Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ο Τζερόνιμο Στίλτον συναντά το ελληνικό κοινό

Αθήνα
Μπορεί ο μικροσκοπικός Ρεμί, ο ποντικός-σεφ στη βραβευμένη ταινία «Ο Ρατατούης» του Μπραντ Μπερντ να είναι διάσημος κινηματογραφικός αστέρας, αλλά και ο χώρος του βιβλίου έχει το δικό του τρωκτικό-διασημότητα, τον Τζερόνιμο Στίλτον, τον ποντικό-δημοσιογράφο, διευθυντή της εφημερίδας «Ηχώ των Τρωκτικών».
Το ελληνικό κοινό θα έχει τη δυνατότητα να τον συναντήσει τα Σάββατα του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου σε βιβλιοπωλεία της Αττικής, ξεκινώντας από το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, στις 12:30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο Public Αμαρουσίου (The Mall Athens, Α. Παπανδρέου 35, Μαρούσι)


Τρομερός βιβλιοφάγος και σπιτόγατος, ο Τζερόνιμο απεχθάνεται τα ταξίδια και μισεί τις περιπέτειες. Έχει σπουδάσει Φιλολογία των Τρωκτικών και Συγκριτική Αρχαιοποντικολογία και ζει σε ένα νησί στον Νότιο Τρωκτικό Ωκεανό. Το πάθος του είναι να συλλέγει παλιές κρούστες παρµεζάνας του 17ου αιώνα και ο πόθος του να γράφει βιβλία. Η ριψοκίνδυνη αδερφή του Τέα, το πειραχτήρι ο ξάδερφός του Τράπολα και πανέξυπνος ανιψιός του Βενιαμίν δεν τον αφήνουν όμως ποτέ στην ησυχία του γραφείου του παρασύροντάς τον κάθε τόσο σε περιπέτειες σε μέρη μακρινά.

Με περισσότερους από 150 τίτλους στην αγορά, η σειρά παιδικών βιβλίων «Ξεκαρδιστικές ιστορίες» του Τζερόνιμο Στίλτον πρωτοκυκλοφόρησε από τις Edizioni Piemme στην Ιταλία το 2000. Δράση, ανατροπές, απίθανες ιστορίες, χιούμορ, εκπαίδευση και διασκέδαση είναι τα προτερήματα που την έκαναν μπεστ-σέλερ. Έχει µεταφραστεί σε 36 γλώσσες, έχει σημειώσει πωλήσεις 60 εκατοµµυρίων αντιτύπων και έχει γυριστεί σε σειρά κινουμένων σχεδίων.

Στα ελληνικά τα πρώτα βιβλία της σειράς κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Στρατίκη (2003-2005). Οι εκδόσεις Κέδρος συνεχίζουν τώρα τη σειρά έχοντας έτοιμα τα πρώτα τέσσερα νέα βιβλία: «Μα τα χίλια κεφαλοτύρια… Κέρδισα στο Ποντικολόττο!», «Ο μυστηριώδης κλέφτης του τυριού», «Ο ναός του ρουμπινιού της φωτιάς», «Στα ίχνη του γέτι», ενώ άλλα τέσσερα πρόκειται να κυκλοφορήσουν ως το τέλος του Νοεμβρίου.

Συγγραφέας της σειράς δηλώνει ο ίδιος ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, ο Τζερόνιμο Στίλτον, ο οποίος σε αυτοβιογραφικές αφηγήσεις διηγείται τις περιπέτειές του σε παιδιά ηλικίας 7-12 ετών.

Το ελληνικό κοινό θα έχει τη δυνατότητα να τον συναντήσει τα Σάββατα του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου σε βιβλιοπωλεία της Αττικής, ξεκινώντας από το Σάββατο 5 Νοεμβρίου, στις 12:30 μ.μ., στο βιβλιοπωλείο Public Αμαρουσίου (The Mall Athens, Α. Παπανδρέου 35, Μαρούσι).

Πληροφορίες για τις εκδηλώσεις, τα βιβλία, την τηλεοπτική σειρά αλλά και online παιχνίδια με τον Τζερόνιμο Στίλτον






Πολιτισμός περισσότερες ειδήσεις 
 
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=428644 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Τζον Λε Καρε: Ο ποιοτικός φόνος

 

Ο Τζορτζ Σμάιλι προσφέρεται να βοηθήσει μια παλιά του φίλη, τη δεσποινίδα Μπρίμλι, αρχισυντάκτρια ενός μικρού εντύπου θρησκευτικού περιεχομένου. Η δεσποινίς Μπρίμλι έχει λάβει ένα γράμμα από μια αναστατωμένη αναγνώστρια: «Δεν είμαι τρελή. Και ξέρω ότι ο άντρας μου προσπαθεί να με σκοτώσει». Η αποστολέας λέγεται Στέλα Ροντ, σύζυγος καθηγητή της Σχολής Κάρνε, του Ντόρσετ, και όταν το γράμμα φτάνει στον προορισμό του, εκείνη βρίσκεται ήδη νεκρή.

Το Κάρνε είναι ένα παμπάλαιο, αυτάρεσκο, εκκλησιαστικό ίδρυμα, υπερήφανο για την αυστηρότητά του στις κοινωνικές διακρίσεις. Ο Τζορτζ Σμάιλι το επισκέπτεται για να απολαύσει λίγο σέρι, να αφουγκραστεί, να κάνει ερωτήσεις, να σκεφτεί. Και εντέλει να ξεσκεπάσει σιγά σιγά την πολυπλοκότητα, τα θαμμένα μυστικά και τα μίση που υποβόσκουν στη μικρή αυτή αγγλική σχολή. Το μυθιστόρημα αυτό είναι το πιο «αστυνομικό» μυθιστόρημα που έγραψε ποτέ ο Λε Καρέ. Έξυπνο, με άφθονο σασπένς και σατιρικές αιχμές για το ξεπεσμένο μεγαλείο της Βρετανίας.

«Ο ποιοτικός φόνος» του Τζον Λε Καρέ από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

http://www.kastaniotis.com/book/978-960-03-5332-7

Βιογραφικά στοιχεία


Ο Τζον Λε Καρέ (ψευδώνυμο του Ντέιβιντ Κόρνγουελ) γεννήθηκε το 1931 στην Αγγλία. Αφού τελείωσε τις σπουδές του στα πανεπιστήμια της Βέρνης και της Oξφόρδης, εργάστηκε για πέντε χρόνια στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Δημοσίευσε το πρώτο του μυθιστόρημα Call for the Dead το 1961, ενώ δούλευε ακόμα ως μυστικός πράκτορας. Η καριέρα του αυτή τελείωσε όταν ο περίφημος διπλός πράκτορας Κιμ Φίλμπι αυτομόλησε στην ΕΣΣΔ δίνοντας έναν κατάλογο με ονόματα Βρετανών πρακτόρων, ανάμεσα στα οποία και το όνομα του Ντέιβιντ Κόρνγουελ. Aπό τις Eκδόσεις Kαστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματα της περίφημης «Tριλογίας του Κάρλα»: Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2008), Ο εντιμότατος μαθητής (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2009) και Οι άνθρωποι του Σμάιλι (μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2009), καθώς και το μυθιστόρημα Η τελευταία κλήση (μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου, 2010).

facebook

Βιβλιογραφία

Στον αστερισμό της Αβάνας

Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε
Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις
μτφρ.: Γιώργος Ρούβαλης
εκδόσεις Τόπος, σ. 467, ευρώ 25,90





Στις Τρεις ταλαίπωροι τίγρεις ο μεγάλος κουβανός συγγραφέας Γκιγιέρμο Καμπρέρα Ινφάντε αφηγείται τις καθημερινές περιπέτειες μιας παρέας τεσσάρων ανδρών, του συγγραφέα Σιλβέστρε, του τηλεπαρουσιαστή Αρσένιο Κουέ, του μουσικού Εριμπό και του φωτογράφου των αστέρων των καμπαρέ Κόντακ. Ανθρωποι εύθυμοι, που βολτάρουν, πίνουν στα μπαρ, ερωτεύονται, και έπειτα καταλήγουν να συζητούν μέχρι πρωίας, με μια μελοδραματική πάντα διάθεση για τη ζωή. Παράλληλα, άλλες ιστορίες, όπως της Εστρέγιας, που τραγουδούσε τα μπολερό, ή οι αδιέξοδες ψυχαναλυτικές συνεδρίες μιας γυναίκας, έρχονται για να συμπληρώσουν το παζλ της μίας και μόνης μορφής, που έρχεται και επανέρχεται ως άμπωτη σε όλες τις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος και δεν είναι άλλη από τη φαντασματική υπόσταση μιας πόλης, της πόλης, που δεξιώνεται στα ζεστά και σκονισμένα σοκάκια της όλο τον πυρετό αυτών των αφηγήσεων, όλο το αδιέξοδο αυτής της περιπλάνησης και αυτή η πόλη δεν είναι άλλη από την Αβάνα. Την Αβάνα της μουσικής, που χρωματίζει όλη την έκταση αυτού του βιβλίου.
Ενας από τους ταλαίπωρους τίγρεις ερωτεύεται τη φωνή ενός μπολερού, αυτή τη φωνή της Εστρέγια, αφιερώνεται όλος σ' αυτή τη φωνή, την ακολουθεί σε όλη την έκταση των σελίδων. Μια αισθηματοποιημένη τοιχογραφία, φθαρμένη, όμως, πάντα από την υγρασία της θάλασσας, απ' την αλμύρα του ίδιου νοτισμένου αέρα. Σ' αυτή την ομίχλη, που σβήνει με τις αφηγήσεις και τα ίχνη της ίδιας της πόλης, που δεν είναι πλέον μια πόλη, αλλά «ο αντικατοπτρισμός μιας πόλης, ένα φάντασμα», όπως λέει και ένας από τους τίγρεις του βιβλίου, όταν χάνει τον ορίζοντά της και νιώθει να μετεωρίζεται αδύναμος τότε στους στροβίλους της μελαγχολίας. Από τη μια, λοιπόν, αυτό το σκηνικό της πόλης, με τα μπολερό της Εστρέγια και από την άλλη αυτή η αδυναμία της ίδιας της γλώσσας να παρηγορήσει τον άνθρωπο.
Οι συνεδρίες της ψυχαναλυόμενης γυναίκας, που επανέρχονται μέσα στο κείμενο, μαρτυρούν το αδύνατο των εξομολογήσεων, «να μιλάς σε αυτόν που δεν σου μιλάει», που είναι ήδη αλλού. Είναι αυτές οι εξομολογήσεις, που εκτρέπουν το ομιλιακό ύφος του κειμένου στις δίνες των γενεσιουργών του εικόνων.
Γίνονται έτσι αυτές οι καθαρές και εύθυμες φωνές αυτή η ίδια η μελαγχολία της σκέψης, το εναέριο σκηνικό μιας αδυναμίας. Συζητήσεις που ελίσσονται διαρκώς, αλλά που ποτέ, όμως, δεν καταλήγουν πουθενά. Ενας από τους ήρωες του βιβλίου είναι και ο Βουστροφηδόν, ο πειραγμένος του εγκέφαλος αντέστρεφε τις λέξεις, η γλώσσα δεν ήταν γι' αυτόν τίποτε περισσότερο από ένα λογοπαίγνιο. Μια γλωσσική διαθεσιμότητα, που διανοίγει και για το ίδιο το μυθιστόρημα του Ινφάντε έναν ολόκληρο ορίζοντα διαφυγής, τον γλωσσικό ορίζοντα του λογοτεχνικού παιγνίου.
Ταλαίπωροι τίγρεις, φαντασματικά πρόσωπα, που περιφέρονται στα σοκάκια της πόλης, από το ένα καμπαρέ στο άλλο, σε αέναες και αδιέξοδες περιπλανήσεις, σε λευκές σιωπές, σε γεωμετρίες ονομάτων, που δεν ησυχάζουν. «Πλέαμε ανάμεσα σε κτήρια από καθρέπτες, στραφταλίσματα που μας θάμπωναν τα μάτια». Μια φαντασματική, εν τέλει, γραφή, αυτή ακριβώς που αφήνει και το κατοπτρικό της ίχνος στη σελίδα 283, το αδιάγνωστο και αδιανόητο, όπως άλλωστε και η ίδια η Αβάνα, καθώς υποχωρεί στη βροχή
.

Ο αγέλαστος Καρμπονάρος

Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Εργο του Δημήτρη Λαλέτα Αθηνά Γεωργαντά
Τα θαυμάσια νερά. Ανδρέας Κάλβος
Ο ρομαντισμός, ο βυρωνισμός και ο κόσμος των Καρμπονάρων
εκδόσεις Ερμής, σ. 481
Προ πενταετίας είχαμε σχολιάσει το βιβλίο του Λεύκιου Ζαφειρίου Ο βίος και το έργο του Ανδρέα Κάλβου. Παρ' ότι έχει τη μορφή χρονολογίου πρόκειται για μια σημαντική έκδοση γύρω από τις καλβικές σπουδές. Συνιστά το πληρέστερο χρονολόγιο, στο οποίο ενσωματώνονται άγνωστα ερευνητικά ευρήματα. Το πιο αξιόλογο είναι η Ωδή, «Ελπίς πατρίδος Ωδή εν τη των νυν Ελλήνων διαλέκτω, που ο Κάλβος τυπώνει στο Λονδίνο, στα τέλη Νοεμβρίου 1819. Μια καλβική Ωδή, που λάνθανε κοντά δύο αιώνες και προστίθεται ως προδρομική στις γνωστές, τη Λύρα του 1824 και τα Λυρικά του 1826. Εκείνη την παρουσίαση την καταλήγαμε ανακαλώντας τη σκοτεινή πτυχή του Κάλβου ως Καρμπονάρου. Γράφαμε: «Οσο για τα ιδεώδη, ευρύτερα της Επανάστασης του '21, ο Κάλβος φαίνεται να τα επεξεργάζεται προεπαναστατικά. Μήπως ήταν λιγότερο ορμητικός και περισσότερο Καρμπονάρος από όσο τον είχαν φανταστεί;».
Το πόσο συνεπής Καρμπονάρος στάθηκε ο Κάλβος το δείχνει η Αθηνά Γεωργαντά στην πρόσφατη μελέτη της. Οσοι παρακολουθούν το εν προόδω έργο της επί μία εικοσαετία, αρχής γενομένης με τη μελέτη της Αιών βυρωνομανής. Ο κόσμος του Μπάιρον και η νέα ελληνική ποίηση, γνωρίζουν την ακλόνητη πεποίθησή της «στη ρομαντική τέχνη του Κάλβου». Κι αυτήν, ακριβώς, την πίστη έρχεται να υποστηρίξει εναργέστερα με την καινούρια μελέτη, συγκεφαλαιώνοντας παλαιότερα και νεότερα ερευνητικά δεδομένα. Ως ένας πρώτος στόχος της μελέτης διαφαίνεται η αποκατάσταση του Κάλβου στην οικογένεια των ευρωπαίων ρομαντικών, ως «ο ιδιοφυέστερος, ο πλέον πρωτότυπος και ο κορυφαίος ποιητής του ελληνικού ρομαντισμού». Σπεύδει, ωστόσο, να μετριάσει το απόλυτο αυτής της απόφανσης, με την παρατήρηση ότι «δίπλα του στέκεται με άλλους όρους ο Διονύσιος Σολωμός». Τον Κάλβο τον προβάλλει ως πολιτικό ποιητή του ρομαντισμού, τοποθετώντας τον δίπλα στον Μπάιρον. Είναι οι δυο κορυφαίοι ποιητές, που συμμετέχουν ενεργά στην ευρωπαϊκή Καρμπονερία. Ενδεικτικός των προθέσεών της είναι ο τίτλος της μελέτης που αντλείται από την έκτη στροφή της ένατης Ωδής, Εις Ελευθερίαν, και συμμειγνύει τον ρομαντισμό με τον καρμποναρισμό. Το επίθετο θαυμάσιος έχει εδώ τη σημασία του μαγικού, που του απέδιδαν οι ρομαντικοί, ενώ το ουσιαστικό νερό παραπέμπει στο σύμβολο των Καρμπονάρων, που δηλώνει την κάθαρση και την αναγέννηση στην αρετή, συνιστώντας το προκαταρτικό στάδιο κατά τη μύηση στον συνωμοτισμό.
Ομως, ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος είναι μια παλιά ιστορία, καθώς έχει συμπληρωθεί μισός αιώνας από τότε που πρωτοδιατυπώθηκε ως υπόθεση. Ο «αγέλαστος Καρμπονάρος» εξήψε τη φαντασία ενός πολύ πρεσβύτερου, του Πορφύρη Κονίδη, που καταχωρίστηκε στις δέλτους της Ιστορίας ως Κ. Πορφύρης. Ζακύνθιος ο Πορφύρης, ήταν ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να ασχοληθεί με την πολιτική ιδεολογία του συντοπίτη του ποιητή. Δεν ήταν φιλόλογος. Νομική είχε τελειώσει. Αντί, όμως, να ασχοληθεί με τη δικηγορία, ενεπλάκη με την Αριστερά. Στη λογοτεχνία εντρύφησε, με όλη του την άνεση, κατά τις παραμονές του σε Ακροναυπλία και Μακρόνησο. Το 1960, πάντως, κατά τους εορτασμούς του Κάλβου, με αφορμή τη μεταφορά των οστών του από την Αγγλία στη Ζάκυνθο, ο Πορφύρης ήταν ήδη αρχισυντάκτης στην Επιθεώρηση Τέχνης. Τότε, διατύπωσε την υπόθεση ότι ο Κάλβος μπορεί να είχε μυηθεί στον ιταλικό καρμποναρισμό. Την επαλήθευση του την έδωσαν τα Αρχεία της Φλωρεντίας. Τα στοιχεία, που αποδεικνύουν ότι ο Κάλβος υπήρξε στέλεχος της Εταιρείας των Καρμπονάρων της Φλωρεντίας, τα παραθέτει ο Πορφύρης στο βιβλίο του Ο Ανδρέας Κάλβος Καρμπονάρος. Η μυστική δίκη των Καρμπονάρων της Τοσκάνης, που εκδόθηκε το 1975 και το οποίο εκείνος δεν έπιασε στα χέρια του. Ο πρόλογος έχει ημερομηνία «30 Δεκέμβρη 1966» και ο Πορφύρης πέθανε στις 14 Μαΐου 1967, φρουρούμενος στο νοσοκομείο. Κατά την απριλιανή δικτατορία, ο εκδοτικός οίκος Θεμέλιο καταστράφηκε και μαζί χάθηκαν τα χειρόγραφα και τα τυπογραφικά δοκίμια του βιβλίου. Τόσο η περιπέτεια της αναζήτησης στοιχείων στη Φλωρεντία από έναν έλληνα μελετητή χωρίς διαβατήριο όσο και η διάσωση του χειρογράφου για τον Κάλβο συνιστούν μια μακρά ιστορία αντιστασιακού συνωμοτισμού, στο ύψος τού υπό μελέτη καρμποναρισμού.
Η αποκάλυψη του Πορφύρη δεν συντάραξε μεταπολιτευτικά τις καλβικές σπουδές. Του Καρμπονάρου Κάλβου υπερίσχυσε ο παλαιότερος Κάλβος, ο ιδιόρρυθμος και μοναχικός των νεοελληνικών γραμμάτων, που δεν ανήκει σε κανέναν πνευματικό κύκλο. Κατά τη Γεωργαντά, σε αυτήν την εικόνα οφείλονται πολλές στρεβλωτικές ερμηνείες. Περιοριστική, όμως, βρίσκει και τη θεώρηση της καλβικής ποίησης στο πλαίσιο των ιταλικών γραμμάτων, προκρίνοντας αντ' αυτού το διεθνικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Αλλωστε ο Κάλβος, στα χρόνια που διαμορφώθηκε ποιητικά, δηλαδή την περίοδο 1816-1826, έζησε διαδοχικά, στο Λονδίνο, τη Γενεύη και το Παρίσι. Με το ερώτημα του λογοτεχνικού πλαισίου, μέσα στο οποίο πρέπει να αναζητηθούν οι επιδράσεις και οι συγγένειες της καλβικής ποίησης, συναρτάται η ένταξη του Κάλβου σε ένα από τα τρία ρεύματα: νεοκλασικισμός, προρομαντισμός, ρομαντισμός.
Στο πρώτο και εκτενέστερο κεφάλαιο της μελέτης, που χωρίζεται σε τρία μέρη, η Γεωργαντά επιχειρηματολογεί υπέρ της ρομαντικής τέχνης του Κάλβου. Αρχικά, παρουσιάζει διεξοδικά τα τρία κινήματα και τα συσχετίζει με τις επαναστατικές συγκυρίες που τα δημιούργησαν. Επιμένει στον διάλογο των ρομαντικών με την ελληνική αρχαιότητα, θυμίζοντας ότι ο ρομαντισμός διαφώνησε με τον νεοκλασικισμό, αλλά στάθηκε σεβαστικός απέναντι στο κλασικό πνεύμα. Και τέλος, αναπτύσσει τις ιδέες των ρομαντικών για τη γλώσσα, για να καταλήξει ότι η καλβική ποίηση, που συμπλέκει αρχαϊσμούς και λαϊκό λεξιλόγιο, δεν μπορεί παρά να ανήκει στον ρομαντισμό, ο οποίος και αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως ζώντα εν εξελίξει οργανισμό. Μελετά, ακόμη, ορισμένες πολυσυζητημένες ιδιομορφίες της καλβικής ποίησης, όπως οι διασκελισμοί, τα υπερβατά σχήματα και η πυκνή στίξη, προπαντός το πλήθος των ερωτηματικών, δείχνοντας ότι συνιστούν αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά της ρομαντικής τέχνης. Χωρίς να αγνοεί αντίθετες απόψεις άλλων μελετητών, τις οποίες και αναφέρει στις υποσελίδιες σημειώσεις, επιμένει ότι για τον Κάλβο «πανίσχυρο πρότυπο» στάθηκε η βυρωνική ποίηση. Ετσι κλείνει το πρώτο κεφάλαιο, επανερχόμενη στον προσφιλή της Μπάιρον. Ενώ καταλήγει τη μελέτη παρακολουθώντας τον διάλογο Μπάιρον-Κάλβου μέχρι το σημείο που αυτός γίνεται αντίλογος του δεύτερου προς τον πρώτο με την Ωδή Εις Δόξαν.
Εχοντας στοιχειοθετήσει η Γεωργαντά στο πρώτο κεφάλαιο τον ρομαντικό Κάλβο, προχωρά στο κυρίως σώμα της μελέτης, στον Καρμπονάρο. Τα ίχνη του τα αναζήτησε στα Εθνικά Αρχεία της Γαλλίας, όπου φυλάσσονται και τα Αρχεία της Αστυνομίας Παρισίων. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε φωτίζουν γενικότερα τον ευρωπαϊκό καρμποναρισμό και ειδικότερα τις καρμποναρικές κοινότητες της Ελβετίας, καθώς η Γαλλία ανησυχούσε για τον καρμποναρισμό που φούντωνε στη γειτονική της χώρα. Η σημαντικότερη καρμποναρική κοινότητα ήταν εκείνη της Γενεύης, που χρησίμευε και ως κέντρο υποδοχής των φυγάδων ιταλών Καρμπονάρων. Για τη συμμετοχή, ωστόσο, του Κάλβου μόνον εικασίες μπορούν να γίνουν, με βάση τα πρόσωπα που συναναστρέφεται και τα οποία είναι μέλη ή και υψηλόβαθμα στελέχη της Καρμπονερίας. Λείπουν τεκμήρια όπως εκείνα που κομίζει ο Πορφύρης και τα οποία δείχνουν έναν Κάλβο Καρμπονάρο, που, το 1820-1821, στη Φλωρεντία είχε τον δεύτερο βαθμό στην ιεραρχία, εκείνον του διδασκάλου. Η μελέτη, ωστόσο, αποβαίνει πολλαπλώς πολύτιμη, δεδομένου μάλιστα ότι η σχετική ελληνική βιβλιογραφία παραμένει φτωχή. Παρουσιάζει διεξοδικά τις διακλαδώσεις και τα σημαίνοντα πρόσωπα του καρμποναρισμού, όπως ο Φιλίππο Μπουοναρότι, που αγωνίστηκε για την ένωση της Ιταλίας. Αναπτύσσει την ιδεολογία, τα σύμβολα και τις τελετουργίες του καρμποναρισμού, στηρίζοντας σε αυτά την ερμηνεία της καλβικής ποίησης. Εδώ, η σχέση παρουσιάζεται αμφίδρομη, αφού οι Ωδές μπορούν με τη σειρά τους να εκληφθούν ως αδιάψευστη μαρτυρία για τον καρμποναρισμό του δημιουργού τους.
Σύμφωνα με τη Γεωργαντά, η ταυτότητα του ποιητή Καρμπονάρου εκδηλώνεται με πάθος σε πολλούς στίχους ακόμη και της πρώτης Ωδής, εκείνης του 1819, όπου μέχρι και οι δύο λέξεις του τίτλου της, ελπίς και πατρίς, είναι λέξεις ιερές για τους Καρμπονάρους. Υψιστο ιδανικό για εκείνους είναι η φιλοπατρία, ως κληρονομιά της Γαλλικής Επανάστασης. Το 1790, Βωμοί της Πατρίδος στήνονται παντού στη Γαλλία. Το 1826, η τελευταία δεκάτη Ωδή των Λυρικών τιτλοφορείται Ο Βωμός της Πατρίδος. Η αφήγηση της Γεωργαντά διαθέτει παλμό και συμπαρασύρει τον αναγνώστη. Τεκμηριώνει τις απόψεις της, χωρίς να κρύβει ότι παραμένει βυρωνομανής κι ας βρίσκεται στον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, που γυρίζει πίσω στις βολταιρικές απόψεις περί φιλοπατρίας

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=28/10/2011&id=321159 

Αντριου Γουάιλι: Το τσακάλι των εκδόσεων (από το Βήμα)

O 14ος ισχυρότερος παγκοσμίως παράγοντας στο χώρο του βιβλίου (σύμφωνα με τον «Guardian») µιλά στο «Βήµα» γιαι τις εκδοτικές εξελίξεις





Οι νοµπελίστες Ορχάν Παµούκ, Β. Σ. Νάιπολ, Κενζαµπούρο Οε, Σολ Μπέλοου και Τζόζεφ Μπρόντσκι, ο Νικολά Σαρκοζί αλλά και οι κληρονόµοι του Ναµπόκοφ, του Μπόρχες και του Καλβίνο συγκαταλέγονται στο εκτενές διεθνές πελατολόγιο του Αντριου Γουάιλι, µαζί µε τον Φίλιπ Ροθ, τον Μίλαν Κούντερα και τον Μάρτις Εϊµις. Η απόκτηση του τελευταίου από τη βρετανή ατζέντισσα Πατ Κάβανο το 1995 τον στιγµάτισε µε τη φήµη του αρπακτικού και το προσωνύµιο «Τσακάλι», αλλά αυτός δεν ενοχλείται.

Τέσσερις από τους συγγραφείς τα δικαιώματα των οποίων εκπροσωπεί διεθνώς ο Αντριου Γουάιλι:
1. Ο Αμερικανός Φίλιπ Ροθ
2. Ο Τούρκος Ορχάν Παμούκ
3. Ο Βρετανός Β.Σ. Νάιπολ
4. Ο Αργεντινός Χόρχε Λουίς Μπόρχες







Ζει σε έναν «παράδεισο για κάθε βιβλιόφιλο» – έτσι µας περιέγραψε από το τηλέφωνο το αρχηγείο του στη Νέα Υόρκη, ένα ολόκληρο οικοδοµικό τετράγωνο γεµάτο βιβλία. Αγναντεύοντας από το παράθυρο την 57η οδό, ο παλιός σύντροφος του Αντι Γουόρχολ στα πάρτι της δεκαετίας του ‘60 και του ‘70, µας µίλησε για τη δουλειά του µε ενθουσιασµό διανθίζοντας συχνά τον λόγο του µε λόγιες λέξεις ελληνικής προέλευσης.

– Πώς αποφασίσατε να γίνετε λογοτεχνικός πράκτορας;
«Ο πατέρας µου ήταν επιµελητής εκδόσεων και η επιθυµία µου ήταν να ακολουθήσω τη δική του καριέρα. Αρχισα να αναζητώ δουλειά σε εκδοτικούς οίκους και όλοι µε ρωτούσαν τι διάβαζα. Τότε διάβαζα Θουκυδίδη και οι εκδότες µού εξηγούσαν ότι θα ήταν περισσότερο χρήσιµο για τη δουλειά που αναζητούσα να διαβάζω τα βιβλία που περιλαµβάνονται στις λίστες ευπωλήτων. ∆εν διάβαζα τα µπεστ σέλερ, ούτε µε ενδιέφερε να τα διαβάσω, έτσι στο τέλος αποφάσισα να γίνω λογοτεχνικός πράκτορας, ώστε να µπορώ να επιλέγω εγώ τους συγγραφείς µε τους οποίους θα συνεργάζοµαι χωρίς να µου επιβάλλουν άλλοι ένα εµπορικό µοντέλο. ∆εν γνώριζα αν ήταν εφικτό να οικοδοµήσω µια ενδιαφέρουσα και βιώσιµη επιχείρηση συνεργαζόµενος µόνο µε ποιοτικούς συγγραφείς, 31 χρόνια αργότερα όµως απεδείχθη ότι ήταν εφικτό».

– Ποιες ικανότητες εξασφάλισαν την
επιτυχία σας;
«Αφενός ήξερα από την αρχή τι ήθελα να κάνω, δηλαδή να αναλάβω αποκλειστικά συγγραφείς που µε ενδιέφεραν χωρίς να επηρεάζοµαι από την εµπορική παράµετρο της δουλειάς τους. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι για να γίνει αυτό θα έπρεπε να δώσω µεγάλη σηµασία στα διαχρονικά αναγνώσµατα, σε αυτό που λέµε backlist, και να αποκτήσω διεθνή πελατεία. Επειτα από επαφές και πολλά ταξίδια η επιχείρηση άρχισε να αποκτά σηµαντική εµβέλεια και πλέον εκπροσωπούµε συγγραφείς από πολλές χώρες και συνεργαζόµαστε µε εκδότες σε πολλές χώρες».



Οι εξελίξεις στην αγορά του βιβλίου
– Η αγορά του βιβλίου αλλάζει με τις ψηφιακές εκδόσεις. Πώς εκτιμάτε τις εξελίξεις;
«Στις ΗΠΑ η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού βιβλίου συντελείται µε αλµατώδεις ρυθµούς. Υπάρχουν όµως σηµαντικότατα ζητήµατα σχετικά µε την κατανοµή των εσόδων από το ηλεκτρονικό βιβλίο τα οποία πρέπει να επιλυθούν άµεσα, διαφορετικά οι εκδότες ως ενδιάµεσοι ανάµεσα στους συγγραφείς και στο αναγνωστικό κοινό θα εκλείψουν και θα συµβεί στην εκδοτική βιοµηχανία ό,τι συνέβη στη µουσική βιοµηχανία. Η θέση µου είναι ότι το ποσοστό των συγγραφέων πρέπει να αυξηθεί και των διακινητών να µειωθεί από το 30%. Υπάρχουν βεβαίως ακόµη αγορές µη ανεπτυγ µένες ψηφιακά, όπως η γερµανική, όπου το ηλεκτρονικό βιβλίο καταλαµβάνει το 1%, όµως αυτό, αναπότρεπτα, θα αλλάξει. Πιστεύω πάντως ότι θα υπάρχει αγορά και για το ηλεκτρονικό και για το έντυπο βιβλίο».

– Βιβλιοπωλεία σε όλον τον κόσμο
κλείνουν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και του ηλεκτρονικού εμπορίου. Θα επιβιώσει το βιβλίο χωρίς αυτά;
«Τα βιβλιοπωλεία δεν θα εκλείψουν οριστικά, θεωρώ όµως ότι τα βιβλιοπωλεία του µέλλοντος θα είναι ένας συνδυασµός ηλεκτρονικών και ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων. Θα έρθουν πολύ δύσκολες ηµέρες για τις µεγάλες αλυσίδες κατά τη γνώµη µου, εκτός αν διαφοροποιηθούν από κατάστηµα σε κατάστηµα, όπως πρόκειται να κάνει η Waterstone’s στη Βρετανία. Μόνον έτσι θα επιβιώσουν».

– Ο αγγλικός Τύπος σάς αποκαλεί «Τσακάλι» για την επιθετική πολιτική σας. Σας ενοχλεί ο χαρακτηρισμός;
«∆εν µε απασχολεί, µια λέξη είναι κι αυτή».

– Ο κόσμος των εκδόσεων είναι εξίσου ανταγωνιστικός με τον κόσμο άλλων επιχειρήσεων;
«Οι αγορές είναι µικρές, η δουλειά είναι δύσκολη, οι άνθρωποι εργάζονται πολλές ώρες. Σε άλλον τοµέα, ένας τόσο σκληρά εργαζόµενος θα αµειβόταν τρεις ή τέσσερις φορές περισσότερο. Το κόστος ζωής στις πόλεις όπου συνήθως δραστηριοποιούνται οι εκδοτικοί οίκοι είναι υψηλό, οι µισθοί είναι χαµηλοί, η πίεση της δουλειάς έντονη, οπότε υπό αυτή την έννοια τα επαγγέλµατα του εκδοτικού χώρου είναι δύσκολα».
Καλή και καλή λογοτεχνία
– Τι αναζητείτε στα κείμενα των νέων συγγραφέων που αναλαμβάνετε;
«Στους λογοτέχνες αναζητούµε ποιοτική γραφή, στους µη λογοτέχνες ενδιαφέρουσες ιδέες ή ιστορίες».

– Πώς ορίζετε την ποιοτική γραφή;
«Είναι δύσκολο να δώσω γενικό ορισµό γιατί κάθε συγγραφέας έχει κάτι ιδιαίτερο, έχει τα δικά του προτερήµατα. Επειτα από 31 χρόνια όµως µπορούµε εύκολα να διακρίνουµε κάποιον που γράφει καλά από κάποιον που δεν γράφει καλά. Το καλό κείµενο το αναγνωρίζεις αµέσως µόλις το δεις».

– Στον αντίποδα, οι πωλήσεις κακής
και εύκολης λογοτεχνίας είναι αυξητικές. Το φιλολογικό γούστο εκφυλίζεται ανεπιστρεπτί;
«Αυτό που συνέβη στην εκδοτική βιοµηχανία είναι ότι παρέδωσε τον έλεγχο στους µεσάζοντες διακινητές και εκείνοι, προκειµένου να ικανοποιήσουν τις επαγγελµατικές φιλοδοξίες τους, έβαλαν στόχο τις πωλήσεις µεγάλου αριθµού αντιτύπων σε µικρό χρονικό διάστηµα. Η εκδοτική βιοµηχανία επαναοικοδοµήθηκε τεχνητά πάνω σε µια εντελώς εµπορική βάση, πράγµα που δεν θεωρώ επωφελές για το βιβλίο. Συµβαίνει σήµερα στον εκδοτικό χώρο αυτό που συνέβη και µε την τηλεόραση, όπου η ηλιθιότητα των πρωινών εκποµπών καθόρισε τελικά το πρόγραµµα της τηλεόρασης στο σύνολό του ώσπου η τηλεόραση απαξιώθηκε. Τώρα η συνδροµητική τηλεόραση προσφέρει 500 κανάλια και η ποιότητα των εκποµπών έχει βελτιωθεί σηµαντικά διότι ο έλεγχος του παραγόµενου προϊόντος δεν συγκεντρώνεται στα χέρια ολίγων. Νοµίζω ότι η εκδοτική βιοµηχανία µέσω της ψηφιακής ανάπτυξης διανύει µια αντίστοιχη περίοδο µεταβολής και εκτιµώ ότι η ποιότητα θα βελτιω θεί και το εµπορικό κριτήριο θα παίζει µικρότερο ρόλο».

Δουλειά και απόλαυση
– Τι απολαμβάνετε περισσότερο στη δουλειά σας;
«Τους ανθρώπους, τους συγγραφείς που αναλαµβάνουµε και το διάβασµα».

– Ποια είναι τα αγαπημένα σας αναγνώσματα;
«Αγαπηµένο µου βιβλίο είναι εκείνο που διαβάζω κάθε φορά. Πέρασα το περασµένο Σαββατοκύριακο µε τον Β. Σ. Νάιπολ στην αγγλική ύπαιθρο. Την προηγούµενη ηµέρα που βρισκόµουν στο Λονδίνο έδωσα σε κάποιον ένα αντίτυπο του δικού του A Bend in the River και του σύστησα να το διαβάσει. Του έδωσα επίσης ένα αντίτυπο του The Enigma of Arrival και αγόρασα ένα άλλο για τον εαυτό µου που το διάβασα στο αεροπλάνο, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη. Αυτή την πολυτέλεια µου προσφέρει η απόφαση να αναλαµβάνω µόνο συγγραφείς που µε ενδιαφέρουν».

– Οι αρνητικές πλευρές του επαγγέλματός σας ποιες είναι;
«∆εν υπάρχουν αρνητικές πλευρές. Αποφάσισα νωρίς τι ήθελα να κάνω, δούλεψα πολύ για να υλοποιήσω την επιθυµία µου και είµαι ευτυχισµένος».

– Υπάρχει ο μύθος ότι οι ταλαντούχοι συγγραφείς είναι δύσκολοι άνθρωποι. Πώς τους χειρίζεστε;
«Είµαστε υπάλληλοι των συγγραφέων που εκπροσωπούµε. Πάντως οι περισσότεροι δεν είναι δύσκολοι άνθρωποι. Υπάρχουν φυσικά και οι εξαιρέσεις. Ετυχε να µου διατυπωθούν αιτήµατα που δεν έβρισκα λογικά και δεν µπορούσα να τα πραγµατοποιήσω. Πρόκειται όµως για σπάνιες περιπτώσεις, δύο ή τρεις µέσα σε αυτά τα 31 χρόνια».

– Αν δεν ήσασταν ατζέντης, τι θα κάνατε;
«Θα ήµουν άστεγος... ή θα µετακόµιζα στην Αθήνα και θα εργαζόµουν για την οικονοµία σας».
Η σχέση του µε την ελληνική λογοτεχνία

Στους πελάτες του Αντριου Γουάιλι συγκαταλέγεται μόνο ένας έλληνας συγγραφέας, ο Πάνος Καρνέζης. «Ο Μαρκ Μαζάουερ γράφει τώρα μια ιστορική μελέτη που θα αποτελέσει την πληρέστερη ιστορία του Αγώνα για την ελληνική ανεξαρτησία. Είναι Βρετανός μεν αλλά φιλέλληνας» προσθέτει ο ίδιος.

Γνωρίζει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;

«Ομολογώ ότι δεν τη γνωρίζω καλά και το λάθος είναι δικό μου. Μου είναι δύσκολο να είμαι ενημερωμένος διότι δεν μιλάω ελληνικά, παρ’ ότι σπούδασα αρχαία ελληνικά στο κολέγιο. Παρεμπιπτόντως, ο πρώτος πελάτης που ανέλαβα είχε κάποια σχέση με την Ελλάδα, ήταν ο Ι. Φ. Στόουν, ο συγγραφέας του βιβλίου “Η δίκη του Σωκράτη”. Τον εντυπωσίασα απαγγέλλοντας στίχους του Ομήρου που είχα αποστηθίσει στη διάρκεια των μαθημάτων του Αλμπερτ Λορντ στο Χάρβαρντ».

Πώς, κατά την επαγγελματική του άποψη, η λογοτεχνία που γράφεται σε μια «μικρή» γλώσσα όπως η ελληνική μπορεί να αποκτήσει ευρύτερο παγκόσμιο κοινό; «Δυστυχώς συνήθως πρέπει να καταφύγει κανείς στη μετάφραση. Χρειάζεται να βρεθεί ένας καλός μεταφραστής, να μεταφράσει ένα τμήμα του έργου και να δώσει μια εκτεταμένη περίληψη του συνόλου και με αυτή τη μετάφραση ανά χείρας να αναζητηθεί εκδότης. Είναι η πρακτική που ακολουθούμε στην περίπτωση του Ορχάν Παμούκ και του Αλάα αλ Ασουάνι. Mεταφράζουμε μέρος του βιβλίου και μετακινούμαστε από την αρχική τοπική αγορά προς την αγορά των ΗΠΑ και της Βρετανίας. Από τη στιγμή που είναι εξασφαλισμένες η τοπική αγορά και η αγορά των ΗΠΑ, το να κατακτήσει κανείς τον υπόλοιπο κόσμο είναι εύκολη υπόθεση».







http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=426457

Οι εκδόσεις Φαρφουλάς εγκαινίασαν το βιβλιοπωλείο τους

Η κρίση που πλήττει τα μεγάλα βιβλιοπωλεία φαίνεται ότι ευνοεί τους μικρούς.


Αθήνα

Είναι παρηγορητικό στις μέρες που διανύουμε, όταν βιβλιοπωλεία κλείνουν, να πληροφορούμαστε ότι κάποια άλλα ανοίγουν. Οι εκδόσεις Φαρφουλάς μόλις εγκαινίασαν το δικό τους βιβλιοπωλείο στην οδό Μαυρομιχάλη 18, στα Εξάρχεια.

«Μας άρεσε ο χώρος», λέει ο Διαμαντής Καράβολας, υπεύθυνος των εκδόσεων, οι οποίες μετακόμισαν εκεί από το γραφείο που διατηρούσαν στην οδό Ζωοδόχου Πηγής στις αρχές Οκτωβρίου. Πράγματι, ο χώρος, που δεν είναι άλλος από το παλιό βιβλιοπωλείο-στέκι των εκδόσεων Γαβριηλίδης, έχει καλή «αύρα» για το βιβλίο.

Το βιβλιοπωλείο είναι το τρίτο βήμα στην πορεία του Φαρφουλά, η οποία μπορεί να μην περιλαμβάνει εντυπωσιακά άλματα, είναι όμως σταθερή. Ως φανζίν αρχικά, το περιοδικό «Φαρφουλάς» πρωτοκυκλοφόρησε το 2001 και, με την εξαίρεση μιας τριετούς διακοπής στο ενδιάμεσο, εξακολουθεί να κυκλοφορεί εκφράζοντας τα ενδιαφέροντα και τις ανησυχίες της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Από αυτό γεννήθηκαν το 2007 οι ομώνυμες εκδόσεις, στο βιογραφικό των οποίων βρίσκουμε ως σήμερα περίπου 40 βιβλία.

Το βιβλιοπωλείο ήταν «μια παρορμητική κίνηση», λέει ο Διαμαντής Καράβολας, μια απόφαση που πάρθηκε στη βάση της «λογικής του παραλόγου». Είναι μια κίνηση αισιόδοξη για το βιβλίο, «Εκτιμούμε ότι θα πάνε καλά τα πράγματα και ότι το βιβλίο δεν θα πεθάνει» υποστηρίζει ο εκδότης.

Με κέφι, μεζέδες και κρασί, με μουσική -τσαμπούνες νησιώτικες και βιολιά-, και με παράσταση Καραγκιόζη με… βιβλιοπωλικό θέμα από τον καραγκιοζοπαίκτη Ψυχραιμία, το βιβλιοπωλείο εγκαινιάστηκε επίσημα το βράδυ της Τετάρτης παρουσία φίλων, συνεργατών, μερακλήδων της ανάγνωσης αλλά και κατοίκων της γειτονιάς, οι οποίοι μάλλον χάρηκαν που ο χώρος ο οποίος φιλοξενούσε το βιβλιοπωλείο του Γαβριηλίδη δεν μετετράπη, μετά τη μεταστέγασή του, σε ακόμη ένα τυροπιτάδικο.

Ο χώρος μικρός και φιλικός, ο προσανατολισμός του βιβλιοπωλείου συγκεκριμένος. Φιλοδοξεί να αποτελέσει πέρασμα, στέκι, σημείο συνάντησης υπερρεαλιστών και μη. Στο ισόγειο βρίσκουμε τις εκδόσεις του Φαρφουλά, λογοτεχνικά περιοδικά καθώς και εκδόσεις λογοτεχνίας ή κριτικής «σχετικές με τα ενδιαφέροντά μας» εξηγεί ο Διαμαντής Καράβολας, «τα οποία αφορούν τον υπερρεαλισμό, την μπητ λογοτεχνία, τα φανζίν». Εξειδίκευση είναι η λέξη-κλειδί για το μέλλον των βιβλιοπωλείων διεθνώς και η περίπτωση του Φαρφουλά, που ανοίγει μέσα στη φουσκονεριά της κρίσης, θα δείξει αν αυτό ισχύει και στον ελληνικό χώρο.

Το βιβλιοπωλείο δίνει έμφαση σε μικρούς και ανεξάρτητους εκδότες, σε έλληνες συγγραφείς αγνοημένους ή αιρετικούς, στην ποίηση. Στο πατάρι λευκώματα, βιβλία για τη μουσική και τον κινηματογράφο, θεατρικά και μεταχειρισμένα ξενόγλωσσα βιβλία, σειρές ολόκληρες της Penguin και της Ηachette, επιστημονική λογοτεχνία, αστυνομικά, κλασικοί συγγραφείς. Στη βιτρίνα μια κούκλα, βυθισμένη στην ανάγνωση. Διαβάζει -όπως αρμόζει στο ύφος και στο ήθος του Φαρφουλά- το ποίημα «Μοντέλο» του Γιάννη Σκαρίμπα από τη συλλογή «Ουλαλούμ».



Ντοκυμαντέρ: BLACK POWER MIXTAPE: Μιλούν οι “Μαύροι Πάνθηρες”

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και αρχές της δεκαετίας του ’70, σκηνοθέτες της Σουηδικής τηλεόρασης ταξίδεψαν στις ΗΠΑ για να γνωρίσουν και να εξερευνήσουν το κίνημα Black Power. Πολύ λίγα ήταν ως τότε γνωστά από τα αμερικανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης, καθώς η επίσημη κρατική άποψη ήταν πως επρόκειτο για κίνημα συνδεδεμένο με τη βία και με τρομοκρατικές ενέργειες.
Παρά τα εμπόδια που συνάντησαν, οι Σουηδοί σκηνοθέτες δεν σταμάτησαν την έρευνά τους και τελικά ανέπτυξαν ουσιαστικούς δεσμούς με σημαντικούς εκπροσώπους της σπουδαιότερης οργάνωσης, των Μαύρων Πανθήρων, σε μια προσπάθεια να αναδείξουν από κοινού την κατάσταση των μαύρων και τους αγώνες τους για ίσα δικαιώματα.
Τριάντα χρόνια αργότερα, ο σκηνοθέτης Γκόραν Όλσον ανακάλυψε αυτό το υλικό από ταινίες των 16 χιλιοστών σε ένα σκονισμένο ράφι στα αρχεία της σουηδικής τηλεόρασης. Αντιλαμβανόμενος την αξία του, αποφάσισε να πάρει το ατόφιο κινηματογραφικό υλικό από το υπόγειο και να το κάνει προσβάσιμο στο κοινό, να φτιάξει μια ταινία – συλλογή για το κίνημα. Χωρίς να περιμένει έγκριση από κανέναν, έκανε αυτό που έκρινε σωστό και βρήκε χρηματοδότη στη συνέχεια (συμπαραγωγός είναι ο ηθοποιός Ντάνι Γκλόβερ, γνωστός για τις ριζοσπαστικές θέσεις του).

Ατόφια αίσθηση

Το αποτέλεσμα ήταν σκόπιμα μια συλλογή αποσπασμάτων, όχι ένα ρεμίξ, προκειμένου να διατηρηθεί ατόφια η αίσθηση του υλικού και να μην κατακερματιστεί σε νέα κομμάτια. Σαν ηχητική επένδυση έχει μουσική και συνεντεύξεις από σύγχρονους αφροαμερικανούς καλλιτέχνες, ακτιβιστές και μουσικούς όπως ο Χάρι Μπελαφόντε, η Έρικα Μπαντού, ο Άμιρ Χάλιμπ Τόμσον των Ρουτς και πολλοί ακόμη. Είναι ταξινομημένο σε εννέα μέρη, ένα για κάθε χρονιά της περιόδου 1967-1975.
Εμφανίζονται οι πρωταγωνιστές του κινήματος για την απελευθέρωση των μαύρων, ονόματα όπως ο Στόκλι Καρμάικλ, ο Μπόμπι Σιλ, ο Χιούι Νιούτον, η Άντζελα Ντέιβις την εποχή της φυλάκισής της, ο Έλντριτζ Κλίβερ, στελέχη οι περισσότεροι των «Μαύρων Πανθήρων» εκείνο το διάστημα, καθώς και υλικό από την πλούσια δραστηριότητα του κόμματος αυτού και των δικτύων που είχε στήσει μέσα στις κοινότητες των μαύρων. Ουσιαστικά ξεκινά με την περίοδο που εγκαινιάστηκε με τον θάνατο του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και την πολιτική κληρονομιά που άφησε: Βία ή μη-βία; Ήταν μια περίοδος που στην Ευρώπη είχε καθοριστεί από τα κινήματα του Μάη του ’68. Στην άλλη όχθη του Ατλαντικού τον τόνο έδινε η αντίσταση στον πόλεμο του Βιετνάμ και το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα βρισκόταν στο αποκορύφωμά του. Ένα κίνημα που είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του ’50 στις Νότιες πολιτείες ενάντια στους ρατσιστικούς νόμους και τις διακρίσεις, δικαιώθηκε «στα χαρτιά» με την κατάργησή τους από τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον και μεταφέρθηκε στα αναπτυγμένα αστικά κέντρα του Βορρά.

Γκέτο

Καρδιά της διαμαρτυρίας τώρα γίνεται η καπιταλιστική εκμετάλλευση, η γκετοποίηση, η βάρβαρη καταστολή των μαύρων και ο αποκλεισμός τους από τις λαμπερές κατακτήσεις του αμερικάνικου ονείρου σε επίπεδο εκπαίδευσης, παροχών και ποιότητας ζωής. Οι αγώνες ξέσπασαν και ήταν σκληροί και βίαιοι, με οδοφράγματα στα γκέτο, αναβρασμό στα εργοστάσια, διαδηλώσεις και πολιτικές διαμαρτυρίες.
Στην καρδιά των πιο μαχητικών μαύρων αγωνιστών βρίσκονταν οι Μαύροι Πάνθηρες, ένα κόμμα που μιλούσε ανοιχτά για βίαιη ρήξη με το ρατσιστικό κράτος και τους θεσμούς του και την οργάνωνε σε όλα τα επίπεδα, από την υλικοτεχνική στήριξη των μαύρων κοινοτήτων μέχρι την ένοπλη αντιπαράθεση με τους μηχανισμούς καταστολής. Σύντομα μπήκαν στο στόχαστρο των κυβερνήσεων και της αστυνομίας. Ο Νίξον μίλησε για την «σιωπηλή πλειοψηφία» των λευκών που έπρεπε να απομονώσουν τους βίαιους τρομοκράτες, ο Ρίγκαν ως κυβερνήτης της Καλιφόρνιας επιδόθηκε σε ένα λυσσασμένο κυνήγι μαγισσών απέναντι στους ηγέτες του μαύρου κινήματος στα πανεπιστήμια.
Παρά τη βάρβαρη καταστολή, δεν κατάφεραν να συντρίψουν τον κόσμο που πάλεψε. Αντίθετα αναγκάστηκαν να κάνουν πολιτικές και νομοθετικές παραχωρήσεις στις μαύρες κοινοτητες για να εξομαλύνουν την κατάσταση, όχι βέβαια να λύσουν το βασικό ζήτημα της φτώχειας, του ρατσισμού και του αποκλεισμού που σήμερα όλο και περισσότερο οξύνεται.
Από αυτή την άποψη, το κίνημα Black Power και οι Μαύροι Πάνθηρες δεν δικαιώθηκαν. Τα ζητήματα που άνοιξαν όμως είναι σήμερα επίκαιρα όσο ποτέ, κι ας μην κατάφεραν να τα λύσουν. Η παραγωγή και κυκλοφορία του «Black Power Mixtape 1967-1975» (από τις 3 Νοέμβρη στα σινεμά) είναι ένα δείγμα των καιρών και μια πηγή έμπνευσης για όλο τον κόσμο που επιμένει να θυμάται και να παλεύει, μη-βίαια ή και βίαια.

http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=3304:i992&Itemid=11