του, αλλά με κέρδισε εκείνο το διαβολικό χαμόγελό του, με όλες τις σημασίες που μπορεί να προσδώσει κανείς.
«Βγαίνω από τα τρελά νερά του Ευρίπου», του είπα, «από τα μουρλά», με διόρθωσε. Και ήρθα για πρώτη φορά το 1958 στη Χαλκίδα με τον «Κύκνο» τον λευκό, τον ολόλευκο, με σπασμένο χέρι από τους Ωρεούς. Το πουλί το πλεούμενο των θαλασσών και αργότερα των ουρανών και τώρα έγινε καζίνο έξω από τη Βηρυτό. Είχα διαβάσει το «Ουλαλούμ», το «Θείο τραγί» και τον «Μαριάμπα» του.

Και είχα γράψει το όνειρό μου με θαλασσιά γράμματα για τον «κύκνο» που τον έβλεπα να περνάει τον ερωτικό δίαυλο, βγαίνοντας από τον Παγασητικό για τις Σποράδες.
Νιώθω σιγά σιγά ν' αποδεσμεύεται
ο φόβος απ' το κορμί μου.
Να βουλιάζω στην ερημιά
μιας θάλασσας ακύμαντης
κι ο λευκός κύκνος να μη φαίνεται από πουθενά.

Ο Σκαρίμπας γελάει ακόμα και σκαρφίζεται στίχους και ποιήματα. Είναι ο τρελός του χωριού, δηλαδή της Χαλκίδας, και ξεφωνίζει πρώτα κι ύστερα πέφτει σε πλήρη σιωπή, με σοφία και γνώση. Κι έρχεται η ψυχή του ορμώμενη από την Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος και από τους τόπους των αναγκαστικών της ζωής περιπλανήσεων. Μικρό παιδί στην Ιτέα Σαλώνων, σχολαρχείο στο Αίγιο, γυμνάσιο στην Πάτρα και από το μακεδονικό μέτωπο, έρχεται.
Ηθελε να γίνει φαροφύλακας και κατέληξε τελωνοφύλακας στο τελωνείο Χαλκίδας και κολυμβητής της νύχτας που κάποιες φορές του έπαιρναν τα ρούχα οι συνάδελφοί του που τα άφηνε απέξω για να τον ακούσουν να τους βλαστημάει. Ο Σκαρίμπας δεν σκάμπαζε από καθωσπρεπισμούς, ήταν ο δαίμων της Χαλκίδας και της ζωής. Οσο ζούσε, οι συντοπίτες του δεν τον καταλάβαιναν, ήταν παράξενος άνθρωπος, γι' αυτό και τους έκανε μηνύσεις… Μα πάντα έστεκε και στέκει πάνω στη γέφυρα δείχνοντας με τα χέρια του και τα ποιήματά του τον Νότο.

Τώρα στέκεται μαρμάρινος μπροστά από το ξενοδοχείο Παλίρροια, με σπασμένο κατάρτι. Το σπασμένο καράβι τραγουδάει πέρα βαθιά με δίχως πανιά έτσι να 'μαι, και είναι να πονάει και να λυπάται ο κάθε Χαλκιδαίος που είδε να γκρεμίζεται το Παλίρροια, το κόσμημα της Χαλκίδας για ένα ανασήκωμα παραπάνω.
Και είναι ακόμα μεγαλύτερος ο πόνος στο έμπα του όποιου ενοίκου να θαυμάζει τοιχοκολλημένη την ομορφιά του. Κι είχα μαθητής προλάβει να κοιμηθώ στην αγκαλιά του. Πολλές οι μεταλλάξεις και πολλά τα μεταλλαγμένα προϊόντα, που θα έλεγε κι ο Σκαρίμπας.

Ο Δημήτρης Αρβανίτης, βέρος Χαλκιδαίος, βίωσε τις εικόνες πηγαίνοντας στον πατέρα του το μεσημεριανό, τυλιγμένο σε μια πετσέτα. Καραβοποιός, στο δικό του καρνάγιο, δίπλα στη γέφυρα, κοντά στη Σχολή Πεζικού, κάτω από την εβραϊκή συνοικία, και ο Σκαρίμπας περνούσε απέξω κι έριχνε τα μάτια του στον τεχνίτη καλλιτέχνη. Εγραψε έξι διηγήματα, όσες και οι ώρες που πάνε κάτω τα νερά, και με παρακίνησε να γράψω και εγώ ακόμα έξι, όσες οι ώρες που πάνε πάνω. Και η γέφυρα στη μέση στολίδι αληθινό. Και ψηλά να στέκει το κάστρο και όλα να κολυμπάνε «στη ροή των νερών και των καιρών», αυτό τον τίτλο έδωσε στο βιβλίο, και ως να είναι φυσιολογικότατον ο Σκαρίμπας να μας παρακολουθεί από την προκυμαία και να είναι καρφωμένο το μάτι του στη στιγμή που αλλάζουν τα νερά.
Γκρεμίστηκε το σπίτι του κι αυτό δεν τιμά τον Δήμο Χαλκίδας κι ας τον τίμησε με τον χρυσό σταυρό της πόλης. Και όταν συνέβη αυτό στο ξενοδοχείο Λούσι έφυγε να πάει προς νερού του. Μια μέρα με τον Σκαρίμπα θα μπορούσε να είναι μια ζωή και ένα ολόκληρο βιβλίο, πράγμα που το διέπραξε ο Τόλης Καζαντζής από τη Θεσσαλονίκη που τον επισκέφθηκε μια μέρα. Είναι και τα παιδιά από τη Χαλκίδα, οι φίλοι του Γιάννη Σκαρίμπα, που τον τιμάνε προβάλλοντας το έργο του.
Αθυρόστομος αλλά όχι βλάσφημος, καραγκιοζοπαίχτης και θεομπαίχτης. Ο Σκαρίμπας δείχνει με το δάχτυλό του τη θεότητα του Σύμπαντος και το κάτι εκείνο που μπορεί να βάλει φωτιά στο τίποτα και να το δημιουργήσει από την αρχή με τον λόγο του. Γιόρταζε την Ανάσταση τη Μεγάλη Παρασκευή για να προκαλέσει και έπαιζε τον Καραγκιόζη του με τις φιγούρες που έφτιαχνε ο ίδιος. Ακούστηκε πως μια γκαστρωμένη γυναίκα απόρριξε από ξεκάρδισμα, κυκλοφόρησε σαν γεγονός στην πόλη και δεν γινόταν να μη γίνει πιστευτό.
Ο Σκαρίμπας «έπαιξε» με όλα τα είδη της τέχνης και με την αλήθεια και το Εικοσιένα του, έβγαλε γλώσσα και στους ιστορικούς γιατί ήταν απόγονος του Σουλιώτη Δήμου Μαζγάκη που υπηρέτησε στην αυλή του Αλή Πασά, δίνοντας την προσωπική του ιστορική διάσταση. Ανυπότακτος και ανοικονόμητος, δεν χωρούσε πουθενά. Επαρχιώτης με περηφάνια που ήθελε να αλώσει με τη βοήθεια του περιθωρίου το κέντρο των Αθηνών και την εξουσία με δούρειο ίππο την τέχνη του και με πολιορκητικό κριό την πανουργία του.
Στην εφημερίδα που έβγαζε, τα «Νεοελληνικά Σημειώματα», αρθρογραφούσε εναντίον του κατεστημένου των λογοτεχνών. Τα έβαζε με το σινάφι του, τον Στρατή Μυριβήλη, τον Πέτρο Χάρη, τον Καραγάτση και άλλους, με βοηθό τον Νίκο Παππά από τα Τρίκαλα. Χαλκιδαίος έτσι πολιτογραφήθηκε, σαν τον Καβάφη της Αλεξάνδρειας, σαν τον Καρυωτάκη της Πρέβεζας και σαν τον Παπαδιαμάντη της Σκιάθου που είχε περάσει ως μαθητής από τη Χαλκίδα.
Ο Σκαρίμπας επιδίωξε να γίνει η Χαλκίδα λογοτεχνικό κέντρο, αρθρογραφούσε σε πολλά έντυπα, γινόταν το επίκεντρο σε «εχθρούς» και φίλους. Πολλοί πέρασαν από τη Χαλκίδα, και η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Αγγελος Σικελιανός, κι ήταν ο Σκαρίμπας που το ευχαριστιότανε.

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: ποίηση του Γιώργου Μπίμη

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει:

τις ποιητικές συλλογές του Γιώργου Μπίμη
• Μνήμες της Πέτρας και της Σιωπής (http://go.shr.lc/2wBNpuy
• Τα Λυρικά 
• Ο Χρόνος και οι πληγές





Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Ποίημα: Σε είδα [του Νίκου Βαρδάκα]



«Σε  είδα»

Σε  είδα  να  βουρκώνεις  στην  αγκαλιά  του  συζύγου  σου.
Έξω  απ΄το  νοσοκομείο  χθες  το  βράδυ, γύρευες  μια  ελπίδα
ώστε  να  σε  συντροφέψει. Ο  γιός   σου στην  εντατική  αγωνιζόταν
μετά  το  τροχαίο  με  το  αυτοκίνητο, να  παραμείνει  στην  ζωή.
Ψηλά  έστρεφες  το  βλέμμα  προς  τα  αστέρια, και  σου  έκλεινε  το
«μάτι»  το  πιο  φωτεινό  απ’ όλα.
Σου  ψιθύριζε  στο  αυτί  ένα  «Κουράγιο», όπως  κάθε  φορά  που  στις
δύσκολες  στιγμές  της  ζωής  σου  αποζητούσες. Από  τότε  που  ήσουνα
μικρή  εκεί  δίπλα  στο  παράθυρο  του  δωματίου  σου.
Σε  είδα  να  καπνίζεις  μόνος  στο  παγκάκι, όταν  σε  αποχαιρέτησε  μετά  το
ραντεβού. Έμοιαζε  σκληρός  ο  χωρισμός  μετά  από  5  χρόνια. Κάνατε  όνειρα
μαζί  για  το  μέλλον  σε  εκείνο  το  πάρκο. Λίγες  εικόνες  απ΄την  ευτυχία  είναι  οι
κύκλοι  απ΄τον  καπνό  του  τσιγάρου. Πολύ  περισσότερα  είναι  τα  λόγια  που  χάθηκαν
στον χρόνο. Και  είναι  δύσκολο  να  αγαπάς. Γιατί  οι  κοινωνικές  επιταγές  σου  καθορίζουνε
κώδικες  συμπεριφοράς. Δούναι-λαβείν, χρήματα-ευτυχία.
Είναι  ώρα  να  επιστρέψεις  στο  σπίτι. Πόσο  βαριά  θα  μοιάζουνε  τα  βήματα  σου..



Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Γλυκερία Μπασδέκη, DON’T SMOKE IN BED




DON’T SMOKE IN BED

εννιά Μαρτίου
πέθανες
κανονικά
με έμφραγμα,
εντατική,
νεκρώσιμα,
σαράντα
απ’ τη Μαρί το έμαθα
πάει ο Πανούλης, κλαίγαμε ,
πέφταν σακούλες, σαμπουάν,
χαρτιά υγείας
έβγαινα, βλέπεις, απ’ τον Μαρινόπουλο
– ώρα που βρήκα

από το βιλίο της Γλυκερίας Μπασδέκη «Σύρε καλέ την άλυσον» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Bibliotheque

διαβάστε σχετικά στην παρουσίαση του περιοδικού Ατέχνως

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

«Βιογραφικό σημείωμα» – Η νέα ποιητική συλλογή της Νικολέττας Κατσιδήμα – Λάγιου



Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Νικολέττας Κατσιδήμα – Λάγιου κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες με τίτλο «Βιογραφικό σημείωμα» (εκδ. «το δόντι»). Στα ποιήματα της συλλογής διακρίνεται ένα προσωπικό ύφος που παντρεύει τις επιρροές από ποιητές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, με σύγχρονες αναζητήσεις και με την έμφαση στην ιστορική φόρτιση του ελληνικού χώρου.
Η Νικολέττα Κατσιδήμα – Λάγιου γεννήθηκε και ζει στην Πάτρα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως φιλόλογος. Από τις εκδόσεις «το δόντι» κυκλοφορούν επίσης η ποιητική συλλογή «Ελεγείον έρωτος» (2014) και η συλλογή διηγημάτων «Τα περιστέρια» (2013).

Διαδρομές

Τα τρένα
Ποτέ δεν ταξιδεύουν
Τα τοπία
Τρέχουν αδιάφορα
Δίπλα τους

Μάθημα θρησκευτικών

Ποια νοσηρότητα μετέφρασε
Το θάνατο
Ως τιμωρία
Για το προπατορικό αμάρτημα;
Δεν υπάρχει πιο φιλάνθρωπη
Σκέψη του Θεού

Νέα κυκλοφορία: Μπάμπης Γαμβρέλης, Αβέβαια και Τιμαλφή (21 σχέδια για 1 περιπέτεια)



ΜΠΑΜΠΗΣ ΓΑΜΒΡΕΛΗΣ
Αβέβαια και Τιμαλφή
21 σχέδια για 1 περιπέτεια
Σελ.: 56 τιμή: 8,48 ευρώ
ISBN: 978-618-5191-24-5
Κάπα Εκδοτική


Τα Αβέβαια και Τιμαλφή είναι η ποιητική εκδοχή μιας ματαιωμένης ενηλικίωσης. Μια έφηβη επιμονή στην ουτοπία. Ένα συναξάρι αγίων και επαναστατών. Ένα ταξίδι αναβολών, με λέξεις εκτεθειμένες στα ρυάκια της γλώσσας. Ξεσκέπαστες ακόμη στις ανησυχίες των καιρών. Εύθραυστες ακροβασίες στον απόηχο μιας τελετουργίας μνήμης.


Δεν είναι ποίηση αυτές οι λέξεις.
Τα τιμαλφή του μυαλού μου μόνο.
Και σπόρπια βόλια.

Οι λέξεις.
Τι κι αν πούντιασαν στα χαρακώματα.
Αντέχουν μεσονύχτια.


Όλα τα έσοδα από τις πωλήσεις του βιβλίου θα δοθούν στο Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ).





Βιογραφικό
Ο Μπάμπης Γαμβρέλης γεννήθηκε στην Καβάλα το 1958. Στα 15 του χρόνια εγκαταλείπει το σχολείο και αφοσιώνεται στο εργαστήριο αγιογραφίας του πατέρα του. Αγιογράφος, εσαεί ασκούμενος. Το 1993, με τη συνδρομή φίλων και συντρόφων, ιδρύει τον Πολυχώρο Πολιτισμού «Παλιό Ωδείο» και για πέντε χρόνια διευθύνει τα καλλιτεχνικά και πολιτιστικά του προγράμματα. Για δύο χρόνια, αναλαμβάνει την Καλλιτεχνική Διεύθυνση του Φεστιβάλ Θάσου. Από το 1994 έως το 2012 επιμελείται την ύλη και την έκδοση του μηνιαίου πολιτικού-πολιτιστικού περιοδικού ΠΕΡΙωΔΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Το 2009 ξεκινάει τη συνεργασία του με την Εφημερίδα Νέα Εγνατία, στην οποία και αρθρογραφεί καθημερινά. Ζει στη Θάσο.


Κάπα Εκδοτική  - Παπαρηγοπούλου  6,  Περιστέρι  - Τηλ: 210 6859273
info@kapaekdotiki.gr - www.kapaekdotiki.gr - fb/ Κάπα Εκδοτική

t @KapaEkdotiki

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Χριστούγεννα 1948, Μίλτος Σαχτούρης




Χριστούγεννα 1948


Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου.

- Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)

Τρίτη 21 Ιουλίου 2015

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Οι κακοί έμποροι, Δημήτριος Ι. Αντωνίου (1906-1994)



ΟΙ ΚΑΚΟΙ ΕΜΠΟΡΟΙ



                                    http://hellenicpoetry.com/uncategorized/antoniou/

 

Κύριε, άνθρωποι απλοί,
πουλούσαμε υφάσματα
(κι η ψυχή μας
ήταν το ύφασμα που δεν τ' αγόρασε κανείς).
Την τιμή δεν κανονίζαμε απ' την ουγιά,
η πήχη και τα ρούπια ήταν σωστά
τα ρετάλια δεν τα δώσαμε μισοτιμής ποτέ:
η αμαρτία μας.
Είχαμε μόνο ποιότητας πραμάτεια.
Έφτανε στη ζωή μας μια στενή γωνιά
-πιάνουν στη γη μας λίγο τόπο τα πολύτιμα.
Τώρα με την ίδια πήχη που μετρήσαμε
μέτρησε μας, δε μεγαλώσαμε το εμπορικό μας.
Κύριε, σταθήκαμε έμποροι κακοί!



Ο Δ. Ι. Αντωνίου. Βηρυττός 1955. Από το φωτογραφικό αρχείο του Γ. Σεφέρη.


Δημήτριος Ι. Αντωνίου, βιογραφικό


Ο Δημήτριος Αντωνίου γεννήθηκε στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης και καταγόταν από μεγάλη ναυτιλιακή οικογένεια της Κάσου. Πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του και στο Σουέζ και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του το 1912. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολήθηκε παράλληλα με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ερασιτεχνικά με την ορυκτολογία, τη βοτανική, την εντομολογία, τη ζωολογία, τη μουσική. Από το 1928 ακολούθησε στρατιωτική καριέρα στην εμπορική ναυτιλία και έφτασε ως το βαθμό του πλοιάρχου. Συνταξιοδοτήθηκε το 1968. Κατά τη διάρκεια του ελληνογερμανικού πολέμου υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στο αντιτορπιλικό Κείος. Νέος μπήκε στον κύκλο του Παλαμά και γνωρίστηκε με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη και τους άλλους λογοτέχνες της λεγόμενης γενιάς του Τριάντα, με τους οποίους συμπορεύτηκε στην ανανέωση του ελληνικού ποιητικού λόγου. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1936 από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων με τη δημοσίευση ποιημάτων που κρίθηκαν ευνοϊκά από το Γιώργο Σεφέρη. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές (Ποιήματα, Ινδίες [Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης - 1967], Χάι-Κάι και Τάνκα [Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης - 1972]), ενώ πολλά έργα του (ποιήματα, λογοτεχνικά δοκίμια, μεταφράσεις) βρίσκονται δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Δ.Ι.Αντωνίου βλ. Αργυρίου Αλεξ., «Δ.Ι.Αντωνίου», Η ελληνική ποίηση · νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου, σ.200-201 (της εισαγωγής) και 298 (της ανθολογίας). Αθήνα, Σοκόλης, 1979, Χατζηφώτης Ι.Μ., «Αντωνίου Δημήτριος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας2. Αθήνα, Χάρη Πάτση, [1968] και χ.σ., «Αντωνίου Δημήτριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό1. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1983.


 

πηγές:
 
Ποιητική Ανθολογία, σειρά Γνώση, εκδοτικός οργανισμός ΜΑΛΛΙΑΡΗ, 1980
Εθνικό Κέντρο Βιβλίου 

επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης/Λογοτεχνία και Σκέψη

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

[Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση;] Άντειας Φραντζή, «Ανακοίνωση» (απόσπασμα)

Άντειας Φραντζή, «Ανακοίνωση»

(απόσπασμα)






[...] Γιατί «γυναικεία ποίηση» ονομάζεται συχνά η υπέρμετρα συναισθηματική έκφραση, που είτε ως πλαδαρή φλυαρία είτε/και ως αμήχανη γραφή υποτίθεται πως διασώζεται από την ειλικρίνεια των αισθημάτων, τα οποία ούτως ή άλλως δεν ελέγχονται ή απλώς παραπέμπουν με αυτονόητο, σχεδόν, τρόπο σε στερεότυπες απόψεις για τις γυναίκες. Ο χαρακτηρισμός αυτός καταλήγει να γίνεται μειωτικός, γιατί, κατά κανόνα, εκφέρεται με κάποια δόση μεγαλόθυμης επιείκιας για τις γυναίκες και υπονοεί τη φράση: για γυναίκα καλή είναι — και αποσιωπάται, όταν ακριβώς θέλει η κριτική να υπογραμμίσει την ποιότητα του έργου μιας γυναίκας, οπότε την συγκρίνει με έργα μεγάλων ανδρών (ποιητών) και αφήνει να εννοηθεί ότι δε γράφει σα γυναίκα. Οι γυναίκες, όταν η κριτική θέλει να τις επαινέσει, γίνονται ρωμαλέες και, όταν θέλει να τις υποσκάψει, γίνονται νάρκισοι.
«Γυναικεία ποίηση» ονομάζεται, επίσης, η ποίηση που επιλέγει τα θέματά της από τον παραδοσιακό ή έστω και από τον αναθεωρημένο σύγχρονο ρόλο της γυναίκας, αν, δηλαδή, μυρίζει κουζίνα ή μπιμπερό, αλλά κι αν είναι μαχόμενη στο φεμινισμό. Αυτή η ευδιάκριτη σχηματοποίηση, που προέρχεται, επίσης, από τις στερεότυπες απόψεις για τις γυναίκες, ενώ περιέχει μεγάλη αλήθεια, δίνει, νομίζω, το πρόσχημα για εύκολες θεματικές κατατάξεις. Πώς θα αντιμετωπίζαμε έναν άντρα που θα διάλεγε το προσωπείο μιας γυναίκας για να γράψει; Ή, επίσης, πώς θα χαρακτηρίζαμε μια γυναίκα που θα διάλεγε το αντρικό;
Χωρίς να μπορούμε — και νομίζω πως ούτε θέλουμε να υποτιμήσουμε τη σημασία των θεματικών επιλογών, πιστεύω πως μια συζήτηση αποκλειστικά και μόνο για τα θέματα, καθώς και για το λογοτεχνικό προσωπείο του αφηγητή, θα μπορούσε να εκτραπεί από το κυρίως ζήτημα. Παρ' όλα αυτά, πρέπει να επισημάνουμε ότι η πρόκληση της σημερινής συζήτησης υποδεικνύει την ανάγκη να αναρωτηθούμε για την καταλληλότητα του όρου «γυναικεία ποίηση» σε σχέση με άλλες διατυπώσεις —όπως «γυναικεία γραφή», «γυναικείος λόγος»— που, κατά κανόνα, εκφέρονται, χωρίς διάκριση και που σχεδόν ποτέ δεν διαφοροποιούνται σημασιολογικά — αν βέβαια κάτι τέτοιο είναι δυνατό ή, έστω, αναγκαίο. Ως ένα βαθμό πιστεύω πως υπάρχει η δυνατότητα να προσανατολίσουμε τη σκέψη μας σε μια βασική, τουλάχιστον, διάκριση, που για την μεν «γυναικεία γραφή» θα πρέπει να οριστεί ως γλωσσικής τάξεως και για τον «γυναικείο λόγο» ως ιδεολογικής τάξεως.
Το ερώτημα, λοιπόν, που έχει ως θέμα της η σημερινή συζήτηση θέτει, στην ουσία του, ένα επστημολογικό ζήτημα: δηλαδή κατά πόσον το λογοτεχνικό είδος που είναι η ποίηση μπορεί να προσδιοριστεί από το γένος του δημιουργού του, και στην προκειμένη περίπτωση από τη γυναίκα δημιουργό. Είναι, δηλαδή, δυνατόν, να μιλάμε για ποίηση γένους θηλυκού;
Στο σημείο αυτό, βέβαια, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί γιατί ξεχωρίζουμε από τη συζήτησή μας την ποίηση από την πεζογραφία και γιατί δεν θα ήταν πιο ακριβές αν μιλούσαμε συνολικά για όλα τα είδη του έντεχνου λόγου, και, γιατί όχι, για κάθε μορφή δημιουργικής έκφρασης. Το ερώτημα αυτό δεν είναι μόνο θεμιτό αλλά και εύλογο. Γιατί το κυρίως ζήτημα φωλιάζει ακριβώς στην ανάγκη να προσδιορίσουμε τη γυναικεία ιδιαιτερότητα. Το αρχικό θέμα, λοιπόν, που μεταβάλαμε σε ερώτημα, έχει προκαλέσει ήδη περαιτέρω απορία.
Είναι, πάντως, γεγονός ότι εδώ και είκοσι, «το λιγότερο», χρόνια οι γυναίκες ποιήτριες στον τόπο μας παρουσιάζονται, αριθμητικά αλλά και ποιοτικά, με έργο όχι μόνο ανταγωνιστικό προς αυτό των ανδρών ομοτέχνων τους αλλά κυρίως με έργο που διαφέρει. Η πρώτη εμφανής διαφορά των γυναικών βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι ακόμη μάχονται, ωσάν να ήσαν μια μειονότητα που ζητά να εκφράσει αλλά και να κατακτήσει τα δικαιώματά της. Και αυτό βέβαια δεν είναι διόλου αποκλειστικότητα της ποίησης. Σχετίζεται με όλα τα σημεία των καιρών, που όχι μόνο στην τέχνη και την επιστήμη αλλά κυρίως στην καθημερινή ζωή παραχωρεί στις γυναίκες με κόπο και αγώνες, σπιθαμή προς σπιθαμή, το ζωτικό τους χώρο.
Αλλά εμείς εδώ μιλάμε για τη «γυναικεία ποίηση» και νομίζω πως δε θα πρέπει να διαφύγει την προσοχή μας ότι κινδυνεύουμε πολλές φορές να ταυτίσουμε τους κοινωνικούς αγώνες με αυτό που συντελείται στο χώρο της τέχνης. Τα δοχεία είναι σαφώς συγκοινωνούντα, αλλά η κίνηση από τα κοινωνικά φαινόμενα στα πολιτισμικά, και ακόμη περισσότερο στα υπαρξιακά, δεν είναι ευθύγραμμη, όσο κι αν κάτι τέτοιο θα μας άρεσε να το υποστηρίξουμε. Αναρωτιέμαι μήπως διατρέχουμε τον κίνδυνο να επανεγγράψουμε με νέους όρους έναν παλαιότερο και εν τέλει αναχρονιστικό προβληματισμό. [...]



* Για τα χαρακτηριστικά της «γυναικείας ποίησης» και για το αν τελικά διαφοροποιείται από την αντίστοιχη «ανδρική» μπορείτε να διαβάσετε δύο ενδιαφέρουσες εισηγήσεις της Άντειας Φραντζή και της Παυλίνας Παμπούδη στο συνέδριο με τον σημαίνοντα τίτλο Υπάρχει, λοιπόν, γυναικεία ποίηση; Επίσης, διαφωτιστικές είναι οι απόψεις που διατυπώνουν Ελληνίδες ποιήτριες στην ενότητα «Ποιήτριες συζητούν για την ποίησή (τους)» που εμπεριέχεται στον τόμο Γυναίκες / Ποίηση στην Ελλάδα και Βρετανία (University Studio Press, 1998). Χρήσιμες, τέλος, για το θέμα που μας απασχολεί είναι και οι παρατηρήσεις της Μαίρης Μικέ για τη γυναικεία γραφή και τον προσδιορισμό της στο συνέδριο με θέμα «Γυναίκα και Λογοτεχνία» που διοργάνωσε το 1991 ο Δήμος Κομοτηνής.  

** το απόσπασμα από την Ανακοίνωση της  Άντειας Φραντζή καθώς και η σημείωση που ακολουθεί αναδημοσιεύονται από τη σελίδα Γυναίκες ποιήτριες στην Ελλάδα όπου θα βρείτε το σύνολο του κειμένου καθώς και αρκετά ποιήματα Ελληνίδων ποιητριών.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2015

4 + 1 ποιήματα του Μιλτιάδη Μαλακάση (1869-1943)

4 + 1 ποιήματα του Μιλτιάδη Μαλακάση  *

 
Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869 - 1943): Ποιητής και πεζογράφος

Μεσολόγγι

Ἐσένα θύμησή μου, ἐσέν᾿ ἄνθος θανάτου,
Ἀθανασίας ρόδο, ἐσὲ κρατῶ,
Μοσκοβολιὰ καὶ χάϊδεμα τοῦ ἀναβλεμμάτου
Κι ἀγκάθι αἱματοστάλαχτο φριχτό.
Ὅταν, ὦ παιδικὴ καρδιά! Ἡ ἁρμύρα
Τῆς λιμνοθάλασσας ἀνήλεη, λατρευτή,
Μὲ χρώματα σὲ μέθαε καὶ μὲ μύρα,
Τότε γιατί νὰ μὴν πεθάνεις; Ὢ γιατί;
Στὶς ροδοδάφνες, μέσ᾿ στὴν αἴγλη τοῦ εἰκοσιένα,
Ἐσὺ λουλούδι ὑστερογέννητον, ὢ πῶς
Πέφτουν τὰ φύλλα σου ἕνα-ἕνα σκεβρωμένα,
Καὶ μέσ᾿ στὰ βάλτα ὁ σκορπισμένος σου καρπός;
Σὲ τόσες μέσα ἀνατολές, δύσες, σκοτάδια,
Μέσα σε τόσες μουσικές, ποίησες, ᾠδές,
Νερῶν καὶ δένδρων τὰ βουητά, σείσματα, χάδια,
Χαμένος ψίθυρος τῆς λύρας μου οἱ χορδές…
Ὦ Μεσολόγγι, ἱερὲ βωμέ, αἱματοβαμμένε,
μεγάλου βάρδου ἡ δόξα καὶ ἡ θανή,
τοῦ Χρήστου τοῦ Καψάλη ἐσύ, πυρσὲ ἀνάμενε,
καὶ τῆς ἐξόδου ἡ νύχτα, ὦ οὐρανοί!
Τώρα, κι ἂν μοῦ ξεδένετε φρένα καὶ γλῶσσα,
Θ᾿ ἀγροικηθεῖ τῆς ταπεινότης μου ὁ ψαλμός,
Μέσα στοὺς ὕμνους καὶ στὰ τρόπαια τὰ τόσα,
Ποῦ σου ἔχει στήσει ὅλου τοῦ κόσμου ὁ θαυμασμός;….
(Ἐφημ. «Καθημερινή», 25 Ἀπριλίου 1937)

Στὸν σάτυρο μιᾶς παλιᾶς βρύσης

ἀφιερωμένο τοῦ φίλου μου Β. Λιανίτη
Φαῦνοι καὶ Σιληνοὶ Θεοὶ στὸ βάθρο ἑνὸς Σατύρου
καὶ τὸ νερὸ ποὺ ἀκίνητό τους καθρεφτίζει,
ὅραμα πράο καὶ θλιβερὸν ὅλα τριγύρου,
ὅλα τῆς μούχλας τ᾿ ἄρωμα τ᾿ ἀρωματίζει...
Ὦ Θεὲ τοῦ πόθου, ἡ δόξα σου αἰώνια νἆναι!
Ἔτσι νὰ μένεις τραγικὸς πιὸ κι ἀπὸ μόνος
χωρὶς λαλήματα τερπνὰ πουλιῶν ποὺ πᾶνε,
χωρὶς ἕνας ἀπάνω σου πράσινος κλῶνος...
Ρόδα καὶ φύλλα στὴν κορφὴ τὴν ἱερή σου,
ἀπ᾿ τὴ λειχήνα κι ἀπ᾿ τὰ μούσκλια φαγωμένα,
κι ἡ νύφη Ἀμαδρυάδα σου, ἔγνοια πικρή σου,
τόσο ποτὲ ὅσο σήμερα μακριὰ ἀπὸ σένα.
Ἀνήλεη πνέει ἡ πνοὴ στὰ μυροβόλα,
κι ἁγιάγερτη ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ὅσων κλαῖμε,
μὰ πάνω ἀπ᾿ τὰ παράπονα, τὰ δάκρυα ὅλα,
τὰ ποὺ ποτὲ δὲ θ᾿ ἀνεβοῦν, τὰ ποὺ δὲ λέμε.
Αἷμα χυμένο τῶν ἀνθὼν κι αἷμα χυμένο
ἀπ᾿ τὴν καρδιὰ τόσων πουλιῶν, τόσων θανάτων...
Κι ἐγὼ στὸ στοιχειωμένονε κύκλο νὰ μένω
τοῦ Σάτυρου, τῶν Χιμαιρῶν καὶ τῶν Τεράτων!

Τὸ σονέτο τοῦ μεσονυχτίου

Ὅλα σβησμένα γύρω μου, στὴ πάχνη ὅλα κρυμμένα,
χαμένα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς κ᾿ ἀπ᾿ τὸ σκοτάδι κάτου,
μὲ τὸ βαρὺν ἀέρα τους μὲ πνίξαν ξάφνου ἐμένα
θαμπώνοντάς μου τὴ στεγνὴ ρονιὰ τοῦ ἀναβλεμμάτου.
Μὰ δάκρυο δὲν ἐστάλαξε μηδ᾿ ἔλαμψε κανένα
στὸ ξαναμμένο γλέφαρο, στητὸ στὸ λάγκεμά του,
καὶ τὰ δικά μου ἀγρίκησα βαθιά μου καὶ τὰ ξένα,
καρδιόχτυπα ἀνατάραχτα σὲ μία σιωπὴ θανάτου.
Κι εἶπα τὸ χαῖρε δύο φορὲς καὶ μὲς στὸ χάος ὁ ἦχος
ἐχάθη, ὡς ἀντιβόησε ὁ βυθὸς τοῦ κάτω κόσμου,
μήνυμα πὼς σφραγίστηκε παντοτινὰ ὁ χαμός μου.
Καὶ μένει ἐπίσημος στυγνὸς ὁ ἀριστοκράτης στίχος
ἀξήγητος Συβιλλικὸς ν᾿ ἀνησυχεῖ μονάχα
τὰ πνέματα ποὺ ἀνώφελα παλεύουν νυχτομάχα.

Μπάϋρον

Στοὺς τοίχους ἅρματα ἀσημιὰ καὶ φλωροκαπνισμένα,
τακίμια ἀπὰ στὰ χαμηλὰ διβάνια τὰ νταμάδα,
τὰ φυσεκλίκια ἀραδιαστὰ τὰ χαϊμαλιὰ ἕνα-ἕνα
κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὰ παράθυρα τῆς λίμνης φῶς ἡ ἀχνάδα.
Μὲς ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, τὸ σελωτὸ σπαθάτο
τῆς Ἀραπιᾶς μὲ τὰ κροσσάτα φάλαρα, φρουμάζει
καὶ μπρὸς στὸ μόντζο τὸ σκοπὸ ποὺ τὰ νερὰ ἀπὸ κάτω,
μονόξυλο μὲ τὸ μακρὺ σταλίκι γλεῖ κι ἀράζει.
Σουλιῶτες Φράγκοι, ἀδάμαστοι Μεσολογγῖτες γόνα
τὸ γόνα, χάμου κάθουνται, νὰ τιναχθοῦν καὶ πάλι,
σὰ θὰ προβάλει ἰσόθεος ὁ ἀσύγκριτος κορῶνα
φορώντας τὸν ἥλιο γύρο στὸ ἀγγελικὸ κεφάλι.
Ὅμως καὶ τὸ ψαρόπουλο στὸ νιοβαμένο πριάρι,
ποὺ τὸ σαλεύει μία ριπὴ τοῦ κόρφου ἀριὰ χυμένη,
χαρούμενο ποὺ κι ὁ γιαλὸς ἀρχίναε νὰ φρεσκάρει,
στρώνει στὴν πρύμη τὸ χαλίκι ὀρθὸ τὸν περιμένει.
Μὰ Κεῖνος πρὶ νὰ δώσ᾿ ἡ αὐγὴ μὲ τὸ φτερὸ κοντήλι,
σὰν ἀπὸ χάδι ἢ κρούσιμο στὸν ὕπνο μηνυμένος
ριμάρει ἀκόμα τὸν καϋμὸ τοῦ ὑστερνοῦ τοῦ Ἀπρίλη,
δοξάζοντας πάλε καὶ σέ, κατατρεγμένο Γένος.
Κι ἐγὼ ποὺ τότε σὲ δασὰ προγόνου στήθια μέσα,
ξέχωρου ἐκεῖ στοὺς διαλεχτοὺς ἔσφυζα στάλα αἱμάτου,
καὶ σὰν ἰδέα κυμάτιζα μὲς στὴν πλατιά του ἀνέσα,
καὶ στὴν ἀητένια του γοργὴ σπίθιζα ἀναβλεψιά του.
Ποιὸς ξέρει! σὲ ποιὸ στρόφιλο νὰ πόντισα ἄξαφνα, ὄντας
ἄνοιξε ἡ θύρα κι ἔτριξαν βαριάτα σκαλοπάτια
κι ἐστάθη τοὺς ἀρματωλοὺς μπροστὰ χαμογελώντας
καὶ τὸν παπποῦ μου ἐκοίταξε καλὰ-καλὰ στὰ μάτια...

Ἆσμα ᾀσμάτων

Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά.
Ἔχω τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι,
Τώρα ποὺ δὲ σὲ νανουρίζουν τὰ πουλιά.
Ἡ νύχτα, ἰδές, γυρνᾷ μαυροντυμένη,
Ὅλα σιωπηλὰ κοιμοῦνται γύρω,
Ἔλα, ἀκριβή μου, ὀνειροπλανεμένη,
Νὰ μὲ μεθύσεις μὲ τ᾿ ἀπόκρυφό σου μύρο.
Ἔλα τραγούδι νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι·
Ἔλα καὶ γεῖρε τὸ τετράξανθο κεφάλι
Μὲς στὴ λαχταρισμένη μου ἀγκαλιά·
Τώρα ποὺ δὲ λαλοῦνε τὰ πουλιά,
Ἔλα τραγούδια νὰ σοῦ πῶ καὶ πάλι.



Μιλτιάδης Μαλακάσης (1869-1943) - Βιογραφικὰ στοιχεῖα

κείμενο: ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΑΛΑΚΑΣΗΣ-ΤΣΕΚΟΣ

Εἰσαγωγικὸ Σημείωμα

Ὁ Μιλτιάδης Μαλακάσης, ποιητὴς ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους τοῦ νεοελληνικοῦ λυρισμοῦ, γεννήθηκε στὸ Μεσολόγγι. Καταγόταν ἀπὸ οἰκογένεια ἀγωνιστῶν τοῦ Εἰκοσιένα μὲ πολὺ πλοῦτο καὶ ἄνεση, ποὺ τοῦ ἐξασφάλισε μία ζωὴ ἀφιερωμένη στὴν τέχνη καὶ τὴ μάθηση κι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ βιοποριστικὲς ἔγνοιες.
Τελειώνοντας τὶς ἐγκύκλιες σπουδές του στὸ Μεσολόγγι ᾖρθε τὸ 1888 στὴν Ἀθήνα καὶ γράφτηκε στὴ Νομικὴ Σχολή, τὴν ὁποία ὅμως δὲν τελείωσε ποτέ, καθὼς ἦταν ἀφοσιωμένος στὴν ποίηση ἀπὸ τὰ ἐφηβικά του χρόνια. Τὸ 1897 γνωρίστηκε μὲ τὸν ἑλληνογάλλο ποιητὴ Ζὰν Μωρεάς, ποὺ εἶχε ἔρθει τότε στὴν Ἀθήνα, κι ἡ γνωριμία αὐτὴ στάθηκε ἀποφασιστικὴ γιὰ τὴν ποίησή του καὶ τὴ μετέπειτα πορεία του. Ὁ Μωρεὰς ποὺ συγκινήθηκε ἀπὸ τὸ ταλέντο τοῦ νεαροῦ ποιητῆ μετάφρασε δυὸ ποιήματά του καὶ τὰ δημοσίευσε στὴ Γαλλία.
Ἀργότερα ἔμελλε καὶ νὰ συγγενέψει μαζί του, ὅταν τὸ 1908 παντρεύτηκε τὴν κόρη τοῦ γνωστοῦ πολιτικοῦ καὶ πρωθυπουργοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγιώργη, πρώτη ἐξαδέλφη τοῦ Μωρεάς. Ἀπ᾿ τὸ 1909 ὡς τὸ 1915 ἐγκαταστάθηκε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὸ Παρίσι καὶ ταξίδεψε στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Μόναχο κι ἀλλοῦ. Στὸ μεταξὺ εἶχε ἀναπτύξει στὴν Ἑλλάδα μία πνευματικὴ δραστηριότητα. Εἶχε ἱδρύσει μαζὶ μὲ τὸν Κ. Χατζόπουλο καὶ τὸν Λάμπρο Πορφύρα τὴν ἐταιρία «Ἐθνικὴ Γλῶσσα» (1904) ποὺ ἔκανε συστηματικοὺς ἀγῶνες γιὰ τὴν προβολὴ καὶ τὴν καθιέρωση τῆς Δημοτικῆς, κι εἶχε δημοσιεύσει ἀρκετὰ ποιήματά του στὸν Νουμᾶ, τὸ περιοδικὸ τῶν δημοτικιστῶν. Τὸ 1917 διορίστηκε κοσμήτορας (στὴ συνέχεια ἔγινε καὶ διευθυντής) στὴ βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς.
Ὁ Μαλακάσης γνώρισε ἀπὸ νωρὶς τὴ γενικὴ ἀναγνώριση, καὶ τὸ 1924 τιμήθηκε μὲ τὸ Ἐθνικὸ Ἀριστεῖο Γραμμάτων. Στὴ λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε ἀπ᾿ τὸ περιοδικὸ Ἑβδομὰς τὸ 1885, μὲ τὰ ἀρχικὰ Μ.Μ. Συστηματικότερα ὅμως ἄρχισε νὰ δημοσιεύει ποιήματα, πεζὰ καὶ ἄρθρα στὴν Ἑστία καὶ σ᾿ ἄλλα περιοδικὰ κι ἐφημερίδες ἀπὸ τὸ 1892 καὶ ὕστερα.
Ὁ Μαλακάσης εἶναι ἐλευθερωμένος ἀπὸ σχολὲς καὶ τεχνοτροπίες, ἂν καὶ εἶναι βέβαια φανερὴ στὸ ἔργο του ἢ ἐπίδραση τοῦ Jean Moreas. Βασικὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ποίησής του, ποὺ τὴ διαποτίζει μία ἀπαισιόδοξη διάθεση, εἶναι ἡ στιχουργικὴ ἐπιδεξιότητα καὶ ἡ μουσικὴ αἴσθηση. Πιὸ ρωμαλέα γίνεται ἡ ποίησή του, ὅταν ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι. Στὰ ποιήματα αὐτὰ κυριαρχεῖ ἡ νοσταλγία καὶ τὸ ὅραμα ἑνὸς κόσμου ποὺ ἔχει χαθεῖ. Γι᾿ αὐτὸ ἂν καὶ πολλὰ ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζονται, ὅπως ὁ Τάκης Πλούμας καὶ ὁ Μπαταριᾶς, εἶναι μορφὲς ἀτομικές, ἐντούτοις ξεχωρίζουν κι ἐκφράζουν τὸ ἦθος καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὴν πρώτη περίοδο μετὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821. Ὁ ἀφηγηματικὸς τόνος, ποὺ κυριαρχεῖ στὰ ποιήματα αὐτά, θυμίζει τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Κι ὅπως ἔχει γραφτεῖ, ὁ ποιητὴς εἶχε τὴν τόλμη νὰ βάλει στὴν ποίησή του πράγματα καὶ ἀνθρώπους μὲ τὰ ὀνόματά τους, ποὺ ἦταν ἀντιποιητικά, ἀλλὰ ἐναρμονίστηκαν μέσα στὸν ἐπικὸ καὶ ἀφηγηματικὸ τόνο τοῦ κάθε ποιήματος.
Ὁρισμένοι μελετητὲς ἐπέκριναν τὸν Μαλακάση ὑποστηρίζοντας ὅτι εἶναι κατ᾿ ἐξοχὴν «τραγουδιστής», ὁ στίχος του κυλᾷ αὐθόρμητος, χωρὶς προβληματισμούς, χωρὶς νὰ ἀποζητᾷ ἕνα βάθος λυρικό. Ὁ ποιητὴς ἐκφράζει προσωπικὰ συναισθήματα ἀδιαφορώντας γιὰ τὰ δεινὰ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς Ἑλλάδας.
Τὸ ἔργο του: Ὅσο ζοῦσε, τύπωσε τὰ ποιητικὰ βιβλία: Συντρίμματα (1898, μὲ χρονολογία 1899. Β´ ἔκδ. 1924, συμπληρωμένη μὲ μία σειρὰ ἀπὸ μεσολογγίτικα ποιήματα), Ὧρες (1903), Ἡ Κυρὰ τοῦ Πύργου (1904, Ἔμμετρο παραμυθόδραμα, δημοσιευμένο ἀρχικὰ στὰ Παναθήναια, τόμος Ζ´, καὶ κατόπιν χωριστά), Πεπρωμένα (1909. Β´ ἔκδ. 1925, μαζὶ μὲ τὴν Κυρὰ τοῦ Πύργου), Ἀσφόδελοι (1918), Μπαταριᾶς ‘ Τάκης Πλούμας ‘ Μπάϋρον (Πλακέτα, 1920), Ἀντίφωνα (1931), Ἐρωτικό (1939). Μετέφρασε ἐπίσης τὶς Στροφὲς τοῦ Jean Moreas (1920). Μετὰ τὸ θάνατό του κυκλοφόρησαν Τὰ Μεσολογγίτικα (1946), μὲ ὅλα τὰ δημοσιευμένα στὶς προηγούμενες συλλογὲς μεσολογγίτικα ποιήματά του. Τὸ 1964 ὁ Γ. Βαλέτας συγκέντρωσε σὲ δυὸ τόμους τὸ σύνολο τοῦ ἔργου του, μὲ τίτλο Μαλακάσης: Ἅπαντα.


* περισσότερα στοιχεία, κριτικές, σχετική βιβλιογραφία και φυσικά, ποιήματα του Μιλτιάδη Μαλακάση θα βρείτε εδώ