Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα επέτειοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Pete Seeger - If I Had a Hammer Songs of Hope & Struggle (ολόκληρος ο δίσκος)

αντί άλλου αφιερώματος ακούστε εδώ ολόκληρο τον δίσκο του Πητ Σίγκερ "If I Had a Hammer Songs of Hope & Struggle"


Η Σύλβια της κραυγής και της οργής

 

Η Σύλβια της κραυγής και της οργής

Δύο νέες βιογραφίες και η κυκλοφορία της τελευταίας συλλογής της αμερικανίδας ποιήτριας στα ελληνικά, 50 χρόνια μετά την αυτοκτονία της
 
γράφει ο Αναστάσης Βιστωνίτης

πηγή: Το Βήμα
 
«Είμαι μεγαλοφυής συγγραφέας. Το έχω μέσα μου. Γράφω τα καλύτερα ποιήματα της ζωής μου». Αυτά έγραφε σε επιστολή της 16ης Οκτωβρίου 1962 προς τη μητέρα της η Σύλβια Πλαθ. Πραγματικά, εκείνον ακριβώς τον μήνα, σε δημιουργική φρενίτιδα, έγραψε 30 ποιήματα της συλλογής Αριελ, που είναι και τα καλύτερά της.

Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1963 τα χαράματα, πήγε στο υπνοδωμάτιο των δύο μικρών παιδιών της, της Φρίντας και του Νίκολας, και άφησε δίπλα στις κούνιες τους ψωμί και γάλα. Στη συνέχεια έκλεισε καλά τις χαραμάδες κάτω από τις πόρτες του υπνοδωματίου και της κουζίνας και τις σφράγισε με κολλητική ταινία. Κατόπιν έβαλε το κεφάλι της στον φούρνο και άνοιξε όλα τα κουμπιά του γκαζιού. Ηταν μόνο 30 ετών.

Τα 50 χρόνια από την αυτοκτονία της Σύλβια Πλαθ συνοδεύθηκαν από αμέτρητα δημοσιεύματα στον αγγλοσαξονικό Τύπο και στα ελληνικά κυκλοφόρησε η τελευταία της συλλογή, Αριελ, με πρόλογο της θυγατέρας της Φρίντας, που περιέχει τα αυθεντικά χειρόγραφα και δακτυλόγραφα της ποιήτριας.

Από την ημέρα του θανάτου της Πλαθ ως σήμερα η παραφιλολογία και οι φήμες οργιάζουν. Φανατικές φεμινίστριες δεν έπαψαν να κατηγορούν τον σύζυγό της Τεντ Χιουζ, επιφανή ποιητή επίσης, και να τον θεωρούν υπεύθυνο για τον θάνατό της: γιατί την απατούσε και την εγκατέλειψε έναν χρόνο προτού αυτοκτονήσει. Επί 35 χρόνια, ως το 1998 που πέθανε, ο Χιουζ έφερε σαν κατάρα τον θάνατό της και οι κατηγορίες εναντίον του έφθαναν στο επίπεδο της ύβρεως.

Ο ίδιος δεν έζησε για να υποστεί ένα επιπλέον δράμα: την αυτοκτονία από κατάθλιψη του γιου τους Νίκολας το 2009. Εξέδωσε όμως τη χρονιά του θανάτου του τα Γράμματα γενεθλίων, μια εξαίρετη συλλογή 88 ποιημάτων εμπνευσμένων από τη ζωή του με την Πλαθ - με όλες τις φωτεινές και σκοτεινές διακυμάνσεις της.

Ο φασίστας πατέρας
 
 
Μπορεί κανείς να φανταστεί την ιστορία δύο νέων ποιητών που συναντιούνται το 1956 στην Αμερική, τον κεραυνοβόλο έρωτά τους, τη μετακόμιση της Πλαθ στην Αγγλία, τη ζωή τους, την επιρροή του ενός στο έργο του άλλου, τα βιώματα και τις φαντασιώσεις τους. Και έπειτα τη σκοτεινή πλευρά, την κατάσταση της ψυχικής υγείας της Πλαθ, η οποία και κατά το παρελθόν είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει, τη σχέση της με τον πατέρα της, για τον οποίο γράφει σε ένα από τα καλύτερα ποιήματά της, το «Daddy»: «Οταν σ' έθαψαν ήμουν δέκα χρόνων / και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ / για να έρθω πίσω, πίσω σε σένα».

Ο πατέρας της, Οτο, πέθανε το 1940. Το σοκ των μελετητών του έργου της Πλαθ ήταν απίστευτο όταν πριν από δύο χρόνια άνοιξαν οι φάκελοι του FBI, όπου σε επίσημο έγγραφο ο αυστριακής καταγωγής Οτο Πλαθ χαρακτηρίζεται «νοσηρός χαρακτήρας». Ιδίως αν το συγκρίνει κάποιος με τα όσα γράφει γι' αυτόν η κόρη του: «Δεν είσαι Θεός παρά σβάστικα μαύρη / που κρύβει ολόκληρο τον ουρανό. / Οπως όλες οι γυναίκες έναν φασίστα αγαπώ, / την μπότα στο πρόσωπο, την κτηνώδη / κτηνώδη καρδιά ενός κτήνους σαν κι εσένα».

Εργο-καθρέφτης
Το συμπέρασμα για όσους αγαπούν την ποίηση της Πλαθ, μια ποίηση της κραυγής και της οργής, είναι ότι υπάρχουν στο έργο της όσα στοιχεία χρειάζονται ώστε να καταλάβει κανείς την προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεσή της - επομένως και την άκρως εξομολογητική ποίησή της. Στα ελληνικά κυκλοφορούν το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της Γυάλινος κώδων και τα Ημερολόγιά της, την έκδοση των οποίων επιμελήθηκε ο Τεντ Χιουζ. Το τελευταίο μέρος από αυτά το αφαίρεσε και το κατέστρεψε επειδή, όπως γράφει, δεν ήθελε να το διαβάσουν τα παιδιά της. Υποπτεύεται κανείς πως ο Χιουζ αφαίρεσε πράγματα που τον αφορούσαν αφού, όπως γράφει στον πρόλογο του Αριελ η κόρη του Φρίντα, και «ο ίδιος είχε αποτελέσει ένα από τα αντικείμενα της οργής της».

Ο δημοσιογράφος Αντριου Γουίλσον στη βιογραφία του για την Πλαθ γράφει ότι υπήρξε για τις φεμινίστριες ό,τι ο Μπάιρον για τους ρομαντικούς. Αυτό ισχύει ως εκεί που ισχύει. Η ποιήτρια που έγραψε τους συγκλονιστικούς στίχους «Η Σελήνη ακουμπά το χέρι της στο μέτωπό μου / ανέκφραστη και σιωπηλή σαν νοσοκόμα» βρίσκεται, 50 χρόνια μετά τον θάνατό της, πέρα και πάνω από αυτά.   



Ηρωίδα του φεμινισμού 
 
   
Ο τραγικός μύθος που σχετίζεται με τη Σύλβια Πλαθ δεν πρόκειται, ως φαίνεται, να σβήσει σύντομα - μολονότι κανείς ποτέ δεν ξέρει. Θα συνεχίζονται οι βανδαλισμοί στον τάφο της, όπου φανατικές θαυμάστριές της δεν θα σταματήσουν τις προσπάθειες να σβήσουν το επώνυμο «Χιουζ» ώστε να μείνει μόνο το όνομα «Πλαθ», αν και ο Χιουζ έχει πεθάνει κι έτσι δεν θα μπορούν να απειλούν τη ζωή του.

Δεν πρόλαβαν καλά-καλά να κλείσουν 50 χρόνια από τον θάνατο της ποιήτριας και δύο νέες βιογραφίες της κυκλοφορούν στις ΗΠΑ: η πρώτη, American Isis. The Life and Art of Sylvia Plath (Η αμερικανίδα Ισις: η ζωή και η τέχνη της Σύλβιας Πλαθ) από τον καθηγητή Καρλ Ρόλισον, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίζει την Πλαθ «Μέριλιν Μονρόε της σύγχρονης λογοτεχνίας» - και τι σημασία που και οι συγκρίσεις έχουν τα όριά τους, όταν ο θάνατος της ντίβας του κινηματογράφου (1962) και της ποιήτριας ήταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλον;

Στη δεύτερη, Made Girl's Love Song. Sylvia Plath and Life Before Ted (Το ερωτικό τραγούδι του τρελού κοριτσιού. Η Σύλβια Πλαθ και η ζωή της πριν από τον Τεντ) ο δημοσιογράφος Αντριου Γουίλσον ισχυρίζεται ότι, αν θέλουμε να καταλάβουμε την Πλαθ, πρέπει να ψάξουμε τη ζωή της πριν από τον Χιουζ. Γι' αυτό και έκανε τον ντετέκτιβ, συνάντησε παλιούς της συμμαθητές και φίλους, τους πήρε συνεντεύξεις και στη συνέχεια, καθώς έλεγε με απέχθεια ο Ναμπόκοφ, «έβαλε το μάτι στην κλειδαρότρυπα», απ' όπου είδε να παρελαύνουν τα είδωλα των εραστών και των βίαιων ανδρών οι οποίοι πέρασαν από τη ζωή μιας ποιήτριας παθιασμένης με το σεξ. 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Φρανκ Ζάππα: «Για μένα ο παραλογισμός είναι η μόνη πραγματικότητα»

Φρανκ Ζάππα ( 1940-1993 , Αμερικανός μουσικός)

Ο Φρανκ Ζάπα, ο οξύτερος μουσικός νους του rock ‘n roll και δαιμόνιος κοινωνικός κριτικός που επηρέασε πολλούς από τους σημερινούς μουσικούς, πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1993.

 
Ο πιο παραγωγικός μουσικός της γενιάς του, άφησε πίσω του τεράστιο έργο όπου γεφύρωνε, με αξιοσημείωτη άνεση, πλήθος ειδών – από τη ροκ, τη τζαζ, την R&B έως την αβαντ-γκαρντ και την κλασική – αμφισβητώντας τα status quo τόσο στην μουσική όσο και στην κοινωνικοπολιτική σκηνή.
 
O Frank Vincent Zappa γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου του 1940 στην Βαλτιμόρη της πολιτείας Μέριλαντ των ΗΠΑ, πρωτότοκος γιος του ελληνοαραβικής καταγωγής καθηγητή Francis Vincent Zappa και της Ιταλίδας – και κατά ¼ Γαλλίδα - Rose Marie Colimore. Αυτοδίδακτος και λάτρης της μουσικής R&B της δεκαετίας του ’50 αλλά και του έργου συνθετών μοντέρνας κλασικής και αβάντ-γκαρντ όπως οι Stravinsky, Varèse, Bartok, Shoenberg, Webern, ο νεαρός Frank δημιούργησε την πρώτη του μπάντα, The Black-Outs, στο λύκειο. Την ίδια εποχή γνώρισε τον μετέπειτα συνεργάτη του και θρύλο της underground σκηνής Don Van Vliet, τον οποίο φέρεται να βάφτισε ο ίδιος «Captain Beefheart».


Το  1963 έγραψε τη μουσική για το γουέστερν Run Home Slow και χρησιμοποίησε τα έσοδα για να φτιάξει στούντιο στην Καλιφόρνια. Γνώρισε και έγινε φίλος με τον Mothers Ray Collins και τον Jim “Motorhead” Sherwood, και μαζί με τον Beefheart έφτιαξε το συγκρότημα The Soots.
Το 1964 συμμετέχει στους Soul Giants και στην συνέχεια στους the Mothers – που αργότερα θα μετονομαστούν σε The Mothers of Invention. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφορεί το Freak Out! από την MGM. Το 1965 ο Zappa κατηγορήθηκε για «συνωμοσία με στόχο την πορνογραφία» λόγω μιας ηχογράφησης βογγητών και ήχων τριξίματων κρεβατιού. Καταδικάζεται σε εξάμηνη φυλάκιση και εκτίει 10 μέρες από την ποινή - βγαίνει από τη φυλακή με άλλο βλέμμα για το «Αμερικάνικο όνειρο».
Το 1966 συγκέντρωσε μια ομάδα μουσικών έτοιμων να παίξουν τη μουσική του: «Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να γράψω μουσική ροκ. Πάντοτε ήθελα να συνθέσω πιο σοβαρή μουσική που να παίζεται σε συναυλιακούς χώρους, αλλά ήξερα ότι κανείς δεν θα θέλει να την παίξει. Έτσι, σκέφτηκα ότι αν ήταν να ακούσει ποτέ κανείς κάτι που εγώ συνέθεσα, θα έπρεπε να φτιάξω μια μπάντα και να παίξω ροκ. Έτσι ξεκίνησα», είπε ο ίδιος.
Το 1967 κυκλοφορεί τον δίσκο του Absolutely Free που σατιρίζει την «straight» Αμερική αλλά και τις αξιώσεις των χίπις. Την ίδια χρονιά ηχογραφεί το Lumpy Gravy με 50μελή ορχήστρα. Πλέον είναι εμφανές ότι οι Mothers είναι λιγότερο συγκρότημα και περισσότερο το μέσο για την μεταφορά και προώθηση της τέχνης του Zappa. Στο Greenwich Village της Νέας Υόρκης το συγκρότημα, για έξι μήνες, δίνει πρωτοποριακές παραστάσεις ροκ θεάτρου με πολλούς αυτοσχεδιασμούς.
Οι The Mothers διαλύονται προσωρινά το 1970 και ο Zappa ξεκινά τη σύνθεση του σάουντρακ για το 200 Motels ενώ ηχογραφεί και το πρώτο του σόλο άλμπουμ Hot Rats. Ερμηνεύει το 200 Motels σε μια sold-out συναυλία με τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λος Άντζελες. Οι Mothers ηχογραφούν ξανά. Το 1971, η ταινία του 200 Motels προκαλεί μικτές αντιδράσεις. Το Μάιο εμφανίζεται με τον Τζων Λένον και τη Γιόκο Όνο.
Τον επόμενο χρόνο το Royal Albert Hall απαγορεύει να παρουσιαστούν οι The Mothers λόγω «χυδαιότητας». Ηχογραφεί χωρίς διακοπή με τους Mothers, μόνος, με φίλους και άλλους συνεργάτες. Στις αρχές του 1980 διευθύνει μάλιστα και συναυλίες με έργα του αγαπημένου του Varèse. Πλέον έχει δική του δισκογραφική, την Barking Pumpkin, εταιρεία παραγωγής συναυλιών, εταιρεία παραγωγής και προώθησης των βίντεό του.


Υπέρμαχος της ελευθερίας της έκφρασης, κατέθεσε ενώπιον επιτροπής της γερουσίας, υπό την προεδρία της συζύγου του Al Gore, Tipper, τη δεκαετία του 1980. Η επιτροπή είχε συγκροτηθεί από πολλές συζύγους πολιτικών για να αντιμετωπίσει το ζήτημα στίχων «με σεξουαλικό ή σατανιστικό περιεχόμενο».
Ο Zappa επιτέθηκε στην επιτροπή και του λογοκριτικού της έργου, χαρακτηρίζοντας την πρότασή τους για ετικέτες που περιγράφουν το περιεχόμενο πάνω στους δίσκους, «εκβιασμό της μουσικής βιομηχανίας». Ως αντίδραση, έβγαλε δική του ετικέτα για τους δίσκους του, η οποία έγραφε τα ακόλουθα: «Προσοχή! Αυτό το άλμπουμ περιέχει υλικό που μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία ούτε θα φοβόταν ούτε θα καταπίεζε. Η γλώσσα και οι αντιλήψεις εδώ μέσα εγγυημένα δεν πρόκειται να προκαλέσουν αιώνια βασανιστήρια στο μέρος όπου ο τύπος με τα κέρατα και το μυτερό ραβδί λειτουργεί την επιχείρησή του. Αυτή η εγγύηση είναι τόσο πραγματική όσο και οι απειλές των φονταμενταλιστών του βίντεο που χρησιμοποιούν τις επιθέσεις προς την μουσική ροκ στην προσπάθειά τους να μετατρέψουν την Αμερική σε ένα έθνος κουτεντέδων (στο όνομα του Ιησού Χριστού). Αν υπάρχει κόλαση, οι φλόγες της περιμένουν αυτούς, όχι εμάς».


Ο  Frank Zappa πέθανε στις 4 Δεκεμβρίου 1993, σε ηλικία 52 ετών, από καρκίνο του προστάτη στο σπίτι του στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια. Πρόφτασε ωστόσο να ετοιμάσει αρκετό υλικό για να κυκλοφορήσουν κι άλλοι δίσκοι μετά το θάνατό του. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του κυκλοφόρησε 60 άλμπουμ, πολλοί από τους οποίους ήταν διπλοί, καθιστώντας έτσι το μουσικό του έργο εντυπωσιακά μεγάλο. Εκτός της μουσικής, επέδειξε ιδιαίτερες ικανότητες στην τεχνολογία των οργάνων και της ηχογράφησης ενώ ασχολήθηκε και με τη σκηνοθεσία, δημιουργώντας βίντεο που θεωρούνται πρόδρομοι των σημερινών ροκ βίντεο κλιπ.


Σε όλη την καριέρα του, ο Zappa, σατίρισε με το σκοτεινό του χιούμορ το τοπίο της άχρηστης ανθρώπινης προσπάθειας για ουτοπική ευτυχία με κίνητρο συνήθως επιθυμίες για καταναλωτικά αγαθά, σεξ και σπορ. Τα βάρβαρα αστεία του άρχισαν με τον πρώτο δίσκο του και συνεχίστηκαν και μετά το θάνατό του, με την έκδοση των τελευταίων έργων του. Μερικά από τα πιο καυστικά σχόλιά του απευθυνόταν στους δημοσιογράφους που έγραφαν για την ροκ μουσική, τους οποίους χαρακτήριζε «ανθρώπους που δεν ξέρουν να γράφουν, οι οποίοι παίρνουν συνεντεύξεις από ανθρώπους που δεν μπορούν να μιλήσουν, για ανθρώπους που δεν ξέρουν να διαβάζουν».



Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα: Κώστας Καρυωτάκης, ποιήματα και πεζά.





Ο ΠΟΝΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΡΑΜΑΤΩΝ (1919)

Πρώτη ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη. Εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 1919 με έξοδα του ίδιου του ποιητή. Τυπώθηκε σε 120 αντίτυπα, εκ των οποίων τα 20 σε χαρτί πολυτελείας.
Στο εξώφυλλο και κάτω από τον τίτλο, επιγραφή του Καρυωτάκη:

 
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλεί προτού δακρύσει...

 
Η συλλογή υποδιαιρείται σε δύο μέρη:
1. Ο Πόνος του Ανθρώπου (6 ποιήματα)
2. Ο Πόνος των Πραμάτων (4 ποιήματα)



Gala

 Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα

Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.
Τ' αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς
το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει.
Ο κόσμος τω δεντρώνε ρέβει ορθός.
Κλαίει παρακάτου η βρύση.
Από τα σπίτια που είναι σα βουβά,
κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου,
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά
τ' ασημοδάχτυλά του.
Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
κι εμείς θαν το γλεντήσουμε το βράδυ,
όσοι έχουμε το μάτι μας ογρό
και μέσα μας τον άδη.
Οι μπάγκοι μας προσμένουν.Κι όταν βγει
το πρώτο ρόδο στ' ουρανού την άκρη,
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή
στο μαύρο μας το δάκρυ
θα καθρεφτίσει τ' απαλό της φως.
Γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε,
τον πόνο του θα ειπεί κάθε αδερφός
κι όλοι σκυφτοί θ' ακούμε
Κι ως θα σας λέω για κάτι ωραίο κι αβρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι,
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω
που ακόμα δεν ειπώθη.
Μαυροντυμένοι απόψε, φίλοι ωχροί,
ελάτε στο δικό μου περιβόλι,
μ' έναν παλμό το βράδυ το βαρύ
για ναν το ζήσουμ' όλοι.
 
(Ο Πόνος του Ανθρώπου)


Νύχτα

Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή.

Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε
Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει
Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.
Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.
Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.
Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε
Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.

(Ο Πόνος των Πραμάτων)





ΝΗΠΕΝΘΗ (1921)

ΝΗΠΕΝΘΗ (1921)

Εκδόθηκε το 1921, αλλά είναι άγνωστο πότε ακριβώς, από ποιο τυπογραφείο και σε πόσα αντίτυπα. Στον υπότιτλο γράφει: «Ποιήματα βραβευμένα στο Φιλαδέλφειο Διαγωνισμό». Ο Καρυωτάκης υπέβαλε τα ποιήματα της συλλογής αυτής στο Διαγωνισμό υπό τον τίτλο Τραγούδια της Πατρίδας, μάλλον γιατί σύμφωνα με την προκήρυξη του εν λόγω διαγωνισμού τα ποιήματα έπρεπε να έχουν πατριωτικό θέμα. Μοιράστηκε το ένα βραβείο [1.000 δρχ.] με τον Νικ. Κυπαρίσση (για τη συλλογή του Ολυμπιακά). Το άλλο βραβείο έλαβε η συλλογή Ανοιχτό Παράθυρο του Στέφανου Δάφνη. 
Η λέξη νηπενθή είναι ομηρική («νηπενθές φάρμακον», Οδύσσεια, δ 221) και σημαίνει: που διώχνουν το πένθος. Ο Μπωντλαίρ -- με κείμενο του οποίου προλογίζει τη συλλογή του ο Κ. -- χαρακτήρισε "pharmakon nepenthes" το όπιο. 


Η συλλογή υποδιαιρείται σε τέσσερα μέρη (μετά το «Σαν Πρόλογος»):
1.
Πληγωμένοι Θεοί (7 ποιήματα)
2. Η Σκιά των Ωρών (18 ποιήματα)
3. Νοσταλγικά (12 ποιήματα)
4. Μεταφράσεις (6 ποιήματα)



Ποιητές


Πώς σβήνετε, πικροί ξενιτεμένοι!
Ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν...
Βιολέτες κι ανεμώνες, ξεχασμένες
στα ξένα που πεθαίνετε παρτέρια,
κρατώντας, αργυρή δροσοσταλίδα,
βαθιά σας την ελπίδα της πατρίδας...
Χτυπιούνται, πληγωμένες πεταλούδες,
στο χώμα σας οι θύμησες κι οι πόθοι.
Το φως, που κατεβαίνει, της ημέρας,
κι απλώνεται γλυκύτατο και παίζει
μ' όλα τριγύρω τ' άλλα λουλουδάκια,
περνάει από κοντά σας και δε βλέπει
τον πόνο σας ωραίο, για να χαϊδέψει
τα πορφυρά θρηνητικά μαλλιά σας.
Ειδυλλιακές οι νύχτες σας σκεπάζουν,
κι η καλοσύνη αν χύνεται των άστρων,
ταπεινοί καθώς είστε, δε σας φτάνει.
Ολούθε πνέει, σα λίβας, των ανθρώπων
η τόση μοχθηρία και σας μαραίνει,
ανθάκια μου χλωμά, που σας επήραν
σε κήπους μακρινούς να σας φυτέψουν


 (Πληγωμένοι Θεοί)






ΕΛΕΓΕΙΑ ΚΑΙ ΣΑΤΙΡΕΣ (1927)

Η τρίτη -- και τελευταία -- ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη. Εκδόθηκε το 1927 από την «Εκδοτική Εταιρεία ΑΘΗΝΑ» (Α.Ι. Ράλλης & Σια).
Στην πρώτη έκδοση των Απάντων του Κ. (1938, επιμέλεια Χ. Σακελλαριάδη), αναφέρονται χαρακτηριστικά τα εξής:
«Την τρίτη συλλογή του έλεγε από το 1923 να την εκδώσει, χωρίς τίτλο, με μια νεκροκεφαλή στο ξώφυλλο και δυο κόκκαλα "χιαστί" κάτω απ' αυτή και με την ακόλουθη λεζάντα:

                                      Με το Μηδέν και το Άπειρο
                                           να συμφιλιωθούμε».


Ο Σαββίδης (στην έκδοση των Απάντων της ΝΕΦΕΛΗΣ) σημειώνει:
«Η δεκαπεντασύλλαβη λεζάντα, ενδέχεται να έλκει την λογοτεχνική της καταγωγή από τον Δημ. Παπαρρηγόπουλο:


                            Ω έρως, τέκνον τ' ουρανού και της μελαγχολίας,
                            ω σφιγξ, προτείνουσα διπλούν γριφώδες προσωπείον
                                ο άπειρον και το μηδέν, το μνήμα και τον βίον...


Τελικά, ο Κ. διάλεξε μια επιγραφή από το De rerum natura (III, στ. 37-38) του Λουκρήτιου, η οποία, στη μετάφραση του Κ. Θεοτόκη, έχει ως εξής:


                                          ... και να γκρεμίσουν [οι στίχοι μου]
                                   αράθυμα του Αχέροντα τον τρόμο που θολώνει
                                            έλεια του ανθρώπου τη ζωή...


Υποδιαιρείται σε πέντε μέρη:
1. Πρώτη Σειρά [Ελεγεία] (21 ποιήματα)
2. Δεύτερη Σειρά [Ελεγεία] (13 ποιήματα)
3. Ηρωική Τριλογία (3 ποιήματα)
4. Σάτιρες (16 ποιήματα)
5. Μεταφράσεις (18 ποιήματα)



Η πεδιάς και το νεκροταφείον

(Πίναξ Ημιτελής)

Έχει πια δύσι ο ήλιος του χιεμώνα,
και γρήγορα, σα θέατρο, σκοτεινιάζει,
ή σα να πέφτει πέπλο σε μια εικόνα.
Aλλο δε βρίσκει ο άνεμος, ταράζει
μόνο τ' αγκάθια στην πεδιάδα όλη,
μόνο κάποιο χαρτί σ' όλη τη φύση.
Μα το χαριτωμένο περιβόλι
αίμα και δάκρυα το' χουνε ποτίσει.
Αδιάκοπα τα δέντρα ξεκινούνε,
κι οι πέτρινοι σταυροί σκίζουν σα χέρια
τον ουρανό που σύννεφα περνούνε,
τον ουρανό που είναι χωρίς αστέρια.
(Ωραίο, φρικτό και απέριττο τοπίον!
Ελαιογραφία μεγάλου διδασκάλου.
Αλλά του λείπει μια σειρά ερειπίων
κι η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου.)

Σάτιρες





ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (1928) 

Μετά την έκδοση της τρίτης και (όπως αποδείχτηκε) τελευταίας ποιητικής του συλλογής, ο Καρυωτάκης βρίσκεται μπροστά σ' ένα όριο. Εκφραστικό, δημιουργικό, εσωτερικό. Μολονότι, όμως, σκέφτεται να στραφεί στο πεζό (κατά τα πρότυπα των πεζών ποιημάτων του Baudelaire, αλλά και με αναφορές στον Poe και σε άλλους συγγραφείς), γράφει και τα παρακάτω τρία ποιήματα από τον Απρίλιο έως και τον Ιούνιο του 1928.  

Πρέβεζα*


Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
 


*Γράφτηκε τον Ιούνιο του 1928. Δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία (8, 88, 15 Αυγούστου 1930) 



ΠΕΖΑ


 Τρεις μεγάλες χαρές


Νέα Εστία, Γ', 62, 15 Ιουλίου 1929, 553-555 (μαζί με το «Φυγή»). 
Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος!
                                                Δ. Σολωμός


Ι. ΚΑΛΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Είναι ένας αγαθός γεροντάκος. Έπειτα από τριάντα χρόνων υπηρεσία, έχει να διατρέξει όλους τους βαθμούς. Γραφεύς στο πρωτόκολλο.
Πάντα έκανε τη δουλειά του ευσυνείδητα, σχεδόν με κέφι. Σκυμμένος από το πρωί ως το βράδυ στο παρθενικό βιβλίο του, περνούσε τους αριθμούς και αντέγραφε τις περιλήψεις. Κάποτε, μετά την καταχώριση ενός εισερχομένου ή ενός εξερχομένου, ετράβαγε μια γραμμή που έβγαινε από την τελευταία στήλη και προχωρούσε προς το περιθώριο, έτσι σαν απόπειρα φυγής. Αυτή η ουρά δεν είχε θέση εκειμέσα, όμως την τραωούσε βιαστικά, με πείσμα, θέλοντας να εκφράσει τον εαυτό του. Αν έσκυβε κανείς πάνω στην απλή και ίσια γραμμούλα, θα διάβαζε την ιστορία του καλού υπαλλήλου.
Νέος ακόμη, μπαίνοντας στην υπηρεσία, εχαιρέτησε με συγκαταβατικό χαμόγελο του συναδέλφους του. Έτυχε να καθίσει σ' αυτήν την καρέκλα. Κ' έμεινε εκεί. Ήρθαν άλλοι αργότερα, έφυγαν, επέθαναν. Αυτός έμεινε εκεί. Οι προϊστάμενοί του τον θεωρούσαν απαραίτητο. Είχε αποκτήσει μια φοβερή, μοιραία ειδικότητα.
Ελάχιστα πρακτικός άνθρωπος. Τίμιος, ιδεολόγος. Μ' όλη τη φτωχική του εμφάνιση, είχε αξιώσεις ευπατρίδου. Ένα πρωί, επειδή ο Διευθυντής του τού μίλησε κάπως φιλικότερα, επήρε το θάρρος, του απάντησε στον ενικό, εγέλασε μάλιστα ανοιχτόκαρδα και τον χτύπησε στον ώμο. Ο κύριος Διευθυντής τότε, μ' ένα παγωμένο βλέμμα, τον εκάρφωσε πάλι στη θέση του. Κ' έμεινε εκεί.
Τώρα, βγαίνοντας κάθε βράδυ από το γραφείο, παίρνοντας τον παραλιακό δρόμο, βιαστικός βιαστικός, γυρίζοντας δαιμονισμένα το μπαστούνι του με την ωραία, νικέλινη λαβή. Γράφει κύκλους μέσα στο άπειρο. Και μέσα στους κύκλους τα σημεία του απείρου. Όταν περάσει τα τελευταία σπίτια, θ' αφήσει πάντα να ξεφύγει ψηλά με ορμή το μπαστούνι του, έτσι σαν απόπειρα λυτρωμού.
Μετά τον περίπατο τρυπώνει σε μια ταβέρνα. Κάθεται μόνος, αντίκρυ στα μεγάλα, γφρεσκοβαμμένα βαρέλια. Όλα έχουν γραμμένο πάνω απ' την κάνουλα, με παχιά, μαύρα γράμματα, τ' όνομά τους: Πηνειός, Γάγγης,. Μισσισσιππής, Τάρταρος. Κοιτάζει εκστατικός μπροστά του. Το τέταρτο ποτηράκι γίνεται ποταμόπλοιο, με το οποίο ταξιδέυει σε θαυμάσιους, άγνωστους κόσμους. Από τα πυκνά δέντρα, πίθηκοι σκύβουν και τον χαιρετάνε. Είναι ευτυχής.

II. ΕΝΑΣ ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Καθένα έκλαιγε ή εφώναζε με ιδιαίτερο τρόπο. Αλλο τραβούσε το φουστάνι της, άλλο τα μαλλιά της. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά, χωρίς να κλαίει. Όλα μαζί -- φριχτή συμφωνία -- εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ' ένα κομψό γραφειάκι από acajou.
Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο, μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της, εξηγούσε τα λόγια της. Ήταν Αρμένισσα. Ο άντρας της επέθανε σ' ένα χωριό, κ' ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσις. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει, την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Την άλλη μέρα, η ίδια ιστορία. Ήρθε πολλές φορές ακόμη.
Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Τριάντα οικογένειες προσφύγων που έμεναν εκειμέσα είχαν χωρίσει τα νοικοκυριά τους πρόχειρα, με φανταστικούς τοίχους. Μπόγοι, κασέλες, κουβέρτες απλωμένες, ξύλα βαλμένα στη γραμμή, εσχημάτιζαν τετράγωνα, τα μαχητικά τετράγωνα της τελευταίας αμύνης. Σ' αυτές τις φωλιές ακινητούσαν ή εσάλευαν πένθιμα σκιές ανθρώπων. Τρεις τρεις, πέντε πέντε, σκορπισμένοι ανάμεσα σε ρυπαρά ρούχα και υπολείμματα επίπλων, ήταν σα να ψιθύριζαν παραμύθια ή να προσπαθούσαν σιγά ν' αποτινάξουν το σκοτάδι.
Τώρα η αποθήκη φωτίζεται από ένα κερί. Κάποιο δέμα τυλιγμένο με καθαρό άσπρο πανί έχει τοποθετηθεί προσκετικά, κάθετα προς τον τοίχο, χάμου. Είναι το μικρότερο από τα έξι παιδιά της Αρμένισσας, που πέθανε λίγες ώρες μετά την εγκατάστασή τους. Τ' αδέλφια του παίζουν έξω στον ήλιο. Η μητέρα, ξαλαφρωμένη, παραστέκει για τελευταία φορά το μωρό της. Οι άλλες γυναίκες τη μακαρίζουν, γιατί θα μπορέσει από αύριο να πιάσει δουλειά. Είναι σχεδόν ευτυχής. Και ο νεκρός ακόμη περιμένει με τόση αξιπρέπεια...

ΙΙΙ. ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ BOVARY   
          
Στη μέση της γιορτής προχωρούσε αργά. Καθώς όλοι βιάζονταν γύρω της, ήταν σαν ένα μαύρο στίγμα σε πανί κινηματογράφου. Συντροφιές από νέους περνούσαν. Αλλοι την έβλεπαν κ' εξακολουθούσαν το δρόμο τους, άλλοι της εσφύριζαν ένα κομπλιμέντο, άλλοι της έλεγαν διστακτικά μια φράση περιμένοντας απάντηση. Όπου ο συνωστισμός ήταν μεγαλύτερος, η τόλμη ελευθερώνοταν και δεν αρκούσαν τα λόγια. Κάποιος εστάθηκε γελώντας μπροστά της, πρόσωπο με πρόσωπο, ώρα πολλή. Ναύτες επέρασαν δίπλα, κι όλοι επρόσεξαν να την σπρώξουν. Κάτι σκοτεινοί τύποι την ακολουθούσαν βήμα προς βήμα.
Ένιωθε τον εαυτό της κέντρο όλου αυτού του πλανόδιου ερωτισμού. Χωρίς να το καταλάβει επηρεαζόταν από την άγρια θέληση τόσων ανδρών. Εκνευρισμένη ακόμη από τον θόρυβο, τη ζέστη και την προσπάθεια να προχωρεί, στάθηκε σ' ένα κύκλο ανθρώπων. Σε λίγο κάποιος ήρθε σιμά της. Δεν τον έβλεπε, αισθανόταν όμως να σφίγγεται ολοένα πάνω της. Έπεφτε απότομα, ύστερα έμενε ακίνητος, ύστερα πάλι πλησίαζε, ακριβώς όπως ο λεπτοδείχτης, στα μεγάλα ρολόγια του δρόμου, προχωρεί με αραιά πηδήματα προς τον ωροδείχτη. Το σώμα της τώρα, που το προστάτευε μόλις ένα λεπτό φόρεμα, ήταν ολόκληρο πάνω στο δικό του. Μουδιασμένη, εκμηδενισμένη, έκλεισε τα μάτια, κ' έγειρε ελαφρά. Αυτός τότε, αρπάζοντας με βία το χέρι της, της μίλησε. Εγύρισε και τον είδε. Αλήτης. Κόκκινο, ζαρωμένο πρόσωπο, μάτια αναμμένα, γένια πυρρά. Τα ρούχα του, ξεβαμμένα, είχαν ένα κοκκινωπό χρώμα. Έσκυψε το κεφάλι της κοκκινίζοντας. Ήταν λοιπόν ο Έρως;
Εσυνέχισε το δρόμο της χωρίς ν' απαντήσει. Την έσπρωχνε μέσα στο πλήθος. όταν απομακρύνθηκαν στάθηκε και το είπε να την οδηγήσει όπου ήθελε. Αυτή θα τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση. Εκοίταξε δύσπιστος, αλλά επροχώρησε. Έφτασαν σε δρόμους ερημικούς. Εβγήκαν έξω από την πόλη. Τώρα περπατούσαν δίπλα σ' ένα φράχτη. Ήταν πανσέληνος. Η ευωδιά των κήπων εγέμιζε τα στήθη της. Μέσα στη σιωπή ακούονταν οι γρύλοι και τα γρήγορα βήματα των δύο ανθρώπων. Εγύριζε και την έβλεπε συχνά. Το πρόσωπό του φωτιζόταν από το φεγγάρι, παίρνοντας μια ξένη έκφραση. Και η σιλουέτα του, με τα παλιά, σχισμένα ρούχα, καθώς επήγαινε κουτσαίνοντας λίγο, είχε κάποιον αλλιώτικο, βιβλικό χαρακτήρα. Έφταναν σ' ένα δάσος. «Εδώ» είπε ο άντρας βραχνά.
Από τα μάτια της επέρασαν την ίδια στιγμή εικόνες παιδικών αναμνήσεων. Οι χαλκομανίες με τα ξανθά αγγελούδια που κρατούσαν γιρλάντες από τριαντάφυλλα και χαμογελούσαν, φυλακισμένα στα φύλλα ενός βιβλίου. Οι βασίλισσες και οι ιππότες των παραμυθιών. Το μωβ φορεματάκι της πρώτης κούκλας. Ο θάνατος του αδελφού της...Ύστερα, όταν μεγάλωσε, τα χρόνια που πέρασε μονάχη με την μητέρα της. Έχανε κανείς τον αριθμό τους μέσα σ' ένα σκοτεινό δωμάτιο. Και οι ενοικιαστές. Έχανε κανείς τη σειρά τους...
Ο άλλος ήταν ευτυχής. Σαν πράγμα αφέθηκε στα χέρια του. Την έσχισε σα χαρτί και την πέταξε χάμου με θυμό ασυγκράτητο, με την πρωτόγονη ορμή της διψασμένης του νιότης. Στις ακούσιες και άτονες αρνήσεις της, στις σβησμένες λέξεις που επρόφερε όχι η ίδια αλά το φύλο της, στην ένστικτο υποχώρηση της σάρκας της, αυτός είχε ν' αντιτάξει βλαστήμιες και βρισιές, που εσκέπαζαν, εξιλέωναν με χυδαιότητα όλες τις άσεμνες κινήσεις του. Σκληρό, παγωμένο το στόμα του, με μια αποπνικτική ανάσα, αληθινή πληγή, εσφράγιζε αιματηρά τους ώμους, τα χείλη, το αγνό μέτωπο. Είχε την εντύπωση ότι κάπου αλλού συνέβαινε αυτή η φριχτή ιστορία, κ' έκλεισε τα μάτια της.
Επέρασαν ώρες. Η αυγή έσκυβε στο ίνδαλμά της. Το πελιδνό σώμα της γυναίκας έλαμπε σαν άστρο διαρκώς περσότερο. Μέσα στα δάκρυά της εκοίταξε γύρω έκπληκτη. Εζήτησε να ντυθεί. Δεν ήθελε να την αφήσει. Της μιλούσε τώρα με τρυφερότητα. Ύστερα άρχισε να τραγουδάει. Της είπε κάτι σαν αστείο. Τέλος σηκώθηκε και, χωρίς λόγο, επήδηξε τρεις φορές όσο μπορούσε πιο ψηλα, ξεφωνίζοντας ασυνάρτητες λέξεις. Σε λίγη ώρα την αγκάλιασε πάλι. Ήταν ευτυχής.

 
 
acajou (γαλλ.): μαόνι (αγγλ. mahogany)· κοκκινωπό ξύλο από τροπικό δέντρο, που χρησιμοποιείται ιδίως για έπιπλα πολυτελείας. (πάνω)
μαχητικό τετράγωνο: αμυντικός σχηματισμός πεζικού, του οποίου το βάθος είναι ίσο με το πλάτος, και που αντιμετωπίζει τον εχθρό και από τις τέσσερεις πλευρές. (πάνω)

Δεσποινίς Bovary: Αναφορά στο μυθιστόρημα του Flaubert, Κυρία Μποβαρύ (1857), που έχει ηρωίδα μια παντρεμένη αστή η οποία ασφυκτιά μέσα στην επαρχιακή συμβατικότητα. Κάποτε ο Φλωμπέρ είχε δηλώσει: «Η Κυρία Μποβαρύ είναι... εγώ». 



Η φιλολογική επιμέλεια και τα σχόλια είναι του Γ.Π. Σαββίδη, από την έκδοση:
Κ. Γ. Καρυωτάκης, Τα Ποιήματα (1913-1928), Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ, Αθήνα 1992




ΣΗΜΕΙΩΣΗ: για το αφιερωμά μας σχρησιμοποιήσαμε το υλικό που έχει συγκεντρώσει μετά από χρόνια δουλειάς και μελέτης το ιστολόγιο Κώστας Καρυωτάκης, Ποιήματα
όπου σας παραπέμπουμε για πολλά περισσότερα. 

επιλογή και επιμέλεια ανάρτησης: Λογοτεχνία και Σκέψη