Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αφιερώματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2018

Ο Χ.Φ.Λαβκραφτ για τους Τολστόι και Ντοστογιέφσκι



Ο Χ.Φ.Λαβκραφτ για τους Τολστόι και Ντοστογιέφσκι*

44[255]. ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ ΝΤΕΡΛΕΘ

Αγαπητέ μου κε Ντέρλεθ:-


...Διάβασα την Άννα Καρένινα πριν από χρόνια, αλλά δεν μπορώ να πω ότι μου προκάλεσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως και τίποτα άλλο του Τολστόι. Κατά τη γνώμη μου ο Τολστόι είναι αρρωστημένα κλαψιάρης και συναισθηματικός, με ένα διασκεδαστικά δυσανάλογο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και ηθικά πράγματα. Φυσικά κατά έναν τρόπο αυτό είναι χαρακτηριστικό όλης της Σλαβικής λογοτεχνίας, αλλά άλλοι Ρώσοι συγγραφείς επιδεικνύουν πολύ λιγότερα ποσοστά αυτής της δακρυβρέκτης συναισθηματικότητας, ανάλογα με τη μεγαλοφυΐα τους και τη διεισδυτικότητά τους στο θέμα των ανθρώπινων χαρακτήρων. Αν θέλετε την Ρωσία στην καλύτερη πλευρά της, δοκιμάστε τον Ντοστογιέφσκι, το Έγκλημα και Τιμωρία του οποίου είναι πραγματικά επικό επίτευγμα...

Εγκάρδια και ειλικρινά δκς Σας. ΧΦΛ

___________
*από το Χ.Φ. Λαβκραφτ, ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, μτφ. Βασίλης Καλλιπολίτης, εκδ. Αίολος (1997) - ο τίτλος εδώ δικός μου

για την αντιγραφή: Λογοτεχνία και Σκέψη

Ο Χ.Φ. Λάβκραφτ και ο κινηματογράφος


Ο Χ.Φ. Λάβκραφτ και ο κινηματογράφος*

3[10]. [ΕΠΙΣΤΟΛΗ] ΣΤΟΝ ΡΑΪΝΧΑΡΝΤ ΚΛΑΪΝΕΡ**

[...] Όπως εικάζετε, είμαι αφοσιωμένος φίλος της κινηματογραφίας, αφού μπορώ να δω παραστάσεις όποτε θελήσω, ενώ η κακή μου υγεία σπάνια μου επιτρέπει να προμηθευτώ προκαταβολικά εισιτήρια του πραγματικού θεάτρου. Αξίζει κανείς να δει μερικές σύγχρονες ταινίες, αν και όταν τις πρωτογνώρισα, η μοναδική τους αξία ήταν να καταστρέφουν το χρόνο. Ο Τσάπλιν είναι απείρως διασκεδαστικός -υπερβολικά καλός για τα μάλλον χυδαία φιλμ στα οποία εμφανιζόταν- και ελπίζω ότι στο μέλλον θα γίνει υποστηρικτής της πιο εκλεπτυσμένης κωμωδίας. Είδα την ταινία Τρίλμπι, αλλά μου φάνηκε ατελής επειδή έχω παρακολουθήσει και το θεατρικό έργο και θεωρώ πραγματικά σημαντική τη βαθιά, πλούσια σε κολασμένους υπαινιγμούς φωνή του Σβενγκάλι. [...]

__________
*από το Χ.Φ. Λαβκραφτ, ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ, μτφ. Βασίλης Καλλιπολίτης, εκδ. Αίολος (1997) - ο τίτλος εδώ δικός μου
**Reinhardt Kleiner, ποιητής

για την αντιγραφή: Λογοτεχνία και Σκέψη

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Παραμονή Χριστουγέννων, Τάσος Λειβαδίτης

Snip20131225_15 

Παραμονή Χριστουγέννων

Παγωνιά
στον ουρανό ένα χρώμα βρώμικης φανέλλας
στεκόμαστε στη γραμμή
όρθιοι
κάποιος χνωτίζει τα νύχια του
κάποιος δαγκώνει τα δάχτυλά του
ένα παιδί με σπυριά δίπλα σου
δε μιλάει
κρυώνει
ένα χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κ’ εκείνο κρυώνει
καθώς μας πλευρίζουν τα καμιόνια
μια μυρουδιά μπενζίνας
οι πόρτες που ξανακλείνουνε
ο λοχαγός έχει δυο μάτια από κατράμι
η φωνή του μες απ’ τις μύτες του σηκωμένου γιακά
ένας – ένας
ακούει τ’ όνομά του
και βγαίνει
αντίο, αντίο
το χώμα τρίζει κάτω απ’ τις αρβύλες
κάποιος σηκώνει το χέρι του
τίποτ’ άλλο
το παιδί με τα σπυριά προχωράει
στη θέση του μένουν δυο χνάρια από αρβύλες
που σε λίγο θα σβήσει η βροχή
ένα χέρι γλυστράει το ρολόι του στην παλάμη σου
δε θα μου χρειαστεί, λέει – αντίο
το χαρτάκι κολλημένο στο συρματόπλεγμα
κρυώνει ακόμα.
Ξεκινάνε τα φορτηγά.
Είκοσι άνθρωποι κουβαριασμένοι μες σ’ ένα αντίσκηνο
δε μπορείς να σαλέψεις ούτε τη γλώσσα σου
μα είναι πολλά τα χέρια να μοιράσεις την πίκρα σου
πολλές οι ανάσες να ξεχνάς τη βροχή.
Έχει αρκετή θέση
για να πεθάνεις.
Θα κουβαλήσουμε κι απόψε το σακκί της νύχτας
θα κολλήσουμε τ’ αποτσίγαρο στη μύτη της αρβύλας μας
θ’ ακουμπήσουμε την καρδιά μας σε μια διπλανή καρδιά
όπως το βράδυ ακουμπάνε οι κουβέρτες και τα όνειρά μας.
Ελάτε λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης.
Μας ήρθε μ’ ένα χαμόγελο και μια τραμβαγέρικη πατατούκα.
Του κάναμε τόπο
άπλωσε μια λινάτσα, την έστρωσε καλά καλά
και μας κοίταξε.
Φυσούσε ένας αγέρας δυνατός απ’ το Νοτιά
και το μούτρο του ήταν βλογιοκομένο σαν ψιχαλισμένος δρόμος.
Ύστερα βράδιασε και βγάζοντας τα χέρια από τις τσέπες
μας έδωσε κάτι φτηνές μέντες
πασαλειμένες χνούδια και καπνό.
Τον πήραν νύχτα ξαφνικά και τον σκοτώσαν στο προαύλιο
η πατατούκα του πεταμένη πάνω στο χώμα
μα δάγκωνε σφιχτά στα δόντια το χαμόγελό του
μη του το πάρουν.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο
έχω ένα σταχτί ουρανό μέσα μου
κρύβω στην τσέπη μου ένα όνειρο κουρελιασμένο
σφίγγω στα χέρια τ’ άγνωστο όνομά μου
σαν το παιδάκι που αγκαλιάζει ένα ξύλινο πόδι
ακουμπισμένο σε μια γωνιά.
Μη με λες λοιπόν σύντροφο.
Την ώρα που οι συντρόφοι μας πεθαίνουνε τραγουδώντας
την ώρα που εσύ ακονίζεις στο μίσος τη σκληρή σου παλάμη
εγώ σε προδίνω
καθώς μέσα στη νύχτα κρυώνω και φοβάμαι τη λησμονιά.
Το ξέρω, ένας σύντροφος πρέπει να ζήσει μιαν άλλη ζωή
και να πεθάνει απλά
όπως κανείς τραβάει την κουβέρτα ως τα μάτια του
κι αποκοιμιέται.
Μα όταν εγώ κι αυτούς εδώ τους στίχους τους γράφω
μήπως μιλήσουν για μένα – όχι, μη με λες σύντροφο.
Είμαι ένα τσαλακωμένο χαρτί που κόλλησε στην αρβύλα σου
καθώς
προχωράς.
Η ασετυλίνη που σφυρίζει στη γωνιά
ένα σπασμένο παράθυρο φιμωμένο με σκοτάδι.
Η σκεπή του μαγειρείου μπάζει νερά.
Βουίζει μες στις χαραμάδες ο άνεμος.
– Θωμά, πάρε τσιγάρο
και μη σκαλίζεις τα δόντια σου, Θωμά.
Μάταια ψάχνεις για ένα τριματάκι
απ’ το παλιό παιδικό χριστόψωμο.
Βουίζουνε τα φλόγιστρα του πετρελαίου. Ο Θωμάς
σφίγγει στα γόνατά του μια πατάτα
και καθαρίζει ήσυχα ήσυχα. Τ’ άλλο του χέρι είναι κομένο.
Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.
Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
– Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.
Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

                                                                          Μακρόνησος 1950

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

40 χρόνια PUNK, του Γιώργου Ράγκου

Οι Clash το 1978 σε συναυλία του Rock Against Racism

γράφει ο Γιώργος Ράγκος

Στις 26 Νοεμβρίου του 1976 κυκλοφορούσε ένα 45άρι με δύο τραγούδια ενός συγκροτήματος με το όνομα «Sex Pistols». Τα τραγούδια ήταν το "Anarchy in the UK" και το "I Wanna Be Me". Πριν μερικές μέρες είχε κυκλοφορήσει το πρώτο βρετανικό punk single το "New Rose" των Damned.


Το "Anarchy in the UK" ήταν η πρώτη ηχογράφηση των SP. Με στίχους όπως: "είμαι ένας αντίχριστος, είμαι ένας αναρχικός", "δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω τον τρόπο να το αποκτήσω" ήταν μία "γροθιά στο στομάχι" σε όλο το κοινωνικό και καλλιτεχνικό συντηρητισμό της εποχής, στιγμάτησε την ιστορία της μουσικής και καθιέρωσε ένα καινούριο και επιδραστικό μουσικό (και όχι μόνο) κίνημα: το βρετανικό punk.


Με την κυκλοφορία του και τις πρώτες συναυλίες των SP εκατοντάδες νεανικά αυτοσχέδια συγκροτήματα σχηματίστηκαν στη Βρετανία με την «αισθητική» του punk ηχογραφώντας και διοργανώνοντας συναυλίες έξω από την μουσική βιομηχανία της εποχής. Οπως εύστοχα επισημαίνει ο δημοσιογράφος Τζον Σάβατζ: "Για το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών τους, η μουσική των Sex Pistols δεν ήταν παρά ένας θόρυβος που δεν ξεχώριζες τίποτα. Σε κάθε συναυλία τους όμως, υπήρχαν ένα ή δυο άτομα που ακούγοντάς τους, εγκατέλειπαν τα πάντα για να τους ακολουθήσουν". Η διετία 1976 - 1977 ήταν μία διετία κυριαρχίας του punk. Άρχισαν να γίνονται γνωστά συγκροτήματα (που αργότερα πήραν μυθικές διαστάσεις) όπως οι Clash, οι Slits, οι Siouxsie and the Banshees, οι Buzzcocks, οι Damned και πολλά άλλα. Το αποκορύφωμα ήταν τον Οκτώβριο του 1977, όταν κυκλοφόρησε, από την «εναλλακτική» Virgin, o "ιερός δίσκος" στην "εκκλησία του punk" και το μοναδικό (!) LP των Sex Pistols: "Never mind the bollocks".


Ο John Lydon (ο frontman των SP) βλέπει την εμφάνιση του punk σαν σύμπτωση: "όλα έγιναν επειδή έτυχε να περάσω εκείνη την ημέρα μπροστά απ' την μπουτίκ του McLaren (μετέπειτα παραγωγού των SP) φορώντας ένα t-shirt που έγραφε "I hate Pink Floyd'". Σίγουρα δεν ξέρουμε τι θα είχε επακολουθήσει αν ο Lydon δεν γνώριζε τυχαία τα υπόλοιπα μέλη των SP στη μπουτίκ και άμα δεν υπήρχαν οι SP με αυτή τη σύνθεση, αλλά σίγουρα η εμφάνιση του punk δεν ήταν σύμπτωση. Υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις.


Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 η Βρετανία βρισκόταν στη μέση μίας οικονομικής και πολιτικής κρίσης με την ανεργία και φτώχεια στο ζενίθ. Σε όλη τη χώρα γίνοταν διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης των Εργατικών. Η εργατική νεολαία έβραζε και ήταν έτοιμη να εκραγεί. Αλλά αυτή είναι η μία όψη. Πρέπει να δούμε ότι και το ίδιο το ροκ (η μουσική της νεολαίας) περνούσε τη μεγαλύτερη κρίση του με το κυρίαρχο ρεύμα, το progressive rock να ήταν τελείως αποξενωμένο, χαμένο σε λαβύρινθους ακατανόητων και εγκεφαλικών πειραματισμών, απόμακρο όλο και περισσότερο από τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και της νεολαίας.


Το punk συνδύαζε στοιχεία από διάφορα και ετερογενή μουσικά στυλ. Από τον David Bowie και το glitter rock, από το αμερικάνικο πρωτο-punk (Ramones, New York Dolls) και από την reggae. H αισθητική των punks ήταν η "άλλη πλευρά του νομίσματος" του glam rock. O “εργατισμός”, η ατημελησιά και η γήινη εμφάνιση των punks αντιπαρατίθεται άμεσα στον ναρκισισμό και την κομψότητα των σούπερ σταρ του glam rock.


Το punk ήταν μια μουσική επανάσταση, ένα κοινωνικό ξέσπασμα και μία διέξοδος για μεγάλα κομμάτια της εργατικής νεολαίας. Όμως, αυτοπαγιδεύτηκε στο "μήνυμα" που ήθελε να περάσει και έμεινε εγκλωβισμένο δημιουργικά (τρία μονότονα ακόρντα να εναλλάσσονται).


Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη της μουσικής δικαίωσε το punk. Έσωσε ένα ετοιμοθάνατο ροκ με φρέσκες ιδεές και οι ίδιοι οι πρώτοι punk πρωταγωνιστές, μετά το 1977, απελευθερώθηκαν δημιουργικά. Το λεγόμενο post-punk και το new wave έβγαλαν αριστουργήματα που καθόρισαν σε τεράστιο βαθμό την μουσική που ακούμε (και αγαπάμε) από τα 80s μέχρι και σήμερα.




Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2016

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο (αποσπάσματα)



Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ' όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα. Συμφωνώ απολύτως με τη διαδικασία που διαλέξατε, γιατί έτσι θα μπορέσω να καταγράψω τα γεγονότα με την ησυχία μου, χωρίς να φοβάμαι πως θα με διακόψετε, πως θα μου υποβάλετε ερωτήσεις, χωρίς δηλαδή να έχω την αίσθηση ότι τελώ υπό κράτησιν και δίνω λόγο των πράξεων μου. Διότι είναι βέβαια ολοφάνερο ότι πρόκειται για παρεξήγηση.
Απ’ τη στιγμή που με προφυλακίσατε τόσο αναπάντεχα, στα καλά καθούμενα, επιτρέψτε μου να πω, όταν είχα κάθε λόγο να πιστεύω ότι θα έπαιρνα το τρίτο μου παράσημο, απ' τη στιγμή που βρέθηκα σε τούτο το κελί, η μόνη μου ελπίδα ήταν πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να εξηγηθώ, ή έστω να απολογηθώ, αν φυσικά βρισκότανε κανείς να μου απαγγείλει μια συγκεκριμένη κατηγορία.
Κάθε φορά που με πιάνανε (και θα ξέρετε βέβαια ότι έχω συλληφθεί δυο φορές, μια στην Κατοχή, οπότε και δραπέτευσα, και μια το ‘47, οπότε πήγα εξορία στην Ικαριά) το πρώτο πράμα πού σκεφτόμουνα, ήταν, τι θα απαντήσω στους χαφιέδες και προσπαθούσα να φανταστώ όλες τις τυχόν ερωτήσεις τους και είχα έτοιμες τις απαντήσεις, πριν φτάσουμε στο Τμήμα ή στην Ασφάλεια. Τώρα όμως, το πρόβλημα μου δεν είναι τι θα απαντήσω στις τυχόν ερωτήσεις (γιατί έχω καθαρή τη συνείδηση μου και καμιά ανάκριση δε με φοβίζει, με την έννοια ότι μπορώ να απαντάω χωρίς να κρύβω τίποτα) το πρόβλημα μου είναι, ή μάλλον ήταν ως τα σήμερα, όσο δεν είχα ακόμα τη γραφική μου όλη – ήταν λοιπόν, πώς θα μπορέσω να μιλήσω, ν’ ακουστώ, να εισακουστώ.
Έτσι, όταν είδα σήμερα το χαρτί, το μελάνι και την πένα, αφημένα όλα αυτά δίπλα στη βούτα, ένιωσα ένα βάρος να πέφτει από πάνω μου, παρ’ όλο που έχω να αντιμετωπίσω τώρα ένα άλλο, αρκετά δύσκολο, αν και καθαρώς τεχνικής φύσεως πρόβλημα. Εξηγούμαι: Σκέφτηκα αν έπρεπε, να συνεχίσω, από κει που σταματήσαμε, κατά τη σύντομη προανάκριση, αν έπρεπε δηλαδή να αρχίσω κατά κάποιο τρόπο απ' το τέλος, ή να αρχίσω, μια και καλή, απ’ την αρχή, ν’ αρχίσω θέλω να πω να διηγιέμαι τα γεγονότα όπως τα ξέρω και τα θυμάμαι (γιατί όταν με ρωτήσατε, «Πώς» και «Πότε» και «Ποιος» στην προανάκριση, εγώ απάντησα «Δεν ξέρω» και σεις μου είπατε, «Δεν ξέρεις, ή δεν θυμάσαι;»). Συνεπώς, αυτό που κυρίως σας ενδιαφέρει, θυμηθώ, και λοιπόν, όταν είδα το χαρτί (έστω και με κάποια οδυνηρή για μένα καθυστέρηση μιας ολόκληρης βδομάδας) χάρηκα που αποφασίσατε επιτέλους να μου ζητήσετε μια γραπτή κατάθεση.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 9-10


 […]
Όταν έμεινα ολομόναχος μέσα εκεί και τα μάτια μου συνήθισαν στο μισοσκόταδο, κοίταξα προσεχτικότερα γύρω μου. Το τραπέζι ήταν στενόμακρο και τα κεριά δεν τα ‘χανε στεριώσει σε σεμντάνια, όπως μου φάνηκε στην αρχή, μα σε μπεκ γκαζιού – άρα το τραπέζι θα το είχαν κουβαλήσει απ' την αίθουσα της χημείας.
Εξακολουθούσα να στέκω σε στάση προσοχής και να κοιτάζω γύρω μου, στρέφοντας ελαφρά το κεφάλι, ώσπου ξεθαρρεύτηκα, στάθηκα ανάπαυση, με βάραινε κι ο γυλιός στην πλάτη και το τουφέκι που είχα κρεμασμένο στον ώμο κι ύστερα έσκυψα μπροστά να δω καλύτερα την πόρτα στον χοντρό τοίχο, γιατί μου πέρασε η σκέψη πως ο αντισυνταγματάρχης περιορίστηκε να την ανοιγοκλείσει για να νομίσω πως με άφησε μόνο, ενώ στην πραγματικότητα είχε κρυφτεί στο σκοτάδι της κόχης και με παρακολουθούσε.
Θα μπορούσα βέβαια να ισχυριστώ πως όλες αυτές οι σκέψεις ήταν αποτέλεσμα της κούρασης, της νύστας και του εκνευρισμού μου και θα γινόμουν πιστευτός μια κι ερχόμουνα από πορεία. Και ήταν φυσικό να εκνευριστώ γιατί δεν κοίταξα το ρολόι μου, είχα όμως την εντύπωση πως ο διοικητεύων αργεί πολύ. Αργεί υπερβολικά.
Μα εγώ σας υποσχέθηκα να πω όλη την αλήθεια και λοιπόν το ομολογώ πως δεν ήταν μόνο η κούραση κι ο εκνευρισμός, συνέβαινε και κάτι άλλο πολύ σημαντικότερο. Ακόμα κι αν μου έλεγε ο διοικητεύων να καθίσω (υπήρχε μία καρέκλα μπροστά στο τραπέζι του χημείου) ακόμα κι αν μπορούσα να καπνίσω, πάλι θα με απασχολούσε ή μάλλον θα με βασάνιζε ένα ζήτημα σοβαρότατο, ένα ζήτημα ζωής ή θανάτου ίσως — όχι της δικής μου ζωής φυσικά κι ούτε του δικού μου θανάτου, μα της ζωής του Κόμματος. Εφιστώ ιδιαιτέρως την προσοχή σας επ' αυτού του σημείου και σας παρακαλώ να εξακριβώσετε την αλήθεια των λεγομένων μου (γιατί ευτυχώς, τα όσα θα αναφέρω μπορούν να εξακριβωθούν, ζει ακόμα ο ταξίαρχος Οδυσσέας κι επικαλούμαι τη μαρτυρία του) για να πειστείτε δηλαδή ότι μου έδωσε πράγματι τον μικρό, σφραγισμένο φάκελο.
Τότε που ο ταξίαρχος Οδυσσέας μού έδωσε το «επισκεπτήριο» μου, σκέφτηκα πως πρόκειται για μυστική διαταγή, που έπρεπε να φτάσει στα χέρια κάποιου, κατάλληλα ειδοποιημένου. Φυσικά, δεν απέκλεισα την περίπτωση να μου ζητήσουν το «επισκεπτήριο» και πριν φτάσω στην πόλη Ν, το λογικότερο όμως ήταν να υποθέσω ότι η διαταγή απευθύνεται στον διοικητή της Ν συνταγματάρχη Νικόδημο, στον οποίον και έπρεπε να παρουσιαστώ. Τώρα που έλειπε ο διοικητής, έπρεπε βέβαια να μου το ζητήσει ο διοικητεύων. Μου ήταν αδύνατο να φανταστώ ότι ο διοικητής θα έφευγε, χωρίς να αφήσει σχετική διαταγή στον διοικητευοντα. Κι όμως, ο αντισυνταγματάρχης Βελισάριος όχι μόνο δεν μου ζήτησε το «επισκεπτήριο», αλλά πήρε και το φύλλο πορείας μου και εξαφανίστηκε – μπήκε σε κάποια πλαϊνή αποθήκη, ή με παραμονεύει από τη σκοτεινή κόχη. Δε μου αρέσει να κάνω τον έξυπνο, αλλά νομίζω ότι δεν χρειαζότανε μεγάλη νοημοσύνη για να υποπτευτεί κανείς πως ο μικρός εκείνος φάκελος δεν περιείχε στρατιωτικές διαταγές, αλλά ένα μήνυμα κομματικό, ή μάλλον, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, αντιφραξιονιστικό. Εν πάση περιπτώσει, μια και κανείς δε μου είχε ζητήσει το «επισκεπτήριο» πριν φτάσω στην πόλη Ν (παρ’ όλο που δε λείψανε οι ευκαιρίες, γιατί πέρασα από φυλάκια και κατά τόπους φρουραρχεία) ήμουν απολύτως σίγουρος πως θα μου το ζητάγανε στην έδρα της Στρατιωτικής Διοίκησης της Ν και το αποτέλεσμα ήταν ότι τώρα (τότε θέλω να πω που στεκόμουνα σε στάση ημιαναπαύσεως μπροστά στα δυο κεριά) ένιωθα σαν να 'χα κάνει άδικα όλον εκείνον τον δρόμο, ή πως δεν έφτασα ακόμα στο τέρμα, σαν να μην έφτασα ακόμα στην πόλη Ν, παρ’ όλο που βρισκόμουνα κιόλας στο γραφείο του στρατιωτικού διοικητή της ή, για την ακρίβεια, του αντικαταστάτη του. Εξ ου και ο εκνευρισμός μου και η καχυποψία μου.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 14-16



Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 1949

Σύντροφε ανακριτά, θεωρώ περιττό να σας κουράσω με τεχνικές λεπτομέρειες, δε χρειάζεται άλλωστε να σας περιγράψω τη ζημιά που έπαθε το ρολόι, μια και το είχα πάρει απόφαση να μην το διορθώσω. Σημασία έχει ότι ανέβηκα στο καμπαναριό απ' τη στριφογυριστή σκάλα, εξέτασα τον μηχανισμό και διεπίστωσα πως η βλάβη ήταν ασήμαντη. Με το σφυρί που είχα πάρει μαζί μου, χάλασα το ρολόι για καλά. Ήταν αδύνατο πια να διορθωθεί, έτσι που να δουλεύει μόνο τον. Ήταν όμως δυνατόν να μετακινεί κανείς τους δείχτες από μέσα. Τους μετακίνησα λοιπόν και από τις έντεκα παρά είκοσι που ήτανε σταματημένο, το 'βαλα να δείχνει τη σωστή ώρα (σύμφωνα με το ρολόι του χεριού μου), δηλαδή εννέα παρά δέκα. Παρακολουθώντας το ρολόι μου, συνέχισα να μετακινώ τον λεπτοδείχτη, έτσι που το ρολόι της εκκλησιάς έδειχνε συνεχώς τη σωστή ώρα, μέχρι που έφτασα στις εννέα ακριβώς. Τότε ο μηχανισμός λειτούργησε κανονικά και το ρολόι χτύπησε εννέα φορές. Συνέχισα την μετακίνηση γι’ άλλα δεκαεννέα λεπτά και επέστρεφα στο πρώην Γυμνάσιο.
Όταν παρουσιάστηκα στον διοικητεύοντα, με συνεχάρη χαρούμενος – προφανώς τον είχαν πληροφορήσει πως το ρολόι δουλεύει, μπορεί μάλιστα να άκουσε και ο ίδιος τους
χτύπους. Του εξήγησα τι είχε συμβεί. Του τόνισα ότι η βλάβη ήταν ανεπανόρθωτη και ο μόνος τρόπος να εφαρμοστεί η απόφαση του ακτίφ, ήταν να γυρίζουμε τους δείχτες από μέσα. Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω πως οι εύκολες, οι πρόχειρες λύσεις, δεν είναι λύσεις. Σκέφτηκα λοιπόν να παρασύρω τον διοικητεύοντα σε μια πρόχειρη λύση.
– Μια και δούλεψε το ρολόι, δεν πρέπει να σταματήσει, είπε ο διοικητεύων σαν να μονολογούσε.
Με διέταξε να τρέξω και να κινήσω τους δείχτες. Υπάκουσα. Σε μισή ώρα, μου έστειλε τέσσερις φαντάρους να τους εκπαιδεύσω στην μετακίνηση του λεπτοδείχτη. Τους είχε εφοδιάσει με ένα χρονόμετρο, επιταγμένο απ' τον πρώην .Αθλητικό Σύλλογο της πόλεως Ν. Τους υπέδειξα να μετακινούν τον λεπτοδείχτη κάθε τριάντα δευτερόλεπτα. Οι τέσσερις φαντάροι κάνανε έξι ώρες βάρδια ο καθένας τους και το σύστημα λειτούργησε ικανοποιητικά δυο μέρες περίπου, ύστερα όμως βαρέθηκαν να μετακινούν τον λεπτοδείχτη τόσο συχνά κι έτσι τον έβλεπες να πηδάει ξαφνικά απ' τις εννιάμισι στις δέκα παρά είκοσι έξι, λόγου χάρη, και ο διοικητεύων τιμώρησε αυστηρά τον φαντάρο που εξετέλεσε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Για περισσότερη σιγουριά, τοποθέτησε τέσσερις ελεγκτές, που παρακολουθούσαν τη μετακίνηση του λεπτοδείχτη, καθισμένοι στο παράθυρο του Δημαρχείου, στην απέναντι μεριά της πλατείας. Έτσι, το ρολόι «λειτούργησε» κανονικά, μέχρι την ημέρα που ο Νικόλαος Εσκιτζόπουλος – αλλά ας μην προτρέχω. Το παν είναι να αφηγηθώ τα γεγονότα με την σειρά τους.
[…]
Άρης Αλεξάνδρου, Το Κιβώτιο, 1998, Κέδρος, σ. 32-33


Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Πρόσκληση σε συγγραφείς και ποιητές από το περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ


(επιμέλεια άρθρου:   | 22.05.2016 |   | περιοδικό τοβιβλίο.net)
Το περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ προετοιμάζει ειδικό αφιερωματικό τεύχος με τον τίτλο: «Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ: Νέες αναγνώσεις του ποιητικού έργου του στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης».
Το αφιερωματικό αυτό τεύχος αποσκοπεί στο να αναδείξει αφενός τυχόν διαφοροποιήσεις του λεγόμενου αναγνωστικού ορίζοντα στην πρόσληψη του καβαφικού έργου κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και αφ’ ετέρου να καταγράψει και να διασώσει μαρτυρίες, κρίσεις και απόψεις που συσχετίζουν το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον της σημερινής Ελλάδας με το καβαφικό έργο. Τα κείμενα μπορούν να είναι σε πεζό λόγο, δοκίμια,φιλολογικές κριτικές – μελέτες, μαρτυρίες καθώς επίσης και σε ποιητικό λόγο. Θα γίνουν δεκτές εικαστικές εκφράσεις (σχέδια, φωτογραφίες, κολάζ κ.ά.)
Προσκαλούνται οι ενδιαφερόμενοι να καταθέσουν κείμενά τους ή άλλα έργα προς δημοσίευση στο ειδικό τεύχος
Η προθεσμία κατάθεσης των κειμένων προσδιορίζεται έως τις 20 Ιουλίου 2016. Προτεινόμενη έκταση κειμένων 1.500 – 3.000 λέξεις. Τη φροντίδα σύνταξης της ύλης την έχει η Ασημίνα Χασάνδρα. Το ειδικό τεύχος θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο «Σπανός – Βιβλιοφιλία» στο τέλος του 2016. Την έκδοση στηρίζουν χορηγοί.
Η παρουσίαση του τεύχους θα γίνει σε ειδική εκδήλωση με ανοιχτή τη συμμετοχή των συντελεστών και θα δημοσιοποιηθεί προς τον Τύπο και στα ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης.
Το περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ, το εγχειρίδιο ελληνικής και ξένης ποίησης, εκδόθηκε από το 2000 ως το 2006 σε εννέα συνολικά τεύχη με κύριο άξονα την πρώτη δημοσίευση όλων των έργων του. Τα εξώφυλλα ήταν εικαστικές δημιουργίες διαφορετικών καλλιτεχνών κάθε φορά, επισημαίνοντας έτσι τη διαφοροποίηση στη δημιουργία τέχνης, όσον αφορά τη σύλληψη του κάθε τεύχους, τα οποία είναι και συλλεκτικά πλέον. Έγιναν επίσης αφιερώματα στον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Αύγουστο Κορτώ και τον Γιάννη Αντιόχου. Το ΔΕΛΕΑΡ είναι αποκλειστικά περιοδικό ποιήσεως.
Το εγχειρίδιο ελληνικής  και  ξένης ποίησης   ΔΕΛΕΑΡ  με  εκδότρια την  Ασημίνα Χασάνδρα διατήρησε την  εκδοτική   δραστηριότητα πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών της γενιάς του ’90 και του 2000 στην πρωτότυπη γλώσσα τους (ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά). Η γενιά που αντιπροσωπεύει το περιοδικό ΔΕΛΕΑΡ είναι υπερκειμενική και θεωρητικά ανήκει στη φιλοσοφία του χάους.
Επικοινωνία:
  • Ασημίνα Χασάνδρα, chasandra@gmx.us, 6971-779924 (4-6 το απόγευμα Δευτέρα-Παρασκευή)
  • Εκδόσεις «Σπανός – Βιβλιοφιλία», Μαυρομιχάλη 7, Αθήνα 106 79, 210-3614332 

Πηγή: www.bookia.gr

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

-- DAVID BOWIE: BLACKSTAR –



     γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης







στη φίλη Ν.Κ. που μου γνώρισε τον David Bowie



η πρώτη επαφή με τον David Bowie ήταν στην εξαιρετική, αντιπολεμική ταινία Merry Christmas Mr. Lawrence (έπαιξε μαζί με τον ηθοποιό Τομ Κόντι)
στον ρόλο ενός ατίθασου, φαινομενικά μποέμ αλλά σκληρού Άγγλου αξιωματικού
και μετά ήρθες εσύ με τη συλλογή των δίσκων του, την χιλιοακουσμένη
δεν τον παρακολουθούσα γενικά
αλλά πάντα μου έκανε εντύπωση η στάση του ως καλλιτέχνη αλλά κι ως εμπορικής περσόνας
ένα σκοτεινό αστέρι, να τι ήταν
ένα πολύχρωμο αστέρι, ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα
ένας αιρετικός περφόρμερ
ένας μέινστριμ καλλιτέχνης
ο γεμάτος αντιφάσεις -- ίσως κι η μόνη αντίφαση να ήταν
ότι δεν είχε αντιφάσεις
ο αμφιλεγόμενος δημιουργός
σημείο αντιλεγόμενο
ο David Bowie
έφυγε τόσο απρόβλεπτα όσο μας ξάφνιαζε με τις δημιουργίες του
απρόβλεπτα, τουλάχιστον για το κοινό του
πεθαίνοντας οι πωλήσεις του τελευταίου δίσκου του θα ανεβούν στη στρατόσφαιρα
ενός δίσκου με σκοτεινή σημειολογία
τώρα ξέρουμε
18 μήνες σε μια μάχη χαρακωμάτων με τον αναθεματισμένο τον καρκίνο
να τι με ενοχλεί περισσότερο, όχι ότι πέθανε -- όλοι πεθαίνουν
αλλά ότι ο καρκίνος θερίζει --
κι ένας δίσκος δημιουργικός, παιδί πολλών πραγμάτων, παρακαταθήκη στις ερχόμενες γενιές
τόσων πραγμάτων, που δεν χωρούν σ' ένα σημείωμα
ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι και στη δύση της καριέρας του
είχε να δώσει πολλά περισσότερα από διάφορους μοντέρνους, εναλλακτικούς και ποπ
της σύγχρονης μουσικής σκηνής
ας είναι
καλό ταξίδι David Bowie










Στίχοι του single «Blackstar»


Στη βίλα του Όρμεντ, στη βίλα του Όρμεντ
Στέκει ένα μοναχικό κερί
Στο επίκεντρο όλων,
στο επίκεντρο όλων τα μάτια σου
Τη μέρα της εκτέλεσης, τη μέρα της εκτέλεσης
Μόνο γυναίκες γελούν και γονατίζουν,
Στο επίκεντρο όλων,
στο επίκεντρο όλων τα μάτια σου
Κάτι συνέβη τη μέρα που πέθανε
Η ψυχή υψώθηκε λίγο και μετά πήγε στο πλάι
Κάποιος άλλος πήρε τη θέση του
και γενναία κραύγασε
(είμαι ένα μαύρο αστέρι, είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Πόσες φορές εκπίπτει ένας άγγελος;
Πόσοι άνθρωποι ψεύδονται αντί να μιλούν γενναία
Περπατούσε στο ιερό έδαφος,
φώναζε δυνατά στο πλήθος
(είμαι ένα μαύρο αστέρι, είμαι ένα μαύρο αστέρι, δεν είμαι αστέρι μιας συμμορίας)
Δεν μπορώ να απαντήσω γιατί
(είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Έλα μαζί μου (δεν είμαι σταρ του σινεμά)
Θα σε οδηγήσω σπίτι (είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Πάρε το διαβατήριο και τα παπούτσια σου
(δεν είμαι ποπ σταρ)
Και τα ηρεμιστικά σου
(είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Έχεις πολύ σύντομες πιθανότητες να πετύχεις
(δεν είμαι αστέρι των θαυμάτων)
Είμαι ο Μέγας (είμαι ένα μαύρο αστέρι)...