Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακούμε μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ακούμε μουσική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

Mottet - Σ' όλο τον κόσμο | Νέος δίσκος



Mottet - Σ' όλο τον κόσμο | Νέος δίσκος

Ήρθε η ώρα για την ψηφιακή κυκλοφορία της πρώτης ολοκληρωμένης δουλειάς των Mottet με τίτλο «Σ’ όλο τον κόσμο».

Οι Mottet είναι το μουσικό σχήμα που δημιούργησαν ο Σωτήρης Καστάνης (κιθάρα) και ο Δημήτρης Κουζής (βιολί), μουσικοί με πολυετή και πολύπλευρη καλλιτεχνική παρουσία.
Μαζί με την Ξένια Γαργάλη στη φωνή, τα τελευταία χρόνια, στις ζωντανές τους εμφανίσεις περιπλανώνται μουσικά σε ποικίλα είδη και εποχές. Από τους παραδοσιακούς ήχους στη τζαζ νοσταλγία και από την ποπ ανεμελιά στο κινηματογραφικό ύφος.

Έτσι μετά το «Γλυκιά ζωή», σε στίχους Δημήτρη Παπαχαραλάμπους και μουσική των ίδιων, μας προσφέρουν πλέον τη δική τους δημιουργική πρόταση για το πως μπορείς να ανακατέψεις με τόλμη αλλά και σεβασμό το χθες με το σήμερα. Τη ρετρό ατμόσφαιρα με τους σύγχρονους ήχους, τη φωτεινή ματιά με τον προβληματισμό, τον κοσμοπολιτισμό με τη μεγάλη δεξαμενή της ελληνικής μουσικής.

Με μεγάλη χαρά φιλοξενούν σε ένα τραγούδι τον ξεχωριστό ερμηνευτή και performer Δώρο Δημοσθένους.

Με έτοιμες «βαλίτσες» σας περιμένουν όλους στο πρώτο τους ταξίδι….

Σ’ όλο τον κόσμο!


Συντελεστές:
Mottet: Σωτήρης Καστάνης, Δημήτρης Κουζής, Γιώργος Σχοινάς
Τραγούδι: Ξένια Γαργάλη, Δώρος Δημοσθένους
Ηχοληψία: Γιάννης Παξεβάνης
Οργάνωση Παραγωγής: Νίκος Τσαούσης

Υγ. Για την πρώτη γνωριμία με τον ιδιαίτερο κόσμο των Mottet δε θα μπορούσε ίσως να βρεθεί καταλληλότερος χώρος από το El Convento del Arte, όπου την Κυριακή 21 Οκτωβρίου όλοι οι συντελεστές θα παρουσιάσουν για πρώτη φορά ζωντανά όλα τα καινούρια δικά τους κομμάτια, αλλά και τραγούδια και μουσικές που θα μας πάνε από τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, ως το Παρίσι και τη Νέα Ορλεάνη, φιλτραρισμένα μέσα από χαρακτηριστική τους εκλεπτυσμένη αισθητική και παιχνιδιάρικη διάθεση.

Τετάρτη 6 Σεπτεμβρίου 2017

Το τραγούδι του μήνα #1: Istanbul (Not Constantinople)



Επιλογή – επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Το «Istanbul (Not Constantinople)» ηχογραφήθηκε επισήμως στις 12 Αυγούστου 1953 από το αμερικάνικο (κατ' άλλους, καναδέζικο) συγκρότημα The Four Lads και από την γνωστή δισκογραφική εταιρεία Columbia Records. Έφτασε μέχρι τη 10η θέση του Billboard και στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Αποτέλεσε τη χρυσή επιτυχία του συγκροτήματος. Αναφέρεται στη μετονομασία της Κωνσταντινούπολης σε Istanbul, όπως μετονομάστηκε επίσημα από την Τουρκική Δημοκρατία στις 28 Μαρτίου του 1930. Γνωστή στο ευρύ κοινό είναι η διασκευή του τραγουδιού από το συγκρότημα των They Might Be Giants αλλά εμείς θα ακούσουμε την διασκευή του Όσκαρ Μαρσέλο Αλεμάν (20/2/1909 -- 14/10/1980) Αργεντινού τζαζ κιθαρίστα, τραγουδιστή, χορευτή και διασκεδαστή. Το κομμάτι που ακολουθεί είναι, ίσως, η καλύτερη διασκευή του ομώνυμου τραγουδιού ενώ παραθέτουμε και την πρωτότυπη μορφή του τραγουδιού.








Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

40 χρόνια PUNK, του Γιώργου Ράγκου

Οι Clash το 1978 σε συναυλία του Rock Against Racism

γράφει ο Γιώργος Ράγκος

Στις 26 Νοεμβρίου του 1976 κυκλοφορούσε ένα 45άρι με δύο τραγούδια ενός συγκροτήματος με το όνομα «Sex Pistols». Τα τραγούδια ήταν το "Anarchy in the UK" και το "I Wanna Be Me". Πριν μερικές μέρες είχε κυκλοφορήσει το πρώτο βρετανικό punk single το "New Rose" των Damned.


Το "Anarchy in the UK" ήταν η πρώτη ηχογράφηση των SP. Με στίχους όπως: "είμαι ένας αντίχριστος, είμαι ένας αναρχικός", "δεν ξέρω τι θέλω, αλλά ξέρω τον τρόπο να το αποκτήσω" ήταν μία "γροθιά στο στομάχι" σε όλο το κοινωνικό και καλλιτεχνικό συντηρητισμό της εποχής, στιγμάτησε την ιστορία της μουσικής και καθιέρωσε ένα καινούριο και επιδραστικό μουσικό (και όχι μόνο) κίνημα: το βρετανικό punk.


Με την κυκλοφορία του και τις πρώτες συναυλίες των SP εκατοντάδες νεανικά αυτοσχέδια συγκροτήματα σχηματίστηκαν στη Βρετανία με την «αισθητική» του punk ηχογραφώντας και διοργανώνοντας συναυλίες έξω από την μουσική βιομηχανία της εποχής. Οπως εύστοχα επισημαίνει ο δημοσιογράφος Τζον Σάβατζ: "Για το μεγαλύτερο μέρος των ακροατών τους, η μουσική των Sex Pistols δεν ήταν παρά ένας θόρυβος που δεν ξεχώριζες τίποτα. Σε κάθε συναυλία τους όμως, υπήρχαν ένα ή δυο άτομα που ακούγοντάς τους, εγκατέλειπαν τα πάντα για να τους ακολουθήσουν". Η διετία 1976 - 1977 ήταν μία διετία κυριαρχίας του punk. Άρχισαν να γίνονται γνωστά συγκροτήματα (που αργότερα πήραν μυθικές διαστάσεις) όπως οι Clash, οι Slits, οι Siouxsie and the Banshees, οι Buzzcocks, οι Damned και πολλά άλλα. Το αποκορύφωμα ήταν τον Οκτώβριο του 1977, όταν κυκλοφόρησε, από την «εναλλακτική» Virgin, o "ιερός δίσκος" στην "εκκλησία του punk" και το μοναδικό (!) LP των Sex Pistols: "Never mind the bollocks".


Ο John Lydon (ο frontman των SP) βλέπει την εμφάνιση του punk σαν σύμπτωση: "όλα έγιναν επειδή έτυχε να περάσω εκείνη την ημέρα μπροστά απ' την μπουτίκ του McLaren (μετέπειτα παραγωγού των SP) φορώντας ένα t-shirt που έγραφε "I hate Pink Floyd'". Σίγουρα δεν ξέρουμε τι θα είχε επακολουθήσει αν ο Lydon δεν γνώριζε τυχαία τα υπόλοιπα μέλη των SP στη μπουτίκ και άμα δεν υπήρχαν οι SP με αυτή τη σύνθεση, αλλά σίγουρα η εμφάνιση του punk δεν ήταν σύμπτωση. Υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις.


Στα μέσα της δεκαετίας του ‘70 η Βρετανία βρισκόταν στη μέση μίας οικονομικής και πολιτικής κρίσης με την ανεργία και φτώχεια στο ζενίθ. Σε όλη τη χώρα γίνοταν διαδηλώσεις κατά της κυβέρνησης των Εργατικών. Η εργατική νεολαία έβραζε και ήταν έτοιμη να εκραγεί. Αλλά αυτή είναι η μία όψη. Πρέπει να δούμε ότι και το ίδιο το ροκ (η μουσική της νεολαίας) περνούσε τη μεγαλύτερη κρίση του με το κυρίαρχο ρεύμα, το progressive rock να ήταν τελείως αποξενωμένο, χαμένο σε λαβύρινθους ακατανόητων και εγκεφαλικών πειραματισμών, απόμακρο όλο και περισσότερο από τα προβλήματα της καθημερινής ζωής και της νεολαίας.


Το punk συνδύαζε στοιχεία από διάφορα και ετερογενή μουσικά στυλ. Από τον David Bowie και το glitter rock, από το αμερικάνικο πρωτο-punk (Ramones, New York Dolls) και από την reggae. H αισθητική των punks ήταν η "άλλη πλευρά του νομίσματος" του glam rock. O “εργατισμός”, η ατημελησιά και η γήινη εμφάνιση των punks αντιπαρατίθεται άμεσα στον ναρκισισμό και την κομψότητα των σούπερ σταρ του glam rock.


Το punk ήταν μια μουσική επανάσταση, ένα κοινωνικό ξέσπασμα και μία διέξοδος για μεγάλα κομμάτια της εργατικής νεολαίας. Όμως, αυτοπαγιδεύτηκε στο "μήνυμα" που ήθελε να περάσει και έμεινε εγκλωβισμένο δημιουργικά (τρία μονότονα ακόρντα να εναλλάσσονται).


Σε κάθε περίπτωση, η εξέλιξη της μουσικής δικαίωσε το punk. Έσωσε ένα ετοιμοθάνατο ροκ με φρέσκες ιδεές και οι ίδιοι οι πρώτοι punk πρωταγωνιστές, μετά το 1977, απελευθερώθηκαν δημιουργικά. Το λεγόμενο post-punk και το new wave έβγαλαν αριστουργήματα που καθόρισαν σε τεράστιο βαθμό την μουσική που ακούμε (και αγαπάμε) από τα 80s μέχρι και σήμερα.




Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

-- DAVID BOWIE: BLACKSTAR –



     γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης







στη φίλη Ν.Κ. που μου γνώρισε τον David Bowie



η πρώτη επαφή με τον David Bowie ήταν στην εξαιρετική, αντιπολεμική ταινία Merry Christmas Mr. Lawrence (έπαιξε μαζί με τον ηθοποιό Τομ Κόντι)
στον ρόλο ενός ατίθασου, φαινομενικά μποέμ αλλά σκληρού Άγγλου αξιωματικού
και μετά ήρθες εσύ με τη συλλογή των δίσκων του, την χιλιοακουσμένη
δεν τον παρακολουθούσα γενικά
αλλά πάντα μου έκανε εντύπωση η στάση του ως καλλιτέχνη αλλά κι ως εμπορικής περσόνας
ένα σκοτεινό αστέρι, να τι ήταν
ένα πολύχρωμο αστέρι, ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα
ένας αιρετικός περφόρμερ
ένας μέινστριμ καλλιτέχνης
ο γεμάτος αντιφάσεις -- ίσως κι η μόνη αντίφαση να ήταν
ότι δεν είχε αντιφάσεις
ο αμφιλεγόμενος δημιουργός
σημείο αντιλεγόμενο
ο David Bowie
έφυγε τόσο απρόβλεπτα όσο μας ξάφνιαζε με τις δημιουργίες του
απρόβλεπτα, τουλάχιστον για το κοινό του
πεθαίνοντας οι πωλήσεις του τελευταίου δίσκου του θα ανεβούν στη στρατόσφαιρα
ενός δίσκου με σκοτεινή σημειολογία
τώρα ξέρουμε
18 μήνες σε μια μάχη χαρακωμάτων με τον αναθεματισμένο τον καρκίνο
να τι με ενοχλεί περισσότερο, όχι ότι πέθανε -- όλοι πεθαίνουν
αλλά ότι ο καρκίνος θερίζει --
κι ένας δίσκος δημιουργικός, παιδί πολλών πραγμάτων, παρακαταθήκη στις ερχόμενες γενιές
τόσων πραγμάτων, που δεν χωρούν σ' ένα σημείωμα
ένας δίσκος που αποδεικνύει ότι και στη δύση της καριέρας του
είχε να δώσει πολλά περισσότερα από διάφορους μοντέρνους, εναλλακτικούς και ποπ
της σύγχρονης μουσικής σκηνής
ας είναι
καλό ταξίδι David Bowie










Στίχοι του single «Blackstar»


Στη βίλα του Όρμεντ, στη βίλα του Όρμεντ
Στέκει ένα μοναχικό κερί
Στο επίκεντρο όλων,
στο επίκεντρο όλων τα μάτια σου
Τη μέρα της εκτέλεσης, τη μέρα της εκτέλεσης
Μόνο γυναίκες γελούν και γονατίζουν,
Στο επίκεντρο όλων,
στο επίκεντρο όλων τα μάτια σου
Κάτι συνέβη τη μέρα που πέθανε
Η ψυχή υψώθηκε λίγο και μετά πήγε στο πλάι
Κάποιος άλλος πήρε τη θέση του
και γενναία κραύγασε
(είμαι ένα μαύρο αστέρι, είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Πόσες φορές εκπίπτει ένας άγγελος;
Πόσοι άνθρωποι ψεύδονται αντί να μιλούν γενναία
Περπατούσε στο ιερό έδαφος,
φώναζε δυνατά στο πλήθος
(είμαι ένα μαύρο αστέρι, είμαι ένα μαύρο αστέρι, δεν είμαι αστέρι μιας συμμορίας)
Δεν μπορώ να απαντήσω γιατί
(είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Έλα μαζί μου (δεν είμαι σταρ του σινεμά)
Θα σε οδηγήσω σπίτι (είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Πάρε το διαβατήριο και τα παπούτσια σου
(δεν είμαι ποπ σταρ)
Και τα ηρεμιστικά σου
(είμαι ένα μαύρο αστέρι)
Έχεις πολύ σύντομες πιθανότητες να πετύχεις
(δεν είμαι αστέρι των θαυμάτων)
Είμαι ο Μέγας (είμαι ένα μαύρο αστέρι)...







Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Η Κάρμεν, ο Αντώνης ο βαρκάρης και τα τραγούδια τους

Η Κάρμεν, ο Αντώνης ο βαρκάρης και τα τραγούδια τους
επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης




   Tο 1938 προβάλλεται στην Ελλάδα η ταινία του Φλόριαν Ρέι, «Carmen (la de Triana)» με πρωταγωνίστρια την Ιμπέριο Αργεντίνα (πραγματικό όνομα Magdalena Nile del Río). Η ταινία γίνεται αφορμή για να γραφτεί μια τριλογία ρεμπέτικων τραγουδιών εμπνευσμένων από το τραγούδι της «Αntonio Vargas Heredia».

   Η ταινία, σύμφωνα με το ιστολόγιο afmarx.wordpress.com, «προβλήθηκε με επιτυχία στην Αθήνα το 1939 και η ιστορία της Κάρμεν από την Τριάνα (παλιά λαϊκή συνοικία της Σεβίλλης με φλαμέγκο, τσιγγάνους κλπ) συγκίνησε βαθύτατα το ελληνικό κοινό. Σχεδόν αμέσως τα τραγούδια της ταινίας ντύθηκαν με ελληνικούς στίχους  από τον  στιχουργό Μιχάλη Γαϊτάνο και με βασικό κορμό αυτά ανέβηκε στο θέατρο Μικάδο της Θεσσαλονίκης η επιθεώρηση «Κάρμεν»,  κατ΄εντολήν του  εκδότη Γιάννη Βελίδη για να προωθηθεί η «προστατευομένη» του ηθοποιός Μιμόζα.»

     Οι Σπύρος Περιστέρης και Μίνωας Μάτσας το 1939 σκαρφίζονται τον έρωτα του «Αντώνη του βαρκάρη του σερέτη» για την Κάρμεν και το οποίο ερμηνεύει ο Μάρκος Βαμβακάρης. Ενώ οι Μάτσας και Σπύρος Περιστέρης συνεχίζουν την ιστορία με το απρόσμενο στη θεματολογία του «Η Κάρμεν στην Αθήνα», όπου φέρνουν την Ιμπέριο Αργεντίνα στο Πασαλιμάνι. Στην ουσία είναι μια έμμεση αναφορά στη δικαστική διαμάχη που προηγήθηκε. Από την άλλη ο Πάνος Τούντας συμπληρώνει αυτή την άτυπη αλλά τόσο μοναδική μουσική τριλογία με το «Τηλεγράφημα στην Κάρμεν», σε στίχους του Β. Μαυροφρύδη.



 
    Όλα τα τραγούδια αγαπήθηκαν από τον ελληνικό λαό αλλά ο Αντώνη ο βαρκάρης έγινε ιδιαίτερη επιτυχία, μπορούμε να πούμε και με διεθνή απήχηση. Όταν μάλιστα ο συνθέτης του «Antonio Vargas Heredia», Juan Μοstozo πληροφορήθηκε την επιτυχία της ρεμπέτικης εκδοχής του τραγουδιού του, ήλθε στην Αθήνα για να διεκδικήσει τα πνευματικά δικαιώματα «του Αντώνη του Βαρκάρη» δικαστικώς.

     Όπως θα περίμενες κανείς ο συνθέτης δεν δικαιώθηκε! Αν και σύμφωνα με πληροφορίες, το δικαστήριο δεν δικαίωσε τον Ισπανό συνθέτη καθώς η μουσική ήταν αρκετά παραλλαγμένη ενώ οι ελληνικοί στίχοι δεν ταυτίζονταν με τους αντίστοιχους ισπανικούς. Κι είναι αλήθεια, ότι ο Μάτσας στους στίχους του «Αντώνη» απέδιδε περιληπτικά το στόρι της ταινίας και όχι το νόημα των στίχων του αυθεντικού τραγουδιού.

    Λέγεται, βέβαια, ότι σαν μάρτυρα υπεράσπισης οι εναγόμενοι εμφάνισαν στο δικαστήριο κάποιον Αντώνη, βαρκάρη στο επάγγελμα, ο οποίος δήλωσε ότι το τραγούδι γράφτηκε ειδικά γι΄αυτόν! Παρόλα αυτά, το «Αntonio Vargas Heredia» και οι τρεις ρεμπέτικες εκδοχές/διασκευές ή συνέχειες του, αν θέλετε, αποτελούν ένα ιδιαίτερο και πολύ σημαντικό παράδειγμα για την πολιτιστική επικοινωνία μεταξύ τόσο διαφορετικών λαών αλλά και καλλιτεχνικών νοοτροπιών, ιδιαίτερα επίκαιρο αυτή την περίοδο με την άνοδο του εθνικισμού αλλά και με το παγκόσμιο αίτημα για να προστατεύσουμε τη λαϊκή ταυτότητα και τους πολιτισμούς.

       Σε αυτό το μικρό αφιέρωμα που ακολουθεί περιλαμβάνουμε το πρωτότυπο τραγούδι, τις ρεμπέτικες συνέχειες αλλά και την πιο στρωτή μεταφορά του στα καθ' ημάς με την φωνή της αείμνηστης Δανάης Στρατηγοπούλου, που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά με την ταινία.

        Αλλά η ιστορία των διασκευών δεν τελειώνει εδώ. Ο ρυθμός του «Αντώνη του βαρκάρη του σερέτη» επιστρατεύθηκε από τους δημιουργούς του για να φτιάξουν ένα αντιπολεμικό-αντιφασιστικό τραγούδι, «το Όνειρο του Μπενίτο». Ήταν η αρχή της ιταλικής εισβολής στην Ελλάδα και το τραγούδι ηχογραφήθηκε το 1941 από τους ίδιους δημιουργούς.

        Στη συνέχεια, σε ξεχωριστούς συνδέσμους, ακολουθούν τα τραγούδια του αφιερώματος.









Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2015

Ηλίας Πετρόπουλος, Για τα ρεμπέτικα

Ηλίας Πετρόπουλος, Για τα ρεμπέτικα

 

– α – 
Στην πατρίδα μου
χειροκροτούν τον Ποιητή
μόνον όταν αυτοκτονήσει.

Αχ, αυτοί [εμείς] οι μετριοπαθείς επαναστάτες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που φοράνε κουστούμι τρουά-πιες.
Αχ, αυτοί [εμείς] που γαμάνε με τα λεφτά τους.

– β -
Λόγος ἐπικήδειος
διὰ τὰ παλαιὰ ἄγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια,
ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐλεγεία
εἰς ἀνάμνησιν τῆς ὀμορφιᾶς μιᾶς γυναίκας
ἐξαιρετικῶς ἀγαπηθείσης.

Καλοῦνται ρεμπέτικα τραγούδια τὰ ἄσματα τῶν πληγωμένων, ἁπλῶν, ἁγνῶν καὶ αἰσθαντικῶν ψυχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ περιφρονημένη χωρὶς ἀνταπόκριση ἀγάπη καὶ τὸ τρισμέγιστον μαρτύριον τοῦ θαμένου ἑκουσίως ἔρωτος ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα τραγούδια ἐξόχως ἀνιστορήθησαν. Τὰ ρεμπέτικα ὑπῆρξαν κάποτε ἡ παρηγοριά μας. Ἦταν οἱ λευκοὶ ἀσπασμοὶ τῶν παραγνωρισμένων. Ἀξιώθηκα νὰ κρατήσω στὰ χέρια μου τὸ βουβό, πλέον, μπουζούκι τοῦ στρατηγοῦ Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δὲν τραγουδοῦσαν οἱ γυναῖκες (αὐτὲς συνήθως ἀργὰ κατανοοῦν τὸ πόσο ἀγαπήθηκαν), οὔτε τὰ τραγουδοῦσαν οἱ σκληρόκαρδοι.

Ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀλήθειας νοιάζομαι. Μὴ μοῦ στείλεις περιστέρια· μαντεύω τὰ λόγια ἀγάπης ποὺ θὰ μοῦ πεῖς. Ὁ ἔρως συμβαίνει σὰν δυστύχημα. Κρατοῦσα, τότε, σὰν βιολὶ τὸ σῶμα σου, μὰ τώρα ποὺ εἴμαστε μακριὰ σ᾿ ἔχω φωτιὰ παντοτινὴ μὲς στὴν καρδιά μου. Θὰ ψάχνεις λυπημένη νὰ μὲ βρεῖς στοὺς ἄδειους δρόμους καὶ θὰ ρωτᾶς παντοῦ γιὰ μένα, καὶ στὴν περιρρέουσα μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν θὰ ἀναζητᾶς ἐπὶ ματαίῳ παρηγοριά. Ἐφέτος ἀνήμερα τὸ Πάσχα ἔβρεχε καὶ ἡ δολιότης πίκραινε τὴν καρδιά μου. Τὸ ξέρω· ἡ θέση μου εἶναι στὸ νεκροταφεῖο. Εἴμασταν ἀκόμη παιδιὰ ὅταν μᾶς μάραναν καὶ ζήσαμε σὰν γέροι. Δὲν εἶμαι δικός μου. Σιωπῶ μὲν, ἀρνοῦμαι δὲ νὰ πεθάνω γιατὶ τὰ δακρυσμένα μάτια σου πάντα μὲ γνέφουν. Θλιβερὰ βλέμματα τέκνα τῆς σιωπῆς μου. Ὁ θάνατος ἀπόψε διώχνει τὸ κάθε τι ἀπ᾿ τὴν ψυχή μου. Χαίρομαι τὴν παραφροσύνη μου τώρα.

Τὸ ἀληθὲς ἀπόβαρον ἑνὸς ἀνθρώπου ἰσοῦται μὲ τὶς ἀγάπες, τὸν οἶκτο καὶ τὴν ἀηδία ποὺ ἔνιωσε στὴ ζωή. Δύο μεγάλες ἀδικίες ἐγνώρισα: τὴν φτώχια καὶ τὴν ἐρωτικὴ καταφρόνια. Τὰ ρεμπέτικα προήχθησαν εἰς μαυσωλεῖον αἰσθημάτων. Τὸ νὰ ὑποφέρεις ἀπ᾿ του κόσμου τὶς πίκρες εἶναι ἀναγκαῖον, καὶ ἴσως νόμιμο. Πάθος ἔδωσα καὶ πάθος δὲν ἔλαβα, κι ὅ,τι ἔπιασα ἔγινε στάχτη. Πολλὰ ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα. Ὁ πατέρας μου μὲ γαλούχησε μὲ τὰ τραγούδια αὐτὰ. Ἔχτισα τὸ παρὸν βιβλίο, σὰ νὰ ἔχτιζα χελιδονοφωλιά, πρὸς χάριν του ἰσοβίου φίλου Τσιτσάνη. Τὴν ἐγκαρτέρηση ἐδιδάχθην ἀπὸ τὰ ρεμπέτικα.
Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (ἄχ, σβήνω) ὅταν ἐσὺ χρησιμοποιεῖς τὰ αἰσθήματά μου σὰν κέρματα. Ἂν πρόκειται κανεὶς νὰ διατηρήσει τὴν εὐαισθησία του ἂς εἶναι ὁ ἡττημένος. Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ὡς ἀναμνήσεις. Ζήσαμε τὶς πιὸ ἐφιαλτικὲς νύχτες τοῦ αἰῶνος. Οἱ ἐνθυμήσεις ἐλλοχεύουν. Ἔνιωσα τὰ πάντα μόνον σὰν πάθη. Ἄφησέ με νἆμαι παράφορος, ἀφοῦ ἡ λογικὴ εἶναι ὁ προθάλαμος τῆς τρέλας. Ὑπήρξα ἕνας Ἰδανικὸς Φαῦνος. Θὰ σὲ γκρεμίσω μὲ δάκρυα, ζοφερὴ πολυαγαπημένη.

Τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι τραγούδια τῆς καρδιᾶς. Καὶ μόνον ὅποιος τὰ πλησιάσει μὲ ἁγνὸ αἴσθημα τὰ νιώθει καὶ τὰ χαίρεται. Γιατὶ, ἡ καρδιὰ μὲ καρδιὰ μετριέται.

Ἔκλεισεν ὁ κύκλος τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν. Ἀνήκουν πιὰ στὸ παρελθὸν τὰ τραγούδια αὐτὰ. Χοροστατῶ μοιραίως στὸ μνημόσυνό τους ἀφοῦ ὁ *** κυμαίνεται, τὴ νύχτα αὐτή, μεταξύ εὐφημίας καὶ ἐπιβιώσεως.

Αἴφνης σκοτείνιασε ἡ πλάση καὶ ἡ αὐτοκτονία ἀπέβη τὸ ὄνειρο ἑκάστου ἐχέφρονος ἀνθρώπου. Ὁ θεηφόρος ἔρως μόνη πειθὼ τῆς ζωῆς. Φυλακτὰ σὲ σχῆμα καρδίας ἀντίκρυσα στὸ βυζαντινὸ μουσεῖον Ἀθηνῶν. Στὰ λάσια μπράτσα τῶν ρεμπέτηδων συχνὰ βλέπω κεντημένη μιὰ καρδιὰ μὲ φυλλοκάρδια, ὅπου στὴ μέση της ἔχει τὸ ὄνομα τῆς πολυαγαπημένης.

Οἱ νεοελληνικοὶ αἰῶνες ἐγκυμονοῦσαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια. Στὸν ἔρωτα ὁ χρόνος ἐτάχθη ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν. Ἀφότου γεννηθήκαμε ὁ θάνατος ἀναμένει. Ἤπια τὰ χίλια πικρὰ ὄχι, πρὶν καταπιαστῶ μὲ τὰ ρεμπέτικα. Οἱ χαρὲς, ὅπως καὶ οἱ ἡδονές, ὁδηγοῦν στὴν γνήσια θλίψη. Σὰν χειρονομίες σφοδροῦ κοπετοῦ μοιάζουν τὰ φτερουγίσματα αὐτουνῶν ποὺ χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ὁ Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατὶ ἀποκαλεῖ τὸν ζεϊμπέκικο Χορὸ τῶν Χορῶν. Ἴσως, μόνον ἕνας ἐρωτευμένος μπορούσε νὰ συντάξει τὸν ἐπικήδειο τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν, ποὺ ἐξακολουθοῦν νὰ φαντάζουν σὰν μαγικὸς λουλουδότοπος μακρινός, ὁριστικὰ χαμένος καὶ ἀπροσπέλαστος. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου (ἰσχυρὸς ὡς ὁ ἔρως, πανίσχυρος ὡς ὁ θάνατος) ἐξακοντίζεται πρὸς τὸ παρελθόν. Ἡ θλίψη ἀποτελεῖ τὴν ἠχὼ τῶν ἐρωτικῶν λαϊκῶν ἀσμάτων. Εἴθε, σύντομα τὰ ἑλληνόπουλα νὰ διδάσκονται στὰ σχολεία τὴν ἀπαράμιλλη μελαγχολία τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν.

Θὰ σταδιοδρομήσω τοῦ λοιποῦ ὡς προδότης. Κατάβαθα κι ἐγώ, κατάβαθα κι ἐσύ, πληγώσαμε τὶς καρδιές μας. Ὅλη νύχτα μὲ ξυπνοῦσαν οἱ ἀναστεναγμοί μου. Εἶμαι φίλος τῶν νεκρῶν. Τὸ ἑπόμενο πάθος μὲ σώζει ἀπὸ τὸ προηγούμενο, μὰ κάθε πάθος κατακάθεται στὴν παλίμψηστη ψυχή μου σὰν μαυρίλα, καὶ τότε ἡ αὐτοκτονία ὑποδύεται τὴν λύτρωση. Ἡ ἰδιοφυΐα εἶναι ἡ μόνη ἀποδεκτὴ μορφὴ παραφροσύνης, ὁ δὲ οἶκτος φόρτος ἀλλοτρίων δυστυχιῶν. Οἱ μεγάλοι ἔρωτες, ὅλοι τους, εἶναι σὰν ἐρωτικὸ παράπονο. Ὁ ἔρως στερεῖται νίκης. Ἀρχίζει καὶ τελειώνει μὲ ἧττα τοῦ ἀνδρός. Σὰν τὸν Ἀχιλλέα ἤσουνα ὑπερήφανη καὶ σκληρόκαρδη· ὅμως, ὥρα σου καλή, ὅπου κι ἂν βρίσκεσαι, γλυκιά μου ἀγαπημένη.
Καθὼς χαμένο σκυλί, σκυλὶ τοῦ δρόμου, σέρνομαι αὐτὲς τὶς μαῦρες μέρες μὲ ἄδεια καρδιὰ καὶ κάθε δειλινὸ πέφτω, πέφτω, σ᾿ ἕνα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οἱ γυναίκες στεροῦνται φαντασίας καὶ πάθους, ἀλλὰ ἐγὼ ἀγάπησα καὶ ἀγαπήθηκα, κι ἐσένα δείχνω ὅταν ἐρωτηθῶ γιὰ τὸ νόημα τοῦ ἔρωτος. Λιποτάκτης στὴν μυριάνθρωπη ἔρημη Ἀθήνα ποὺ μὲ τρομοκρατεῖ κι ὅλο μὲ ἐξωθεῖ πρὸς τὴν αὐτοκτονία. Ἡ ἀπαισιοδοξία εἶναι ἀπόδειξη ἀνθρωπιᾶς. Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἐχθρὸς μου. Στὴν ἡλικία ὅπου τώρα πιὰ ἔφτασα τὸ νιώθω πεντακάθαρα πὼς εἶμαι ἕνας ἀποτυχημένος. Δὲν θὰ σκεφτόμουνα ποτὲ δίχως τὸ συνοικέσιον τῆς μελαγχολίας. Συχνὰ κλέβω ψυχὲς, μὰ ἐσὺ δὲν εἶσαι κοντὰ μου, οὔτε σὲ ξένα χέρια. Γέρασα μὲ ἐρωτευμένη καρδιὰ ἐφήβου. Εἶναι ὑπερβολὴ νὰ ζεῖς μὲ ἀγάπη κι εἶναι ἐπικίνδυνο νὰ κατέχεις, τόσο πολὺ, τὰ μυστικὰ τῆς ψυχῆς σου. Ἀδυνατῶ νὰ θάψω τὶς ἀναμνήσεις κι αὐτὸ θὰ προσδιορίσει τὸν θάνατό μου. Τὴν κοίτη τοῦ τάφου μου εἶδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θὰ ἄντεχες ἐσὺ μιὰ ζωὴ δίχως ἐλπίδες;

Ἀργεῖς· ἡ ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τὰ βράδια, ὁλομόναχος, κατάμονος, στὸ καμαράκι ποὺ ξέρεις, καὶ κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου, κι ὅλο σκέφτομαι περὶ τῆς ἀδυσωπήτου φθορᾶς τῶν αἰσθημάτων. Ὁ νοῦς μου ἀρμενίζει πρὸς τὴν ἀπελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλοὺς φίλους γύρω μου κι ἀπὸ τότε ζῶ σὰν πουλὶ τρομαγμένο. Σὲ περιμένω μέρα καὶ νύχτα καὶ κάθε αὐγὴ νὰ ξαναγυρίσεις σὲ καρτερῶ. Μὲ παρασύρει ἡ καρδιά μου (ἐσὺ, γλυκιὰ μου, ἀκόμη τὴν κυβερνᾶς) σὲ ἀναπολήσεις τῆς ἐξαίσιας μορφῆς σου, ποὺ οὔτε μπορῶ οὔτε θέλω νὰ ξεχάσω, καὶ ποὺ ἀφότου ἐχάθη σὲ μαῦρα σκοτάδια μ᾿ ἔριξε. Ἐκείνην ποὺ κάθεται ἀντίκρυ μου τὴν ἔχω μὲς στὰ στήθια μου. Οἱ σκιὲς τῶν δολοφονηθέντων φίλων, καὶ ψὲς τὴ νύχτα, ὅπως κάθε νύχτα, ἦρθαν ἀργοσαλεύοντας στὸν ὕπνο μου, καὶ τάχα ἤσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλὴ, μαραμένη. Εὐλαβούμενος τῆς μνήμης των περιδιαβάζω στὴν Ὁδὸν Ἀναπαύσεως. Ὅταν φεύγει ἡ ἀγαπημένη εἶναι σὰν νἄχει πεθάνει. Στὰ μάτια σου τὰ σημάδια τῆς προδοσίας. Ἡ ὁμορφιὰ μιᾶς γυναίκας εἶναι ἕνα ἔνδυμα εὐχαριστήσεως. Κλεῖσε με στὴν καρδιά σου κι ἂς τὸ ξέρουμε μόνον ἐμεῖς οἱ δυό.

Ἤκμασαν τὰ ρεμπέτικα τραγούδια τὴν ἐποχὴ ποὺ μετρούσαμε τάφους. Ἡ δράση σχεδὸν ἀποβλακώνει τὸν ἄνδρα. Οἱ ἄνδρες τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ἀπεχθάνονται τοὺς μετριοπαθεῖς. Εἶναι σοφὸς ὅποιος ἀγαπᾶ κι ἐλπίζει, καὶ εἶναι σοφώτατος ὅποιος λυπᾶται. Ὁ ἐρωτευμένος καταντάει μισὸς ἄνθρωπος. Ὁ οἶκτος δέον νὰ θεωρεῖται τῆς ἀγάπης ἡ ἀνάληψις. Ἔρωτα μάθετε οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς. Πάντα οἱ ἀπογοητευθέντες σώζουν τὴν οἰκουμένη. Μιὰ εἰδικὴ λεβεντιὰ ἀπαιτεῖται γιὰ νἆναι κανεὶς ἀνήθικος. Ἡ λογική μου ἐδρεύει στὴν καρδιά μου. Ὁ ἔρως θρέφει (ἀλίμονο) τοὺς ἰδεώδεις. Τὰ τοῦ παρελθόντος ἀγλαΐζονται. Ὁ κυνισμὸς φαίνεται πὼς εἶναι ὁ θώραξ τῶν εὐαισθήτων, ποὺ τοὺς προφυλάσσει ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς ἐνδοσκοπήσεως. Ὁ οἶκτος ἔρχεται μὲ τὰ χρόνια. Ἡ σκέψη εἶναι δυστυχία. Ἐξ οἴκτου ἁμαρτάνω. Τρομάζω ὅταν σκέφτομαι. Ὑπῆρξες τόσον ὡραία ποὺ σὲ σεβόμουνα. Εἶναι ἀντιδραστικὸς κι ὁ ἀρνούμενος νὰ ἀποθάνει. Ἀντιφάσκω, ἄρα ζῶ. Ἡ αὐτοκτονία εἶναι ἔκφραση ἀνταποδοτικὴ τῆς κοινωνικῆς ποινῆς τοῦ ψυχικοῦ ἐξοστρακισμοῦ. Ἡ μόνη προσωπικὴ χειρονομία στὴν αὐτοκτονία εἶναι ἡ αὐτόχειρη ἐκτέλεση μιὰς κοινωνικῆς ἀποφάσεως. Στὸν ἔρωτα ἑνὸς ἀνδρός, πιθανώτατα, ἔχει μεγαλύτερη σημασία τὸ ζέον αἴσθημα παρὰ τὸ ὄνομα τῆς ἀγαπημένης. Ἡ κεφαλή μου, τώρα, σὲ προσκέφαλο φέρετρον, κι ὄχι στὰ γόνατά σου, τώρα, ἀναπαύεται. Ἕναν σταυρὸ σοῦ χάραξα στὸ μέτωπο καὶ σὲ σημάδεψα. Μοναξιὰ θωπεία θανάτου.

Τὰ μάτια της προοιώνιζαν τὴν καταδίκη. Τίποτε δὲν μοῦ στοίχισε ὁ χωρισμός· τίποτ᾿ ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἐνθρόνιση τῆς μελαγχολίας. Μᾶλλον δὲν ὑπάρχουν γυναῖκες ἀνιδιοτελῶς ἐρωτευμένες. Ἡ γυνὴ φιλοδοξεῖ νὰ ἀποβεῖ νεκροθάφτης τοῦ ἀγαπημένου της. Θάνατοι καὶ θάνατοι θὰ διαβοῦν μὰ σὺ θὰ βαστᾶς μέσα μου. Ἐσύ, ποὺ ἀπουσιάζεις κι ὡστόσο νιώθω νὰ μὲ κοιτᾶς μὲ χίλια μάτια. Ἐσύ, ποὺ ἤσουνα ἐκείνη μὲ τὰ πικρὰ δάκρυα καὶ τὰ ὁλόγλυκα φιλιά. Ἡ δεινή, ἐσύ, ποὺ μ᾿ ἀνάγκασες ν᾿ ἀγαπήσω τὰ λουλούδια περισσότερο ἀπ᾿ τους ἀνθρώπους. Ἐσύ, ἡ λύκων βρῶσις κι ὁ ἄγγελος τῶν ἐπιγείων λιβαδιῶν.

Ἔπραξαν τὸ πᾶν γιὰ νὰ μαράνουν τὴν ζωντανὴ καρδιὰ τῶν ρεμπέτηδων. Οἱ μεγάλες ψυχὲς ἀντιφάσκουν. Ἰσχυρότερη μνήμη εἶναι ἡ μνήμη τῆς καρδιᾶς. Ὁ λυρισμὸς ἦταν ἡ μόνη ἐπιτρεπτὴ στοὺς ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σὰν δροσερὸ φύλλωμα, τὰ παλαιὰ αἰσθήματα. Γιὰ μιὰν ἀκόμη φορά, στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ, ἀλλάζω ψυχὴ κι ὁ νοῦς μου ἀνθοφορεῖ. Καλβῖνος του ἁγνοῦ ἔρωτος, ἐλπίζω πὼς καὶ ἡ πλέον ἄσπλαχνη ἀγαπημένη δὲν δύναται νὰ σκοτώσει τὴν ποίηση ποὺ κρύβει μέσα του ἕνας σιωπηλὸς ἄνδρας.

Βασικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι λαϊκὰ ἅσματα τῆς ἀγάπης καὶ, εἰδικώτερα, τῆς ἐρωτικῆς ἐγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τὰ μισὰ ρεμπέτικα ἔχουν τὸν ἔρωτα θέμα τους, καὶ τὰ πιὸ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ θρηνοῦν τὸν ἐρωτικὸ χωρισμό· τὴν πικρότατη ὀρφάνια. Ὁ ρεμπέτης γνωρίζει ὅτι ὁ ἔρως εἶναι μεταθετὸ αἴσθημα καὶ ὅτι ὁ οἶκτος τῶν ἐπικυριάρχων ἡ ἀγάπη εἶναι. Τόσο ἔδειραν τὰ πάθη τοὺς ἀνθρώπους τῶν ρεμπέτικων τραγουδιῶν ὥστε ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπροσωποῦν τὸν ἑαυτό τους. Στὰ δημώδη ἅσματα ὁ ἐραστὴς καταπλήσσει μὲ τὴν ἀνδρεία, ἐνῶ ὁ ἐραστὴς τῶν ρεμπέτικων τραγουδιὼν ἐκλιπαρεῖ, καθικετεύει, ἑλκύει διὰ τοῦ οἴκτου. Σὲ λιτανεία μετήλλαξε τὸν πανδαμάτορα ἔρωτα τὸ ρεμπέτικο τραγούδι, ὅπου οἱ περιπτύξεις εἶναι ψυχικὲς οἱ δὲ μνῆμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ὀρθόδοξος ἐρωτικὸς πρωθιερεὺς ἀντιλαμβάνομαι σαφῶς πὼς ἂν δὲν χτίσεις μιὰ ζωὴ σφαλμάτων καὶ ἁμαρτιῶν δὲν θὰ ἐξαρθεῖς εἰς ὑπήκοον τοῦ θανάτου, πὼς ὁπωσδήποτε καλύτερα εἶναι νὰ σὲ σκοτώσουν παρὰ νὰ αὐτοκτονήσεις ἀφοῦ ἡ ἀνίκητη τρομερὴ πλειοψηφία τῶν μοχθηρῶν οὔτε αἰδημοσύνην οὔτε χλωρὸν φόβον ἔνιωσε ποτέ, καί, πὼς ἡ καρδία οἶκος τῆς ψυχῆς ἐστίν. Ἡ φιληδονία εἶναι ἀληθινὴ ἀρρώστια. Τὸ γυμνὸ κορμί σου (εὐφροσύνη τῆς ὁράσεώς μου) ὁδηγεῖ στὸ φθινόπωρο, στὸ φθινόπωρο. Οὐσιαστικῶς τὰ ρεμπέτικα τραγούδια εἶναι ἐρωτικὲς ἐπιστολὲς. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι δύο. Δὲν σὲ ἀναπολῶ παρὰ σὰν μιὰν ὅμορφη κοπέλα (ὦ, μεγαλεῖον τῶν ὑψηλῶν γυναικῶν) νὰ ἔρχεσαι μὲ τὴν ἀγκαλιὰ γεμάτη ἄνθη, καὶ τότε σὲ φιλοῦσα καὶ μὲ ἀντιφιλοῦσες, πίστη μου κι ἐλπίδα μου. Ἀγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως ἄγνωστη ποὺ δὲν ξεχνιέται. Ἑορτὴ τῶν Νεκρῶν ἡ μέρα τοῦ χωρισμοῦ. Εἶπες παντοῦ πὼς μὲ μισεῖς, σὰν ὅμως ξανανταμώσαμε, τὴν ὕστατη φορὰ, ἐδάκρυσες καὶ μὲ τρυφερότητα ἅπλωσες τὸ πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στὸ ἱδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα ἐδῶ κοντὰ φτερουγίζεις — μακριά μου ὅσο ποτὲ. Μὲ θυμᾶσαι ἆραγε ἀκόμη, φευγάτη μου ἀγάπη;
Οἱ ἐρωτευμένοι χρησιμοποιοῦν ὁλόχρυσα λόγια, λόγια ποὺ καῖνε, ἂν καὶ ἡ ἀγάπη νιώθεται καὶ δὲν τὴν ἀποδεικνύουν. Οἱ ἐρωτευμένοι ἐκφράζονται μὲ ὑπερβολὲς γιατὶ διαβιοῦν ἐν ὑπερβολαῖς. Ὅσο κι ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει βουνὸ τὴν καρδιὰ ἀδυνατεῖ νὰ ἀγαπήσει πολλὲς φορὲς στὴ ζωή του. Ὁ ἔρως εἶναι ἕνας γλυκόπικρος ἐφιάλτης, σάβανο τῶν ζωντανῶν, φονεὺς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπὸς πουλιῶν, ἐλευθερωτής. Τέτοιους ἔρωτες ψάλλουν τ᾿ ἀδέρφια μου, οἱ ἔσχατοι ρεμπέτες.


Ἀθῆναι, Μάϊος 1967.

(ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ρεμπέτικα Τραγούδια»)

υ.γ. ασφαλώς παρεξηγημένη προσωπικότητα 
και κακώς μιας ορισμένης ταμπέλας – ιδεολογίας 
καθώς ο ίδιος ποτέ δεν δέχτηκε την διαίρεση 
ατόφιος Έλληνας

πηγή 

 

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Ο Γιώργος Σταυρακάκης στην "Οδός Ονείρων" στα Χανιά | "Παιχνίδια ρεαλισμού και ασπρόμαυρης αθωότητας"





Παρουσίαση


"Παιχνίδια ρεαλισμού και ασπρόμαυρης αθωότητας"

ΣΤΗΝ "ΟΔΟΣ ΟΝΕΙΡΩΝ" ΣΤΑ ΧΑΝΙΑ
ΤΡΙΤΗ 23 & ΤΕΤΑΡΤΗ 24 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


«Είπα να βγω για λίγο απ’ το σπίτι. Άλλωστε μ’ αρέσει όταν ξεκινούν οι βροχές, να παίρνω χωρίς ομπρέλα τους δρόμους. Μια παλιά συνήθεια της «φυλής» των μικρών τυμπανιστών, στην οποία και ανήκω. Παίρνω λοιπόν παραμάσχαλα κάτι ξεχασμένα ποιήματα, αλλά και φρέσκα τραγούδια και κατηφορίζω στον Κεραμεικό. Ελπίζω μέχρι να φτάσω να μην ξεθωριάσουν οι γραφές μου και να σας βρω όλους εκεί.

Νάμαι λοιπόν!
Καλησπέρα αγαπητοί μου γκρινιάρηδες…»

Γιώργος Σταυρακάκης
 
Σ’ έναν θρυμματισμένο κόσμο που τα κομμάτια του ραγίζουν την ελπίδα, έρχεται το τραγούδι σαν μεταμεσονύχτιος ψίθυρος αγγέλων να ξαναδώσει πνοή στη ζωή, ανασυνθέτοντας την ομορφιά και τη μαγεία μέσα από τον λυρισμό προσωπικών στιγμών που αποκτούν διάρκεια.
Σ’ ένα τέτοιο ονειρικό τοπίο έρχεται ο ποιητής - τραγουδοποιός Γιώργος Σταυρακάκης να μας ταξιδέψει με τα τραγούδια και τις ερμηνείες του. Σ’ έναν κόσμο ελκυστικό, πότε της ασπρόμαυρης αθωότητας και πότε σε παιχνίδια ρεαλισμού κατάλληλα μόνο για μεγάλους…
Ο Γιώργος Σταυρακάκης στη μουσική αυτή παράσταση παρουσιάζει τραγούδια από την προσωπική του δισκογραφία, καθώς και επιλεγμένες μπαλάντες από την ελληνική και ξένη δισκογραφία.

Μαζί του σ' αυτή τη μελωδική αφήγηση, ο Γιάννης Παπαστεργίου (βιολί - μαντολίνο) και ο Σταύρος Σταυρακάκης (κιθάρα - τραγούδι).







Λίγα λόγια για τον δημιουργό

Ο τραγουδοποιός Γιώργος Σταυρακάκης γεννήθηκε στην Ιεράπετρα Κρήτης κι από πολύ μικρός πήγε στο Ηράκλειο όπου έζησε μέχρι και το 1996, ενώ τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Σε νεαρή ηλικία, ένα πρώτο βραβείο στο Παγκρήτιο Φωνητικό Φεστιβάλ του ανοίγει το δρόμο για να ασχοληθεί επαγγελματικά με το τραγούδι. Εμφανίζεται με την κιθάρα του σε μπουάτ της Κρήτης τραγουδώντας ελληνικές μπαλάντες, ένα είδος τραγουδιού που ακόμα και σήμερα τον συγκινεί και τον εκφράζει.

Τα πρώτα μουσικά βήματα κατά την εφηβείαΣ' εκείνο το ξεκίνημα είχε την τύχη να συναντηθεί και να συνεργαστεί για σύντομο χρονικό διάστημα με το μεγάλο και πρόωρα χαμένο συνθέτη Μάνο Λοϊζο, όπως επίσης και με τον στιχουργό Μανόλη Ρασούλη. Παράλληλα εκείνη την εποχή εκδίδεται η πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Το δωμάτιο". Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ταξιδεύει στο εξωτερικό, όπου τραγουδάει ελληνικό και ξένο τραγούδι σε πόλεις της Γερμανίας, της Ελβετίας και της Ολλανδίας. Είναι η περίοδος όπου εκδίδεται η δεύτερη ποιητική του συλλογή με τίτλο "Συνάλλαγμα τέλος".
Επιστρέφοντας το 1987 στην Ελλάδα και στο Ηράκλειο, εμφανίζεται στο χώρο του Καφεθέατρου, δίνοντας παραστάσεις με τραγούδια, παρλάτες αλλά και οργανώνοντας ποιητικές βραδιές. Κειμενογραφεί συχνά στον τοπικό Τύπο, παρεμβαίνοντας στα πολιτιστικά δρώμενα του Ηρακλείου, ενώ παράλληλα συνεργάζεται με την ΕΡΑ ως μουσικός παραγωγός.
Το 1988 εκδίδεται η τρίτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Ένα παλιό καλοκαίρι".
Το 1989 δημιουργεί στο Ηράκλειο της Κρήτης τη Μουσική Σκηνή "Τρομπόνι", ένα μουσικό χώρο όπου θα φιλοξενεί συχνά – πυκνά τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής Μουσικής Σκηνής.
Το 1995 μια συνάντηση στο Ηράκλειο με τον Μάνο Ξυδούς θα καταλήξει δύο χρόνια αργότερα στην πρώτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο "Ρεσάλτο" (MINOS EMI 1997). Τραγούδια που γράφτηκαν στην περίοδο '92-'96 και κινούνται στο χώρο της ελληνικής μπαλάντας.
Τον Ιούλιο του 2002 κυκλοφορεί από την WAVE MUSIC η νέα του δισκογραφική δουλειά με τίτλο "Γυάλινα Φτερά"



Τον Οκτώβρη του 2003 συνεργάζεται με τον Ελβετό ιταλόφωνο συνθέτη και τραγουδοποιό Marco Zappa και ηχογραφούν από κοινού το τραγούδι "Sogno Greco" από τον δίσκο "Sogni di Giorni" που κυκλοφορεί στο εξωτερικό. Η συνάντηση αυτή βρίσκει έδαφος την επόμενη χρονιά και οι δύο τραγουδοποιοί πραγματοποιούν μια ευρύτερη συνεργασία με αφετηρία την φιλοξενία του Έλληνα τραγουδοποιού ως special guest στις συναυλίες του Marco Zappa στο Davos στις 27 Δεκεμβρίου και στο St. Moritz στις 28 Δεκεμβρίου 2004 στην Ελβετία, όπου ο Γιώργος Σταυρακάκης παρουσιάζει τα τραγούδια του στα ελληνικά αλλά και στα ιταλικά σε ελεύθερη απόδοση του Marco Zappa.
Το 2006 κυκλοφορεί ο τρίτος προσωπικός του δίσκος με τίτλο "Απουσίες" ενώ παράλληλα κυκλοφορούν η νέα του ποιητική συλλογή "Οινομαγειρεία" καθώς και η δεύτερη έκδοση της ποιητικής του συλλογής "80+1 Ποιήματα".
Τον Δεκέμβριο του 2006 κυκλοφορεί στο εξωτερικό το cd του Marco Zappa "In Giro Una Vita" με τρία τραγούδια του Γιώργου Σταυρακάκη στα ιταλικά, με τη φωνή του Marco Zappa αλλά και τη συμμετοχή του Έλληνα τραγουδοποιού.
Τραγούδια όπως "Βρέχει στη Λένορμαν" (Piazza Collegiata), "Όμορφο Ψέμα" (Dolci Bugie), "Δεν βρίσκω τρόπο" (Non Trovavo Il Modo) ταξιδεύουν στα ραδιόφωνα της Ευρώπης.
Τον Φεβρουάριο του 2008 κυκλοφορεί από την δισκογραφική «ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ» η καινούργια δουλειά του τραγουδοποιού με τίτλο «CAROUSEL», ενώ τον Απρίλιο του 2009 κυκλοφορεί το cd του Marco Zappa"Ritratti 1949 - 2009" έπειτα από ζωντανή ηχογράφηση στον ραδιοφωνικό σταθμό RSI του Lugano με τη συμμετοχή του Έλληνα τραγουδοποιού.
Τον Μάιο του 2009 κυκλοφορούν από τις εκδόσεις "Μετρονόμος" τα ποιήματα του τραγουδοποιού κάτω από τον τίτλο "Επέκεινα των Ασμάτων".
Τον Νοέμβριο του 2010 κυκλοφορούν οι «Χάρτινες Πόλεις», το νέο cd του τραγουδοποιού, από τις εκδόσεις «Μετρονόμος». Μια παραγωγή που έγινε στο εξωτερικό με παραγωγό τον Marco Zappa.

η σελίδα του Γιώργου Σταυρακάκη


επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης