Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Παρέμβαση: Η Θεσσαλονίκη στη δίνη της σύγχρονης ιστορίας - Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Ένεκεν, επιχειρεί, με αφετηρία την ιστορία της Θεσσαλονίκης, να αντλήσει χρήσιμα διδάγματα για την Αριστερά του σήμερα.




Ο Γιώργος Γιαννόπουλος, συγγραφέας και εκδότης του περιοδικού Ένεκεν, επιχειρεί, με αφετηρία την ιστορία της Θεσσαλονίκης, να αντλήσει χρήσιμα διδάγματα για την Αριστερά του σήμερα.

H κυρίαρχη προπαγάνδα μιλάει για την αιώνια ελληνικότητα της Θεσσαλονίκης. Ποιά ήταν πραγματικά η πόλη στην οποία μπήκε ο ελληνικός στρατός τον Οκτώβρη του 1912;
«Δεν πολυλυπούμε ν’ αφήσω την Θεσσαλονίκη αν και είχε αρχίσει να μου γίνεται συμπαθητική. Ο πληθυσμός της ο εβραϊκός δε μ’ αρέσει, ούτε κι ο ελληνικός, που δεν έχει έντονα χαρακτηριστικά, που βρίσκει κανείς σ’ άλλα ελληνικά μέρη. ... Γενικά όμως βασιλεύει στη Θεσσαλονίκη κάποιος ευρωπαϊκός κοσμοπολιτισμός ανακατωμένος με ανατολίτικα στοιχεία, που γεννάει παραφωνίες ανυπόφορες και αντιπαθητικές».1
Tο απόσπασμα από το ημερολόγιο του Φίλιππου Δραγούμη είναι ενδεικτικό των αντιλήψεων που κυριαρχούν στα ανώτατα κλιμάκια της ελληνικής μπουρζουαζίας και ιδιαίτερα των κύκλων εκείνων που αποτελούσαν τον ιδεολογικό πυρήνα της εθνικιστικής της ιδεολογίας στις αρχές του 20ού αιώνα. «Οι παραφωνίες» που αναφέρει ο Δραγούμης είναι σαφώς ο πολιτισμικός πλούτος της Θεσσαλονίκης, ο προλεταριακός της χαρακτήρας, οι πολιτικές και κοινωνικές ζυμώσεις που συμβαίνουν στην πόλη. Στις αρχές του 20ού αιώνα η πόλη της Θεσσαλονίκης θα βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων και τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν θα το επιβεβαιώσουν με τρόπο δραματικό. Είναι σημαντικό βέβαια να δούμε ποια είναι η συμπεριφορά των φωστήρων της ελληνικής μπουρζουαζίας καθώς σχεδιάζουν και υλοποιούν την επέκταση του ελληνικού καπιταλισμού στη βαλκανική ενδοχώρα. Για τους αναδυόμενους εθνικισμούς ο «Μεγάλος Ασθενής», η καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία, είναι το κουφάρι που έχουν βάλει στο μάτι οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Δύσης και τα κατά τόπους όρνεα της εθνικής πολιτικής. Στην ανάδυση των εθνικών κρατών στην περιοχή της Βαλκανικής αποτυπώνονται οι αντιφάσεις του καπιταλισμού την περίοδο του ιμπεριαλισμού.
Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι ήταν προϊόν εντάσεων που συσσωρεύονταν τόσο σε βαλκανικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προανάκρουσμα του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου. Πώς συναντώνται οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί με φιλοδοξίες των ντόπιων κυρίαρχων τάξεων και τους εθνικισμούς τους στο πολύχρωμο ψηφιδωτό των Βαλκανίων;
«Αρχίζω ν’ ανησυχώ πραγματικά για τον τρόπο που θα λυθούν τα ζητοίματα της μοιρασιάς· αδύνατο μου φαίνεται το να μοιραστούμε οι σύμμαχοι την Τουρκία χωρίς πόλεμο, δεύτερον αναμεταξύ μας, εξόν αν έχουμε μια ορισμένη προκαταβολική συμφωνία, μα και πάλι...».2
Ο Δραγούμης εκφράζει με τρόπο χαρακτηριστικό αυτό το κράμα αμοραλισμού, κυνισμού και αστικής καλλιέπειας που χαρακτηρίζει τους «πεφωτισμένους» κύκλους του ελληνικού καπιταλισμού. Στην προοπτική αυτή η αποτυχημένη εκστρατεία των ελληνικών στρατευμάτων στην επαναστατική Ρωσία, που αποτελεί προέκταση της επιθετικής πολιτικής του ελληνικού εθνικισμού3 αλλά και η τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Μικρά Ασία που οδήγησε στην «καταστροφή» αφήνουν τελικά την πόλη της Θεσσαλονίκης ως το μοναδικό μεγάλο «λάφυρο» του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Η Θεσσαλονίκη όπου συνυπάρχουν λαοί και πολιτισμοί, η Θεσσαλονίκη του εβραϊκού προλεταριάτου, των πολιτικών οργανώσεων, της Φεντερασιόν είναι μια ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα που θέλει να καθυποτάξει και να διαχειριστεί η ελληνική αστική τάξη. Μια τάξη που στο πρόσωπο του Βενιζέλου και του «Ιδιώνυμου» θα βρει τελικά τον πιο «ευπρεπή» και καλλιεργημένο της πολιτικό που είναι σε θέση να κάνει τη βρώμικη δουλειά. Ο αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός θα είναι τελικά τα εργαλεία που θα χρησιμοποιηθούν για να ηττηθεί το εργατικό κίνημα και να γίνει η Θεσσαλονίκη πόλη «ελληνική», σε πλήρη συντονισμό με την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη.
Η Θεσσαλονίκη εκτός από σταυροδρόμι πολιτισμών και μήλο της έριδος των εθνικισμών ήταν και εργαστήρι ίσως του ισχυρότερου εργατικού κινήματος στα Βαλκάνια εκείνη την εποχή. Σύμβολό του είναι η Φεντερασιόν. Ποιά ήταν η δράση και οι αιχμές της πολιτικής της παρέμβασης; Και γιατί αυτή η κληρονομιά έχει μάλλον υποτιμηθεί από τις δυνάμεις που κυριάρχησαν στην Αριστερά λίγες δεκαετίες μετά;

Ρώσικη Επανάσταση

Καταλύτης όχι μόνο στα Βαλκάνια αλλά και σε παγκόσμια κλίμακα βέβαια θα είναι η μεγάλη ρωσική επανάσταση. Μια κοινωνική επανάσταση όπου για πρώτη φορά στην ιστορία οι εργάτες θα πάρουν την εξουσία και θα απαλλοτριώσουν την αστική τάξη και τους καπιταλιστές. Ο φόβος της σοβιετικής επανάστασης είναι διάχυτος και στον αστικό κόσμο της Θεσσαλονίκης. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα της εφημερίδας Μακεδονικά Νέα, Τρίτη 14. 4. 1925 το άρθρο με τον τίτλο: «Οι Μπολσεβίκοι είνε έτοιμοι να περάσουν εις ενέργειας εις την Βαλκανικήν».
«ΛΟΝΔΙΝΟΝ 14.- Eις το τελευταίον φύλλον του «Ημερησίου Τηλεγράφου» (Daily Telegraph) δημοσιεύονται πληροφορίαι του διπλωματικού αυτού συνεργάτου κατά τις οποίες οι Κυβερνήται της Μόσχας απεφάσισαν να ενισχύσουν ιδιαιτέρως την από την βαλκανικήν Μπολσεβικικήν Προπαγάνδαν της οποίας το κέντρον ευρίσκεται εις Βιέννην. Προς σκοπόν αυτόν απέστειλαν ως πρεσβευτήν τον πολύ Γιόφφε,4 έναν εκ των σημαντικοτέρων Μπολσεβικικών παραγόντων. Ιδιαιτέρως αι προσπάθειαι των Μπολσεβίκων στρέφονται προς την Αλβανίαν, Ελλάδαν και Βουλγαρίαν αι οποίαι χαρακτηρίζονται ως φωλεαί μικροβίων...».5
Η δημιουργία της Φεντερασιόν και η σημαντική πολιτική της δράση είναι ένα χαρακτηριστικό φαινόμενο που πιστοποιεί πως η πορεία προς τη μεγάλη επανάσταση των Μπολσεβίκων υλοποιήθηκε μέσα από ένα τεράστιο και πλούσιο κοινωνικό ρεύμα που εκδηλώθηκε σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες. Χώρες, για να μην το ξεχνάμε, οι αστικές τάξεις των οποίων έσυραν τους λαούς τους σε ένα πρωτοφανές ανθρώπινο σφαγείο που ονομάστηκε Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Η τύχη της Φεντερασιόν και το πολιτικό της μήνυμα ήταν τελικά αναπόδραστα συνδεδεμένη με την τύχη και τις εξελίξεις στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και την ίδια τη Σοβιετική Ένωση. Η σταλινική γραφειοκρατία υποδούλωσε τη Διεθνή στα πολιτικά ζιγκ-ζακ της κρατικής της διπλωματίας όπου κυριαρχούσε πλέον όχι ο προλεταριακός διεθνισμός αλλά τα «εθνικά συμφέροντα» του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα». Το πέρασμα λοιπόν από την «εβραϊκή» διεθνιστική Φεντερασιόν, και το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» θα σημαδέψει μια ολόκληρη εποχή και βέβαια οι επιπτώσεις του θα βρίσκονται ακόμη και σήμερα στην πολιτική επικαιρότητα. Στο σημείο αυτό αξίζει να σταθούμε στην κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται στο Μεσοπόλεμο —στην Ευρώπη με την επικράτηση του φασισμού και του ναζισμού σε Ιταλία και Γερμανία και την προετοιμασία της φρανκικής αντεπανάστασης στην Ισπανία— αλλά και στην Ελλάδα των διαρκών πραξικοπημάτων, των πολιτικών διώξεων και εκτοπίσεων και του φιλοναζιστικού μεταξικού καθεστώτος. Να σημειώσουμε ότι το καθεστώς Μεταξά όταν κατέλαβαν την χώρα οι δυνάμεις του Άξονα παρέδωσε τους πολιτικούς του αντιπάλους που ήταν κρατούμενοι στα χέρια των Γερμανών και Ιταλών κατακτητών. Αυτή η καταστροφή του κοινωνικού, συνδικαλιστικού και πολιτιστικού ιστού, η δηλητηρίαση του δημόσιου βίου από ένα κλίμα ιδεολογικής, πολιτιστικής και εν τέλει ρατσιστικής βίας, ο απόλυτος κοινωνικός κυνισμός του πλιάτσικου και ο εργαλειοποιημένος καιροσκοπισμός ως κοινωνική αξία, λειτούργησαν τελικά καταστροφικά τη στιγμή που ένα μεγάλο, το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης βρέθηκε υπό διωγμόν.6 Σε μια πόλη με κατεστραμμένα τα πολιτικά και κοινωνικά της δίκτυα από ένα δικτατορικό καθεστώς κατανοεί κανείς πόσο δύσκολα ήταν για κάποιον να προφυλαχτεί ή να βρει καταφύγιο τη στιγμή του ύψιστου κινδύνου.

ΚΑΤΕΣΧΕΘΗΣΑΝ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΟΥ Κ.Κ.

«Πρό μηνός περίπου τό ΦΩΣ ἀνέγραψεν τήν εἴδησιν καθ᾽ἥν εἰς τά παρά τόν συνοικισμόν Ἁγίας Παρασκευῆς Ἰσραηλητικά νεκροταφεῖα ἀνεκαλύφθησαν καὶ συνελήφθησαν κομμουνισταὶ συνεδριάζοντες ἐφ᾽ὧν κατασχέθηκαν καὶ διάφορα ἔγγραφα ἀποκαλυπτικὰ... Παρὰ τὴν τηρηθεῖσαν μυστικὸτητα ἐκ μέρους τῶν ἀρχῶν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρὶζομεν ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων τούτων ἐγνώσθη πλέον ὁλόκληρος ἡ ὀργάνωσις τῶν κομμουνιστῶν ὧν ἀνώτατος διευθύνων ἦτο ὁ συλληφθείς ‘‘Ἀόρατος’’ κατὰ τόν κύριον Ἀστυνομικόν Διευθυντήν Ἰωάννης Μοναστηριώτης ἤ Δεκελιώτης. Ὁ Μοναστηριώτης7 παρά τό ἀνώτατον Κομμουνιστικόν ἀξιώμά του ἦτο ἄγνωστος ἐνταῦθα καὶ εἰς αὐτούς ἀκόμη τούς Κομμουνιστικούς κύκλους μή ἐμφανιζόμενος εἰς οὐδεμίαν συγκέντρωσιν. Διευθύνων ἐκ τοῦ ἀφανοῦς τὰ πάντα, ἔδινε διαταγάς πρός τοὺς ἐπικεφαλῆς φανεροὺς ἤ ἀφανεῖς ὑμνήτορας τῶν κομμουνιστῶν. Ὅλαι αἱ κινήσεις, ὁλαι αἱ διαταγαὶ, ὅλαι αἱ κυκλοφοροῦσαι προκηρύξεις διευθύνοντο ἤ ἐξεδίδοντο ὑπὸ τοῦ “ἀοράτου” τούτου Κομμουνιστικοῦ ἀρχηγοῦ ἔχοντος τό “βέτο” ἐπί παντός».
Τι αξία έχει σήμερα για την αριστερά και ιδιαίτερα για την αντικαπιταλιστική αριστερά, μια τέτοια συζήτηση;
Στο φως των πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων και της εφιαλτικής ανάδυσης της ναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής στο πολιτικό προσκήνιο όλες οι ιστορικές συντεταγμένες που ορίζουν την κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα αναδεικνύνουν το ιστορικό πλαίσιο που ορίζει και εγκαλεί την συγκυρία. Σαν μια δραματική αναπαράσταση με φόντο μιαν εκ νέου βαθύτατη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος, όλα τα ερωτήματα επαναδιατυπώνονται με τρόπο σφοδρό. Η ιστορία και η ταξική πραγματικότητα αδιαφορούν για το κενό και έτσι το ζήτημα του πώς θα λυθούν τα αδιέξοδα του συστήματος έχει βαθύτατο στρατηγικό και πολιτικό χαρακτήρα. Η μεγάλη κρίση του καπιταλισμού του 1929 ξέβρασε την ανθρωπότητα στις φρικαλέες όχθες του σταλινισμού, του ναζισμού, του Ολοκαυτώματος και ενός ακόμη αιματηρού παγκόσμιου πολέμου. Το ερώτημα παραμένει επίκαιρο. Διέξοδο στην κρίση είτε θα δώσει η νικηφόρα επανάσταση της «γης των κολασμένων»8 είτε «η σιδερένια φτέρνα»9 του κεφαλαίου και της τάξης του. Απάντηση στο ερώτημα που θα αφαιρέσει τον όποιο ρητορικό χαρακτήρα από το σύντομο αυτό κείμενο και θα το αξιολογήσει εν τέλει στη δοκιμασία της αλήθειας του λόγου που απορρέει από την αδήριτη ιστορική εμπειρία.



1. Φίλιππος Στέφανου Δραγούμη, Ημερολόγιο, Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, εκδ. Δωδώνη Αθήνα 2006 (3 Γενάρη 1913). Ο Φίλιππος Δραγούμης (1890 - 1980) ήταν πολιτικός και νομικός. Γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν γιος του Στέφανου Δραγούμη. Σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο των Αθηνών, του οποίου έγινε και διδάκτορας. Έλαβε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους και έπειτα, το 1914, εισήλθε στο διπλωματικό σώμα. Υπηρέτησε ως υποπρόξενος στο Γενικό προξενείο της Αλεξάνδρειας και στη συνέχεια παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με την πολιτική. Εκλέχτηκε πρώτη φορά βουλευτής το 1920 και το 1927 έλαβε μέρος στην επιτροπή σύνταξης του συντάγματος. Το 1932 έγινε υπουργός Β. Ελλάδος στην κυβέρνηση Τσαλδάρη. Με την έναρξη της κατοχής εγκατέλειψε την Ελλάδα και κατέφυγε στο Κάιρο, όπου βρισκόταν η κυβέρνηση. Σε αυτή διετέλεσε υφυπουργός εξωτερικών, θέση την οποία ανέλαβε και πάλι το 1946 στην Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Τσαλδάρη Απριλίου 1946. Στην επόμενη Κυβέρνηση Τσαλδάρη του Οκτωβρίου 1946 χρημάτισε υπουργός Στρατιωτικών. Στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Κιουσόπουλου χρημάτισε υπουργός εξωτερικών, ενώ σε αυτή του Πιπινέλη υπουργός εθνικής αμύνης. Το 1946 στάλθηκε στο Παρίσι ως μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας του συνεδρίου ειρήνης. Ήταν επίσης ισόβιο μέλος στην Πάγκειο επιτροπή και πρόεδρος της γλωσσικής εταιρείας, θέση την οποία διατήρησε για πενήντα χρόνια. Απεβίωσε στην Αθήνα. Ήταν παντρεμένος με την Ελένη Βαλαωρίτου, κόρη του Ιωάννη Βαλαωρίτη.
2. Φίλιππος Στέφανου Δραγούμη, Ημερολόγιο, ό.π., σ.93.
3. Δηλωτική των προθέσων της ελληνικής μπουρζουαζίας και του ρόλου που ονειρευόταν για τον εαυτό της στην περιοχή η θέση του Γενικού Επιτελείου Στρατού για την «Συμμαχική Επέμβαση εις την Ρωσίαν». «Ότε τον Οκτώβριον του 1917 εξερράγη η Μπολσεβική επανάστασις η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και αι Ηνωμέναι Πολιτεία, εχορήγουν εις την Ρωσίαν τεραστίας ποσότητας πυρομαχικών, στρατιωτικού υλικού και τροφίμων, μέσω βάσεων εγκατασταθεισών εις Μουρμάνσκ και Αρχάγγελον. Η Τσαρική κυβέρνησις και εν συνεχεία η προσωρινή τοιαύτη (Κερένσκυ σ.τ.Σ) επλήρωνον τας αγοράς ταύτας μέσω δανείων. Η Μπολσεβική όμως Κυβέρνησις απηρνήθη πάντα ταύτα τα δάνεια και συνεπώς πλέον των 600 χιλιάδων τόννων υλικού και ίση ποσότης γαιανθράκων τελούντα υπό την ιδιοκτησίαν των Συμμάχων, παρέμενον εγκαταλελειμμένα επί των κρηπιδωμάτων του Μουρμάνσκ. Το ίδιον συνέβαινεν εις τον λιμένα του Βλαδιβοστόκ, ένθα είχον πραγματοποιηθή τεράστιαι εισαγωγαί υπό των Αμερικανών και των Ιαπώνων. Ήδη τα υλικά ταύτα εκινδύνευον να περιέλθουν εις χείρας των Μπολσεβίκων...». Οι ιστορικές αναλογίες με το Μνημόνιο και τη σημερινή κατάσταση της χώρας με τους ξένους της δανειστές ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες (στΣ).
4. Πρόκειται για τον επαναστάτη μπολσεβίκο και σοβιετικό διπλωμάτη Adolph Abramovich Joffe (1883-1927) με καταγωγή τον Ιουδαϊκό καραϊσμό. Συνεργάτης του Τρότσκι θα έρθει σε αντίθεση με την ανερχόμενη σταλινική γραφειοκρατία. Βαρειά άρρωστος θα αυτοκτονήσει αφήνοντας πίσω του πολιτική παρακαταθήκη που υπερασπιζόταν τη Σοβιετική Επανάσταση. Η κηδεία του στάθηκε αφορμή για μια από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις της Αριστερής Αντιπολίτευσης.
5. Εφημερίδα ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, 7 Αυγούστου 1932. «Σημαντική αντιβενιζελική, βασιλική και μαχητική πρωϊνή εφημερίδα, είναι η μόνη που εκδόθηκε πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή και διέκοψε την έκδοσή της στη διάρκεια του Μεσοπολέμου». Mανώλης Κανδυλάκης, Εφημεριδογραφία της Θεσσαλονίκης, ό.π., σ. 135.
6. Η παρατήρηση από τον ιστορικό Όμηρο Ταχμαζίδη συνεργάτη του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.
7. Αρχές Ιουλίου 1922, σύλληψη 22 στρατιωτών για αντιπολεμική δράση, πρωταγωνιστές αντιπολεμικής δράσης: Ελ. Σταυρίδης, Π. Πουλιόπουλος, Γιάννης Μοναστηριώτης, Γιώργος Νίκολης, Μπονάνος κ.α. Παρά τις δυσκολίες, στην πόλη της Σμύρνης, εν καιρώ πολέμου, εκδίδονταν δύο δελτία: Κόκκινος Φρουρός από την ομάδα του Πουλιόπουλου και Φούντα από την ομάδα του Νίκολη.
8. Στίχοι του από τον Ύμνο της Διεθνούς του Eugene Pottier (1816–1887) που συμμετείχε στην Παρισινή Κομμούνα.
9. Jack London, Η σιδερένια φτέρνα (The Iron Heel), 1908.


http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=350:i92&Itemid=1

Βιβλίο: Το τιμωρό χέρι του λαού - το νέο βιβλίο του Ιάσωνα Χανδρινού για τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ, από τις εκδόσεις Θεμέλιο.


γράφει ο Λέανδρος Μπόλαρης,
δημοσιογράφος και μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (ΣΕΚ)

Ο Λέανδρος Μπόλαρης παρουσιάζει το νέο βιβλίο του Ιάσωνα Χανδρινού για τον ΕΛΑΣ και την ΟΠΛΑ, από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

Το βιβλίο του Ι. Χανδρινού περιστρέφεται γύρω από δυο άξονες. Ο πρώτος είναι η ανάπτυξη του κινήματος της Αντίστασης στην κατεχόμενη Αθήνα-Πειραιά στην περίοδο της Κατοχής, των κοινωνικών και πολιτικών χαρακτηριστικών του, των παραγόντων που το διαμόρφωσαν. Ο δεύτερος άξονας είναι η ανάπτυξη του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ ως ένοπλων οργανώσεων στενά συνδεδεμένων με το μαζικό κίνημα και τις συνθήκες που είχε να αντιμετωπίσει στην πρωτεύουσα.
Ο Χανδρινός συνοψίζει εύστοχα τη διαδρομή του κινήματος: “Μέσα σε τέσσερα μόλις χρόνια, οι 'Πόλεις της Σιωπής' οδηγούνται διαδοχικά στη λιμοκτονία του '41-'42, τη μαζική διαμαρτυρία και καταστολή του '43, την ένοπλη βία και εξέγερση (Δεκεμβριανά) του '44”. «Πόλεις της Σιωπής» είναι οι εργατικές και προσφυγικές γειτονιές και συνοικισμοί της Αθήνας Πειραιά.1 Πράγματι, το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας όταν μιλάμε για την Αντίσταση στην Αθήνα και τον Πειραιά είναι η εργατική τάξη και οι αγώνες της. Το διάστημα από την άνοιξη του 1942, όταν ξεσπάει η πρώτη απεργία στους Τριατατικούς μέχρι τα μέσα του 1943, μετά την Γενική Απεργία που ακύρωσε την επιστράτευση, μπορεί να χαρακτηριστεί ως η περίοδος των μαζικών κινητοποιήσεων. Πολιτικά, είναι η περίοδος που η Αριστερά (το ΕΑΜ και το ΚΚΕ) γίνονται μαζική δύναμη στις εργατικές και προσφυγικές συνοικίες και στους χώρους δουλειάς.
Οι μαζικοί αγώνες, όπως γενικές απεργίες ενάντια στην τρομοκρατία, θα συνεχιστούν μέχρι και τις παραμονές της Απελευθέρωσης. Όμως, από το φθινόπωρο του 1943 και μετά, η ένοπλη δράση του ΕΛΑΣ στις συνοικίες και της ΟΠΛΑ μπαίνει σε πρώτο πλάνο. Είναι η περίοδος των συμπλοκών στους δρόμους, των “μπλόκων” στις προσφυγειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά που πολλές φορές συνοδεύονται από μάχες, φρικτών δολοφονιών μελών και στελεχών του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, παράτολμων εγχειρημάτων εκ μέρους του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ (περισσότερα γι' αυτή παρακάτω). Το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του '44 η αναμέτρηση έφτασε στο αποκορύφωμά της.

Τα Τάγματα Ασφαλείας και η αντίδραση του ΕΑΜ

To σημείο καμπή ήταν η απάντηση του συνασπισμένου “μαύρου μετώπου” μετά την γενική απεργία του Μάρτη του 1943 και γενικότερα στο κύμα των εργατικών αγώνων στην πρωτεύουσα. Την κυβέρνηση των δοσιλόγων του Λογοθετόπουλου τη διαδέχεται, με την παρέμβαση των Γερμανών, η δοσιλογική κυβέρνηση του Ι. Ράλλη που έβαλε μπροστά τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας και εξαπέλυσε ένα τρομοκρατικό πογκρόμ στις γειτονιές της Αθήνας. Κεντρικό ρόλο σ' αυτό έπαιζε η Ειδική Ασφάλεια με το δίκτυο των χαφιέδων της, και των εξοπλισμένων συμμοριών σε μια σειρά γειτονιές με επικεφαλής αξιωματικούς και υπαξιωματικούς της. Η προϊστορία της φτάνει πίσω στα 1929 όταν ιδρύθηκε από την κυβέρνηση Βενιζέλου ως επίλεκτη υπηρεσία της Χωροφυλακής για την καταπολέμηση του κομμουνισμού. Γνώρισε μεγάλες “δόξες” στη δικτατορία του Μεταξά όταν αναβαθμίστηκε σε “Διεύθυνση Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους”.
Ηταν συνεργάτες των ναζί. Η συνεργασία με την Γκεστάπο και τα Ες-Ες ήταν στενότατη και άμεση. “Εύζωνοι” γερμανοτσολιάδες, συμμορίες της Ειδικής, το “Μηχανοκίνητο” του Μπουραντά, συμμετείχαν στα μπλόκα πλάι πλάι στους Γκεσταπίτες και τους Ες-Ες. Αν χρειάζονται συγκρίσεις με αντίστοιχες περιπτώσεις στην Ευρώπη, τότε το παράδειγμα της “Milice” του καθεστώτος του Βισί στη Γαλλία έρχεται αμέσως στο νου.
Όμως, η κυβέρνηση Ράλλη ήταν και κυβέρνηση εμφυλίου πολέμου. “Ο Ράλλης μεταπολεμικά ισχυρίστηκε πως ότι έκανε το έκανε με την συμφωνία της εξόριστης κυβέρνησης στη Μ. Ανατολή. Δεν τον διέψευσε κανείς. Οι βενιζελικοί 'δημοκρατικοί' αξιωματικοί έτρεξαν κατά εκατοντάδες να στελεχώσουν τα Τάγματα Ασφαλείας. Ήταν ο στρατός που θα εξασφάλιζε την 'τάξιν' προς όφελος της άρχουσας τάξης και των άγγλων ιμπεριαλιστών μόλις έφευγαν οι Γερμανοί”. Η κυβέρνηση Ράλλη, παρεμπιπτόντως, προσπάθησε να χρησιμοποιήσει και το όπλο της οικονομικής βίας για να τσακίσει το εργατικό κίνημα, και σ' αυτή την προσπάθεια είχε την αμέριστη υποστήριξη όχι μόνο των γερμανικών αρχών κατοχής αλλά και των καπιταλιστών. Χαρακτηριστικός είναι ο νόμος 1308 που έδινε στους εργοστασιάρχες τη δυνατότητα να απολύουν το “πλεονάζον προσωπικό”.2
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο πρέπει να δούμε την ανάπτυξη και κλιμάκωση της δράσης του ΕΛΑΣ της Αθήνας. Πολύ σπάνιες είναι οι αναφορές, σε βιβλία για την περίοδο, που τον συνδέουν με το εργατικό κίνημα και τους αγώνες του. Ο Ι. Χανδρινός προσφέρει μια πολύτιμη συμβολή τεκμηριώνοντας και αναδεικνύοντας αυτή τη σχέση που υπήρχε από την αρχή της δράσης του. Για παράδειγμα: “Η επίσημη 'πρώτη' των 200 περίπου μαχητών πραγματοποιήθηκε στις 16 Ιουνίου 1942, κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης για τα εργατικά συσσίτια. Στην προσυγκέντρωση στη Μητρόπολη και την πορεία προς το Σύνταγμα πήρε μέρος... ως πλαγιοφυλακή και εμπροσθοφυλακή της συγκέντρωσης”. Λίγο παρακάτω: “Τον Ιούνιο του 1943 η ΚΟΑ και η Κ.Ε του ΕΛΑΣ πήραν απόφαση για επέκταση του ΕΛΑΣ και στους χώρους εργασίας, παντού όπου υπήρχε εαμική οργάνωση. Έτσι προέκυψε ο 'Συνδικαλιστικός ΕΛΑΣ' ένα ιδιαίτερο μόρφωμα στο μεταίχμιο των πολιτικών και στρατιωτικών αντιλήψεων για τη διεξαγωγή του αγώνα στην πρωτεύουσα” ο οποίος τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς έφτανε τους “6.500 'εγγεγραμμένους' μαχητές, φυσικά άοπλους, οι οποίοι δρούσαν σε επαγγελματικούς χώρους και σωματεία”.
Η βία του ΕΛΑΣ και της ΟΠΛΑ ήταν η απάντηση στην κλιμάκωση της βίας από την απέναντι μεριά. Στην περίπτωση της Αθήνας-Πειραιά αυτό γίνεται απόλυτα σαφές. Ο οπλισμός που περνάει στα χέρια του μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του 1943, δίνει περισσότερες δυνατότητες για την ένοπλη δράση. Όμως, οι παράγοντες που ωθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση είναι πολύ βαθύτεροι. Όπως επισημαίνει ο συγγραφέας:
“Το νόημα των συγκρούσεων στην κατοχική Αθήνα μόνο μέσα από μια διεισδυτική ματιά στη κατοχική πραγματικότητα μπορεί να αναδειχθεί, ματιά που πριν από όλα προϋποθέτει σεβασμό στο τρίγωνο πόλεμος-πολιτική βία-κοινωνικός ριζοσπαστισμός. Στην κατοχική Αθήνα όπως και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, συντελέστηκαν ραγδαίες κοινωνικές μετατοπίσεις. Κάτω από την πίεση της πείνας, της ανέχειας, της ανασφάλειας, και της καθημερινότητας των εκτελέσεων σημειώνεται μια μετακίνηση των κοινωνικών στρωμάτων σε ριζοσπαστικότερες θέσεις. Η αδιαπραγμάτευτη αντικατοχική στράτευση, την οποία επεδίωξε με απόλυτο και κατηγορηματικό τρόπο το ΕΑΜ/ΚΚΕ, έδωσε μορφή και διέξοδο στο συσσωρευμένο κύμα φτώχειας και οργής επιφέροντας επιπλέον ρήξεις στον κοινωνικό ιστό και πυροδοτώντας, όπως κάθε γνήσιο επαναστατικό κοινωνικό φαινόμενο, μια αλυσίδα βίαιων αντιδράσεων”.
Αυτή η «αλυσίδα βίαιων αντιδράσεων» δεν ήταν βέβαια αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Στις πόλεις της βόρειας Ιταλίας όπου κατείχαν οι Γερμανοί και οι φασίστες του Μουσολίνι δρούσαν οι GAP «Gruppi di Azione Patrottica». Εκτός από τις GAP στις πόλεις δρούσαν και οι Squadri di Azione Patriottica (SAP). Ήταν πιο «πλατιές» και βασισμένες κυρίως στα εργοστάσια, επιφορτισμένες όχι μόνο με «στρατιωτικά» αλλά και με καθήκοντα προπαγάνδας. Στα δεδομένα της κατεχόμενης Αθήνας οι πρώτες θα αντιστοιχούσαν στην ΟΠΛΑ και οι δεύτερες στον ΕΛΑΣ της πόλης. Τον Μάρτη του 1944 ένα μεγάλο απεργιακό κύμα με πολιτικά αιτήματα, κέντρο του ήταν το Μιλάνο, αγκάλιασε εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες και εργάτριες στη βόρειο Ιταλία. Οι απεργίες κάμφθηκαν με άγρια καταστολή, περισσότεροι από 3.000 εργάτες συνελήφθησαν και στάλθηκαν στο Μαουτχάουζεν. Η διεύρυνση του δικτύου των SAP στα εργοστάσια και η κλιμάκωση της δράσης τους, μαζί με των GAP, ήταν συνειδητή επιλογή του Ιταλο Μπρουσέτο, στρατιωτικού υπεύθυνου του PCI για την πόλη. Λίγους μήνες αργότερα η δράση των Sapisti και των Gapisti έκανε το Μιλάνο να μοιάζει με εμπόλεμη ζώνη.3

Ταξική αναμέτρηση

Όμως, ποιοι έπαιρναν μέρος στην αναμέτρηση; Ο συγγραφέας κάνει τις εξής ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. “Στην περίπτωση της κατοχικής Αθήνας του 1943/44 τα παραδοσιακά ερμηνευτικά σχήματα καταλήγουν να είναι ανεπαρκή ή άχρηστα, καθώς οι όροι Αντίσταση και Δοσιλογισμός αποδεικνύονται ομιχλώδεις μέσα στη πολυσημία τους. Κοιτάζοντας τα γεγονότα, η αντιστασιακή δράση του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ στο χώρο της πρωτεύουσας ταυτίζεται περισσότερο με τον πόλεμο κατά των συνεργατών του κατακτητή παρά με τον ίδιο τον κατακτητή, ενώ, αντίστοιχα, η συνεργασία με τους Γερμανούς μπορεί να σημάνει σε πολλές περιπτώσεις συνεργασία με τους συνεργάτες τους. Είναι γεγονός πως η πρωταγωνιστική συμμετοχή δοσιλογικών σωμάτων (Τάγματα Ευζώνων, Ειδική Ασφάλεια) στον πόλεμο κατά του ΕΑΜ προσδίδει στις συγκρούσεις έναν χαρακτήρα εμφυλίου πολέμου που δεν μπορεί να παραγνωριστεί, ενώ η όχι αμελητέας έκτασης φονική δράση του ΕΑΜ διαμέσου της ΟΠΛΑ – στην πρωτεύουσα μπορεί να οδηγήσει σε ηθελημένες αναγνώσεις και άκριτη προσχώρηση στην ελκυστική θεωρία της 'κόκκινης βίας'”.
Αυτή η πραγματικότητα επιστρατεύεται από κάθε λογής υποστηρικτές του σχήματος των «τριών γύρων». Σύμφωνα με αυτό το σχήμα της δεξιάς, το ΚΚΕ αποπειράθηκε να καταλάβει την εξουσία πραξικοπηματικά στον πρώτο γύρο των εμφύλιων συγκρούσεων της Κατοχής, κατόπιν στο δεύτερο γύρο των Δεκεμβριανών και μετά στον τρίτο γύρο του Εμφυλίου. Στην περίπτωση της Αθήνας του 1944 το ρητορικό ερώτημα τίθεται κάπως έτσι: «ο ΕΛΑΣ κι η ΟΠΛΑ σκότωναν Έλληνες, όχι Γερμανούς» – άρα επρόκειτο για εμφύλιο με τις προθέσεις της Αριστεράς μόλις καλυμμένες κάτω από τον απελευθερωτικό μανδύα. Το ερώτημα αν η βία τους ήταν «πρωτογενής ή δευτερογενής» είναι κάτι που αποφεύγουν να απαντήσουν σαν ο διάολος το λιβάνι και απαντάει ο Χανδρινός.
Παρόλα αυτά, η αναφορά στον «εμφύλιο πόλεμο» της Κατοχής δεν πρέπει να μας φοβίζει. Ο Κλαούντιο Παβόνε (Claudio Pavone), διακεκριμένος Ιταλός ιστορικός που πολέμησε στην Αντίσταση, στο μνημειώδες έργο του Una Guerra Civile (Ένας Εμφύλιος Πόλεμος, 1991) υποστηρίζει ότι η ιταλική Αντίσταση ήταν συνδυασμός ενός πατριωτικού, εμφύλιου και ταξικού πολέμου, με το πρώτο και τελευταίο στοιχείο να καθορίζουν το δεύτερο. Για το πρώτο στοιχείο ο Παβόνε έχει να πει το εξής: “Στην πραγματικότητα, ο εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στους φασίστες
και τους αντιφασίστες μπορεί να ιδωθεί ως η συνόψιση και τελευταία πράξη, κάτω από την γερμανική κατοχή, μιας σύγκρουσης η οποία είχε ξεκινήσει το 1919-22”. Όσο για το στοιχείο του ταξικού πολέμου: “Ο κύριος εχθρός ήταν ο παραδοσιακός εχθρός όλων των εργατικών αγώνων, δηλαδή το αφεντικό – είτε επρόκειτο για τους εργοστασιάρχες είτε τους γαιοκτήμονες που είχαν χρηματοδοτήσει και χρησιμοποιούσαν τις φασιστικές συμμορίες... Το αφεντικό και ο φασίστας κατέληξαν να ταυτίζονται”.4 Αν κοιτάξουμε τι έγινε στις ιταλικές πόλεις του Βορρά, οι οποίες βρίσκονταν στην επικράτεια της «Κοινωνικής Ιταλικής Δημοκρατίας» του Μουσολίνι, μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες ομοιότητες με τις διεργασίες που ξετυλίχτηκαν στην κατεχόμενη Αθήνα-Πειραιά. Παρόλο που η Ελλάδα του μεσοπολέμου είχε πολύ διαφορετικές πολιτικές εμπειρίες από την φασιστική Ιταλία, οι συγκρίσεις μπορούν να γίνουν. Με άλλα λόγια, η διαδικασία της ριζοσπαστικοποίησης δεν ξεκίνησε στη δεκαετία του '40, είχε παρελθόν στις οξύτατες ταξικές συγκρούσεις τόσο της δεκαετίας του '20 όσο και του '30, με κορύφωση τον Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

Η δράση της ΟΠΛΑ

Η ΟΠΛΑ (Οργάνωση Προστασίας Λαϊκού Αγώνα) και η δράση της, ήταν για δεκαετίες το αντικείμενο μυθευμάτων της προπαγάνδας του μετεμφυλιακού κράτους για τους «αιμοσταγείς εγκληματίες» και για το ΚΚΕ μια ιστορία που δεν χρειαζόταν να ειπωθεί. Ο Χανδρινός εντοπίζει την έναρξη της δράσης της προς τα τέλη του 1943. Το βιβλίο δίνει πολύτιμα στοιχεία – για παράδειγμα φέρνει στην επιφάνεια δυο προκηρύξεις της οργάνωσης άγνωστες μέχρι σήμερα. Η φράση “τιμωρό χέρι του λαού” στον τίτλο του βιβλίου είναι παρμένη από μια από αυτές τις προκηρύξεις. Η ΟΠΛΑ συνδύαζε τα καθήκοντα μιας υπηρεσίας πληροφοριών με τα καθήκοντα ενός επίλεκτου τμήματος ειδικών επιχειρήσεων, δηλαδή παράτολμων και θεαματικών πολλές φορές ενεργειών. Η μαγιά, η βάση της, σύμφωνα με τον συγγραφέα, μπορεί να εντοπιστεί στους μυστικούς και ιδιαίτερα αυστηρά περιφρουρημένους πυρήνες του ΚΚΕ σε Αστυνομία και Χωροφυλακή. Έργο της ήταν η τιμωρία των συνεργατών των ναζί, όπως για παράδειγμα του υπουργού Εργασίας Καλύβα ή διαβόητων δοσιλόγων όπως ο «διαβολογιατρός» Βαρδινογιάννης στο κέντρο του Πειραιά. Μαχητές της βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή των μαχών στις γειτονιές της Αθήνας το καλοκαίρι του 1944.
Σ’ αυτό το σημείο χρειάζεται μια επισήμανση. Η ΟΠΛΑ μπορεί να γεννήθηκε από την ανάγκη του κινήματος για αυτοάμυνα, όμως, ο έλεγχός της δεν ασκούταν από τη συλλογικότητα αυτού του κινήματος. Τα μέλη της δεν έδιναν λογαριασμό στους συναδέλφους τους στο χώρο δουλειάς, οι ίδιοι οι όροι της δράσης τούς απέκοπταν πολλές φορές και από τις ίδιες τις πολιτικές οργανώσεις στις γειτονιές. Ο έλεγχός της παρέμεινε αυστηρά στα χέρια της ηγεσίας του ΚΚΕ και λειτούργησε σαν κομμάτι της προσπάθειάς του να ελέγξει το κίνημα και να το κατευθύνει ιδεολογικά και οργανωτικά.
Με αυτή την οπτική πρέπει να αντιμετωπίζουμε τις άλλες πλευρές της δράσης της ΟΠΛΑ. Για παράδειγμα, όπως αναφέρει ο συγγραφέας: “την εσχάτη των ποινών επέφερε ιδιαίτερα ο ‘ερωτικός δοσιλογισμός', πράξη διπλά κολάσιμη και στιγματισμένη στις συνειδήσεις ήδη από το περίφημο μανιφέστο του Δημήτρη Γληνού, Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ”. Είναι μια από τις “σκοτεινές πτυχές” όπως αναφέρει ο συγγραφέας, μαζί με την τάση της απόδοσης “οικογενειακής ευθύνης”. Παράλληλα: “Ο πόλεμος με τους 'εξωμότες' του Κόμματος είναι η άλλη όψη, ίσως η περισσότερο αμφιλεγόμενη, της δράσης της ΟΠΛΑ στην Κατοχή”. Σ’ αυτή την κατηγορία εντάσσονται και οι δεκάδες δολοφονίες τροτσκιστών και αρχειομαρξιστών, οι περισσότερες από τις οποίες έγιναν στην περίοδο από την Απελευθέρωση μέχρι και τα Δεκεμβριανά.
Το ζήτημα δεν μπορεί να ξεπεραστεί τόσο γρήγορα ως απλά κάποιες “σκοτεινές πτυχές”. Πρώτον, γιατί η ασάφεια περικλείει περιπτώσεις εντελώς ανόμοιες ακόμα και σε ηθικό επίπεδο. Στο βιβλίο γίνεται για παράδειγμα εκτενής αναφορά στην συμμορία των Παπαγιώργηδων της “Χ” που τρομοκρατούσαν το Παγκράτι και τις γύρω περιοχές. Οι δυο Παπαγιώργηδες εκτελέστηκαν το 1944. Ο τρίτος βρήκε το τέλος που του άξιζε το 1946. Το σπίτι της οικογένειας ήταν οχυρωμένη φωλιά που πάρθηκε με έφοδο από τους μαχητές της ΟΠΛΑ (Εθνικής Πολιτοφυλακής πλέον) στα Δεκεμβριανά. Εκεί εκτελέστηκαν η μάνα, η αδελφή και λοιποί τρόφιμοι του κολαστηρίου. Η “τιμωρία” όμως γυναικών εκδιδόμενων ή μη που το μόνο τους “έγκλημα” ήταν ότι “πήγαν” με Γερμανούς ή Ιταλούς, δεν έχει καμιά σχέση με οποιαδήποτε έννοια επαναστατικής βίας. Ούτε ήταν απλή αντανάκλαση των συντηρητικών παραδόσεων της ελληνικής κοινωνίας. Στο κάτω-κάτω η εμπειρία της Αντίστασης στα χωριά σήμαινε τη δυνατότητα των γυναικών για πρώτη φορά να βγουν από το σπίτι, να πρωταγωνιστήσουν. Περισσότερο ήταν προϊόν μιας πολιτική γραμμής που επεδίωκε να αποδείξει ότι το ΚΚΕ δεν έβαζε ζήτημα επαναστατικής ανατροπής και κατά συνέπεια εκτός από την “πατρίδα” και τη “θρησκεία” ήταν και με την “οικογένεια”.5

Εσωτερική καταστολή

Ανεπαρκής είναι και ο όρος “εξωμότες του κόμματος”. Υπήρχαν εξωμότες, όχι απλά του ΚΚΕ αλλά του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς γενικά που συνεργάστηκαν με τους ναζί. Ο Μανώλης Μανωλέας ήταν μια τέτοια αηδιαστική περίπτωση: από βουλευτές του ΚΚΕ και ελπιδοφόρο στέλεχος που αναδείχτηκε επί Ζαχαριάδη πέρασε στην υπηρεσία του Μεταξά πρώτα και μετά κατευθείαν των ναζί στην Κατοχή, με ομιλίες από το ραδιόφωνο. Εκτελέστηκε από την ΟΠΛΑ τον Γενάρη του 1944. Όμως, οι τροτσκιστές που δολοφονήθηκαν επειδή σύμφωνα με την σταλινική ηγεσία ήταν “Γκεστάπο με μαρξιστική μάσκα” ήταν αυτοί που προειδοποιούσαν που οδηγούσε το κίνημα η πολιτική της “εθνικής ενότητας”. Οι μικρές τροτσκιστικές οργανώσεις παρά τις πολιτικές αδυναμίες τους πλήρωσαν καταρχήν ένα βαρύ τίμημα σε αίμα, για την αντιφασιστική τους δράση.
Ο Παντελής Πουλιόπουλος εκτελέστηκε τον Ιούνη του 1943 από τον ιταλικό στρατό, μαζί με άλλους 105 κρατούμενους, στο Νεζερό της Λάρισας, ως αντίποινα για την ανατίναξη από τον ΕΛΑΣ της σιδηροδρομικής γέφυρας του Κούρνοβου. Απευθύνθηκε στα ιταλικά στους στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος να μην τους εκτελέσουν στο όνομα του αντιφασισμού και της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Όταν οι στρατιώτες αρνήθηκαν να τους εκτελέσουν, την εκτέλεση έκαναν οι αξιωματικοί. Μαζί του έπεσαν και άλλοι τρεις επαναστάτες τροτσκιστές, οι Γιάννης Ξυπόλητος, Νώντας Γιαννακός, Γιάννης Μακρής. Ανάμεσα στους 200 της Καισαιριανής την Πρωτομαγιά του '44 ήταν οι τροτσκιστές Χρήστος Σούλας, Γιώργος Κρόκος, Ηρακλής Μήτσης, Βασίλης Τζαματζάς, Δημήτρης Πανταζής, Δημήτρης Γιαννακουρέας, Γιώργος Κοβάνης.
Πλήρωσαν επίσης, την κριτική τους στην πολιτική που έφερνε συμβιβασμούς που αφόπλισαν το κίνημα πολιτικά όπως του Λιβάνου πριν το παραδώσουν με τη Βάρκιζα χειροπόδαρα στη τρομοκρατία της άρχουσας τάξης και των ιμπεριαλιστών. Το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των δολοφονιών στην πρωτεύουσα έγινε στο διάστημα Οκτώβρης-Δεκέμβρης 1944 δεν πρέπει να είναι τυχαίο. Είναι η περίοδος που οι αντιφάσεις της πολιτικής του ΚΚΕ αποκτούν εκρηκτικές διαστάσεις και που η “αριστερή διαφωνία” ξεπηδάει από τις πιο απρόσμενες πηγές πολύ ευρύτερα από τους απομονωμένους κύκλους των τροτσκιστών.
Η ΟΠΛΑ δεν ήταν το πρόπλασμα ενός “κόκκινου ολοκληρωτισμού” που στόχο είχε να πνίξει κάθε διαφορετική φωνή στην κοινωνία. Δεν ήταν μια μυστική αστυνομία εν αναμονή σαν αυτές που αργότερα έγιναν διαβόητες στο ανατολικό μπλοκ ή της ΝΚVD του Στάλιν. Χρειάζεται ένας έντονος διαχωρισμός από τέτοιους ισχυρισμούς, ακόμα και αν χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τις δολοφονίες των τροτσκιστών στην Κατοχή. Κανένας από εκείνους τους κατασταλτικούς μηχανισμούς δεν ήταν γέννημα ενός μαζικού κινήματος έστω και σταλινικού. Αντίθετα, όλες χτίστηκαν πάνω στα υπολείμματα του παλιών κρατικών υπηρεσιών που κληρονόμησε ο ρώσικος στρατός στην ανατολική και κεντρική Ευρώπη.
Στην Δυτική Ευρώπη η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική. Οργανώσεις τύπου ΟΠΛΑ υπήρξαν και αλλού. Στην Γαλλία από το καλοκαίρι του '40 μέχρι το 1944 έδρασε η Organisation Speciale (ΟS). Το ένοπλο τμήμα της από το 1942 ήταν το detachement Valmy. Ομως, σ' αντίθεση με την ΟΠΛΑ, η ΟS αναγνωρίστηκε ως αντιστασιακή οργάνωση και ο πρώτος επικεφαλής της ο Μαρσέλ Πολ, έγινε υπουργός Βιομηχανικής Παραγωγής στην κυβέρνηση “Εθνικής Ενότητας”. Τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία, η ένοπλη δράση ενάντια στους φασίστες και τους συνεργάτες τους ήταν γέννημα ενός μαζικού κινήματος με επαναστατική δυναμική. Αλλά και εκεί όπως και στην Ελλάδα, η οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική κυριαρχία των Κομμουνιστικών Κομμάτων εξουδετέρωσε αυτή τη δυναμική, οδήγησε τα κινήματα στην ήττα.
Το βιβλίο του Ι. Χανδρινού προσφέρει πολύτιμα στοιχεία και πληροφορίες στην Αριστερά που δεν υποχωρεί στις ιδεολογικές και πολιτικές πιέσεις της αντίπαλης πλευράς. Γι' αυτό αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί πλατιά. Αυτή η Αριστερά όμως χρειάζεται να είναι και ξεκάθαρη για το ποια στρατηγική δικαιώνεται και ποια όχι. Για να μπορεί να νικήσει αυτή τη φορά.



1. Η έκφραση αναφέρεται στον τίτλο του βιβλίου της Λίλας Λεοντίδου, Οι Πόλεις της Σιωπής –Εργατικός Αποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά 1909-1940.
2. Λ. Μπόλαρης, Αντίσταση, η Επανάσταση που χάθηκε, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ. 60-61.
3. Tom Behan, The Italian Resistance – Fascists Guerrillas and the Allies, Pluto Press 2009, σελ. 204.
4. C. Pavone, Una Guerra Civile- saggio storico sulla moralita nella Resistenza, 1991, σελ. 256, και: Il movimiento di liberazione e le tre guerre, 1994, σελ. 15. Και τα δυο αποσπάσματα αναφέρονται στο Τom Behan, ο.π.
5. Αυτές οι αντιθέσεις αναδεικνύονται ανάγλυφα στο βιβλίο της Τασούλας Βερβενιώτη, Η Γυναίκα της Αντίστασης, εκδόσεις Οδυσσέας, 1994.


http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=351:i92&Itemid=1

Μυθιστόρημα: Βασίλης Τσιράκης: Σελανίκ





του Μπάμπη Κουρουνδή


Η πολυεθνική Θεσσαλονίκη

Το ιστορικό μυθιστόρημα «Σελανίκ» του Βασίλη Τσιράκη έρχεται να μας προσφέρει μια γλαφυρή εικόνα της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ού αιώνα την πιο κατάλληλη περίοδο. Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από την ενσωμάτωση της πόλης στο ελληνικό κράτος και τα αφιερώματα σε τοπικές εφημερίδες και περιοδικά πληθαίνουν διαρκώς. Ο βασικός άξονάς τους, όμως, είτε είναι διαποτισμένος από την αγωνία απόδειξης της «ελληνικότητας» της Θεσσαλονίκης, είτε αντιμετωπίζει το πολυεθνικό της παρελθόν σαν ένα χαμένο φολκλόρ που αποτελούσε απλώς το πεδίο ξεδίπλωσης των διάφορων βαλκανικών εθνικισμών. Ο Β. Τσιράκης, με τη στρωτή μυθιστορηματική αφήγησή του καταφέρνει, χωρίς να υποτιμήσει την απεικόνιση των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν, να παρουσιάσει την
πόλη όπως ήταν πραγματικά: ένα μωσαϊκό εθνοτήτων, τις αντιθέσεις μεταξύ των οποίων προσπαθούσαν να εκμεταλλευθούν μικρές και μεγάλες δυνάμεις, αλλά και ένα πεδίο δράσης για νεογέννητα και ορμητικά σοσιαλιστικά και εργατικά κινήματα όπως η Φεντερασιόν. Γι’ αυτό και τονίζει με το στόμα μιας γαλλίδας απεσταλμένης: «με μια κουβέντα θα έλεγα πως είναι η πόλη των μεγάλων αντιφάσεων. Δεν νομίζω να υπάρχει στον κόσμο άλλη πόλη με τόσες αντιθέσεις, εθνικές, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές».
Ο τίτλος του βιβλίου αναφέρεται στην επίσημη ονομασία της πόλης κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Η βύθιση του «Γουαλντακιβίρ» και οι βομβιστικές επιθέσεις των αναρχοσοσιαλιστών βαρκάρηδων που αποσπάστηκαν από την ΕΜΕΟ το 1903 συνιστούν την άκρη ενός νήματος που περιλαμβάνει δολοφονίες, έρωτες και πολιτικές ανατροπές. Η ιστορία ξεδιπλώνεται μέσα από τη ζωή τριών οικογενειών που συναντώνται τυχαία σε ένα ξενοδοχείο της πόλης την παραμονή πρωτοχρονιάς του 1900 και φτάνει ως το φθινόπωρο του 1916. Όπως επισημαίνει ένας κεντρικός ήρωας του βιβλίου, από το 1903 στο 1916, «ο πληθυσμός της θα έπρεπε τώρα να ξεπερνά τις τριακόσιες χιλιάδες ψυχές, αυτή η πόλη τα τελευταία χρόνια είχε περάσει τα μύρια όσα, είχε υποστεί μια πρωτόγνωρη τρομοκρατική ενέργεια και μια αιματηρή διένεξη όπου κι οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές δρούσαν στην παρανομία, είχε βιώσει την επανάσταση του Χουριέτ, τις πρώτες εργατικές απεργίες και είχε γεννήσει την πρώτη σοσιαλιστική οργάνωση της αυτοκρατορίας, είχε αντέξει σε δυο επιδημίες και μια χρεοκοπία, είχε φυλακίσει ένα σουλτάνο και είχε υποδεχτεί με όλες τις τιμές το διάδοχό του, είχε πάρει μέρος σε δυο συνεχόμενους τοπικούς πολέμους που το τέλος τους την είχαν βρει με άλλη κρατική υπόσταση, πασχίζοντας να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα είχε γίνει μάρτυρας της εν ψυχρώ δολοφονίας ενός βασιλιά, χωρίς να καταλάβει το πώς και το γιατί είχε καταληφθεί μέσα σ’ ένα βράδυ από έναν πολυεθνικό στρατό που ξεπερνούσε τον πληθυσμό της και πριν προλάβει να σταθεί στα πόδια της είχε βαπτιστεί έδρα μιας επαναστατικής κυβέρνησης που είχε χωρίσει τη χώρα στα δυο βάζοντάς την στον πόλεμο που κατάτρυχε την Ευρώπη κι όλα αυτά μέσα σε δεκατρία μόλις χρόνια».
Στο «Σελανίκ», η ιστορία δεν αποτελεί απλώς το πλαίσιο δράσης των ηρώων του μυθιστορήματος, αλλά διαμορφώνει τους ανθρώπινους χαρακτήρες και διαμορφώνεται από τους ίδιους. Με έναν ιδιαίτερο τρόπο, για να θυμηθούμε το Μαρξ, οι άνθρωποι του μυθιστορήματος γράφουν ιστορία αν και σε συνθήκες που δεν έχουν διαμορφωθεί από αυτούς. Ο Στεφάν, η Βικτωρία, ο Φαμπιάν, ο Διονύσης αλλάζουν οι ίδιοι, αφήνουν όμως και το ιδιαίτερο αποτύπωμά τους στις ιστορικές εξελίξεις. Το ίδιο βέβαια και τα συλλογικά υποκείμενα της εποχής: το 1909 ο Μπεναρόγια της Φεντερασιόν αγορεύει «αν οι εργάτες διαχωρίσουν τη θέση τους, οργανωθούν ανεξάρτητα και αγωνιστούν για την τάξη τους και τα ιδανικά της, τότε οι εθνικιστικές διαμάχες θα χάσουν τη βάση που τους συντηρεί…». Την ίδια χρονιά, οι θεατρίνες του θιάσου της Μαρίκας Κοτοπούλη εμπνέονται από τις σουφραζέτες χορεύοντας και τραγουδώντας: «εγώ είμαι η νέα γυναίκα, που θα καπνίζω και θα ψηφίζω, η καθεμιά μας αξίζει για δέκα, δεν δίνω για άνδρες έναν παρά». Το 1912 η Θεσσαλονίκη απελευθερώνεται. Από ποιους; Η απογραφή του 1913 μας δίνει μια πρώτη απάντηση για τη σύνθεση του πληθυσμού: «62.000 εβραίοι, 46.000 τούρκοι, 40.000 έλληνες, 6.000 βούλγαροι, 4.000 φραγκολεβαντίνοι». Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι συνεκτικό ιστό του πληθυσμού αποτελούσε σε μεγάλο βαθμό το εργατικό κίνημα της πόλης. Ακόμα και το 1916, ενώ μαινόταν ο Εθνικός Διχασμός, η Φεντερασιόν αντιστάθηκε στον εθνικιστικό παροξυσμό, οργάνωσε σκληρές απεργίες, ιδιαίτερα σε κλάδους όπως οι τροχιοδρομικοί και οι καπνεργάτες, έστω και αν τις πλήρωσε με αιματηρή καταστολή και την εκτόπιση του Μπεναρόγια στη Νάξο.
Το έργο του Βασίλη Τσιράκη αξίζει να διαβαστεί πλατιά. Όμως, είναι εξίσου αλήθεια ότι για τους αναγνώστες και αναγνώστριες από τη Θεσσαλονίκη παρουσιάζει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Θα βρουν σ’ αυτό την ιστορία και τις μετονομασίες δρόμων, πλατειών, ακόμα και ξενοδοχείων της πόλης, καθώς ο συγγραφέας αξιοποίησε δημιουργικά πλήθος μελετών για τη Θεσσαλονίκη της εποχής, ιδιαίτερα εκείνες του Κ. Τομανά. Ο συγγραφέας, ταυτόχρονα με την πλούσια πολιτική δράση του στην αντικαπιταλιστική αριστερά, έχει ήδη να επιδείξει αξιόλογα έργα τέχνης, από μυθιστορήματα μέχρι θεατρικά και ταινίες μικρού μήκους. Με το «Σελανίκ», αποδεικνύει ότι το ιστορικό μυθιστόρημα, που γνωρίζει τη δική του μικρή άνθηση στις μέρες μας, μπορεί να αναδείξει με γλαφυρό τρόπο κρυμμένες πτυχές της ιστορίας και έτσι να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τόσο τις διαδρομές της, όσο και ενδεχόμενες μελλοντικές κατευθύνσεις της.

Τιμή 12€, 174 σελίδες
Εκδόσεις Βιβλιόραμα

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=354:i92&Itemid=1 

Βιβλίο: Δημήτρης Χριστόπουλος: Ποιός είναι Έλληνας πολίτης; Το καθεστώς ιθαγένιας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως τις αρχές του 21ου αιώνα.





 του Πέτρου Κωνσταντίνου


Ενάντια στον εθνικισμό

Το βιβλίο του Δημήτρη Χριστόπουλου, διδάσκοντα στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας του Πάντειου Πανεπιστημίου και μέλους του ΔΣ της Ελληνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, είναι μια προσπάθεια στήριξης του αγώνα για την αναγνώριση του δικαιώματος πρόσβασης στην ιθαγένεια σε πολίτες που γεννήθηκαν η βρέθηκαν στην Ελλάδα λόγω μετανάστευσης ή «επιστροφής».
Είναι πολύτιμη η συμβολή του με δεδομένο ότι εκκρεμεί η ανακοίνωση της απόφασης του Συμβούλιου Επικρατείας που θα κρίνει την συνταγματικότητα ή όχι του νόμου 3838/2010 περί απόδοσης ιθαγένειας, με τον οποία απέκτησαν δικαίωμα ιθαγένειας μετανάστες δεύτερης γενιάς και μακρόχρονης διαμονής υπό προϋποθέσεις καθώς και δικαίωμα ψήφου στις δημοτικές εκλογές. Η ΝΔ, το ΛΑ.Ο.Σ, η Χρυσή Αυγή επιδιώκουν την άρση του νόμου και ήδη το ίδιο εισηγήθηκε το Δ’ Τμήμα στην Ολομέλεια του ΣτΕ. Πρόκειται για μια σημαντική μάχη που έδωσε το αντιρατσιστικό κίνημα διεκδικώντας ιθαγένεια για όλα τα παιδιά που γεννιούνται ή μεγαλώνουν στη χώρα, σε σύγκρουση τόσο με τον εθνικισμό όσο και με την απόδοση ιθαγένειας με τόσους περιορισμούς που την κατάντησε χωρίς περιεχόμενο. Όπως άλλωστε παραδέχεται ο ίδιος ο συγγραφέας ο οποίος έδωσε μάχη για την στήριξη του νόμου, η εφαρμογή του με τους υπάρχοντες απαράδεκτους περιορισμούς έχει περιορίσει δραματικά την απόδοση ιθαγένειας.
Υπενθυμίζει ότι η ιθαγένεια και η έννοια του «έλληνα πολίτη» είχε διαφορετικό ορισμό και νομική υπόσταση στην ιστορική πορεία ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού. Την μετεπαναστατική περίοδο μέχρι την μικρασιατική καταστροφή την χαρακτηρίζει ως «τον αιώνα της συμπερίληψης», με το ελληνικό κράτος να επιδιώκει την εξάπλωση του – και την εδαφική – αναζητώντας τους πολίτες του παντού, στη βάση όχι της γλώσσας ή της κοινής εθνικής συνείδησης αλλά περισσότερο της ορθόδοξης θρησκείας, στα πλαίσια του αγώνα κατά της οθωμανικής κυριαρχίας αμέσως μετά το 1821 και αργότερα για την απελευθέρωση των «αλύτρωτων εδαφών». Ήταν η περίοδος ταυτόχρονα που οι μετανάστες ήταν οι έλληνες που έφευγαν στο εξωτερικό και έχαναν μάλιστα την ιθαγένεια αρχικά όταν έπαιρναν αυτή της χώρας προορισμού τους. Κυριαρχούσε λοιπόν το «έλληνας γίνεσαι» σύμφωνα με το συγγραφέα. Αναφέρει την ομιλία πολιτευτή στη Δ΄ Εθνοσυνέλευση το 1834:
«Η Ελλάς έχει ανάγκην κατοίκων δια να καλλιεργήσουν τας ερήμους της, να μας φέρουν βιομηχανίας – ποίος τους αποδιώκει; Αλλά δεν θέλουμε ανθρώπους δια τα υπουργήματα. Αυτά ανήκουν εις ημας, είναι λάφυρα πολέμου, δεν θέλουμε αγάδες στο κεφάλι μας, θέλουμε δουλευτάς».
Η δεύτερη περίοδος είναι «η εποχή της αναδίπλωσης» από το τέλος της ανταλλαγής πληθυσμών που ακολούθησε τη Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το τέλος του 20ού αιώνα. Είναι περίοδος της απόδοσης ιθαγένειας με κριτήρια καταγωγής και εθνικής συνείδησης. Οδηγεί σε προσπάθειας ομογενοποίησης του πληθυσμού με διωγμούς μειονοτήτων αλλά ακόμη και των κομμουνιστών στη περίοδο του εμφυλίου ως «μη έχοντες εθνική συνείδηση» αναγορεύοντας τους σε «εσωτερικό εχθρό». Πάνω από 60.000 χάνουν την ιθαγένεια ως τιμωρία για έλλειψη «εθνικής συνείδησης» ως «εαμοβούλγαροι» σύμφωνα με το δόγμα της εθνικοφροσύνης, ενώ μειονοτικοί από τη Θράκη και τη Μακεδονία εκπίπτουν ως «ανάξιοι έλληνες»!
Η κατάρρευση του ανατολικού μπλόκ, η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΕ και το νέο μεταναστευτικό κύμα δημιουργεί νέα δεδομένα που επιβάλλουν μια νέα πολιτική στις κυβερνήσεις. Ο Δ. Χριστόπουλος προσεγγίζει τα δύο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά τους «ομογενείς». Κάποιοι κερδίζουν την ιθαγένεια μέσω πολιτογράφησης εξ αιτίας της καταγωγής τους όπως οι προερχόμενοι από τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ. Με αίτηση στο ελληνικό προξενείο που αποδεικνύει εμπλοκή σε «ελληνική εθνική δραστηριότητα» ή ρίζα από έλληνα παππού γραμμένο κάποτε σε δημοτολόγιο κάποιου χωριού. Οι έλληνες της Αλβανίας από την άλλη αναμένουν χρόνια με Ειδικό Δελτίο Ομογενούς ως ότου ζυγίσει το ελληνικό κράτος σε τι ωφελεί περισσότερο η ιδιότητα τους: ως αριθμών της ελληνικής μειονότητας ή φτηνού εργατικού δυναμικού στην Ελλάδα.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς η κρίση βαθαίνει και τα μεταναστευτικά ρεύματα έχουν ήδη κατευθυνθεί στην Ελλάδα, ξαναμπαίνει το ζήτημα δραματικά. Η Ελλάδα «θέλει δουλευτάς» πάλι, δηλ. φτηνό εργατικό δυναμικό για τις επιχειρήσεις και τις καλλιέργειες. Η συζήτηση για το νόμο για την ιθαγένεια ήρθε σε περίοδο έντονης στροφής στην Ελλάδα και ευρωπαϊκά σε πολιτικές αντίθετες της ένταξης που πρέσβευαν οι κυβερνήσεις σε περιόδους ανάπτυξης. Ορθά, ο Δ. Χριστόπουλος επικρίνει τους δικαστές του Δ’ Τμήματος του ΣτΕ ότι αναβιώνουν το δίκαιο της 4ης Αυγούστου του Μεταξά, όταν διαχωρίζουν το έθνος από το λαό για να στερήσουν δικαιώματα σε μετανάστες, υπενθυμίζοντας την μαύρη κλωστή που συνδέει τους πολέμιους των δικαιωμάτων των μεταναστών για απόκτηση ιθαγένειας με τους φασίστες ομογάλακτους τους.
Ωστόσο, η επίκληση των προοδευτικών, ακόμη και των επιστημονικών, αξιών για την υπεράσπιση αυτονόητων δικαιωμάτων δεν αρκεί. Έτσι και αλλιώς οι όποιοι ευαίσθητοι νομικοί και πανεπιστημιακοί στους οποίους επιχειρεί να δώσει επιχειρήματα, ίσως για να επηρεαστεί ακόμη και το φρούριο της αστικής δικαιοσύνης του Στε, δεν είναι ικανοί από μόνοι τους να υπερασπίσουν δικαιώματα και ελευθερίες που μπαίνουν στο στόχαστρο στα πλαίσια μιας συνολικότερης στρατηγικής. Η διέξοδος βρίσκεται στη σύνδεση της αντίστασης στο νέο ρατσισμό που βάζει στο στόχαστρο την πολυπολιτισμική κοινωνία με την ταξική αναμέτρηση της εργατικής τάξης με την κυρίαρχη τάξη στην Ελλάδα που μετατρέπει τους μετανάστες σε αποδιοπομπαίους τράγους για τα αδιέξοδα της καπιταλιστικής κρίσης. Είναι η ίδια η Ευρωπαϊκή Ενωση-ρατσιστικό φρούριο που γέννησε τους Λεπέν, τους Μιχαλολιάκους και τους Μπρέιβικ με τις περιοριστικές πολιτικές.
Το βιβλίο του Δ.Χριστόπουλου είναι πολύτιμο στη μάχη ενάντια στο εθνικισμό και το ρατσισμό, όχι μόνο για νομικούς και φοιτητές αλλά και για τους ακτιβιστές του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος. Αξίζει να διαβαστεί.

Τιμή 21.30€, 308 σελίδες
Εκδόσεις Βιβλιόραμα

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=352:i92&Itemid=1 

Βιβλίο: Λένα Βερδέ:Η εργατική αντίσταση μπορεί να νικήσει. Ένα χρονικό των αγώνων ενάντια στα “Μνημόνια”

του Γιώργου Πίττα

Εργατικό χρονολόγιο

Η πρωτοφανής άνοδος της Αριστεράς που κατέγραψαν οι βουλευτικές εκλογές στις 6 Μάη στην Ελλάδα έχει ανοίξει πλατιά τη συζήτηση και στο εσωτερικό, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο για το πως επιτεύχθηκε αυτή η ανατροπή.
Άλλοι χρεώνουν την άνοδο της αριστεράς στους λάθος χειρισμούς των κομμάτων της άρχουσας τάξης, άλλοι στους έξυπνους χειρισμούς του Α. Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ που έβαλε την Αριστερά στο κάδρο των “κομμάτων εξουσίας” μέσα από την πρόταση για κυβέρνηση της αριστεράς, άλλοι αφηρημένα στην κρίση που αυτόματα στρέφει τον κόσμο “στα άκρα”.
Κι όμως, οι περισσότερες αναλύσεις τείνουν να ξεχνάνε τον πιο βασικό παράγοντα που οδήγησε σε αυτή τη νίκη σε εκλογικό επίπεδο, τον ίδιο τον κόσμο. Τον κόσμο και την ανεπανάληπτη και ασταμάτητη εργατική αντίσταση που επί δυόμισι χρόνια δεν άφησε σε χλωρό κλαρί την άρχουσα τάξη και τα πολιτικά της κόμματα που προσπάθησαν να διαχειριστούν τις επιθέσεις.
Αυτήν ακριβώς την εικόνα, μπορεί κανείς να θυμηθεί, διαβάζοντας το φυλλάδιο που εξέδωσε η εργατική αλληλεγγύη με τίτλο “Το χρονικό των αγώνων ενάντια στα μνημόνια, η εργατική αντίσταση θα νικήσει” σε κείμενα της Λένας Βερδέ και πρόλογο του Τάσου Αναστασιάδη από την Επιτροπή Αλληλεγγύης Συνδικαλιστών και Συνδικάτων. Μέσα στο μικρό και φθηνό (μόλις 4 ευρώ) βιβλίο μπορεί, καταρχήν, να βρει κανείς σε χρονολογική σειρά: όλους τους μικρούς και μεγάλους αγώνες από τα μικρά εργοστάσια μέχρι τις ΔΕΚΟ και τα νοσοκομεία από την πρώτη μέρα εκλογής της κυβέρνησης ΓΑΠ τον Οκτώβρη του 2009 μέχρι την πτώση της, τον Οκτώβρη του 2011.
Πέρα από το εντυπωσιακό χρονολόγιο, στις σελίδες του βιβλίου μπορεί επίσης να βρει κανείς όλες τις κρίσιμες καμπές και τα σταυροδρόμια που χρειάστηκε να διαβεί το κίνημα απέναντι στους εκβιασμούς και τις πιέσεις της άρχουσας τάξης, τα προσκόμματα και την ατολμία των συνδικαλιστικών ηγεσιών, τις ανταρσίες της βάσης, τη στάση και το ρόλο της αριστεράς – και όλα αυτά πλαισιωμένα με μια σειρά από ντοκουμέντα, ανακοινώσεις, δηλώσεις. Μια ιστορία μαζεμένη στο πεζοδρόμιο – γραμμένη από τα κάτω για τους από τα κάτω – αφιερωμένη σε όλους τους αγωνιστές και αγωνίστριες που μέσα σε δυόμισι χρόνια κατάφεραν:
Να παραλύσουν τη χώρα κάνοντας 17 πανεργατικές γενικές απεργίες και δεκάδες απεργίες διαρκείας. Να ξεχειλίσουν ξανά και ξανά το Σύνταγμα, τους δρόμους της Αθήνας και όλων των πόλεων – που άνοιξαν τα κεφάλια τους, που πνίγηκαν από τα χημικά, που οδηγήθηκαν στις κλούβες αντιμέτωποι με ασφαλίτες και χρυσαυγίτες. Που κατάφεραν να αφοπλίσουν με τη σειρά την κυβέρνηση ΓΑΠ του πρώτου μνημονίου, το μαύρο μέτωπο ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΛΑΟΣ που ακολούθησε και τέλος την κυβέρνηση του τεχνοκράτη Παπαδήμου. Και έγιναν το σύμβολο της αντίστασης ενάντια στην χρεοκοπία της αγοράς και του καπιταλισμού από το Λονδίνο ως τη Νέα Υόρκη.

Τιμή 4€, 60 σελίδες
Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=353:i92&Itemid=1 

Βιβλίο: Κώστας Πίττας: Η φασιστική απειλή και πώς να την τσακίσουμε

του Νεκτάριου Δαργάκη

Αντιφασιστικός συναγερμός

Οι εκλογές στις 6 Μάη κατέγραψαν μια σαρωτική αριστερή στροφή με ένα όμως μελανό σημείο. Η νεοναζιστική οργάνωση της Χρυσής Αυγής κατάφερε να μπει στη Βουλή και να συγκεντρώσει ποσοστό που αγγίζει το 7%.
Η είσοδος των μαχαιροβγαλτών του Μιχαλολιάκου χτύπησε συναγερμό για όλα τα κομμάτια της Αριστεράς και του κινήματος. Το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο είχε κάνει την επιλογή από τον Δεκέμβρη του 2011 να κυκλοφορήσει την μπροσούρα του Κώστα Πίττα «Η φασιστική απειλή και η πάλη για να την τσακίσουμε». Αυτή η επιλογή αποκτά ακόμα μεγαλύτερη αξία μετά από αυτήν την εξέλιξη και σίγουρα το βιβλίο μπορεί να αποτελέσει εξαιρετικό εργαλείο στα νέα αυξημένα αντιφασιστικά καθήκοντα μας.
Η εισαγωγή του βιβλίου επισημαίνει ότι πάντα σε περιόδους κρίσης οι φασίστες κάνουν την προσπάθεια τους να εισβάλλουν στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό από τους υπόνομους της ιστορίας όπου τους είχε ρίξει το εργατικό κίνημα. Η συμμετοχή των φασιστών του ΛΑΟΣ στην συγκυβέρνηση, τα πογκρόμ των Χρυσαυγιτών σε γειτονιές της Αθήνας ή η μαζική δολοφονία νεολαίων από τον Μπρέιβικ στη Νορβηγία ήταν τέτοιες προσπάθειες την περίοδο που γραφόταν το βιβλίο.
Πως όμως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτή την απειλή, τι ακριβώς είναι οι φασίστες στην Ελλάδα, τι συμπεράσματα βγαίνουν από την ιστορία. Αυτά τα ερωτήματα έρχεται να απαντήσει με απλό, αλλά και συγκεκριμένο τρόπο η μπροσούρα.
Ο Κ. Πίττας γυρνάει πίσω στη δεκαετία του ’30 πατώντας πάνω στις παρατηρήσεις του Τρότσκι και του Γκράμσι για να εξηγήσει πως τα κατάφερε ο Χίτλερ. Τονίζει ότι για να έρθουν οι φασίστες στην εξουσία χρειάζονται δύο προϋποθέσεις. Η πρώτη είναι να έχει βρεθεί η άρχουσα τάξη σε τέλμα χωρίς άλλες επιλογές και η δεύτερη να έχουν αποδείξει οι φασίστες, στο δρόμο, ότι μπορούν να τσακίσουν το εργατικό κίνημα και τις οργανώσεις του.
Στη συνέχεια έρχεται στην Ελλάδα όπου θυμίζει με συγκεκριμένα στοιχεία πώς φτιάχτηκαν ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή. Ειδικά, για την Χρυσή Αυγή στο βιβλίο μπορούμε να βρούμε το ιστορικό των προσπαθειών της να χτίσει μια πραγματικά ναζιστική οργάνωση με χτυπήματα, όπως το χάραγμα αγκυλωτού σταυρού σε μαθήτρια το ’93 στους Αμπελόκηπους, την επίθεση στον Δ. Κουσουρή το ’98 ή τις επιθέσεις σε μέλη της ΟΣΕ (μετέπειτα ΣΕΚ).
Έπειτα, το βιβλίο θυμίζει ότι η αντιφαστιστική παράδοση ήταν πάντα στις προτεραιότητες των επαναστατών. Αναφέρεται στην Ιταλία και στη σύγκρουση των αντιφασιστών με το Μουσολίνι, στους αντιφασιστικούς αγώνες στη Γαλλία και την Αυστρία, ενώ δίνει ιδιαίτερο βάρος στην Ισπανία και τη Γερμανία. Από κει αντλεί πολύτιμα συμπεράσματα για την τακτική του Ενιαίου Μετώπου και εξηγεί τα λάθη που έκαναν τα ΚΚ της εποχής, ακόμα και οι αναρχικοί.
Μετά έρχεται σε ακόμα πιο πρόσφατα παραδείγματα αντιφασιστικής πάλης, όπως στην Αγγλία του ’70 και την παραδειγματική δράση του Αντιναζιστικού Συνδέσμου(Αnti-Nazi League).
Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου δίνουν την εικόνα από τα 20 τελευταία χρόνια όσον αφορτά την μαζική αντιφασιστική πάλη στην Ελλάδα, από τα μαζικά συλλαλητήρια στην Ξάνθη το ’93 μέχρι τις πρόσφατες διαδηλώσεις στον Άγιο Παντελεήμονα στην Αθήνα.
Τέλος, το βιβλίο επισημαίνει ότι χρειάζεται να χτίσουμε ένα κίνημα τόσο ενάντια στο ρατσισμό όσο και ενάντια στους φασίστες με καθαρές επιλογές. Πρώτον, να αποκαλύπτουμε τους φασίστες ως αυτό που πραγματικά είναι, να τους βγάζουμε την «αντιμνημονιακή» προβιά που φόρεσαν για να κρύψουν το ναζιστικό τους πρόσωπο. Και δεύτερον, να μην κάνουμε το λάθος να τους υποτιμήσουμε ή να πέσουμε σε παγίδες του τύπου «τους διαφημίζουμε με τη δράση μας» και να χτίσουμε ένα μαζικό μέτωπο ενάντια στη φασιστική απειλή με κέντρο την δύναμη που μπορεί να μας απαλλάξει από αυτήν, αλλά και τον καπιταλισμό που την γεννάει: την εργατική τάξη.

Τιμή 4€, 56 σελίδες
Εκδόσεις Βιβλιόραμα

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=355:i92&Itemid=1 

Επισκόπηση αριστερού περιοδικού τύπου




του Θανάση Καμπαγιάννη

Το βιβλίο του Κρις Χάρμαν “Λαϊκή Ιστορία του Κόσμου” (εκδ. Τόπος) εξελίσσεται δίκαια σε μια εκδοτική επιτυχία. Στο προηγούμενο τεύχος του Σοσιαλισμός από τα Κάτω, δώσαμε ένα – αναγκαστικά σύντομο – περίγραμμα της μελέτης του Χάρμαν για τις κρισιμότερες καμπές της παγκόσμιας ιστορίας. Στο τεύχος του Ένεκεν που μόλις κυκλοφόρησε (τεύχος 23, Ιανουάριος-Μάρτιος 2012), ο Μπάμπης Κουρουνδής στο κείμενό του “Μαρξισμός και Ιστορία”, προχωράει ένα βήμα παραπέρα τη βιβλιοκριτική του έργου του Χάρμαν, αναλύοντας τις βασικές μεθοδολογικές του επιλογές και την γόνιμη διαχείριση από πλευράς του μιας συγκεκριμένης εκδοχής του ιστορικού υλισμού. Στο ίδιο τεύχος του Ένεκεν, ο Francois Sabado, στέλεχος της Τετάρτης Διεθνούς, στο άρθρο του “Σημειώσεις για τη συγκυρία και την παγκόσμια κατάσταση” επιχειρεί μια συνθετική ανάλυση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και των κινημάτων αντίστασης, ορίζοντας έτσι τα πιεστικά καθήκοντα της επαναστατικής Αριστεράς.
Κυκλοφόρησε το νέο τεύχος του περιοδικού Ουτοπία (τεύχος 98, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2012). Στο τεύχος περιλαμβάνεται ένα αφιέρωμα στο έργο του γάλλου ανθρωπολόγου Κλωντ Λεβί-Στρως (Claude Levi-Strauss), απ’ αφορμή το θάνατό του (τον Οκτώβρη του 2009). Η συνεισφορά του Λεβί-Στρως στη μελέτη των πρωτόγονων κοινωνιών υπήρξε πρωτοπόρα. Ωστόσο η σκέψη του και γενικότερα η σχολή του στρουκτουραλισμού επηρέασαν πολύ ευρύτερα πεδία, όπως την ιστορική επιστήμη, τη φιλοσοφία, τις αντιπαραθέσεις μέσα στο μαρξιστικό ρεύμα και ούτω καθεξής. Το αφιέρωμα περιέχει άρθρα που αναδεικνύουν τη σημασία της συγκεκριμένης σχολής σκέψης, χωρίς να αποκρύβονται τα προβλήματα και τα όριά της.
Η συντακτική επιτροπή της Μαρξιστικής Σκέψης ετοίμαζε εδώ και καιρό τον τόμο του περιοδικού (που πρόσφατα κυκλοφόρησε στις προθήκες) με αφιέρωμα “Φασισμός, Νεοφασισμός, Ακροδεξιά” (τόμος 5, Απρίλιος-Μάιος 2012). Νομίζω όμως ότι ούτε η ίδια δεν υπολόγιζε πλήρως τη δραματική επικαιρότητα του αφιερώματός της. Η Αριστερά έχει σημαντικά αντιφασιστικά καθήκοντα μπροστά της, που μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο εξαιτίας της αδυναμίας του μεγαλύτερου κομματιού της να προβλέψει και να δράσει προνοητικά ενάντια στην είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή. Για να ανταποκριθεί όμως τώρα στα επείγοντα καθήκοντα που βάζει η νέα κατάσταση και να δράσει αποτελεσματικά, η Αριστερά θα πρέπει να ξεκαθαρίσει τη φύση του φασισμού, τις κοινωνικές του ρίζες, τη σχέση του με την κρίση του καπιταλισμού και τις ρατσιστικές εκστρατείες των κυβερνήσεων, την πολιτική εμπειρία από την άνοδο και το τσάκισμά του. Ο τόμος της Μαρξιστικής Σκέψης που κυκλοφορεί είναι μια πολύτιμη συμβολή σ’ αυτή την κατεύθυνση.
Τα πλήρη περιεχόμενα του τόμου υπάρχουν στο site του περιοδικού marxistikiskepsi.gr. Ξεχωρίζουμε τα κλασικά κείμενα των επαναστατών μαρξιστών του Μεσοπολέμου που περιέχονται στο αφιέρωμα (Τσέτκιν, Τρότσκι, Ράντεκ, Γκράμσι, Λούκατς) που αποτελούν απαραίτητη αφετηρία. Επίσης, πολύ σημαντικό είναι το κείμενο του Τιμ Μέησον με τίτλο “Η αντίσταση της γερμανικής εργατικής τάξης στους ναζί” (είναι κρίμα που το έργο του Μέησον δεν υπάρχει μεταφρασμένο στα ελληνικά, η Σκέψη κάνει όμως μια καλή αρχή). Το αφιέρωμα περιέχει δύο κείμενα του Ντέηβιντ Ρέντον: το ένα έχει τίτλο “Προς μια μαρξιστική θεωρία του φασισμού” και επιχειρεί μια αναδρομή στις μαρξιστικές αναλύσεις πάνω στο φαινόμενο του φασισμού στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Το δεύτερο έχει τίτλο “Οι μαρξιστές και το Ολοκαύτωμα”: η εξολόθρευση των Εβραίων από τους Ναζί έχει σταθεί αφορμή για μια τεράστια επιστημονική φιλολογία. Ο Ρέντον στέκεται στη “διαμάχη Goldhagen”: ήταν οι Γερμανοί, όπως υποστήριξε ο Goldhagen, οι “πρόθυμοι δήμιοι του Χίτλερ”; Ο Νόρμαν Φίλκενστάιν (Norman Filkenstein) έχει προσφέρει μια αποτελεσματική υλιστική αντίκρουση στις θεωρίες της συλλογικής ευθύνης, χωρίς να απαλλάσσει τον γερμανικό καπιταλισμό από το έγκλημα του Ολοκαυτώματος.
Ας διαβάσουμε αυτές τις πολύτιμες συζητήσεις για τον φασισμό. Αλλά, πάνω απ’ όλα, ας ριχτούμε όλες και όλοι στη μάχη για να κόψουμε το δρόμο σ’ αυτούς που αναπολούν τη φρίκη του. Η πολεμική κραυγή του αντιφασιστικού κινήματος δεν ήταν ποτέ πιο επίκαιρη: Ποτέ Ξανά!

http://socialismfrombelow.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=356:i92&Itemid=1