Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Βιβλίο: Arditi del Popolo. Μια φοβερή ιστορία


Λίγα λόγια για το “Arditi del Popolo: η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης” του Tom Behan (εκδόσεις μαρξιστικό βιβλιοπωλείο 2012)
Ένα εξαιρετικά καλογραμμένο και to the point (μιας και ο συγγραφέας είναι Βρετανός) βιβλίο, το οποίο περιγράφει με πολύ σαφή και ιστορικά συνεπή τρόπο την πρώτη αντιφασιστική οργάνωση στην ιστορία, αυτή της οργάνωσης Arditi del popolo στην Ιταλία.
Το βιβλίο αποτελεί επιβεβαίωση της γενικότερης εικόνας σαφήνειας που διέπουν τα κείμενα Άγγλων μαρξιστών, γεγονός που πιθανότατα έχει να κάνει με την μακρά παράδοση αναλυτικής φιλοσοφίας στο νησί, η οποία είναι ποτισμένη σε όλους τους Άγγλους διανοούμενους, ανεξάρτητα από την πολιτική τους ή φιλοσοφική στάση απέναντι στα πράγματα.
Όσον αφορά το ίδιο το περιεχόμενο, το βιβλίο παρέχει ουσιαστικές πληροφορίες και μαρτυρίες για οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για την πάλη και πάταξη του φασισμού, και ως τέτοιο είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε διαχρονική βάση, πόσο μάλλον σε συγκυρίες ανόδου του φασισμού σαν αυτές που δυστυχώς ζούμε σήμερα στην Ελλάδα. Το βιβλίο δίνει ουσιαστικά σαφείς οδηγίες για το τι πρέπει να γίνει για να αντιμετωπιστεί ένα φασιστικό κίνημα πριν να είναι πολύ αργά. Θίγονται ουσιαστικά ζητήματα και προβλήματα σεκταρισμού και επαναστατικής λειτουργικότητας της αριστεράς και είναι έτσι εξαιρετικά χρήσιμο για όλη την αριστερά, μα περισσότερο για την οργανωμένη αριστερά, η οποία σε πολλές περιπτώσεις παρουσιάζεται αμήχανη μπροστά στην σημερινή άνοδο του φασισμού, ουσιαστικά παρέχοντας βοήθεια αντί για καίρια πλήγματα στους φασίστες.
Το σημαντικότερο όλων όσον αφορά το περιεχόμενο είναι η πανταχού παρούσα υπενθύμιση ότι ο φασισμός δεν είναι κάτι το οποίο χρήζει ελαφρότητας. Χρήζει πολλών πραγμάτων εκτός από αυτό. Επιφανειακές αναλύσεις που υποστηρίζουν ότι η άνοδος του φασισμού είναι πλασματική μιας και ουσιαστικά αποτελεί έκφραση της τακτικής της ψήφου τιμωρίας μέρος του εκλογικού σώματος, ή αναλύσεις που επικεντρώνονται στην νοητική υπόσταση των μελών ή ‘ακτιβιστών’ της Χρυσής Αυγής στην χώρα μας η οποία υπόσταση ως εξαιρετικά χαμηλή δεν μπορεί να βοηθήσει σε περαιτέρω επικράτηση του φασισμού στην Ελλάδα, είναι από αφελείς μέχρι εξαιρετικά επικίνδυνες.
Το πρόβλημα με την άνοδο του φασισμού στην Ελλάδα είναι πολύ πιο σοβαρό και ως τέτοιο απαιτεί και σοβαρότερη στάση. Δεδομένου ότι τίποτα δεν είναι αδύνατο, αν δεν δράσουμε σύντομα και οργανωμένα τα χειρότερα και αυτά που κανείς μας δεν φαντάζεται (και αυτά που κάποιοι αφελείς αισιόδοξοι πιστεύουν ότι δεν μπορούν να ξαναεμφανιστούν λόγω μιας τάχα ωρίμανσης του πολιτικού σκηνικού από την περίοδο πριν τον μεσοπόλεμο!) μπορεί να γίνουν ξαφνικά η πραγματικότητά μας.
Το γεγονός ότι συζητάμε για ποσοστά της τάξεως του 10% ή 15% για την χρυσή αυγή αυτήν την στιγμή είναι ένα παράδειγμα καταστάσεων που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί. Με βάση λοιπόν αυτήν την εμπειρία μας, δεν πρέπει να περιμένουμε ο φασισμός να εξαφανιστεί από μόνος του. Το βιβλίο του Behan αποτελεί εξαιρετική προσθήκη για όσους είναι αποφασισμένοι να κηρύξουν τον πόλεμο ενάντια στον φασισμό στην Ελλάδα (και γενικότερα) , προφέροντας συσσωρευμένη θεωρητική και πρακτική γνώση προς αυτήν την κατεύθυνση. Τέλος, η μετάφραση είναι εξαιρετικά καλή και αποδίδει με πολύ μεγάλη επιτυχία την σαφήνεια του πρωτοτύπου.

Στέργιος Χατζηκυριακίδης, Λονδίνο 7/11/2012

Εργατική Αλληλεγγύη 

50 διηγήματα από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές, η συλλογή διηγημάτων φανταστικής λογοτεχνίας «Θρύλοι του Σύμπαντος ΙΙ».



Τα τελευταία χρόνια οι εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές», κάνουν μια μεγάλη προσπάθεια ανάδειξης της λογοτεχνίας του φανταστικού στον ελληνικό χώρο. Μεγάλο μέρος των εκδόσεών τους έχουν σαν θέμα ιστορίες φαντασίας, επιστημονικής φαντασίας και τρόμου. Επίσης, ο εκδοτικός οίκος δίνει το βήμα σε νέους συγγραφείς, που δεν είχαν την ευκαιρία να δείξουν τη δουλειά τους στο ευρύ κοινό, να το κάνουν μέσα από προσκλήσεις συγγραφής και διαγωνισμούς που διοργανώνει.
 Αποτέλεσμα μιας τέτοιας πρωτοβουλίας είναι η συλλογή “Θρύλοι του Σύμπαντος ΙΙ” που περιέχει 50 διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας κυρίως από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς.
Ιστορίες σε άλλους πλανήτες, το κοντινό ή μακρινό μέλλον της Γης, μάχες ανάμεσα σε Θεούς, ξωτικά, δράκοι και φαντάσματα, κάνουν την εμφάνισή τους μέσα από την πένα 50 συγγραφέων και συγκροτούν μια συλλογή πλούσια σε εικόνες και συναισθήματα.

Μεταξύ άλλων περιέχονται τα διηγήματα:

Blattaria του Γεράσιμου Μοσχονά

Ταμείο 23 του Αβραάμ Σεκέρογλου

Ghost in the machine του Μάνου Ατζιάρα

Η πτώση του Γιώργου Γιαλούρη

Ο Βασιλιάς των Ξωτικών του Αντώνη Μηλιαρά

Σύνταξη του Παναγιώτη Φάμελλου

Το μυστικό του δράκου της Θεοδοσίας Μπίτζου

Δοκιμάστρια ονείρων της Γιώτας Σωτήρχου

Το στοίχημα της Ελισάβετ Κυρίτση    



Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

«Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'. Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (για παιδιά και νέους). Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


«Ο Αμερικάνος»
Του Δημήτρη του Μπερδέ το μαγαζί έμοιαζε, εκείνο το βράδυ, με βάρκα, κατά τα φαινόμενα φουρτουνιασμένη, να πλέει με τον άνεμο στην πρύμνη και στο πλάι, να της χτυπούν τα κύματα τη μια πλευρά, να πηδά μέσα το νερό από την κουπαστή και να ραντίζει από την κορφή ως τα νύχια τους δύστυχους επιβάτες.
Έμοιαζε με βάρκα όπου ο κυβερνήτης της και το ναυτόπουλό του φαίνονται όλο έγνοιες, να δίνουν και να παίρνουν προστάγματα σε γλώσσα ακατάληπτη, ο ένας με δυσκολία να κατευθύνει το πηδάλιο, ο άλλος να λύνει και να δένει τα πανιά, βοηθώντας με το κουπί από την απάνεμη μεριά, να τρέχουν και οι δυο από την πρύμνη στην πλώρη, τρομάζοντας τους επιβάτες τους πιο άπειρους, που τους ραίνει ολόγυρα το αφρισμένο κύμα, κι οσφραίνονται από κοντά και γεύονται την άλμη.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα κι ο κάθε πελάτης ήθελε να κάνει τα ψώνια του.
Ο κυρ Δημήτρης ο Μπερδές έτρεχε μπρος, πίσω, έβαζε νοθευμένα ποτά στους πελάτες, πουλούσε λειψά στους αγοραστές, με την τρικυμία σκορπισμένη στην όψη και τη γαλήνη φυλαγμένη στην καρδιά, που οι φωνές των θαμώνων τον γοήτευαν, και που τον ενθουσίαζε ο κρότος των κερμάτων που έπεφταν  από την ανοιγμένη στο πάνω μέρος τρύπα, καθώς σπουργίτια στην παγίδα, στο καλοκλειδωμένο συρτάρι του.

Το παιδί, ο δεκαπεντάχρονος Χρήστος, ανεψιός από την αδερφή του, δεν πρόφτανε να γεμίζει μπουκάλια από το βαρέλι, να κακοζυγίζει το βούτυρο από το πιθάρι, να αδειάζει μέλι από τον ασκό, με την ποδιά δεμένη ψηλά στο στήθος, και ξελαρυγγιαζόταν να φωνάζει αμέσως! σε οχτώ διαφορετικούς τόνους και νότες άνω τελία λέξη που είχε κατορθώσει με τον καιρό να την κουτσουρέψει σε αμές! έπειτα να την συντομεύει σε ΄μες! και τελικά να την απλοποιήσει σε ες!

Σε μια γωνία του μαγαζιού μια συντροφιά πέντε ανδρών κάθονταν κι έπιναν τη μαστίχα τους, πριν το διαλύσουν και φύγουν στα σπίτια τους για το δείπνο.
Ήταν όλοι εμποροπλοίαρχοι του τόπου, που περίμεναν αν πέσει ο Σταυρός στη θάλασσα για να σαλπάρουν, και καλωσόριζαν ένα συνάδελφο τους, που εκείνο το βράδυ είχε φτάσει καλά με την σκούνα του, τον καπετάν Γιάννη τον Ιμβριώτη άνω τελεία  έκαναν όλοι με την σειρά τα μουσαφιρλίκια (κεράσματα για το καλώς ήρθες), έπειτα ο καπετάν Γιάννης θέλησε κι αυτός να τους κάνει τα σαλαμετιλίκια (κεράσματα για το καλό κατευόδιο). 
Έπειτα κάθε ένας από τους φίλους προθυμοποιήθηκε να κάνει για δεύτερη φορά τα μουσαφιρλίκια, και πάλι ο καπετάν Ιμβριώτης ξανάκανε τα σαλαμετιλίκια. Σε αυτό το σημείο βρίσκονταν και μιλούσαν ζωηρά για πράγματα σχετικά με το επάγγελμα τους, για ναύλους, αναδουλειές, για υπεραναμονές, για φορτώσεις κι εκφορτώσεις, για ναυάγια και θαλασσοζημιές.
Ο καπετάν Γιάννης εξιστορούσε διεξοδικά τα συμβάντα  του τελευταίου ταξιδιού του, και είπε ότι, παρά την θέληση του, επειδή του φέραν δυσκολίες οι τουρκικές αρχές, αναγκάστηκε να μείνει μερικές μέρες στο Βόλο, όπου είχε πιάσει λιμάνι για να ξεφορτώσει ένα μέρος του φορτίου.
-  Α! δε σας είπα και για ένα γιουλτζή που πήρα από το Βόλο, είπε.
-  Πήρες κανέναν επιβάτη από το Βόλο; ρώτησε ένας από τους φίλους του.
-  Δεν θέλησε να ξεμπακάρει, έμεινε μες στη σκούνα. Του είπα να τον πάρω μουσαφίρη στο σπίτι, και δεν θέλησε.
- Και για πού παεί;
- Ως εδώ προς το παρόν. Τον ρώτησα, δεν θέλει να μου πει.
- Και τι δουλειά έχει εδώ;
- Τι άνθρωπος είναι;
- Πώς σου φάνηκε; διασταυρώνονταν οι ερωτήσεις των πλοιάρχων.
- Είναι άνθρωπος που έχει ξυρισμένο το μουστάκι και τα γένια, κι έχει αφημένες μόνο τρίχες κάτω από το σαγόνι και στο λαιμό. Μου φάνηκε σαν Εγγλέζος, σαν Αμερικανός, μα πάλι όχι σωστός Εγγλέζος ούτε σωστός Αμερικάνος. Τα λίγα λόγια που μου είπε ρωμαίικα, τα είπε με έναν τρόπο δύσκολο και συλλογισμένο, όχι και πολύ ξενικό, σαν να ήξερε μια φορά ρωμαίικα και τα ξέχασε. Τις περισσότερες φορές συνεννοηθήκαμε με κάτι λίγα ιταλικά που ξέρω και εγώ.
- Σου είπε το όνομα του;
- Στα χαρτιά τον πέρασα ως Τζον Στόθισον, με αμερικάνικο διαβατήριο.
Τη στιγμή εκείνη, ο καπετάν Γιάννης, που καθόταν με την πλάτη στηριγμένη στον τοίχο, βλέποντας προς την πόρτα, χωρίς να το θέλει φώναζε:
-Α! να τος!
Όλοι στράφηκαν προς την πόρτα.
Είχε μπει ένας άνθρωπος ψηλός, καλοντυμένος, ως σαράντα πέντε χρονών, ωραίος, ανοιχτοπρόσωπος, με ξυρισμένο μουστάκι και γένια, εκτός από λίγες τρίχες κάτω από το σαγόνι και προς τον λαιμό, με βαριά χρυσή αλυσίδα πάνω στο στήθος, από την οποία κρέμονταν ένα μικρό φυλαχτό και μερικοί βόλοι από χρυσό.
Από ποια φυλή κι από ποιόν τόπο ήταν, δύσκολα μπορούσε να υποθέσει κανείς. Φαινόταν να είχε αποκτήσει κάτι σαν επάλειψη πάνω στο πρόσωπο, σαν κάποια προσωπίδα από άλλο τόπο, καλοζωίας και πολιτισμού, κάτω από την οποία κρύβονταν αόρατη η αληθινή καταγωγή του. Β
άδιζε με βήμα αβέβαιο, ρίχνοντας ένα βλέμμα ακόμα πιο αβέβαιο στα πρόσωπα και στα πράγματα που ήταν γύρω του, σαν να προσπαθούσε να κατατοπιστεί που ήταν.
Ενώ, πριν από τη δύση του ήλιου είχε αρνηθεί, όπως έλεγε ο πλοίαρχος Ιμβριώτης, να βγει στη μικρή πολιτεία, όταν νύχτωσε παρακάλεσε τον ναύτη που είχε μείνει πίσω στο πλοίο και που, καθώς δεν ήταν ντόπιος, δεν είχε που να πάει κι έμεινε φύλακας της σκούνας, να τον βγάλει στη στεριά.
Ο ναύτης υπάκουσε. Ο ξένος άφησε τις αποσκευές του, που ήταν τρείς τεράστιες κασέλες, στην καμπίνα της πλώρης, και βγήκε. Μόλις κατέβηκε από τη βάρκα, βρέθηκε στην παραθαλάσσια αγορά και κοίταξε δεξιά αριστερά, σαν να μην γνώριζε πού βρισκόταν. Έξω στο ύπαιθρο δεν ήταν  άνθρωποι , γιατί έκανε κρύο τσουχτερό.
Τα βουνά ήταν χιονισμένα ολόγυρα. Ήταν στις 24 Δεκεμβρίου 187… Κοίταξε μέσα σε δυο τρεις ταβέρνες και καφενεία, έπειτα σε δύο εμπορικά και παντοπωλεία μαζί, όπως τα μαγαζιά των χωριών. Αλλά δεν φάνηκε ευχαριστημένος, σαν να μην τα αναγνώριζε, και συνέχισε τον δρόμο του. Ανέβηκε στη μικρή πλατεία, μπροστά στο ναό των Τριών Ιεραρχών.
Εκεί φάνηκε πως αναγνώρισε το μέρος. Και μπορεί αν μην έκανε τον σταυρό του, όταν είδε την εκκλησία, αλλά στο σκοτάδι έβγαλε το καπέλο του, και το φόρεσε πάλι, σαν να συνάντησε παλιό φίλο και τον χαιρετούσε. Έπειτα κοίταξε αριστερά, είδε το μικρό οινοπαντοπωλείο του Μπερδέ και πλησίασε. Στάθηκε λίγες στιγμές και κοίταξε μέσα.
Στο τέλος μπήκε. Είναι αλήθεια πως δεν είχε δει τον πλοίαρχο Ιμβριώτη, ο οποίος, μολονότι κοιτούσε προς την πόρτα, βρισκόταν κατά ένα μέρος στη σκιά των συναδέλφων του εκείνων που μαζί τους έπινε, και που είχαν στραμμένη τη πλάτη προς την πόρτα, αλλά ήταν καλυμμένος κι από μια άλλη συντροφιά που στέκονταν όρθιοι κι έπιναν κοντά στον μπάγκο, μπροστά στον οποίο ήταν οι μπουκάλες με τα ποτά. Αν τον είχε δει, ίσως να μην έμπαινε.
-Να ο Αμερικάνος, ξανάπε ο πλοίαρχος Ιμβριώτης δείχνοντας στους συναδέλφους του τον άνθρωπο που μπήκε.
Οι τέσσερεις εμποροπλοίαρχοι γύρισαν τα μάτια τους σε εκείνον που μόλις είχε έρθει και τον κοίταξαν άπληστα.
-Μπόνο πράτιγο, σινιόρε (καλώς ξεμπάρκαρες, κύριε), φώναξε ο Ιμβριώτης. Αποφάσισες, βλέπω, και βγήκες.
Ο ξένος έκανε με το χέρι ένα σημείο χαιρετισμού.
-Πλήιζ κάπτην (ορίστε καπετάνιε), είπε ένας από τους εμποροπλοίαρχους, ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος, που είχε δικό του ένα μεγάλο μπρίκι, είχε κάνει δύο ταξίδια στον ωκεανό, ως το Λονδίνο, και είχε μάθει οχτώ ή δέκα αγγλικές φράσεις.
-Θεγκ-ιού σερ (ευχαριστώ κύριε), απάντησε ευγενικά ο ξένος.
Κι έριξε μια δεκάρα στον μπάγκο, λέγοντας στο παιδί μόνο αυτή την λέξη: «ρούμ!»
Κι αφού πήρε στο χέρι το ποτήρι του, για να μην δείξει ότι απέφευγε συστηματικά τους ανθρώπους, πλησίασε την συντροφιά, και είπε στα ελληνικά, προφέροντας κάπως παχιά και δύσκολα.
-Ευχαριστώ κύριοι. Δεν είναι να καθίσω να κάνω τωκ, και δύσκολο σε εμένα να κάνω τωκ ρωμαίικα.
-Τι λέει; είπε σουφρώνοντας τα φρύδια ο καπετάν Θύμιος ο Κουρασάνος άνω τελεία δε θέλει να κάνει τόκα (να συμφωνήσει χειραψία) μαζί μας;
Ο ξένος άκουσε και βιάστηκε να διορθώσει την παρανόηση.
-Με συμπάθιο, κύριε άνω τελεία είπα, να κάνω τωκ, να κάνω κονβερσατσιόνε, πως το λένε;
-Θέλει να πει, δυσκολεύεται να κάνει κουβέντα στη γλώσσα μας, είπε ο καπετάν Ιμβριώτης που κατάλαβε.
-Α! ναι, κουβέντα, είπε ο ξένος άνω τελεία ξένασα τα λόγια ρωμαίικα.
-Αντ χουέρ γιου κομ; είπε ο Κουρασάνος, σε λανθασμένα αγγλικά το: από πού έρχεσαι;
-Στην ώρα εδώ ήρθα, απάντησε ο Αμερικάνος άνω τελεία ύστερα δεν ξέρω, κι άλλα ταξίδια θα κάνω.
-Ο καπετάν Κουρασάνος τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα.
-Δεν κάθεσαι, σινιόρε;  είπε ο Ιμβριώτης άνω τελεία που θα βρεις καλύτερα;
-Δεν κάθομαι πάω να κάνω γουώκ, να φέρω γύρο, πώς το λέτε;
-Να κάνεις σπάτσιο;
-Α, ναι, σπάτσιο, είπε ο ξένος άνω τελεία ναι, βλέπω, σαν δεν ειπεί ένας λόγια ιταλικά, δεν καταλαβαίνει άλλος ρωμαίικα.
Έκανε μια κίνηση αποχαιρετισμού με το κεφάλι, και γύρισε προς την πόρτα. Οι πέντε πλοίαρχοι, μετά την συνομιλία αυτή, έμειναν να πλέουν σε μεγαλύτερο πέλαγος άγνοιας, παρά σε εκείνο που τους είχαν φέρει πριν οι εξηγήσεις του συναδέλφου τους του Ιμβριώτη.
Όταν βγήκε από το καπηλειό ο ξένος, πήρε το δρόμο προς την Κολώνα, που στέκει απέναντι στους Τρεις Ιεράρχες, στην οποία έδεναν παλιότερα τις πρύμνες των πλοίων που ξεχειμώνιαζαν στο λιμάνι.
Γύριζε το βλέμμα δεξιά κι αριστερά, και τέλος το προσήλωσε επίμονα σε ένα μικρό σπίτι, που έμεινε να το κοιτάει για πολύ, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί και να αναγνωρίσει κάτι.
Τέλος, μπήκε σε ένα στενό δρομάκι που διέσχιζε τη συνοικία, κι έγινε άφαντος.
Αν, ωστόσο, τον παρακολουθούσε κανείς, θα έβλεπε πως, αφού προχώρησε λίγα βήματα, έστριψε ψηλότερα κι ανέβηκε τέσσερα σπίτια πάνω από το μικρό σπίτι, που επίμονα κοιτούσε πριν, όπου ανάμεσα σε δύο σπίτια σχηματίζονταν ένα κενό, θαμμένο κατά ένα μέρος από τα υπολείμματα δύο τοίχων.
Φαινόταν πως ήταν χάλασμα, ερείπιο ενός σπιτιού που είχε πρόσφατα κατεδαφιστεί. Ο ξένος, αφού κοίταξε τριγύρω, να δει μήπως τον παρατηρούσε κανείς, μπήκε δειλά σε εκείνο το χάλασμα, όπου στη γωνιά των δυο τοίχων φαινόταν μια κόχη μαυρισμένη, σαν να υπήρχε εκεί παλιότερα ένα τζάκι.
Μπήκε έχοντας βγάλει το καπέλο του που το κρατούσε στα χέρια, γονάτισε, και στήριξε το μέτωπο πάνω στις ψυχρές πέτρες εκείνης της γωνιάς, και αφού έμεινε γονατισμένος τρία λεπτά, σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια του και απομακρύνθηκε αργά.
Όταν ξανάρθε πάλι χαμηλότερα, στάθηκε στη μέση του μικρού δρόμου, όχι  μακριά από το σπίτι που πρωτύτερα φαινόταν ότι κοίταζε. Στάθηκε, κι αφού έριξε ένα βλέμμα ολόγυρα, να δει μήπως κανείς τον παρακολουθούσε, έστησε αφτί.
Τι να άκουγε άραγε; Ίσως άκουγε τα τραγούδια των παιδιών της γειτονιάς που περνούσαν από τα σπίτια κι έψαλλαν τα Χριστούγεννα. Και τα τραγούδια τους διασταυρώνονταν κι έφευγαν προς διάφορες κατευθύνσεις, σαν λάλημα χειμωνιάτικων σπουργιτιών. Εδώ ακούγονται οι στίχοι:
Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου,
εβγάτ΄, ακούστε, μάθετε, τώρα Χρστός γεννιέται.
εκεί πάλι αντηχούσε:
Κυρά μ΄, τη θυγατέρα σου, κυρά μ΄, την ακριβή  σου.
και αλλού:
Ν΄ ασπρίσεις σαν τον Έλυμπο, σαν τ΄ άσπρο περιστέρι.
φωνές αθώες, ανεπιτήδευτες, χαρωπές, φωνές παιδικής χαράς κι ευθυμίας.

   «Ο Αμερικάνος» Μέρος Α'
 Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα 
       για παιδιά και νέους
         Εκδόσεις Άγκυρα
             σελ. 39-49
 


ΧΑΝΙΑ: 01 και 02 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2012 "Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ" ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ


Το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης στα πλαίσια των παράλληλων δραστηριοτήτων του θα παρουσιάσει σε συνεργασία με την εταιρεία θεάτρου "Ηθικόν Ακμαιότατον" η οποία συνεχίζει την περιοδεία της με το κλασσικό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Ο Αμερικάνος", το Σάββατο 1 και την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου, στο Βενιζέλειο Ωδείο Χανίων και ώρα 8 το βράδυ.Πρόκειται για την πρώτη παρουσίαση της παράστασης στην Κρήτη, μετά την επιτυχημένη περιοδεία της σε όλη την Ελλάδα. 
Στην παράσταση ο Θανάσης Σαράντος ως αφηγητής, ερμηνεύει μια περσόνα του Παπαδιαμάντη, κρυφοκοιτάζει τη δράση και μεταμορφώνεται σε όλα τα πρόσωπα που αφηγείται, με τη συνδρομή της μουσικής και των ήχων από τον συνθέτη Λάμπρου Πηγούνη που ερμηνεύεται ζωντανά.
Το σύμπαν των ατμοσφαιρικών ήχων που παράγονται από μια αλλιώτικη χρήση του πιάνου συνάδει με όλη την ποικιλία, την δύναμη και τον πλούτο της συγκλονιστικής γλώσσας του κλασσικού διηγήματος.
Ο «Αμερικάνος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι μια ιστορία αγάπης και ξενιτιάς: θα μπορούσε να είναι η ιστορία κάθε μετανάστη. Ίδια κι απαράλλαχτη με αμέτρητα προσωπικά και οικογενειακά δράματα, που γνώρισε η Ελλάδα εκείνης της εποχής – αλλά και  κάθε εποχής. Αμέτρητοι ήταν οι νέοι που μπροστά στην αμείλικτη φτώχεια και την επιτακτική ανάγκη εγκατέλειψαν σπίτι, γονείς, αγαπημένες, αποφασίζοντας τη βουτιά στο άγνωστο: Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία – το όνομα που έπαιρνε ανάλογα με την περίσταση ο τελικός προορισμός, η ονειρεμένη «γη της Επαγγελίας».  Ο «Αμερικάνος» του Παπαδιαμάντη δεν είναι παρά ο Έλληνας  μετανάστης, απανταχού της γης.
Το έργο
Πρόκειται για μια ιδιαίτερη θεατρική διασκευή του ομώνυμου κλασσικού διηγήματος του Σκιαθίτη συγγραφέα για έναν ηθοποιό και έναν μουσικό, που υπενθυμίζει τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη μοναξιά και η «αθεράπευτη» καχυποψία απέναντι σε οτιδήποτε άγνωστο ή φαινομενικά «ξένο». Ο ήρωας είναι «ξένος μέσα στον κόσμο του». Φυσικά, δεν είναι ούτε ξένος ούτε Αμερικάνος.
Ο «Αμερικάνος» είναι ένας Έλληνας μετανάστης, που ύστερα από 25 χρόνια επιστρέφει στο νησί του και δεν τον αναγνωρίζει κανένας. Περιπλανάται μόνος στην αποβάθρα του λιμανιού και τριγυρνά στα σοκάκια της μικρής συνοικίας και στα χαλάσματα του πατρικού σπιτιού του. Το μόνο που τον κάνει να συνεχίζει να ελπίζει είναι ο έρωτας:  η ελπίδα ότι η αγαπημένη του ίσως είναι ακόμα εκεί και τον περιμένει. Ακριβώς όπως ο Οδυσσέας, που γύρισε για να ξαναβρεί τη χαμένη του Ιθάκη στα μάτια της πιστής του Πηνελόπης.
Περίληψη
Ποιος είναι αυτός ο άγνωστος, ο ωραίος και καλοφορεμένος άντρας που περιπλανάται παραμονή Χριστουγέννων στην αποβάθρα του λιμανιού; Μοιάζει με ξένο, φαίνεται Αμερικάνος. Γιατί τριγυρνά νυχτιάτικα στα σοκάκια της μικρής συνοικίας μας; Τι δουλειά έχει ανάμεσα στα χαλάσματα του σπιτιού του Στάθη του Μοθωνιού; Γιατί στέκεται και περιμένει στη μέση του δρόμου και γιατί κοιτάζει «επιμόνως» και «επί μακρόν» το μισόκλειστο παράθυρο της Μιχάλαινας; Και πάνω από όλα, γιατί «έχει ξουραφισμένο το μουστάκι και τα γένια»;

Σκηνοθεσία-Ερμηνεία: Θανάσης Σαράντος
Μουσική σύνθεση: Λάμπρος Πηγούνης
Μουσικός επί σκηνής: Παναγιώτης Κραμπής
Σκηνική Επιμέλεια: Λίνα Μότσιου
Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Κερεστεντζής
Φωτογραφίες: Μαριλένα Σταφυλίδου, Γεράσιμος Νεόφυτος
Τιμή εισιτηρίου: 12  Ευρώ (κανονικό), 8 Ευρώ (μειωμένο)
Διάρκεια παράστασης : 65 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Πληροφορίες-Προπώληση εισιτηρίων: Γραφεία Θεάτρου (Νικ. Φωκά 5 - τηλ. 2821044256)

ΚΡΙΤΙΚΕΣ & ΣΧΟΛΙΑ για την παράσταση (2009-2012)

ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ
«...Αφού όργωσε την Ελλάδα με το επιτυχημένο σόλο του πάνω στο χριστουγεννιάτικο διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Ο Αμερικάνος", ο καλός ηθοποιός και σκηνοθέτης της νεότερης γενιάς Θανάσης Σαράντος επιστρέφει στην Αθήνα ...»- Ιλειάνα Δημάδη -

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
«...Μόνος του στις σκηνές όπου έχει περιηγηθεί ανά την Ελλάδα ο Θανάσης Σαράντος υποδύεται όλα τα πρόσωπα ενός από τα λιγότερο γνωστά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τον τίτλο «ο Αμερικάνος»…» - Ολγα Σελλά -

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
«…Ό αγέραστος ‘Αμερικάνος’ μας υπενθυμίζει τις διαστάσεις που μπορεί να πάρει η ανθρώπινη μοναξιά και η αθεράπευτη καχυποψία απέναντι σε ο, τιδήποτε άγνωστο ή φαινομενικά ξένο…» - Ιωάννα Κλεφτόγιαννη – 
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
«…Είδα μια σμιλεμένη απλότητα, που ταίριαζε θαρρώ στη γοητευτική πλαστικότητα του πρωτότυπου κειμένου. Είδα με τι τρυφερότητα ανέβηκε στo άρμα των λέξεων και μας ταξίδεψε σε μέρη, σε χρόνους, σε ιδιώματα…» -Σάββας Πατσαλίδης- 

ΕΒΔΟΜΗ ΚΑΒΑΛΑΣ
«...Ο Θανάσης Σαράντος εντυπωσίασε το κοινό με την ερμηνεία του – ή μάλλον θα έπρεπε να πούμε… τις ερμηνείες του, αφού στα διαλογικά μέρη του κειμένου μεταπηδούσε με αφοπλιστική άνεση από το ένα πρόσωπο στο άλλο …»-Λυδία Ελιόγλου - 
Η ΑΞΙΑ«…Η παράσταση κερδίζει το στοίχημα. Κι όταν τελειώνει δεν ξέρεις για τι απ’όλα να πρωτοχειροκροτήσεις. Ένα μονόπρακτο βασισμένο στον Παπαδιαμάντη, με έναν ηθοποιό και έναν συνθέτη επί σκηνής, αποδεικνύεται μακράν καλύτερο από άλλες πολυδιαφημισμένες υπερπαραγωγές.…» - Φιλιώ Ράγκου – 

tospirto.net
«... «Ο Αμερικάνος» του Παπαδιαμάντη μέσα από την σκηνοθετική ματιά και ερμηνεία του Θανάση Σαράντου έμελλε να είναι μακρύ. Από το 2009 μέχρι σήμερα και πού δεν έχει παρουσιαστεί. Η διαχρονική αξία της ρέουσας παπαδιαμάντειας γλώσσας, το θέμα του διηγήματος που με έναν παράδοξο τρόπο γίνεται ξανά επίκαιρο στις μέρες μας, αλλά και η αφαιρετική και καλοδουλεμένη προσέγγιση του Σαράντου, είναι οι λόγοι που έδωσαν «πνοή» στην παράσταση η οποία συνεχίζει ακάθεκτη...» -Έλενα Γαλανοπούλου- 

www.monopoli.gr
«…Ο Θανάσης Σαράντος είναι επί σκηνής ο άνθρωπος-«ορχήστρα»…»– Αργυρώ Σταυρίδη - 

Η ΣΦΗΝΑ
«…Η σημασία του διηγήματος, που μετουσίωσε σε άριστο θεατρικό λόγο ο σχετικά νεαρός Θανάσης Σαράντος, είναι πρωτίστως η γλώσσα και το ταξίδι των θεατών σε μια άλλη Ελλάδα. Αυτή που δεν ζήσαμε, αυτή που δεν θα’ρθει ποτέ πάλι…» - Γιώργος Χριστοδούλου –

ΗΜΕΡΗΣΙΑ
«…Η παράσταση εστιάζει στην ιδιαίτερη ευαισθησία και στον ρυθμό του λόγου των φτωχών και καταφρονεμένων προσώπων ενός οικουμενικού και πανανθρώπινου συγγραφέα…» -Γιώργος Βαϊλάκης -




 

ΑΝΑΖΗΤΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΤΕΓΗ «Καλαμπούρια τέλος με το ΔΗΠΕΘΕΚ»






Να στεγαστεί το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο Κρήτης (ΔΗΠΕΘΕΚ) στον δικό του χώρο, ζήτησε ο καλλιτεχνικός του διευθυντής Μιχάλης Αεράκης, ο οποίος μιλώντας στο διαδικτυακό ραδιόφωνο των 'Χ.Ν.' έστειλε μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση τονίζοντας: «Τέλος τα καλαμπούρια με το ΔΗΠΕΘΕΚ».
Ο κ. Αεράκης σε συνέντευξη που παραχώρησε στην πρωινή εκπομπή 'Χανιά Καλημέρα' στο διαδικτυακό ραδιόφωνο των 'Χ.Ν.', αναφέρθηκε στις δράσεις του ΔΗΠΕΘΕΚ και ειδικότερα στο πρόγραμμα παραστάσεων στα σχολεία, ενώ προανήγγειλε τη διοργάνωση ημερίδας για τους καθηγητές της Δευτεροβάθμιας.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο συστέγασης του ΔΗΠΕΘΕΚ στον χώρου του παλιού Τελωνείου, όταν ολοκληρωθεί η ανακαίνισή του, ο κ. Αεράκης σχολίασε: «Ας δούμε τότε ποιες θα είναι οι προθέσεις. Αν θα είναι το θέατρο φιλοξενούμενο εκεί, βολεμένο σε μια γωνιά ή αν θα μπορεί να παίξει έναν καθοριστικότατο ρόλο, όχι μονάχα με αυτά τα λίγα τα οποία προσφέρουμε στο κοινό αλλά με όλα αυτά που έχουμε στο μυαλό μας αλλά δεν μπορούμε, όχι μόνο να υλοποιήσουμε αλλά και να τα πούμε στο χανιώτικο κοινό γιατί θα μοιάζουν σαν ουτοπία».

                                              


                                          ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΡΧΗ



Απευθυνόμενος στη Δημοτική Αρχή, ο κ. Αεράκης ανέφερε: «Ας μας δώσει τον χώρο, η τότε Δημοτική Αρχή. Και εμείς έχουμε τον τρόπο να τον αξιοποιήσουμε. Εύχομαι και ελπίζω ότι θα γίνει κάτι καλό. Δεν βρίσκω τον λόγο να γίνεται εκεί πέρα ένας αχταρμάς πολιτιστικών εκδηλώσεων, που θα πηγαίνουν οι πάντες».
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕΚ επεσήμανε ότι στα Χανιά υπάρχει πρόβλημα «προσδιορισμού των χώρων», και τόνισε ότι «δεν μπορεί ξαφνικά το Τελωνείο να γίνει ένας πολυχώρος χωρίς να έχουν προσδιοριστεί οι χρήσεις του. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα».
Παράλληλα συμπλήρωσε: «Κάθε χώρος πρέπει να προσδιορίζει τη χρήση του. Από το 1974 υπάρχει το θέατρο ως Εταιρεία Θεάτρου Κρήτης και μετέπειτα το 1986 ως ΔΗΠΕΘΕΚ. Είναι δυνατόν να μην έχει τη δική του στέγη παρά να είναι φιλοξενούμενο δεξιά και αριστερά; Να παίζουμε στο Ωδείο 70 μέρες και αν θα πάμε στο Τελωνείο θα πάμε 80 ή 90; Είναι δυνατόν αυτά τα πράγματα; Τα καλαμπούρια θα τελειώσουν. Το θέατρο διεκδικεί τον χώρο το δικό του και θα τον αποκτήσει».
Παράλληλα εξέφρασε το παράπονό του, για την απουσία υποστήριξης στο αίτημα του ΔΗΠΕΘΕΚ αναφέροντας: «Εμείς δεν είμαστε ένας φορέας με πολλούς εργαζόμενους, ώστε να ασκήσουμε πίεση. Ο μοχλός πίεσης είναι ο κόσμος. Δεν μπορώ όμως να φανταστώ μια διαδήλωση υπέρ της στέγασης του θεάτρου. Αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Έτσι είμαι ο μόνος που ασκώ πίεση για αυτό το θέμα επί της ουσίας. Το υπόλοιπο προσωπικό είναι δημοτικοί σύμβουλοι και προφανώς δεν μπορούν να συγκρουστούν με την εκάστοτε Δημοτική Αρχή».
Τόνισε, τέλος, ότι «αυτό το θέατρο το παρακολουθούν χιλιάδες κόσμου όχι μονάχα στα Χανιά αλλά σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είμαστε το πρώτο θέατρο. Ε, είναι ντροπή να ακούς διάφορα κακεντρεχή σχόλια. Ξέρω όμως πολύ καλά ότι χαμένοι πολιτικά βγαίνουν αυτοί που δεν δίνουν αυτές τις ευκαιρίες στο θέατρο».

Χανιώτικα Νέα

Ποίηση: Ιωάννης Ψάρρας, Ανθολογία ποιημάτων



Από τα  «ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΧΑΪ –ΚΟΥ», εκδ. Σύνθεσις 2011.

1.
ΠΑΝΤΑ ΕΔΩ
Ο ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
ΔΡΥΣ ΦΥΛΛΟΒΟΛΟΣ
5.
ΚΑΜΠΥΛΗ ΕΙΜΑΙ
ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ ΦΑΛΛΟΥ
ΟΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ
6.
ΘΝΗΣΚΕΙ Ο ΕΡΩΣ
ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΟΜΙΛΟΥΣΕ
ΔΙ ΕΜΑΥΤΟΝ ΝΤΕ
13.
ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΚΛΑΙΩ
ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΞΟΔΕΜΑ ΕΔΩ
ΚΙ ΟΜΩΣ ΤΟΝ ΧΑΝΩ
23.
ΚΑΛΗ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ
ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΗ ΜΟΝΟ
ΚΙ ΟΛΟ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
37.
ΑΝΔΡΑΣ ΦΙΛΕΡΓΟΣ
ΛΙΘΟΞΟΟΣ ΜΑΥΣΩΛΕΙΩΝ
ΑΥΓΗ ΕΤΑΦΗ
45.
ΜΗΝ ΚΛΑΙΤΕ ΦΙΛΟΙ
ΚΙ ΕΚΕΙ ΠΑΡΕΑ ΕΧΩ
ΝΥΧΤΙΕΣ Μ’ ΑΣΤΕΙΑ
58.
ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΚΙΝΕΙΤΟ
ΑΝΟΜΟΝ ΣΩΜΑ
77.
ΡΑΓΙΣΕ Η ΣΑΡΞ
ΘΝΗΣΚΩ ΣΕ ΛΕΩΦΟΡΟ
ΩΣ ΠΑΤΗΡ ΜΗΤΗΡ
81.
ΚΑΘΕ ΠΡΩΙΝΟ
ΜΕ ΣΥΝΝΕΦΙΑ ΜΕ ΗΛΙΟ
ΞΥΠΝΑΩ ΜΝΗΜΑ



******************************************








Από το  «ΓΗΓΕΝΕΣ ΠΥΡ», εκδ. Σύνθεσις 2000



Γηγενές πυρ
Σ’ αυτόν τον τόπο
η σελήνη δεν έχει εξουσία.
Αναδύεται πορτοκαλιά και απλώνει στα νερά
την μνήμη πως κάποτε ήτανε άστρο.
Εδώ οι άνθρωποι λυτρώνονται.
Ότι και να κάνουν
έχουν την εύνοια του Ήλιου κια του Ήφαιστου.
Γηγενές το πυρ.
Ο κρουνός του φωτός, εσαεί ανοιχτός και
ανεμπόδιστος.
Η οδός της ενοράσεως ευθεία και
η θεραπεία εις πάντας εφικτή.



***
Λήμνια καλά

Οι λόφοι συνετοί.
το μειδίαμα του δειλινού
γλυκό τριαντάφυλλο στην καρδιά.
Βάδισμα νωχελικό στην άκρη της θάλασσας.
Οι ήχοι είναι της σιωπής¨
στοχασμός.
Η ύπαρξη όταν στοχάζεται
κάτω από τέτοιες συνθήκες
αγαπά.


***
Ανδροφώνιον
Γυναίκα:
Εγώ σε σκότωσα
σε σκότωσα πρώτα μέσα μου
αυτό ήταν το αληθινό
το άλλο έπρεπε να γίνει
γιατί τι να το κάνεις το σώμα χωρίς την αγάπη μου;
Εγώ θα σ’ αναστήσω
πάλι και πάλι
μέχρι που να τρυφερέψεις
να γίνεις σαν τους λόφους του νησιού μου
κι όπως η θάλασσα έρχεται απ’ τον Άθω
και μπαίνει μέσα στον κόλπο της Μύρινας
έτσι θα σε δεχθώ.
Κι οι αντικρινοί βράχοι θα φιλιόσουν
κανένα Κάστρο δεν θα χρειασθεί πια
κανένας Πέτασος.
Εγώ σου δίνω τον κρατήρα
δώσε τη λάβα.
Άνοιξε την καρδιά σου
και άφησέ με –εμένα-
να δω μέσα στα μάτια σου
τον αρχέγονο φόβο.
Μη μένεις πια πέτρα.
Πάρε από τη γη μου σταφύλια,
σύκα γινωμένα ,
πάρε μέλι θυμαρίσιο
και πιες κρασί μοσχάτο.
Έλα αγαπημένε
στο νησί μας.
Άντρας:
Περιπλανιέμαι αιώνες¨
ξένος χωρίς πατρίδα
μόνο όταν με σκότωνες καταλάβαινα
πως είχες δίκιο.
Σκληρός μ’εμένα,
τίποτα δεν κατέκτησα ποτέ.
Μισούσα τους άντρες κι έκανα πολέμους
για ν’ αφανιστούμε.
Ποτέ δεν αγάπησα, αλλά το χειρότερο,
δεν κατάλαβα ποτέ και ποιοί με αγάπησαν.
Κάθε φορά που πέθαινα
γινόμουν μια μαύρη τρύπα
κι εκλιπαρούσα να γίνω άστρο, να σωθώ.
Γύρω από το κεφάλι μου μόνο θλίψη
που απλωνόταν στους μυς και στα νεύρα
κι όταν με αγκάλιαζες γινόταν κεραυνός
και μ’ έκαιγε.
Πολλές φορές μετάνοιωσα , αλλά
ποιός να πιστέψει έναν άντρα;
Κάθε φορά Οιδίπους και Οδυσσέας.
Το μόνο που ξέρω
είναι τον πόνο που σου προκαλούσα.
Έχω πολύ δρόμο ακόμα για το νησί.
Πρέπει να πάω στη έρημο, στο Όρος,
για χρόνια.
Να μπαρκάρω και σαν δύτης να βγάλω
σφουγγάρια εκεί στη Λιβύη.
Να μάθω στα χέρια μου να θεραπεύουν
τις πληγές που σου άνοιξα.
Έχω να γράψω πολλά ποιήματα ακόμη
και να περπατάω σιωπηλός τα δειλινά
στον Αυλώνα.
Έχω να λιχνίσω στάρι,
να ματίσω δίχτυα
και πρέπει να τρυγίσω
τον Αύγουστο τ’ Αλεξαντρινά.
Θέλω και κάτι ακόμα:
να με πάρει η Άρτεμις στο ιερό της
να σκουπίζω και να πλένω τα σκαλοπάτια του.
Κι εσύ Άγιε Ερμόλαε
-αν αξιωθώ ποτέ να μαθητεύσω πλάι σου-
δείξε μου την τέχνη της ίασης
να πράττω δια βίου
το αγαθόν.
Έχω πολύ δρόμο
για το νησί μας.



***
39 . 57΄- 24 .50΄


Κάποτε θ’ ανακαλυφθεί ένας ναός.
Οι αρχαιολόγοι θα μείνουν έκθαμβοι.
Η θάλασσα
που είχε κρατήσει το μυστικό καλά
θα επιτρέψει στην ανθρώπινη όραση
να εμπλουτισθεί.
Ένα πάρκο στο πέλαγος
ανάμεσα σε σαργούς, ροφούς και μελανούρια
θα δώσει χαρά σ’ αυτόν τον τόπο.
Όλα αυτά μπορούν να εκληφθούν
ως ευτελής προφητεία
ή
ως συγγραφικόν τέχνασμα.
Πλήν όμως
η Ποίησις
πάντοτε προέβλεπε τα μέλλοντα.


***
Ζωοδόχος πηγή



Το χώμα είναι άγιο,
όπως άγια είναι τα χέρια
όταν αγγίζουν τα σώματα.
Μπορεί η κυρά –Ανδρομάχη να πέθανε,
αλλά το τραγούδι της,
μόλις πέσει ο ήλιος, τ’ αεράκι του,
το απλώνει πάνω σε εκατό κεφαλές
που ανασταίνονται ψάλλοντας
και κατεβαίνουν ευλαβικά
τα εξηντατέσσερα σκαλοπάτια
να κοινωνήσουν αγίασμα.


***
Περίοδος λευκή
ή
μετά τη ιώδη



Τελείωσε ο αιώνας της πίκρας και της φυγής.
Θα ξαναρχίσει πάλι η καλλιέργεια του βαμβακιού
και θα ξαπλώνουμε τα μεσημέρια
ανάμεσα στους ήλιους.
Ο βοριάς δεν θα φέρνει σακκούλες στο Γομάτ’
και οι θαμμένες πόλεις θα φανερωθούν.
Θα γεννηθούν κορίτσια με κατατομές Σειρήνων
και τα στρατόπεδα θα γίνουν θερινά σινεμά.
Οι μύλοι θα κινήσουν τις σιωπές τους
και σαν τουρίστες θάρχονται αυτοί που μας πλήγωσαν¨
για συγχώρεση και μετάληψη.
Όλες οι εκκλησιές θα έχουν ιερείς
και οι μάντρες θα γίνουν θεραπευτήρια
για τους κουρασμένους.
Αυτή η γη,
η θηλυκιά,
ταπεινά θα δεχθεί τους παλινοστούντες.
Όποιος δεν έχει πατρίδα θα βρει.
Η αιών , η νέα, είναι γυναίκα.
Και πάλι μια Μαρούλα θα μας σώσει.



***************************************************************
Ο Ιωάννης Ψάρρας γεννήθηκε το 1955 στη Νέα Κούταλη της Λήμνου. Έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές: “Σώματα”, 1983, “Γηγενές Πυρ”, 2000 και το δοκίμιο “Το Ιερό στην ποίηση τον Οδυσσέα Ελύτη”, στο συλλογικό έργο: “Τέχνη και Μυστικισμός”, των εκδόσεων Αρχέτυπο, το 2002. Έχει ιδρύσει το 1995 το χώρο Πολιτισμού και Έρευνας “Σύνθεσις” και είναι εισηγητής της μεθόδου της Ψυχοενεργειακής Προσέγγισης στην Πραγματεία επί των Επτά Ακτινών. Ζει στο Χαλάνδρι.

Ποιείν - Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Η πύρινη πέτρα, Ιωάννη Ψαρά

Νίκος Καζαντζάκης, Τερτσίνες (επίμετρο: Σοφία Κολοτούρου)




Δάντης, στίχοι 1-45

Τραχιές ψυχές, που νιώθετε από αγάπη
και ρόδο, ανθάτε τη φωτιά στα φρένα,
τον αρχηγό αγναντέψτε μες τη ράπη
τη λιοφρυμένη να περνάει σκυμμένα,
με τη ζεστή χινοπωριάτα στάλα,
κι οκνός, χλωμός να μπαίνει στη Ραβέννα.
Περνούσαν τ’ αρχοντόπουλα καβάλα
με το σγουρό γεράκι απά στο γρόθο▪
διαλάλουν οι καμπάνες στα μεγάλα
καμπαναριά της προσευκής τον πόθο▪
κι αυτός, πικρό δαφνόφυλλο στα χείλη
δαγκώντας, μίλαε στην ψυχή του: “Νιώθω
τούτο, ψυχή, τ’ ολόστερνό σου δείλι!”
Δυο ρούσα χερουβίμ, δεξιά-ζερβά του
το ναι και τ’ όχι, στάθηκαν σαν σκύλοι
βουβοί, του κυνηγάτορα θανάτου.
Τα σπλάχνα του ανοικτήκανε σαν τάφοι
κι ασκώθηκε φωνή βραχνή βαθιά του:
Να μην πεθάνω, Θε μου, πρι στο θειάφι
να ρίξω τους οχτρούς μου και στην πίσσα▪
τα γράφει ο νους, Θεός δεν τα ξεγράφει!
Αχτι, κατάρα, γδίκηση και λύσσα
σακούλα κάμπιες η καρδιά κουνούσε
και σαν οχιά η λιγνή ψυχή του εφύσα.
Ένα τον ένα εχτρό του σφεντονούσε
μες τους εννιά του νου κατραμοχύτες
κι όλο το μαύρο σπλάχνο του αλυχτούσε-
κιοτήδες, ψεύτες, κάλπηδες, κοπρίτες
τσιγκούνοι, κτηνοβάτες και ρουφιάνοι
και γαύροι καλογέροι αρσενοκοίτες!
Σκυφτός, βουβός, στο λαύρο φλογομάνι
τους γύρναε, τους σιγόψηνε ως καβούρια,
τ’ αρθούνια αχνίζαν λιμαρά, ντουμάνι
και κόλαση έκλωθε, να βρει καινούρια.
Πολλά φτενή, δροσάτη η χιλιοπήχω
του εφάνη η πίσσα που χοχλάκαε κι ούρια,
κι ακούμπησε φρουμάζοντας στον τοίχο,
ψακογελάει, σηκώνει το καμάκι
και τους βουτά, ανακέφαλα, στο στίχο.
Το μίσος, κιτρινόμαυρο γεράκι,
αρχάγελλος της αρετής προστάτης,
γαντζώθη ορθό, σταλάζοντας φαρμάκι,
στις φρένες τ’ αρχηγού μας, κι οδηγά τις.
Οσο ο Θεός βαστάει, βαστάει το μίσος,
στην πόρτα της Παράδεισος, περάτης. […]

Στίχοι 145-181 (τέλος)

Φύσηξε αγέρι δροσερό της χάρης
και σαν μαγνάδι ξομπλιαστό σηκώθη
και μετεωρίστη ο νους ο καβαλλάρης:
Θρόνο σμαράγδι και ζαφείρι νιώθει
να κατεβαίνει από τον ήλιο λάβρος,
να τον τραβούν οι πιο βαθιοί μας πόθοι-
λιοντάρι, αιτός, αρχάγγελος και ταύρος.
Στου νου το μυστικό το ρόδο ανοίγει,
λάμπει όλο φως ο θάνατος ο μαύρος,
φωνή απαλή τα σπλάχνα του τυλίγει,
και με αναγάλλιαση κρυφή και φρίκη
θωράει τα ιερά θεριά με φως μαστίγι
βαρώντας τα, σαν πονεμένη νίκη,
μεγαλομάτα, αγέλαστη, όλο βέλη
να κατεβαίνει απάνου του η Βεατρίκη.
Χιλιοτριαντάφυλλο ο ουρανός, κι οι αγγέλοι
τρυγούν, αργατικοί σαν τα μελίσσια,
της σκοτεινής αθανασιάς το μέλι.
Ασπρα στη γης σαλέψαν κυπαρίσσια,
το φλογαμάξι εστάθη, κι όλο γλύκα
φωνούλα αηδονολάλησε αγγελίσια,
που όλο τον πόνο της ζωής ενίκα,
κι έλιωνε ο νους σαν χιόνι μες τον ήλιο:
“Φίλε ακριβέ, χίλια καλώς σε βρήκα!”
Γοργά τις φούχτες του έβαλεν αντήλιο,
χαμογελάει στην αγαπώ, και βρύση
τα κλάματά του τρέχουν, κι αντιστύλιο
μοχτάει στης γης τα χέρια ν’ ακουμπήσει
και λόγια τρυφερά να βρει στα σπλάχνα,
γλυκά πολύ, να την καλωσορίσει.
Μα τ’ άγια μάτια της καλής του αδράχνα,
σα δίχτυα γαληνά σε ονειροφάντη
βυθό, κορμί και νου του δίχως άχνα.
Ανοίγει η νύχτα αγάλια το αστρομάντι,
σμίξαν σταυρό του άγριου αθλητή τα χέρια▪
κι οι παζαρίτες βρήκαν πια το Ντάντη
νεκρό, τα πρώτα ως πρόβαλλαν αστέρια. 


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Η συλλογή “Τερτσίνες” του Νίκου Καζαντζάκη δεν είναι και τόσο γνωστή στο ευρύ κοινό, γι’ αυτό θεώρησα ότι έχει θέση μια νέα παρουσίασή της σήμερα στο Ποιείν.
Ο Καζαντζάκης το 1932 ολοκλήρωσε την έμμετρη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη. Την ίδια χρονιά, προφανώς επηρεασμένος από τα δαντικά μέτρα έγραψε το πρώτο ποίημα της συλλογής Τερτσίνες με τον τίτλο “Δάντης”, που αποτελείται από 181 στίχους, μεγάλο μέρος το οποίου παρουσιάζουμε παρακάτω. Σημειώνω εδώ τον ορισμό και την περιγραφή της της τερτσίνας: ποιητική στροφή από τρεις ενδεκασύλλαβους στίχους, από τους οποίους ο πρώτος ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, και ο δεύτερος με τον πρώτο και τον τρίτο της επόμενης στροφής. Λυρικότερα, ο ορισμός της τερσίνας μας δίνεται και από τον ίδιο τον Καζαντζάκη στους στίχους 127-132 του ιδίου ποιήματος (Δάντης): 

Ρίμες πλεχτές, σκληρό ακλουθώντας νόμο,
τρεις τρεις, σφιχτά σοφίλιαζαν σαν πέτρες▪
κι οι στοχασμοί, στου νου τον οικοδόμο
πιστοί, κολόνες σκώνουνταν ουδέτρες▪
κι αρμονικές φωνές μες το σκοτάδι
τη λειτουργιά κυβέρνουν νομοθέτρες.

Το βιβλίο περιλαμβάνει συνολικά 21 τέτοια ποιήματα, αρκετά μεγάλης έκτασης, αφιερωμένα τα περισσότερα σε γνωστά ιστορικά ή λογοτεχνικά πρόσωπα (ενδεικτικοί τίτλοι: Λένιν, Ψυχάρης, Μουχαμέτης, Νίτσε, Βούδας, Γκρέκο, Τσιγκισχάνος, Μωυσής, Χριστός, Σαιξπήρος, Μέγας Αλέξαντρος), τυπώθηκε για πρώτη φορά το 1960 και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καζαντζάκη. Η έκδοση έγινε με τη βοήθεια και την επιμέλεια του Ε.Χ. Κάσδαγλη, που επιμελήθηκε τα χειρόγραφα που άφησε ο Καζαντζάκης μετά το θάνατό του το 1957. 

Όπως μας πληροφορεί ο Κάσδαγλης στο σύντομο επιλογικό του σημείωμα (από όπου αντλήσαμε και τις πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο γράφτηκε το βιβλίο αυτό), ο Καζαντζάκης αναφέρει τα 21 ποιήματα της συλλογής ως “Kάντα”, σε αλληλογραφία που είχε με τον Π. Πρεβελάκη.
Ποιους όμως ενδιαφέρει η τερτσίνα σήμερα; Αναμφίβολα, λόγω της δυσκολίας της, αλλά και της έκτασης κάθε ποιήματος, το κοινό που έχει διαβάσει και που θα διαβάσει στο μέλλον αυτό το βιβλίο είναι περιορισμένο. 

Ακριβώς λόγω αυτής της έκτασης προτίμησα να παρουσιάσω σήμερα την αρχή και το τέλος από το Κάντο “Δάντης”, με τη δέσμευση να γράψω και το ενδιάμεσο αν υπάρξει ανταπόκριση από τους φίλους του Ποιείν. (Σημειώνω εδώ ότι η διαίρεση σε τρίστιχα είναι δική μου επιλογή, καθώς στο τυπωμένο βιβλίο το κείμενο εμφανίζεται ενιαίο. Θεωρώ ωστόσο πως είναι αδύνατον να διαβαστεί σήμερα (ειδικά απ’ ευθείας μέσω της οθόνης) ένα τόσο μακροσκελές και αδιαίρετο κείμενο, γι’ αυτό ελπίζω να μου επιτρέψετε αυτόν τον κάπως αυθαίρετο διαχωρισμό). 

Ας δούμε όμως τι λέει ο ίδιος ο Καζαντζάκης στην εισαγωγή του, σχετικά με τους αναγνώστες στους οποίους απευθύνεται:

"Σήμερα δημοσιεύω τα τραγούδια αυτά. Από τους ανθρώπους που γνώρισα, ψυχανεμίζουμαι πως εφτά ή οχτώ θα νιώσουν χαρά διαβάζοντάς τα▪ οι άλλοι θα τα πετάξουν με δυσφορία. Η γλώσσα τους, ο στίχος, ο ρυθμός, ο “Αόρατος Μονάρχης” που τα κυβερνάει, ο χαρούμενος, άπληστος, ανέλπιδος τρόπος που αντικρίζω την ατομική και την παγκόσμια περιπέτεια, πάνω από κάθε φόβο, όλα θα τους είναι ανυπόφορα. Τους παρακαλώ να με συμπαθήσουν▪ δεν έκαμα καμιάν προσπάθεια να τους αρέσω. Μα κι αν έκανα, πάλι δε τα κατάφερνα. Η μοναξιά μ’ έχει λίγο τραχύνει, κι η χαρά που νιώθω δημιουργώντας είναι τόσο μεγάλη που άλλη αμοιβή δεν είναι δίκιο να θέλω."