Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Ταινία: Κάποτε στην Ανατολία

Ο τίτλος της ταινίας του σκηνοθέτη Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν («Σύννεφα του Μάη», «Μακριά», «Κλίματα Αγάπης», «Τρεις Πίθηκοι»), είναι όπως σωστά μαντέψατε εμπνευσμένος από το κλασικό πια φιλμ του Σέρτζιο Λεόνε «Κάποτε στην Δύση» (1968). Προήλθε από μια ατάκα που είπε ένας από τους οδηγούς στην εξέλιξη της πραγματικής ιστορίας.
Με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής του φετινού Φεστιβάλ των Καννών στις βαλίτσες της, αποτελεί την επίσημη πρόταση της Τουρκίας για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας του 2012. Αλλά η αξία της ή ο λόγος για να πάει κάποιος να την δει δεν είναι μόνο οι διακρίσεις που έχει αποσπάσει. Είναι ότι πρόκειται για μία καταπληκτική ταινία, που πραγματικά σε καθηλώνει με όλα αυτά που δείχνει και λέει, ενώ δεν παύει ούτε στιγμή να είναι απλή, απλούστατη στην τελική μορφή της. Η δύναμη της απλότητας λοιπόν, της αμεσότητας, αλλά και της κινηματογραφικής μαγείας, αρμονικά συνταιριασμένα στην μεγάλη οθόνη, προερχόμενα από τα βάθη της Ανατολίας.
Πολύπλοκη λοιπόν, στην απλότητα της (κι εκεί ακριβώς έγκειται η επιτυχία της), η ταινία αναφέρεται σε πάρα πολλά θέματα. Από την σκιαγράφηση του χαρακτήρα των πρωταγωνιστών και των ιστοριών τους, μέχρι την περιγραφή της ίδιας της Τουρκίας ως χώρας του σήμερα. Ακόμα κι αν κάποιος γνωρίζει μόνο την γεωγραφική της θέση, το ότι είναι μεγάλη σε έκταση και πληθυσμό και ότι είναι μουσουλμανική στο θρήσκευμα, μπορεί από την ίδια την ταινία να ενημερωθεί για όλα τα υπόλοιπα.
Μέσα από την εξέλιξη μιας συνηθισμένης ιστορίας, όπου μια ομάδα ανθρώπων αναζητεί ένα πτώμα στα κοντινά περίχωρα της Άγκυρας, μαθαίνουμε από την παρουσίαση των ίδιων των χαρακτήρων και των καταστάσεων που βιώνουνε κατά την εξέλιξη της έρευνας, την πραγματική εικόνα της σημερινής Τουρκίας. Γιατί, όπως και στις περισσότερες περιπτώσεις πέρα από τις ειδήσεις, έτσι και εδώ, πίσω από το προβεβλημένο μοντέλο της οικονομικής ανάπτυξης και της ανερχόμενης περιφερειακής δύναμης που διεκδικεί αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο, μοντέλο που εκφράζεται μέσω των προσφιλών την εποχή αυτή για την ιδιωτική τηλεόραση τουρκικών σαπουνόπερων τύπου «Εζέλ», υπάρχει και η πραγματική. Αυτή των αληθινών ανθρώπων και όχι των καταναλωτικών τους ειδώλων.

Πίσω από τη βιτρίνα

Της «Ανατολίας» σε κάθε γωνιά της χώρας και όχι μόνο των καλών προαστίων της Κωνσταντινούπολης. Γιατί πίσω από την «βιτρίνα» υπάρχει δυστυχώς και ο πρόσφατος σεισμός στην επαρχία Βαν. Ή ο πόλεμος, με τις μεγαλύτερες από το 2008 επιχειρήσεις των τουρκικών δυνάμεων στο βόρειο Ιράκ να διεξάγονται αυτή τη στιγμή.
Σε καμία περίπτωση όμως δεν μιλάμε για μια ταινία ντοκιμαντέρ. Αν και ο άξονας της ιστορίας βασίζεται σε αληθινό περιστατικό όπου ο συν-σεναριογράφος Ερτζάν Κεσάλ έζησε ως γιατρός, η ταινία ανήκει στην κατηγορία της μυθοπλασίας. Μια έρευνα στην οποία συμμετέχουν δώδεκα άνθρωποι, εκπροσωπώντας όλη την ταξική και μορφωτική διαστρωμάτωση της τουρκικής κοινωνίας. Από τον εισαγγελέα και τον γιατρό, μέχρι τους αστυνομικούς και τους εργάτες. Δώδεκα προσωπικές αφηγήσεις με φόντο μια αστυνομικής πλοκής ιστορία, διαδραματιζόμενη στα καταπληκτικά τοπία της περιοχής, που αποδίδονται ολοζώντανα μέσα από την πολύ καλή φωτογραφία, καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας.
Μιας ταινίας που όλα μέσα της έχουν κάτι να πουν. Από την εικόνα, μέχρι την τελευταία ατάκα ή το καταπληκτικό χιούμορ που χωρίς εξάρσεις, «σπάει κόκκαλα» ενώ αποτελεί κι αυτό οργανικό της κομμάτι.
Το «κόλλημα» παραδείγματος χάριν, του λοχία της στρατο-χωροφυλακής που τους συνοδεύει, για το αν το πτώμα τελικά βρέθηκε στα όρια προς βορρά και ανήκει στην επαρχία Κιζίλτσουλου, η προς νότο και άρα ανήκει στην περιοχή Σαρίτσογλου…
Το «Κάποτε στην Ανατολία» έχει λοιπόν, την ικανότητα να μιλάει ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, συμπυκνωμένα, επιβάλλοντας τους δικούς του ρυθμούς χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να κουράζει. Σε κερδίζει με την απλότητά του, στην οποία σημαντικότατο μερίδιο ευθύνης έχουν και όλοι ανεξαιρέτως οι ηθοποιοί, είτε πρωταγωνιστούν είτε όχι, απλά με το να «μην υπάρχουν»!
Δηλαδή δεν φαίνεται πουθενά ο ηθοποιός που υποδύεται τον ρόλο. Φαίνεται ο ίδιος ο ρόλος. Όχι κάποιος που υποδύεται τον αστυνομικό, τον οδηγό, τον εισαγγελέα, αλλά ο ίδιος ο αστυνομικός, ο οδηγός, ο εισαγγελέας. Σαν το παράδειγμα του αξέχαστου ηθοποιού Μάσιμο Τροΐζι που είχε ενσαρκώσει τον ταχυδρόμο του ποιητή Νερούδα στην ταινία «Il Postino» το 1994.

Info: Η ταινία προβάλλεται από την Πέμπτη 27 Οκτωβρίου, στους κινηματογράφους Άστυ στην Κοραή και Νιρβάνα στην Αλεξάνδρας.

http://ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3305:i992&Itemid=11 

Βιβλίο: Μνημόνιο χρεοκοπίας ή στάση πληρωμών στους τραπεζίτες και εργατικός έλεγχος

Μνημόνιο χρεοκοπίας ή στάση πληρωμών στους τραπεζίτες και εργατικός έλεγχος

Κώστας Σαρρής
Ένα φυλλάδιο που πρέπει να διαβάσει κάθε εργαζόμενος

Ένα νέο φυλλάδιο για το χρέος, την κρίση, το μνημόνιο και την απάντηση του εργατικού κινήματος κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο. Το κείμενο, που έχει τίτλο Μνημόνιο χρεοκοπίας ή στάση πληρωμών στους τραπεζίτες και εργατικός έλεγχος έχει γράψει ο σύντροφος Κώστας Σαρρής, οικονομικός δημοσιογράφος και τακτικός αρθρογράφος στην Εργατική Αλληλεγγύη και το περιοδικό Σοσιαλισμός από τα Κάτω.

Δεν πρόκειται για ένα ακόμα βιβλίο για την κρίση. Το φυλλάδιο είναι ένα ισχυρό όπλο στη μάχη μας ενάντια στην κυβέρνηση, την τρόικα και τα αφεντικά του μνημονίου και της χρεοκοπίας.

Πρώτα απ? όλα είναι ένα ισχυρό όπλο ενάντια στην προπαγάνδα που λέει ?μαζί τα φάγαμε?, ενάντια στις θεωρίες που λένε ότι για το χρέος φταίει το ?πελατειακό κράτος? που έχει γεμίσει με άχρηστους και υπεράριθμους ?κοπρίτες? (για να θυμηθούμε τον Πάγκαλο) τις δημόσιες υπηρεσίες. ?Το συνολικό ποσό μισθών και συντάξεων της δεκαετίας (2000-2010)? γράφει ο Κώστας, ?ανέρχεται σε περίπου 230 δισ. ευρώ, όταν το σύνολο της δαπάνης για την εξυπηρέτηση του χρέους ανήλθε στα 466 δις ευρώ?.

Ταυτόχρονα είναι μια πηγή έμπνευσης για τις εκατοντάδες χιλιάδες των αγωνιστών που όλους αυτούς τους μήνες απεργούν, διαδηλώνουν, συγκρούονται με την αστυνομία και καταλαμβάνουν δρόμους, υπουργεία και χώρους δουλειάς. Το μήνυμα που διαπερνάει το φυλλάδιο είναι ότι υπάρχει διέξοδος -χειροπιαστή διέξοδος: η στάση πληρωμών, η διαγραφή του χρέους, ο εργατικός έλεγχος δεν είναι ακαδημαϊκές προτάσεις γα την οργάνωση μια άλλης κοινωνίας, κάποτε στο μακρινό μέλλον, αλλά οδηγός δράσης για να απαντήσουμε στις προκλήσεις της κρίσης, αποτελεσματικά, εδώ και τώρα.

Το κίνημα είναι η αφετηρία για το φυλλάδιο: ?Η εργατική τάξη? γράφει στην πρώτη κιόλας παράγραφο, ?δεν ανέχεται, τρέχει, ξεσηκώνεται, απαντά... Ένα κύμα που κοιτάζει ψηλά, βάζει μπρος μορφές οργάνωσης και δράσης από τα κάτω, με βήματα συγκρότησης εργατικών επιτροπών βάσης, συνελεύσεις, απεργιακές επιτροπές, περιφρουρήσεις, κόντρα σε γραφειοκρατικούς δισταγμούς?.

Και από την άλλη πλευρά έχουμε μια άρχουσα τάξη σε κρίση, πανικόβλητη, διαιρεμένη και αποδιοργανωμένη: «Το αδιέξοδό τους είναι εκτός ελέγχου. Στη πράξη, η Ελλάδα και ο πλανήτης ολόκληρος πνίγεται από οικονομίες-ζόμπι, ζωντανές-νεκρές. Επιχειρήσεις-ζόμπι οι οποίες στηρίζονται σε προηγούμενα δανεικά ανοίγματα που δεν βγήκαν... Τράπεζες ζόμπι... εγκλωβισμένες στις ?μαύρες τρύπες? που οι ίδιες δημιούργησαν με τα ?τοξικά? τους ?δομημένα ομόλογα?. Κι όλοι μαζί σέρνονται σαν τα ζόμπι τρώγοντας τις σάρκες των ζωντανών».

Όσο για τους ?σωτήρες? -από την Μέρκελ και τον Σαρκοζί, μέχρι τους G20 και το ΔΝΤ- ?δεν ξέρουν τι τους ξημερώνει και πώς θα πρωτοδιασώσουν τους εαυτούς τους και τις χώρες τους. Ο ένας προσπαθεί να πατήσει στο κεφάλι του άλλου, για να αποφύγει τον πνιγμό, όπως φαίνεται στις τελευταίες συνόδους κορυφής.. που μοιάζουν με κυριλέ fight club εκτός ελέγχου?. Οι επιθέσεις τους μπορεί να είναι βάρβαρες, αλλά είναι επιθέσεις που ξεκινάνε από θέση απελπισίας όχι από θέση ισχύος. Μπορούμε να τους τσακίσουμε.

Στις μάχες που έχουμε μπροστά μας κανένας δεν θα πρέπει να μείνει ?άοπλος?: διαβάστε το φυλλάδιο «Μνημόνιο χρεοκοπίας ή στάση πληρωμών σους τραπεζίτες και εργατικός έλεγχος». Και διαδώστε το. Είναι εργαλείο για τη νίκη.

Σωτήρης Κοντογιάννης (E.A τ.990)

 

Βιβλίο: Αργεντινή 2001: Από την κρίση στην εξέγερση

Συγγραφείς: Chris Harman
Εκδόσεις: Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο
Σελίδες: 96

Τιμή: 6 €

Προσθήκη στο καλάθι αγοράς



Στις αρχές του 2002, όταν το περιοδικό "Σοσιαλισμός από τα Κάτω" κυκλοφορούσε αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στην Αργεντινή με αυτό το κείμενο του Κρις Χάρμαν, οι σκηνές από την εξέγερση του προηγούμενου Δεκέμβρη έκαναν το γύρο του κόσμου κι η κατάσταση στην ίδια τη χώρα κάθε άλλο παρά σταθερή έμοιαζε. Οι κυβερνήσεις κατέρρεαν η μια μετά την άλλη, οι πρόεδροι έτρεχαν "ποιος θα πρωτομπεί στο ελικόπτερο" και οι δρόμοι κι οι πλατείες συνέχιζαν να βράζουν.
Όμως, όλα αυτά τότε έμοιαζαν πολύ μακριά από την Ευρώπη. Διαπιστώσεις ότι η Αργεντινή μπορεί να μην απέχει και τόσο πολύ από την Ελλάδα, εύκολα απορρίπτονταν ως καταστροφολογικές.
Σήμερα, τη σύγκριση με την Αργεντινή την κάνουν τα πιο επίσημα χείλη. Οι ίδιοι άνθρωποι, η ίδια τάξη που μας διαβεβαίωνε δέκα χρόνια πριν ότι η Αργεντινή είναι μια μακρινή εξαίρεση, σήμερα την επικαλούνται ως φόβητρο.
Η ανάλυση του Κρις Χάρμαν είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή περιγραφή της εξέγερσης και της διαδρομής της αργεντίνικης οικονομίας από πρότυπο νεοφιλελεύθερου οικονομικού θαύματος σε τραγωδία που οδήγησε σε γενικευμένη εξέγερση.
Η εμπειρία της Αργεντινής δείχνει ότι αν το κίνημα δεν προχωρήσει σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, της σύγκρουσης με τον καπιταλισμό με κέντρο την εργατική τάξη, τότε ανοίγουν οι δυνατότητες για κάθε είδους Κίρχνερ. Ο Κρις Χάρμαν ήδη από αυτό το κείμενο είχε εντοπίσει τα αδύνατα σημεία εκείνου του κινήματος. Οι αδυναμίες που επισημαίνει έγιναν εμπόδιο για τα παραπέρα βήματά του και έδωσαν τη δυνατότητα στην άρχουσα τάξη να πάρει τον έλεγχο της κατάστασης. 


http://marxistiko.gr/home.php?Book_ID=826 

Πέντε βιβλία για τον Χειμώνα (προτάσεις από την εφημερίδα "το Ποντίκι")

Το τελευταίο τετράδιο

thumb
Ζοζέ Σαραμάγκου
Μετάφραση
: Αθηνά Ψυλλιά
Εκδόσεις: Καστανιώτης
Σελ.: 210

Τα τελευταία κείμενα του Πορτογάλου νομπελίστα, ο οποίος πέθανε στις 18 Ιουνίου του 2010, δημοσιεύονται σε αυτόν τον - ας τον πούμε - δεύτερο τόμο, υπό τον τίτλο «Τετράδια», που έρχεται σαν συνέχεια των κειμένων του που ξεκίνησαν να αναρτώνται στο blog του συγγραφέα από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Μάρτιο του 2009. Τα τελευταία του κείμενα είναι αυτά που συνεχίζουν από τον Μάρτιο του 2009 ώς και τον Ιούνιο του 2010. Δίχως υπερβολή, λοιπόν, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο Σαραμάγκου έγραφε ώς την τελευταία στιγμή της ζωής του. Το γεγονός δε ότι αυτά τα κείμενα σχετίζονται λίγο πολύ με την επικαιρότητα, με όλα όσα συνέβαιναν τόσο στην πατρίδα του αλλά και στον κόσμο, δείχνει έναν άνθρωπο με βαθύτατη συνείδηση απέναντι στην κοινωνία, έναν άνθρωπο αγωνιστή, που το φάσμα του θανάτου δεν του απέσπασε την προσοχή από τη ζωή. Το ενδιαφέρον και σε αυτό τον τόμο, σε αυτά τα κείμενα, βρίσκεται όχι τόσο στην πολεμική τους απέναντι στη διάχυτη αδικία που βασιλεύει στον κόσμο, όσο στο πώς η ματιά ενός συγγραφέα αποσπά από την τρέχουσα επικαιρότητα την προοπτική της πάνω στις ζωές των ανθρώπων. Ωστόσο, το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία ενός ιδιωτικού διαλόγου με την άποψη του συγγραφέα πάνω σε ζητήματα που την ίδια περίοδο απασχόλησαν και τον ίδιο. Τέλος, αυτά τα κείμενα που αναφέρονται σε δη μόσιες και προσωπικές υποθέσεις αποτελούν τεκμήρια της προσωπικότητας ενός μεγάλου μυθιστοριογράφου της εποχής μας, όπως αναμφισβήτητα υπήρξε ο Σαραμάγκου!

http://topontiki.gr/article/24473

Ίζημα από θειάφι

thumb
Χρυσούλα ΠλάλαΕκδόσεις: Γαβριηλίδης
Σελ.: 118

Στη δεύτερη εκδοτική της παρουσία, η συγγραφέας μας παρουσιάζει δύο διηγήσεις της. Η πρώτη φέρει τον τίτλο «Ο χειμώνας της πίκρας μας» και η δεύτερη «Ίζημα από θειάφι». Πρόκειται για δυο ερωτικές περιπέτειες, που το βασικό τους χαρακτηριστικό έγκειται στην εξής ιδιαιτερότητα: ενώ είναι σύγχρονα, δηλαδή ο χρόνος και ο τόπος τους αναφέρονται στο παρόν, η αντιμετώπισή τους είναι παλιά. Για την ακρίβεια, διαβάζοντας τις ιστορίες βυθίζεσαι σε έναν παλαιότερο χρόνο. Αυτό εν πρώτης θα μπορούσε να μοιάζει σαν μια αντίφαση, όπου η ανακολουθία του χρόνου με τα ήθη και τις συνήθειες είναι εμφανής. Ωστόσο, όσον αφορά σε ερωτικά ζητήματα, τα πάντα κρατούν μια καθυστέρηση. Ενώ όλα εξελίσσονται, τα ερωτικά ήθη κρατούν καθυστερήσεις σ’ έναν κόσμο παρωχημένο και ξεπερασμένο από τις φρενήρεις ταχύτητες της τρέχουσας ζωής. Αυτό τονίζει και μια διάσταση της πραγματικότητας που ζούμε, ότι δηλαδή αδυνατούμε να ακολουθήσουμε τις ταχύτητες ενός κόσμου που εξελίσσεται βεβιασμένα. Έτσι, οι υποθέσεις του έρωτα μοιάζουν μερικές φορές αναχρονιστικές εξαιτίας της διαχρονικότητάς τους, που θέλουν τους ανθρώπους να έχουν τον δικό τους χρόνο, να παθιάζονται, να αγαπιούνται, να προδίδουν και να συγχωρούν. Παράλληλα με τον έρωτα η ζωή προχωρά ένα βήμα μπρος. Μέσα στην ευρύτερη καθημερινότητά τους οι ήρωες, φορτωμένοι τον δικό τους κόσμο, συμπορεύονται στη συνήθεια και την επανάληψη. Ο έρωτας και στα δυο κείμενα αναδεικνύεται «θεσμικά» ανατρεπτικός, εμπλουτίζοντας και δίνοντας ένα ξεχωριστό χαρακτήρα στις πολυσύνθετες ανθρώπινες σχέσεις.

http://topontiki.gr/article/24474

Αρόδο, Λιμάνια, Πορθμεία και Βαρκάρηδες της Άνδρου

thumb
Εκδόσεις: Φιλοπρόοδος Όμιλος «Το Γαύριο»
Σελ.: 296

Η πιο αισθαντική σχέση που αναπτύχτηκε ανάμεσα στη φύση και στον άνθρωπο είναι αυτή της θάλασσας με τα καράβια. Μια σχέση έμπνευ­σης που συνδύασε κάτι σπάνιο, μοναδικό και δυσεύρετο: την πρακτική με την αισθητική πλευρά της ζωής! Η ανάγκη για επικοινωνία, για πε­ριπέτεια και για συναλλαγή βασίστηκε αποκλειστικά στον κανόνα της ομορφιάς όπως αυτή εκφράζεται από την ανείπωτη εικόνα ενός καρα­βιού και μιας θάλασσας… Αποτέλεσμα αυτής της βαθύτατης σχέσης ανθρώπου και θάλασσας είναι τα καράβια!
Τα καράβια κι οι άνεμοι μετέφεραν αγαθά κι ιδέες από τόπο σε τόπο, σαν μια υπέρτατη συνθήκη ζωής, μια γέφυρα στεριάς - θάλασσας και στεριάς - ενώνοντας ανθρώπους και πολιτισμούς, μεταφέροντας τη μια ζωή στην άλλη, τον έναν κόσμο στον άλλο, γι’ αυτό, ακόμα και σήμε­ρα, στις μέρες της τεχνολογικής αποθέωσης, όπου κανένα θαύμα δεν αποτελεί έκπληξη, όπου όλα γίνονται, η εικόνα ενός πλοίου που πλέει κατά μήκος των ακτών ενός νησιού αποτελεί την υπέρτατη απόλαυση, την πιο ολοκληρωμένη και βαθιά εκδοχή ομορφιάς, τουλάχιστον για όλους εμάς που γεννηθήκαμε στις ακτές αυτού του ευλογημένου τό­που. Ό,τι μας ενώνει με τη βαθύτητά μας είναι ένα καράβι μπροστά στα έκθαμβα μάτια μας. Το τελευταίο επιζών εθνικό θαύμα ενός λαού που παραδόθηκε αμαχητί στην ασχήμια. Πάντα η ανάμνηση ενός καραβιού θα διατρέχει το μακρύ παρελθόν, θα λαμπρύνει το θολό μας παρόν, θα χαρίζει μια προοπτική ελπίδας στον ασταθή κυματισμό του μέλλοντός μας.
Αρόδο είναι ο τίτλος ενός λευκώματος που κυκλοφόρησε από τον Φιλοπρόοδο Όμιλο «Το Γαύριο», ενός λευκώματος που περικλείει στις σελίδες του την ιστορία όλων εκείνων των καραβιών του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα που έπιαναν αρόδο στα τέσσερα λιμάνια της Άνδρου (Χώρα, Κόρθι, Μπατσί, Γαύριο), περιμένοντας τους βαρκάρη­δες με τις ξύλινες βάρκες τους για να παραλάβουν επιβάτες και αγαθά. Εκείνα τα χρόνια, τα περισσότερα νησιά δεν διέθεταν κατάλληλα λιμά­νια για να προσορμισθούν τα πλοία· έτσι διέκοπταν την πορεία τους στα αβαθή, φόρτωναν και ξεφόρτωναν ανθρώπους και πραμάτειες και συνέχιζαν την πορεία τους για το επόμενο αρόδο στην Τήνο, στη Μύκονο…
Αρόδο: όταν «πλοίον τι παραμένει ολίγον έξωθεν λιμένος ή όρμου χω­ρίς να αγκυροβολήσει». Παλιά συνήθεια, ξεθωριασμένη, ασπρόμαυρη σαν τις μοναδικές φωτογραφίες των καραβιών του λευκώματος που ζωντανεύουν θαρρείς ένα αρχαίο ήθος ανθρώπων και τόπων, μιας άλλης ζωής που πέρασε από χίλια μύρια κύματα για να φτάσει ως τις μέρες μας - αυτός ο μικρόκοσμος του μέτρου και της ψυχής -, να θερι­έψει σε ένα τερατούργημα «αναπτυξιακής χρεοκοπίας»… Αρόδο· τα καράβια έρχονται και φεύγουν σαν μια αέναη εναλλαγή της ζωής. Ελπί­δα και μελαγχολία, αρχή και τέλος, σμίξιμο και χωρισμός με δυο λόγια ο κύκλος της ζωής και του θανάτου στην πιο λαμπρή του εκδοχή: μιας θάλασσας, ενός ουρανού, ενός τόπου, ενός καραβιού με μάρτυρες τις ζωές των ανθρώπων.
Αρόδο· μια συνθήκη αναμονής με μόνιμο χαρακτήρα και με τα στοιχεία της πλέον πολυπόθητης επανάληψης, μιας επανάληψης που αναζω­ογονεί, που δεν είναι ποτέ ίδια. Η ιδέα και μόνο ενός νησιού δίχως τη συντροφιά ενός πλοίου μοιάζει με την απέραντη έρημο, όπως αντίθετα ένα καράβι στο λιμάνι αποτελεί την όαση κάθε νησιωτικού τόπου. Έτσι, αυτά τα καράβια υπήρξαν σάρκα απ’ τη σάρκα των νησιών μας, ένας πλωτός τόπος- ένα αναπόσπαστο κομμάτι τους, η ψυχή τους η ίδια. Μεταφέροντας τους ανθρώπους, εκπλήρωναν τις βαθύτερες επι­θυμίες και ανάγκες τους.
Το σφύριγμα στην άφιξη και στον απόπλου ενός καραβιού συμβόλιζε τον ζεστό και γεμάτο ζωή κτύπο της καρδιάς του νησιού, ο ουρανομή-κης καπνόςτου τα όνειρα, η αφρισμένη γραμμή τηςπορείαςτου την υπόσχεση της συνέχειας.
Η ιδέα αυτού του λευκώματος ξεκίνησε από το νησιώτικο πάθος στη θέα ενός καραβιού, όπως αυτή αποτυπώνεται στις παλιές φωτογραφί­ες. Δεν άργησε λοιπόν να εξελιχτεί σε συλλεκτική εμμονή να βρεθούν όλες εκείνες οι ασπρόμαυρες φωτογραφικές αποτυπώσεις των καραβι­ών κυρίως που έπιαναν αρόδο.
Ο εμπνευστής και δημιουργός αυτού του λευκώματος, ο Γιάννης Μα-μάης, άνθρωποςτων εκδόσεων, δεν ήθελε και πολύ αυτή την ιδέα να την αποτυπώσει σε βιβλίο. Έτσι, βρισκόμαστε μπροστά σε μια έκδοση αντάξια της ιδέας και του υλικού της. Βάρκες, καΐκια, πρόσωπα και τα πλοία αρόδο, ξαναζωντανεύουν το πρώτο μισό του περασμένου αι­ώνα με την ελκυστική πατίνα της νοσταλγίας, αλλά και την αναβίωση ενός κόσμου που πέρασε και μοιάζει απελπιστικά παλιός, αν και είναι ο κόσμος των πατεράδων μας, ο λαμπρός κόσμος των παιδικών μας χρόνων, ένας κόσμος που μέσα του μεγαλώσαμε. Ωστόσο, τα χρυσά ονόματα των πλοίων εκείνων - «Μοσχάνθη», «Παντελής», «Δέσποινα», «ΚωστάκηςΤόγιας» - πλέουν στο παρελθόν μας, εκεί, στα βάθη των αναμνήσεων, και συνεχίζουν τα μυθικά τους δρομολόγια…

http://topontiki.gr/article/23997

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες/ τα ποιήματα

thumb
Μαρία Πολυδούρη
Επιμέλεια: Γιάννης Παπάς
Εκδόσεις: Μεταίχμιο
Σελ.: 234

Η Μαρία Πολυδούρη, η ποιήτρια που δεν ευτύχη­σε να μεγαλώσει, μένοντας πάντα νέα, σύμβολο του έρωτα δίχως όρια, πρόλαβε στον σύντομο βίο της να δημοσιεύσει δυο ποιητικές συλλο­γές: « Οι τρίλλιες που σβήνουν» το 1 928 κι έναν χρόνο αργότερα την «Ηχώ στο χάος». Η εποχή του Μεσοπολέμου στη χώρα μας υπήρξε μια εν­διαφέρουσα περίοδος με σημαντικά εθνικά και κοινωνικά γεγονότα και ανακατατάξεις (Μικρασι­ατική Καταστροφή, οικονομικό κραχ) και με την εμφάνιση και εξάπλωση πολιτικών κινημάτων. Μέσα σ’ έναν κόσμο όπου όλα έμεναν ανοιχτά και όλα ήταν υπό διαμόρφωση, η τότε λογοτεχνική γενιά καλλιέργησε ένα πνεύμα απαισιοδοξίας που έβρισκε διέξοδο στη μελαγχολική διάθεση, στην αβεβαιότητα. Έτσι, η θρηνητική διάθεση έλαβε διαστάσεις ιδανικού. Μέσα σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο - περιβάλλον αναπτύχτηκαν αντίστοιχα λογοτεχνικά ιδανικά φυγής, απώλειας και απαξίωσης του κοινοτικού πνεύματος. Η πε­ρίπτωση της Πολυδούρη στην ποίηση της εποχής της χαρακτηρίζεται από έναν μελαγχολικό ρομα­ντισμό που η νεότητα τού προσδίδει διαστάσεις απελπισίας. Η κλίση της στην ποίηση λειτουργού­σε λυτρωτικά, πράγμα που δεν της περιόριζε τον ασυγκράτητο λυρισμό και την ανάγκη της έκφρα­σης, με αποτέλεσμα το έργο της να υπολείπεται σε λεπτές αποχρώσεις και κείνες τις απαραίτητες λεπτομέρειες που λειτουργούν υπερβατικά προς χάριν της αίσθησης και όχι της κραυγής. Η έκδο­ση αυτή περιέχει τις δυο ποιητικές της συλλογές και τα ανέκδοτά της ποιήματα. Ταυτόχρονα, ο αναγνώστης έχει την ευκαιρία να κατατοπιστεί σχετικά με τη ζωή και το έργο της ποιήτριας από ένα σύντομο εισαγωγικό σημείωμα που προτάσ­σεται των ποιημάτων.

http://topontiki.gr/article/23577


Αρνητικό 13

thumb
Μαίρη Γεωργίου - Στέργια ΚάββαλουΕκδόσεις: Τετράγωνο
Σελ.: 161
Τα καλοκαίρια και οι διακοπές μάς παραδίδουν… άλλους ανθρώπους στη μελαγχολία του φθινόπωρου. Ο λόγος είναι απλός: η καλοκαιρινή μαθητεία στο φως και η γοητεία των βυθών είναι μεθυστικές. Αυτή την υπεροχή της νεανικής ζωής που επενδύει μπόλικη φαντασία και υπερβολικό συναίσθημα στην πραγματικότητα, αφηγούνται μέσα από 13 επιστολές δυο νεαρές, ωστόσο προικισμένες, συγγραφείς: η Μαίρη Γεωργίου και η Στέργια Κάββαλου. Πρόκειται για ένα αφήγημα που εξελίσσεται μέσα από την αλληλογραφία δυο σύγχρονων νεαρών κοριτσιών, τα οποία ξεκινούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές κουβαλώντας στις αποσκευές τους προκάτ - μάλλον - νευρώσεις… Οι εντυπώσεις τους, ο προσωπικός τρόπος του βιώματος, η ιδιαίτερη ματιά πάνω στην τρέχουσα ζωή που τις περιβάλλει, μας κρατούν το ενδιαφέρον σ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ωστόσο, το στοίχημα στη λογοτεχνία αρχίζει όταν κλείνει το βιβλίο. Εκεί αναμετριέται το κείμενο με τον αναγνώστη, αλλά και με την ίδια του την ύπαρξη. Έχοντας κατακτήσει ένα ενιαίο αφηγηματικό ύφος που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον, κυρίως με την ικανότητά τους να φωτίζουν τον πολύπλευρο και απαιτητικό κόσμο της νεότητας, τα δυο κορίτσια καταφέρνουν να στρέψουν την προσοχή μας σ’ αυτό που υπάρχει δίπλα μας, αλλά στεκόμαστε μακριά του, και που είναι η άλλη όψη των πραγμάτων που ζητά τον δικό της ζωτικό χώρο, τις δικές της ευκαιρίες, την ευχή και την κατάρα της δικής της αυθυπαρξίας. Οι αγωνίες και η εσωτερικότητα ενός δύσκολου παρόντος αποτυπώνονται μέσα από αυτά τα 13 κείμενα - επιστολές δυο νεαρών φωνών που μοιάζουν απελευθερωμένες από τις αγκυλώσεις του παλιού κόσμου, αν και στην τελευταία επιστολή ο Νοέμβρης του Πολυτεχνείου λειτουργεί περισσότερο σαν αξεσουάρ· κάτι σαν φούστα - μπλούζα…

 http://topontiki.gr/article/23229

Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Γκυ ντε Μοπασάν: Ο γάλλος ροµαντικός που παραµένει επίκαιρος

∆ύο βιβλία του Γκυ ντε Μοπασάν που κυκλοφόρησαν πρόσφατα στα ελληνικά έρχονται να µας υπενθυµίσουν ότι ο θεµελιωτής, µαζί µε τον Τσέχοφ, του σύγχρονου διηγήµατος ήταν εξίσου ικανός µυθιστοριογράφος.


Σαράντα τρία χρόνια µόνο έζησε ο Γκυ ντε Μοπασάν, και όµως πρόλαβε να γράψει εκατοντάδες διηγήµατα, θεατρικά έργα, δηµοσιογραφικά κείµενα, ένα βιβλίο µε ποιήµατα, έξι µυθιστορήµατα και τέσσερα ταξιδιωτικά βιβλία.

Η ποσότητα δεν είναι βέβαια κριτήριο (αλλιώς πραγµατικοί συγγραφείς θα ήταν µόνον οι γραφοµανείς), εδώ όµως έχει τη σηµασία της, αν θυµηθεί κανείς τον θαυµασµό που έτρεφε για τον συγγραφέα ο γίγαντας του ρωσικού ρεαλισµού Λέων Τολστόι, ο οποίος υποστήριζε ότι από το έργο του Μοπασάν δεν µπορείς να αφαιρέσεις ούτε µία φράση. Οι καλοθελητές θα έλεγαν ότι ήταν επόµενο, αφού ο συγγραφέας του Φιλαράκου (του κορυφαίου του µυθιστορήµατος) µαθήτευσε κοντά στον Φλοµπέρ. Η εξήγηση αυτή εν τούτοις δεν είναι επαρκής. Γιατί, ενώ στον Φλοµπέρ το τελικό αποτέλεσµα ήταν σε µεγάλο βαθµό προϊόν βασανιστικής επεξεργασίας των κειµένων του, στον Μοπασάν ο άσφαλτος αφηγηµατικός ρυθµός και η ενάργεια των χαρακτήρων οφείλονταν πρωτίστως στο πηγαίο ταλέντο και στη µοναδική του ικανότητα να ψυχογραφεί τα πρόσωπα τα οποία κινεί µε τέτοιον τρόπο ώστε να προκαλεί τον θαυµασµό ενός διόλου εύκολου ανθρώπου, του Φρειδερίκου Νίτσε.

∆ύο µυθιστορήµατα της ώριµης συγγραφικής περιόδου του Μοπασάν κυκλοφόρησαν προσφάτως από τις εκδόσεις Printa στη γλώσσα µας. Και µπορεί να µην είναι εφάµιλλα του Φιλαράκου, είναι όµως πεζογραφήµατα πρώτης γραµµής, ικανά να συναρπάσουν και να συγκινήσουν, όπως συµβαίνει µε τα σηµαντικά λογοτεχνικά έργα, και αναµφισβήτητα ανήκουν στη µεγάλη παράδοση του γαλλικού ρεαλισµού που κυριάρχησε επί έναν αιώνα στα παγκόσµια Γράµµατα.

Είναι αξιοπερίεργο ότι, αν και το σύγχρονο διήγηµα ανθεί στον αγγλόφωνο κόσµο, θεµελιωτής του – µαζί µε τον Τσέχοφ – υπήρξε (και ας µη θέλουν πολλοί Αγγλοσάξονες να το παραδεχθούν) ένας Γάλλος: ο Μοπασάν. Αλλά η φήµη του διηγηµατογράφου δεν πρέπει να υποβαθµίζει την αξία του µυθιστοριογράφου. Ο µυθιστοριογράφος Μοπασάν δεν είναι κατώτερος του διηγηµατογράφου.

Ο Βασίλης Πουλάκος µετέφρασε ωραία τα µυθιστορήµατα. Μάλιστα, για την απόδοση του ιδιώµατος της Ωβέρνης στο Ορος Οριόλ επέλεξε, όπως γράφει στην εισαγωγή του, να χρησιµοποιήσει «την προφορά της Κοζάνης και της ∆υτικής Μακεδονίας γενικότερα». Είτε συµφωνεί είτε διαφωνεί κανείς, η επιλογή του είναι ευρηµατική.

Πάθος ζωής
Τι περιµένει κανείς από ένα καλό µυθιστόρηµα; Ατµόσφαιρα ασφαλώς, αντιπροσωπευτικούς χαρακτήρες και κυριαρχία του συγγραφέα πάνω στα αφηγηµατικά του µέσα. Τι είναι όµως εκείνο που το καθιστά σπουδαίο; Θα λέγαµε, κάπως απλουστευτικά, η ικανότητα του δηµιουργού αφενός να καταδύεται στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής, αφετέρου να αναλύει τα δοµικά χαρακτηριστικά και τις µεταβολές που συµβαίνουν στην κοινωνία. Και τα δύο υπάρχουν στο Ορος Οριόλ και µάλιστα συνυφασµένα αριστοτεχνικά. Βρισκόµαστε σε µια λουτρόπολη, την Ωβέρνη. Εκεί ανακαλύπτεται µια νέα ιαµατική πηγή χάρη στην οποία, αν αξιοποιηθεί, οι κάτοικοι της περιοχής θα γίνουν πλούσιοι. Τα σχέδια για την εκµετάλλευσή της αναλαµβάνει ο τραπεζίτης Γουίλιαµ Αντερµατ. Αλλά κι εδώ, όπως και στους Χωριάτες του Μπαλζάκ, η δίψα του κέρδους θέτει σε κίνδυνο το φυσικό περιβάλλον. Αν αυτό είναι το πλαίσιο της αφήγησης, ο κύριος πρωταγωνιστής δεν είναι ο Αντερµατ αλλά η σύζυγός του Κριστιάν ντε Ρανβέλ.

Ο τραπεζίτης είναι ένας βαρετός µεγαλοαστός διψασµένος για χρήµα, µε το οποίο µετράει τα πάντα, αφού και τη γυναίκα του την παντρεύτηκε από συµφέρον. Η Κριστιάν όµως είναι µια γυναίκα µε ισχυρή προσωπικότητα, µε πάθος για ζωή, για αγάπη, για έρωτα – τον οποίο βρίσκει στην αγκαλιά του Πολ Μπρετινύ. Η σχέση τους είναι παράφορη, αλλά αληθινό είναι µόνο το πάθος της Κριστιάν. Το πάθος του Μπρετινύ, µόλις πληροφορείται ότι εκείνη είναι έγκυος, ξεθυµαίνει σε δευτερόλεπτα. Στο εξής η Κριστιάν θα διοχετεύει όλη της την αγάπη στο παιδί που θα αποκτήσει: την κόρη της, µπροστά στην κούνια της οποίας αποχαιρετά τον πρώην εραστή της, χλωµή, αδυνατισµένη, ωστόσο δυνατή και αποφασισµένη, «πιο όµορφη από ό,τι πριν γεννήσει».

Πιο περίπλοκο και, θα λέγαμε, πιο σύγχρονο είναι το θέμα τού Κραταιά ως θάνατο – ο τίτλος προέρχεται βέβαια από το Ασμα Ασμάτων. Μολονότι φαινομενικά πρόκειται για μια συνήθη ερωτική ιστορία, ο Μοπασάν τίθεται αντιμέτωπος με το μεγάλο ζήτημα της δημιουργίας. Από πού αντλεί έμπνευση ο καλλιτέχνης; Πώς συνδέεται η δημιουργία με τη ζωή; Τι συμβαίνει όταν μαζί με τις σωματικές δυνάμεις που τον εγκαταλείπουν ο δημιουργός αρχίζει να στερεύει και πνευματικά; Να μη βρίσκει θέματα, να δημιουργεί έργα ασήμαντα ή να μην μπορεί να τα ολοκληρώσει και να βλέπει διαρκώς μπροστά του το τέλος αφού, μη μπορώντας να δημιουργήσει, χάνει το νόημά της η ίδια του η ύπαρξη;

Πρωταγωνιστής εδώ είναι ο ζωγράφος Ολιβιέ Μπερτέν που ερωτεύεται την Ανέτ, κόρη της ερωμένης του Αν ντε Γκιγερουά.

Ο έρωτας αυτός δεν έχει νόημα.

Ο ζωγράφος καταλαβαίνει κάποια στιγμή ότι η νεαρή δεν πρόκειται ποτέ να τον αγαπήσει. Αυτό τον αποκόβει όχι μόνο από τη νεότητα, δηλαδή την άμεση αίσθηση της ζωής, αλλά και από τη δημιουργία. Είναι ξεπερασμένος, τελειωμένος.

Το φυσικό του τέλος θα είναι απλώς η συνέχεια του καλλιτεχνικού του.

Αλλά η αγάπη, το σημαντικότερο από τα αισθήματα, υπερβαίνει τα ανθρώπινα. Κραταιά, αλλά κραταιά σαν τον θάνατο, υψώνεται πάνω από το προσωπικό δράμα.

«Τα καλά αισθήματα παράγουν κακή τέχνη» θα έλεγε πολλά χρόνια αργότερα ο Αντρέ Ζιντ. Ο Μοπασάν στο μυθιστόρημα αυτό, που εκδόθηκε τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του, δηλαδή όταν ο ίδιος ήταν 39 ετών, έγραψε ένα βιβλίο για να μας πει κάτι πολύ πιο σκληρό: ότι ο θάνατος ακυρώνει τα πάντα.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=425446&h1=true 

ΙΣΤΟΡΙΑ Eριδες και µίση έρχονται από την εποχή του Θουκυδίδη




Την πρώτη του µετάφραση του την ανέθεσε ο Ευάγγελος Παπανούτσος. Ηταν η µετάφραση του Εγχειριδίου ιστορίας της φιλοσοφίας του Βίντελµπαντ, λίγο µετά τη Μεταπολίτευση. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν ο Νίκος Μ. Σκουτερόπουλος µετέφρασε Νίτσε, Σοπενχάουερ, Χάινε, Χούσερλ, σοφιστές και κυνικούς, Επίκουρο, Επίκτητο και πολύ Πλάτωνα, δίνοντας πριν από µερικά χρόνια µια εξαιρετική συνολική µετάφραση της Πολιτείας (Πόλις, 2002).

Συγγραφείς, γερµανούς και αρχαίους, που ο καθένας τους αποτελεί µια ξεχωριστή περίπτωση για τον µεταφραστή, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, και τους οποίους δίδασκε ως καθηγητής Φιλοσοφίας και Μετάφρασης στο Πανεπιστήµιο Αθηνών. Οι θεωρίες δεν προφυλάσσουν τον µεταφραστή, διατυπώνονται a posteriori, µας λέει, τονίζοντας ότι «το σηµαντικό είναι κάθε µετάφραση να βασίζεται σε µια συνολική ερµηνεία του µεταφραζόµενου κειµένου ως όλου. Μετάφραση που δεν στηρίζεται σε µια τέτοια ερµηνεία είναι τυφλή».

Για χρόνια θεωρούσε τη µετάφραση της Ιστορίας του Θουκυδίδη πολύ δύσκολο εγχείρηµα και το µετέθετε κάθε φορά για το µέλλον. Οταν το αποφάσισε, αφιέρωσε µία επταετία στον αθηναίο ιστορικό ετοιµάζοντας µια έκδοση φιλολογική µεν – η οποία στηρίζεται σε συστηµατική αποδελτίωση των σηµαντικότερων ερµηνευτικών υποµνηµάτων και της σύγχρονης βιβλιογραφίας για τον Θουκυδίδη – αλλά και χρηστική. Στην εισαγωγή του αναφέρει µε συντοµία όλα όσα είναι απαραίτητα και οι υποσηµειώσεις του γεφυρώνουν λιτά τη χρονική απόσταση που µας χωρίζει από το πρωτότυπο κείµενο. «Το κείµενο πρέπει να µιλάει από µόνο του» υποστηρίζει. Τον έχω απέναντί µου και σκέφτοµαι ότι η όψη του θυµίζει αόριστα τον Ντοστογέφσκι. Καθώς επιµένει µε ακλόνητη σχολαστικότητα σε συγκεκριµένες διατυπώσεις, απορώ πού κρύβεται το πάθος που αποτελεί εφόδιο ενός καλού µεταφραστή. Τον ρωτώ ευθέως. ∆εν θέλει να µιλήσει για τον εαυτό του, «εµείς δεν είµαστε σηµαντικοί, περνάµε από τη ζωή και φεύγουµε», λέει και, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι µηδενιστής, προσθέτει: «Για εµάς πρέπει να µιλάει η δουλειά µας».

Χαµηλών τόνων και προσεκτικός σε όσα λέει, ξαφνικά αλλάζει, επεξηγεί µια φράση του µε ένα ανέκδοτο – off the record – και αφήνει τους συσχετισµούς του ιστορικού παρελθόντος µε το παρόν να προκύψουν καθαροί από τις χυµώδεις αφηγήσεις επεισοδίων της ξυγγραφής.

Πώς ήταν να ζείτε επτά χρόνια παρέα µε τον Θουκυδίδη, ήταν µεγάλη δέσµευση; τον ρωτώ. «Μου έκανε κέφι» απαντά χαµογελώντας µε απροσδόκητη σπιρτάδα, και αρχίζει – επιτέλους – να αχνοφέγγει κάποια απάντηση στην απορία µου.

– Τι σας παρακίνησε να ασχοληθείτε με τη μετάφραση της «Ιστορίας» του Θουκυδίδη;

«Θα πρέπει να γυρίσουµε πολλά χρόνια πίσω. Ο Θουκυδίδης µε εντυπωσίασε και µε συγκίνησε ως φοιτητή της Φιλοσοφικής στην Αθήνα στα µέσα της δεκαετίας του ‘50. Ισως αυτό να οφεί λεται και στην πολύ ζωντανή διδασκαλία του καθηγητή Ιωάννου Σταµατάκου, που σχεδόν πάντοτε περιλάµβανε στα µαθήµατά του και θεµατικές ενότητες από την “Ιστορίαν” του Θουκυδίδη. Τότε έπεσε ο σπόρος που έµελλε να βλαστήσει πολύ αργότερα».

– Αφιερωθήκατε στον Θουκυδίδη έπειτα από μια πολύχρονη πορεία στη μετάφραση φιλοσοφικών κειμένων. Το ιστορικό κείμενο απαιτεί μεγαλύτερη εμπειρία, αυξημένη ευαισθησία και προσοχή από τον μεταφραστή;

«Η µετάφραση κάθε κειµένου τέτοιων αξιώσεων προϋποθέτει ασφαλώς και τα στοιχεία που αναφέρατε. ∆εν νοµίζω όµως ότι οι προϋποθέσεις αυτές διαφοροποιούνται όταν αφορούν ειδικά τη µετάφραση ενός ιστορικού κειµένου».

– Σε ποιο κοινό απευθύνεται η νέα μετάφραση;

«Απευθύνεται στον µέσο αναγνώστη, στον οποίο θα συνιστούσα, προτού αρχίσει το διάβασµα της θουκυδίδειας ξυγγραφής, να αφιερώσει µερικά λεπτά στην ανάγνωση της πολύ σύντοµης – είναι περίπου 20 σελίδες – Εισαγωγής, όπου δίνεται το ιστορικό και το θεµατολογικό πλαίσιο του έργου».

– Η «Ιστορία» του Θουκυδίδη αποτελεί λόγω της σημασίας της υποχρεωτικό ανάγνωσμα στην εκπαίδευση. Πώς η ανάγνωση του κειμένου ενός ιστορικού που δεν θεωρείται ούτε τόσο απολαυστικός όσο ο Ηρόδοτος ούτε τόσο εύκολος όσο ο Ξενοφώντας μπορεί από τον καταναγκαστικό χαρακτήρα να περάσει στον ελεύθερο;

«Θίγετε ένα πολύ σοβαρό ζήτηµα. Προσωπικά πιστεύω ότι το στιβαρό κείµενο του Θουκυδίδη µπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον νέων ανθρώπων περισσότερο από όσο το έργο του Ηροδότου ή η “Κύρου Ανάβασις” του Ξενοφώντα. Ωστόσο απαραίτητη προϋπόθεση για αυτό είναι η ύπαρξη δασκάλων οι οποίοι, πέρα από τις αυτάρκεις γνώσεις τους στο αντικείµενο, θα έχουν την ικανότητα να συγκινούν τους µαθητές µε το κείµενο που διδάσκουν – και κάτι τέτοιο είναι πάρα πολύ δύσκολο».

– Θα επιχειρούσατε να περιγράψετε
την «Ιστορία» ως μυθιστόρημα με έντονη πολεμική δράση, δυνατούς χαρακτήρες και υψηλές ιδέες; Θα μπορούσε να διαβαστεί ως μυθιστόρημα;

«∆εν νοµίζω ότι θα το επιχειρούσα ποτέ αυτό ούτε και ότι η “Ιστορία” θα µπορούσε να διαβαστεί ως µυθιστόρηµα. Οσα γράφει ο Θουκυδίδης δεν έχουν βγει από την κάπνα του κεφαλιού ενός ανθρώπου, όπως θα έλεγε ο Νίτσε, αλλά είναι το αντιφέγγισµα µιας αιµάτινης πραγµατικότητας µέσα σε µια µεγάλη ψυχή».

– Ποια είναι τα πιο ελκυστικά τμήματα της αφήγησης απ’ όπου θα μπορούσε να ξεκινήσει τη γνωριμία του με τον Θουκυδίδη ο νέος αναγνώστης;

«Θα ξεχώριζα την περιγραφή του λοιµού, της µεγάλης επιδηµίας από µια αταύτιστη ως σήµερα νόσο που αποδεκάτισε τον πληθυσµό της Αθήνας ήδη στην αρχή του πολέµου και από την οποία προσβλήθηκε αλλά τελικά επέζησε και ο ίδιος ο Θουκυδίδης (Β 47, 1-54, 5). Τα “Κερκυραϊκά”, τον εµφύλιο πόλεµο στην Κέρκυρα (Γ 69, 1-85, 1) και ειδικότερα σε αυτή την ενότητα από το 80, 1 και µετά, όπου περιγράφονται οι φρικιαστικές ωµότητες που ακολούθησαν, οι ηθικές συνέπειές τους, και γίνεται η εντυπωσιακή “µεταξίωση των αξιών”. Ο διάλογος των Αθηναίων µε τους Μηλίους (Ε 84, 1-112). Η αναχώρηση του εκστρατευτικού σώµατος για τη Σικελία (Ζ 30, 1-32, 2). Και, φυσικά, η δηµηγορία του ∆ιοδότου στο Γ 42, 1-48, 1, ένα από τα σηµαντικότερα κλειδιά, κατά τη γνώµη µου, για την κατανόηση της ξυγγραφής. Είναι πολύ πιθανό, όπως έχει υποστηριχθεί και από σοβαρούς ερευνητές, ότι ο ∆ιόδοτος είναι persona του Θουκυδίδη και εκφράζει τις βαθύτερες σκέψεις του για την ανθρώπινη φύση».

– Η ιστορική αφήγηση του Θουκυδίδη εστιάζει στα πολεμικά γεγονότα και στις πολιτικές πράξεις, παραμερίζοντας (εκτός εξαιρέσεων) την αφήγηση του καθημερινού βίου και της ζωής των μαζών. Σε μια εποχή όπου η κοινωνική ιστορία ενδιαφέρει περισσότερο, μήπως η «Ιστορία» του Θουκυδίδη είναι ξεπερασμένη ως αφήγηση;

«Από την ιστορική αφήγηση του Θουκυδίδη, τις δηµηγορίες που ο ιστορικός διαπλέκει σε αυτήν, την ευαισθησία του να συλλαµβάνει δραµατικές λεπτοµέρειες των γεγονότων κ.ά., η κοινωνική κατάσταση µε τις διαστρωµατώσεις και τις δυναµικές της προβάλλεται ανάγλυφα µέσα στο έργο του. Η ξυγγραφή είναι ειδικά για την κοινωνική ιστορία ανεξάντλητη πηγή πολύτιµης γνώσης».

– Οπως μαρτυρεί η αδιάλειπτη διδασκαλία
της σε σχολές Ιστορίας και Πολιτικών Επιστημών, η «Ιστορία» του Θουκυδίδη λειτουργούσε ως τώρα ως ερμηνευτικό εργαλείο για τη δική μας πραγματικότητα. Σε έναν κόσμο όμως ο οποίος δεν είναι πλέον διπολικός (Αθήνα - Σπάρτη, ΗΠΑ - Ρωσία κτλ.) αλλά πολυκεντρισμένος, μπορεί να επιτελεί τον ίδιο ρόλο;

«Οσο πολυκεντρισµένος και αν εµφανίζεται, ο σηµερινός κόσµος δεν παύει να είναι διπολικός. Οι δύο ευδιάκριτοι πόλοι του είναι από τη µια η ∆ύση, δηλαδή βασικά η ∆υτική Ευρώπη και οι ΗΠΑ, και από την άλλη η Ανατολή, σε κάποια εκδοχή της, όπως Κίνα και Ρωσία ή έστω µόνη της η Κίνα. Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι τις τελευταίες δεκαετίες η διδασκαλία του Θουκυδίδη αποτελεί µέρος του προγράµµατος σπουδών και της αµερικανικής Στρατιωτικής Ακαδηµίας του Γουέστ Πόιντ, αδιάλειπτα και εκεί».


Ο πόλεµος δείχνει την αγριότητα της ανθρώπινης φύσης
– Πώς συμβάλλει η «Ιστορία» του Θουκυδίδη στην οικοδόμηση της δικής μας εθνικής ταυτότητας;

«Η συμβολή της θουκυδίδειας ξυγγραφής στην οικοδόμηση της εθνικής μας ταυτότητας είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα από την άποψη της επισήμανσης αρνητικών πλευρών της εθνικής ιδιοσυστασίας μας» απαντά ο Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, «όπως, για παράδειγμα, είναι η ευκολία με την οποία αναπτύσσονται εμφύλιες έριδες, οι εθνικοί διχασμοί και τα μίση, επίσης ο ατομισμός».

– Στη διάρκεια της μετάφρασης, από το καλοκαίρι του 2004, την εποχή της προολυμπιακής ευφορίας και της εθνικής αυτοπεποίθησης, ως την εποχή της κρίσης και της εθνικής ταπείνωσης, επηρέασαν τα γεγονότα της τρέχουσας ελληνικής συγκυρίας την ερμηνεία του κειμένου του Θουκυδίδη ή τον τόνο της μετάφρασης;

«Οχι, και ούτε νομίζω ότι θα μπορούσαν. Τα προσωπικά συναισθήματά μας, η πίκρα, η οργή για ό,τι βιώνουμε αυτόν τον καιρό της κρίσης και της εθνικής ταπείνωσης, όπως σωστά το λέτε, πιστεύω πως τις ώρες μιας τέτοιας προσπάθειας κάπως πρέπει να παραμερίζονται».

– Λεξιλογικές επιλογές όπως η λέξη «πρόσφυγες» (Β 52,2) προκαλούν όμως την εντύπωση ότι εισάγουν εμπειρίες της σύγχρονης πραγματικότητας στο αρχαίο κείμενο λειτουργώντας ως γέφυρες με το παρόν.

«Χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη αποκλειστικά επειδή αποδίδει ακριβέστερα την κατάσταση του πληθυσμού της υπαίθρου ο οποίος είχε συγκεντρωθεί μέσα στην πόλη».

– Η ήττα της Αθήνας της «δημοκρατικής
επανάστασης», της υλικής προόδου και της οικονομίας του εμπορίου από τη Σπάρτη, σε ένα κείμενο που φιλοδοξούσε ότι θα παρέμενε διαχρονικό εφόσον η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια, έχει προγνωστική αξία για την εποχή μας; Για την ήττα της δημοκρατίας και της καπιταλιστικής ελεύθερης αγοράς;

«Η προγνωστική αξία της Ιστορίας έγκειται στην πεποίθηση του Θουκυδίδη πως όταν δύο πανίσχυρες δυνάμεις στέκονται αντιμέτωπες η μία απέναντι στην άλλη και γίνεται φανερό ότι ο χρόνος εργάζεται υπέρ της μιας από αυτές, η αντίπαλη δύναμη αναγκαστικά πρέπει να επιτεθεί. Διότι όρος απαραίτητος για την επιβίωσή της είναι η συντριβή της άλλης. Ετσι στον Πελοποννησιακό Πόλεμο η Σπάρτη αναγκαστικά επιτέθηκε στην Αθήνα όταν διέγνωσε ότι με την υπεροχή των Αθηναίων στη θάλασσα η ίδια αργά ή γρήγορα θα υπέκυπτε.

Σε καμία περίπτωση ο Θουκυδίδης δεν κάνει προβλέψεις για το ποια πλευρά θα είναι νομοτελειακά η νικήτρια: η “προοδευτική”, η “συντηρητική” ή δεν ξέρω ποια άλλη. Εξάλλου τονίζει τον καθοριστικό ρόλο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να παίξει ο παράγοντας της τύχης, όπως συνέβη με τον λοιμό το 430 π.Χ. στην Αθήνα. Και συγχρόνως προειδοποιεί ότι, αν φθάσουν τα πράγματα στην τελική σύγκρουση και στον πόλεμο, θα συμβούν οι ίδιες αγριότητες με την ίδια ωμότητα, γιατί η φύση του ανθρώπου παραμένει πάντα απαράλλαχτα η ίδια». 



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=425444 

Ευγενία Φακίνου: «Ταξιδεύουµε µε το τρένο της Ιστορίας»

Η συγγραφέας µιλάει για το νέο µυθιστόρηµά της, τη σχέση της µε τη Λατινική Αµερική και το πώς άλλαξε, πριν από πέντε χρόνια, η στάση της απέναντι στη ζωή.


Η Ευγενία Φακίνου µε υποδέχεται ένα µουντό φθινοπωρινό πρωινό στο διαµέρισµά της – «θα µας βρεις εύκολα, είναι µια µικροαστική πολυκατοικία» θα µου πει – στις παρυφές του Χαλανδρίου. Ενα σπίτι γεµάτο συγγραφείς, καθώς ο σύζυγός της Μιχάλης Φακίνος και η κόρη της Μαρία είναι επίσης συγγραφείς. Εχει µόλις κυκλοφορήσει το νέο της βιβλίο και έχουµε δώσει ραντεβού να µιλήσουµε γι’ αυτό.

Παρατηρώ την έκδοση. Οµορφο χτυπητό εξώφυλλο ενώ µικρά σχέδια κοσµούν την αρχή κάθε κεφαλαίου. Μου θυµίζει ότι ξεκίνησε ως γραφίστας και συζητάµε για την καλλιέπεια στο βιβλίο, κάτι που λείπει στις ηµέρες µας: τα περισσότερα µοιάζουν ανυπόφορα µεταξύ τους τείνοντας στην ιλουστρασιόν εκδοχή των µπεστ σέλερ.

Το µυθιστόρηµα Το τρένο των νεφών είναι διαφορετικό από τα προηγούµενά της αλλά και συνέχειά τους. «Είχα αφήσει µια εκκρεµότητα στο διήγηµα µε τον Ε. Χ. Γονατά (”Φιλοδοξίες κήπου”), την οποία συνέχισα να έχω και στο επόµενο, το “Οδυσσέας και µπλουζ”. Ο Οδυσσέας γράφει ένα βιβλίο που δεν τελειώνει κι εγώ δεν µπορούσα να βρω ποιο είναι αυτό το βιβλίο. Μια µέρα, από το πουθενά, µου ήρθε η ιδέα. Είχα δει παλαιότερα ένα ντοκυµαντέρ για το “τρένο των νεφών”, ένα υπαρκτό τρένο που διέσχιζε σε παλιότερες εποχές την οροσειρά των Ανδεων από την Αργεντινή και κατέληγε στο Βαλπαραΐσο της Χιλής. Επίσης δεν ξέρω πώς µου ήρθε στο µυαλό ο ήρωάς µου, ο Κανένας, που επιβιβάζεται στο τρένο των νεφών και σε κάθε βαγόνι που µπαίνει µεγαλώνει κατά δέκα χρόνια. Στο πρώτο βλέπει τους αυτόχθονες Ινδιάνους, στο δεύτερο ένα θεατρικό δρώµενο που αναπαριστά τα δεινά των αυτοχθόνων από τους κατακτητές, στο τρίτο συναντά προσωπικότητες της λατινοαµερικανικής ιστορίας, νεκρούς πια, και στο τελευταίο συναντά έναν συγγραφέα που είναι συγχρόνως ο Μπόρχες και ο Οµηρος» λέει.

Το κείµενο της Φακίνου διαθέτει την πρωτοτυπία ότι εµπεριέχει αυτούσια κοµµάτια από µυθιστορήµατα λατινοαµερικανών συγγραφέων. «Μου άρεσε το θέµα αλλά αισθανόµουν δέος µπροστά στην “κατασκευή” του» εξηγεί. «∆ιάβασα Ιστορία και 40 βιβλία λατινοαµερικανικής λογοτεχνίας, αποδελτίωσα τα 28 και ρίσκαρα βάζοντας στη ροή του δικού µου κειµένου αποσπάσµατα από αυτά τα βιβλία. Γιατί πιστεύω ότι η λογοτεχνία συνοµιλεί όπως συνοµιλεί και η ιστορία των λαών. Αυτό ήταν το στοίχηµά µου».

∆εν φοβήθηκε τη σύγκριση; «Ναι, φοβόµουν µήπως κατηγορηθώ για αµετροέπεια, µήπως τα κείµενά µου είναι κατώτερα αυτών που χρησιµοποιώ. Ο,τι έκανα πιστεύω ότι το έπραξα µε µεγάλο σεβασµό και αγάπη. Ηταν ένα πολύ ενδιαφέρον παιχνίδι. Θα µπορούσα να κλέψω, να τα αλλάξω, να τα διαφοροποιήσω και να µην πάρει χαµπάρι κανένας. Είµαι καθαρός άνθρωπος και προτίµησα το ρίσκο του παιχνιδιού».


Ο Κανένας και ο Ελεγκτής
«Το " Τρένο των νεφών " είναι κατά κάποιον τρόπο η ιστορία της Λατινικής Αµερικής» λέει η Ευγενία Φακίνου, διευκρινίζοντας ότι ουδέποτε έχει ταξιδέψει στη Λατινική Αµερική – εξάλλου φοβάται τα αεροπλάνα. Κάποιος θα µπορούσε να της πει: «Μα εδώ γίνεται της κακοµοίρας κι εσύ ανατρέχεις στην Ιστορία της Λατινικής Αµερικής;». «Είναι και δική µου απορία» απαντάει «τι δουλειά έχω εγώ µε τη Λατινική Αµερική; Υπάρχει όµως κάτι που συµβαίνει όταν καταλαµβάνεσαι από ένα θέµα. ∆εν πάει να γίνεται γύρω σου ο µαύρος χαµός, εσύ δεν έχεις παρά να του υποταχθείς. Μην ξεχνάτε ότι εµείς οι συγγραφείς δεν δουλεύουµε πάνω στην επικαιρότητα. Χρειαζόµαστε κάποιον χρόνο για να την αφοµοιώσουµε».

Της επισηµαίνω ότι δεν το διάβασα ως ιστορία της Λατινικής Αµερικής αλλά περισσότερο ως ιστορία ενός ανθρώπου που βλέπει το µέλλον του, που γνωρίζει τον κόσµο από την καλή και από την ανάποδη. Συµφωνεί. «Ο Κανένας συµβολίζει τον καθένα, το πώς αντιµετωπίζει κανείς τη ζωή του, τη ζωή που βλέπει να περνά ερήµην του. ∆εν µπορούµε να καθορίσουµε πολλά πράγµατα στη ζωή µας – κι ας πιστεύουµε ότι τα καθορίζουµε».

Εδώ υπεισέρχεται και ο ρόλος του Ελεγκτή. Στο µυθιστόρηµα υπάρχει ένας Ελεγκτής (µε Ε κεφαλαίο) που καθοδηγεί τον ήρωα και τον σπρώχνει να µπαίνει από βαγόνι σε βαγόνι. «Ο καθένας έχει στη ζωή του έναν Ελεγκτή» λέει η συγγραφέας. «Αυτός µπορεί να είναι ο γονιός σου, τα παιδιά σου, η υγεία σου, η οικογένειά σου, το κράτος, η πίστη. Ο Ελεγκτής έχει πλήρη συνείδηση του τι κάνει, είναι αυτός που κρατάει τον ήρωα στο τρένο, είναι αποφασισµένος να ελέγξει την κατάσταση του κάθε ανθρώπου ως το τέλος. Μπορεί να είναι και η µοίρα ή το πεπρωµένο του καθένα µας».

Παρατηρώ ότι Το τρένο των νεφών , µια ιστορία φυγής, διαφέρει θεµατολογικά από τα παλαιότερα βιβλία της. «Στη ζωή µου» λέει η Ευγενία Φακίνου «υπάρχει ένα ορόσηµο, το 2006. Το ανεύρυσµα που µου έτυχε τότε µε άλλαξε. Πήγα και ήρθα από τη ζωή και πλέον αντιλαµβάνοµαι διαφορετικά τα πράγµατα. Εχω µια άλλη στάση ζωής, γι’ αυτό και στα τρία τελευταία µου βιβλία υπάρχει µια θεµατολογική µετατόπιση. Με ενδιαφέρει περισσότερο το υπαρξιακό ταξίδι µέσα µας. ∆εν γυρνάς από τέτοιες περιπέτειες ίδιος, δεν µπορείς να είσαι πια ο ίδιος».

«Κάτι καλό θα βγάλει η κρίση»
Επηρεάζει η κρίση την καλλιτεχνική δημιουργία; «Πιστεύω» απαντά η Ευγενία Φακίνου «ότι οι δημιουργοί θα αντιδράσουν γιατί έχουν μάθει να δουλεύουν υπό πίεση. Αυτή η κατάσταση θα βγάλει έργο. Οχι τώρα, χρειάζεται χρόνος επεξεργασίας.

Τα πράγματα είναι δύσκολα και αυτή η δυσκολία μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια τα καλύτερα στοιχεία. Είχαμε μια μεγάλη χρονική περίοδο που ήρθε στην επιφάνεια η ευτέλεια, το εύκολο». Κάνει μια παύση και σκεπτόμενη δυνατά λέει: «Κοίτα που και οι δύο λέξεις έχουν μπροστά το ευ, δηλαδή το καλό... αλλά δεν ήταν για καλό».

«Σε έναν νέο συγγραφέα θα ήθελα να πω να μην κυνηγήσει το χρήμα και να μην πει ποτέ “βγάζω βιβλίο”. Γιατί εμείς δεν βγάζουμε βιβλία, γράφουμε βιβλία» καταλήγει.



http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=425441