Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Η αντικομφορμίστρια Ντόνα Λεόν


της Μικέλας Χαρτουλάρη


«Δεν μετράω τους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων στους πραγματικούςσυγγραφείς. Διότι λειτουργούν με συγκεκριμένη λογική: κάτι κακό συμβαίνει και πρέπει να βρειςΓιατί συνέβη καιΠοιοςτο έκανε. Αντίθετα, όταν ξεκινάς το ΄΄Πόλεμος και Ειρήνη΄΄ ή το ΄΄Περηφάνια και Προκατάληψη΄΄ δεν ξέρεις πού θα σε βγάλουν. Στα αστυνομικά ακολουθείς τις γραμμές του τρένου ενώ στα καθαρόαιμα μυθιστορήματα έχεις μπροστά σου δρόμους που μπορεί να σε οδηγήσουν οπουδήποτε. Διαβάζονται πιο εύκολα τα αστυνομικά και μάλλον γράφονται πιο εύκολα. Παραείναι εύκολο για τον συγγραφέα τους να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ στον καθαρόαιμο συγγραφέα παίζουν ρόλο το ταλέντο, η ομορφιά της γλώσσας, οι ενδιαφέρουσες ψυχολογικές παρατηρήσεις κ.ο.κ. Φυσικά υπάρχουν συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων που διαθέτουν λογοτεχνικές αρετές και διεγείρουν τον προβληματισμό του αναγνώστη, όμως είναι λίγοι. Αντίθετα είναι πάρα πολλοί οι κακοί συγγραφείς που γνωρίζουν μεγάλη επιτυχία. Ή, για να το πω χωρίς αξιολογική χροιά: οι δύο κατηγορίες διαφέρουν όπως διαφέρει η Μαρία Κάλλας από τη Μαντόνα!».

Τα σχόλια αυτά ανήκουν σε μια... καθαρόαιμη συγγραφέα αστυνομικών ιστοριών, που μπήκε στην αρένα με βαρύ φιλολογικό οπλοστάσιο και έγινε μία από τις μεγαλύτερες μπεστσελερίστριες στην Ευρώπη. Πρόκειται για την Αμερικανίδα Ντόνα Λεόν, «μητέρα» του επιθεωρητή Μπρουνέτι και συγγραφέα 21 μυθιστορημάτων από το 1992, η οποία χρησιμοποιεί ως σκηνικό των ιστοριών της τη Βενετία. Εκεί άλλωστε είναι εγκατεστημένη και η ίδια.





Το ενδιαφέρον με την Ντόνα Λεόν είναι ότι διαψεύδει όλα τα στερεότυπα των συγγραφέων μαζικής κατανάλωσης. Πρώτα πρώτα είναι δραστήριο μέλος της λέσχης προστασίας των... κουναβιών! Και διαθέτει χιούμορ και φοβερό ταλέντο στην υποκριτική, όπως φάνηκε όταν τη συναντήσαμε με τον Ανταίο Χρυσοστομίδη για την ντοκιμαντερίστικη σειρά πορτρέτων «Οι κεραίες της εποχής μας» (ΕΤ1, παραγωγή S.Μ. art). Επειτα, η κουλτούρα της είναι κλασική- μάλιστα δίδασκε αγγλική λογοτεχνία στα ευρωπαϊκά παραρτήματα του Πανεπιστημίου του Μέριλαντ- αλλά έχει εργαστεί και «απέναντι», στην Κίνα, στη Σαουδική Αραβία ή στο Ιράν («έπαιζα τένις στο Ισπαχάν όταν ξέσπασε η ιρανική επανάσταση»). Το σινάφι της δεν είναι οι συγγραφείς αλλά ο κόσμος της όπερας τον οποίο παρακολουθεί φανατικά, και με τα κέρδη της χρηματοδοτεί εδώ και μία δεκαετία τη δραστήρια ορχήστρα Ιl Complesso Βarocco που εστιάζει στο έργο του Χέντελ. Οι καταβολές της είναι τα απελευθερωτικά κινήματα στην Αμερική, η ματιά της είναι κριτική, η γραφή της έχει στυλ, τα θέματά της είναι κοινωνικά μάλλον παρά πολιτικά. Μιλά για το εμπόριο λευκής σάρκας και την κακοποίηση των γυναικών, για το εμπόριο πλαστών έργων τέχνης, για τη λαθραία διακίνησηπυρηνικών αποβλήτων ή για το σκάνδαλο της διατροφής των βοοειδών, τους κρατικούς μηχανισμούς που επιτρέπουν στη Μαφία να αλωνίζει κ.ο.κ. Και δεν είναι πουριτανή. Στα «Αφρισμένα νερά», λ.χ., (μτφ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος, Εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες), δίπλα στον οικογενειάρχη Μπρουνέτι, πρωταγωνιστεί ένα ζευγάρι ερωτευμένων γυναικών οι οποίες χαλάνε τα σχέδια ενός διευθυντή Μουσείου που προμηθεύει μαφιόζους με έργα τέχνης, αντικαθιστώντας την κρατική συλλογή με αντίγραφά τους.


http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&ct=19&artid=4620088&enthDate=26022011








Βιντεοσκοπημένη συνέντευξη με τον συγγραφέα Χρήστο Οικονόμου (από το Barouaknet)

Σε αντίθεση με την TV που στριμώχνει τους ανθρώπους του πνεύματος στο τηλεοπτικό περιθώριο, εμείς επιχειρούμε να τους φέρουμε στο προσκήνιο.






Αυτή τη φορά το Barouaknet παρουσιάζει μια βιντεοσκοπημένη συνέντευξη του συγγραφέα Χρήστου Οικονόμου.

Μπορείτε να δείτε τη συνέντευξη στο Acidart.gr:
http://www.acidart.gr/index.php/interviews/viewvideo/51/-/----barouaknet

ή στο on-line βιβλιοπωλείο Fairbooks.gr, όπου ο Χρήστος Οικονόμου είναι ο συγγραφέας του μήνα:
https://fairbooks.gr/index.php?option=com_k2&view=item&layout=item&id=42&Itemid=187

Επίσης, στο πεδίο που παραπέμπει το παρακάτω link μπορούμε να ανοίξουμε διάλογο σχετικά με το έργο του επόμενου καλεσμένου του Barouaknet, του συγγραφέα Νίκου Βλαντή και να μας προτείνετε ερωτήσεις:
https://fairbooks.gr/index.php?option=com_k2&view=item&layout=item&id=10&Itemid=188

Με εκτίμηση
οι Barouak

(αναδημοσίευση)

Στο Διαδίκτυο οι ψηφιακές βιβλιοθήκες των δημόσιων βιβλιοθηκών Σερρών και Λιβαδειάς

Μια πρωτοβουλία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης για τη διάθεση ψηφιακού περιεχομένου σε φιλικό περιβάλλον πλοήγησης και ανάγνωσης.


Ελεύθερη πρόσβαση σε βιβλία, συλλογές και εφημερίδες, με σημαντική εκπαιδευτική και πολιτιστική αξία, παρέχονται στις Ψηφιακές Βιβλιοθήκες των Δημόσιων Βιβλιοθηκών Σερρών και Λιβαδειάς. Το υλικό αυτό διατίθεται στο Διαδίκτυο σε φιλικό περιβάλλον πλοήγησης και ανάγνωσης, όχι μόνο στους χρήστες της βιβλιοθήκης, αλλά και σε εκπαιδευτικούς, επιστήμονες, ερευνητές, φοιτητές, μαθητές και το ευρύ κοινό. Οι Ψηφιακές Βιβλιοθήκες αναπτύχθηκαν από το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) και φιλοξενούνται στα υπολογιστικά του συστήματα, στο πλαίσιο της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τις δύο βιβλιοθήκες.

Στις Ψηφιακές Βιβλιοθήκες περιλαμβάνεται υλικό των δύο βιβλιοθηκών που έχει ψηφιοποιηθεί στο πλαίσιο του έργου "Ψηφιοποίηση Υλικού Δημόσιων Βιβλιοθηκών" (Επιχειρησιακό Πρόγραμμα "Κοινωνία της Πληροφορίας", Γ' ΚΠΣ, με συγχρηματοδότηση από την ΕΕ-Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και από εθνικούς πόρους) και είναι ελεύθερο πνευματικών δικαιωμάτων.
Το υλικό αυτό έχει οργανωθεί από το ΕΚΤ σε υποδομή ηλεκτρονικού αποθετηρίου ανοικτής πρόσβασης, σε προτυποποιημένη μορφή και με προηγμένες και φιλικές στον χρήστη δυνατότητες ανάγνωσης και αναζήτησης. Από την αρχική σελίδα, μάλιστα, ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να δει συγκεντρωμένα, με τη μορφή tag cloud, το σύνολο του ψηφιακού περιεχομένου το οποίο μπορεί να εντοπίσει και να ξεφυλλίσει online σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου. Παράλληλα, παρέχεται η δυνατότητα πλοήγησης ανά Ημερομηνία, Συγγραφέα, Θεματική Κατηγορία, Τίτλο.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι στις δύο Ψηφιακές Βιβλιοθήκες υπάρχουν σπάνιες εκδόσεις του 19ου και 20ου αιώνα με τοπικό και πανελλαδικό ενδιαφέρον, ποικιλία κειμένων της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και ποίησης, ιστορικά συγγράμματα, νομοθετικά κείμενα και θεατρικά έργα από Έλληνες και ξένους συγγραφείς. Στις ηλεκτρονικές σελίδες των δύο αυτών συλλογών μπορεί κάποιος να αναζητήσει, ανά θεματική κατηγορία, λογοτεχνικά διηγήματα, βιογραφίες Ελλήνων ηρώων, κείμενα της ελληνικής μυθολογίας, ιατρικά συγγράμματα, διηγήματα από τοπικούς συγγραφείς, ανθολογίες και ταξιδιωτικά έγγραφα, αλλά και κείμενα παιδικής λογοτεχνίας με σημαντική εκπαιδευτική αξία.
Οι Ψηφιακές Βιβλιοθήκες αναπτύχθηκαν με βάση προηγμένο Ελεύθερο Λογισμικό/Λογισμικό Ανοικτού Κώδικα (ΕΛ/ΛΑΚ), χωρίς κανένα επιπλέον κόστος αδειών λογισμικού, ενώ για την καταλογογράφηση του υλικού της βιβλιοθήκης αξιοποιείται το σύστημα αυτοματισμού βιβλιοθηκών ΑΒΕΚΤ που έχει αναπτύξει το ΕΚΤ. Λειτουργούν στις εικονικοποιημένες (virtualized) τεχνολογικές υποδομές του ΕΚΤ, με δυνατότητα διάθεσης μεγάλου όγκου ψηφιακού περιεχομένου και προηγμένες δυνατότητες διαχείρισης και διάθεσης που εφαρμόζονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Υποστηρίζουν τα απαιτούμενα πρότυπα διαλειτουργικότητας, ενσωματώνουν τις πλέον σύγχρονες τεχνολογικές εφαρμογές και εμπλουτίζονται συνεχώς με νέες δυνατότητες. Για την υλοποίησή τους χρησιμοποιήθηκαν συστήματα ΕΛ/ΛΑΚ όπως το DSpace και ο Internet Archive Book Reader/Datanode.
To περιεχόμενο των δύο ψηφιακών βιβλιοθηκών (συνολικά, 732 τεκμήρια με περισσότερες από 185.000 σελίδες) έχει ήδη αποσταλεί για ένταξη στην ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη Europeana, με βάση τις προδιαγραφές διαλειτουργικότητας της, διευρύνοντας έτσι το διαθέσιμο ελληνικό ψηφιακό περιεχόμενο.
Η δράση για την οργάνωση και τη διάθεση περιεχομένου είναι ανοικτή, χωρίς κόστος, σε κάθε Δημόσια Βιβλιοθήκη που ενδιαφέρεται να διαθέσει διαδικτυακά το ψηφιοποιημένο υλικό της. Οι δύο Ψηφιακές Βιβλιοθήκες λειτουργούν ως πιλοτικό βήμα για την παροχή ολοκληρωμένων σχετικών εφαρμογών ως υπηρεσία (Software as a Service), στο πλαίσιο της μακροχρόνιας συνεργασίας του ΕΚΤ με τις ελληνικές βιβλιοθήκες.

Διευθύνσεις στο Διαδίκτυο
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών
http://ebooks.serrelib.gr
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Λιβαδειάς
http://ebooks.liblivadia.gr
Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης
http://www.ekt.gr

http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=12333&subid=2&pubid=111369216 

Ήταν ο Πόε ρατσιστής; (ένα άρθρο και ο σχολιασμός του)

Ανήλιαγες κρύπτες, βαριά παραπετάσματα, μισοερειπωμένα σπίτια. Ωραίες, ωχρές γυναίκες, προορισμένες να πεθάνουν. Θάλασσες που καταπίνουν στη δίνη τους τους ναυτικούς, πηγάδια, κελιά, υπόγεια, λαγούμια. Και κάθε λογής αναλύσεις – ψυχαναλυτικές, αισθητικές, φιλολογικές. Ο Πόε διαβάστηκε πολύ, αναλύθηκε πολύ, κι αν η Αμερική τον αντιμετώπισε με εξωφρενική αμφιθυμία – «Όποιος τον πάρει στα σοβαρά, δείχνει ότι δεν είναι ο ίδιος σοβαρός», έλεγε ο Χένρυ Τζέιμς–, η Ευρώπη τον αναδέχτηκε με θέρμη, σαγηνευμένη από το πνεύμα της φθοράς και του αδιεξόδου, του τρόμου και του θανάτου που τόσο πρώιμα εξέφρασε.



Πρότυπο του παρακμιακού πνεύματος για τον Μπωντλαίρ, λανθάνων νεκρόφιλος, σύμφωνα με τη Μαρία Βοναπάρτη, δάσκαλος της υλιστικής φαντασίας για τον Γκαστόν Μπασλάρ, ισορροπιστής στο όριο ανάμεσα στο φυσικό και το υπερφυσικό, κατά τον Τζβετάν Τοντόρωφ, μόνιμος κάτοικος του «ιερού τόπου του μακάβριου», όπως τον θέλει ο συγκινητικός βιογράφος του Πήτερ Ακρόυντ. Ένας συγγραφέας ταγμένος να ζει «μέσα στα όνειρα». Ή, σύμφωνα με μια ακόμα πιο αυστηρή αποτίμηση, με την υπογραφή μάλιστα του Ντ.Χ. Λώρενς, «ένας συγγραφέας εντελώς απορροφημένος από την εκφυλιστική διαδικασία της ψυχής του... Καταδικασμένος να σφαδάζει [...] μέσα στη συνεχή αναταραχή του εκφυλισμού και καταδικασμένος να καταγράφει αυτή τη διαδικασία». Ακόμα και ο E.Λ. Ντοκτόροου –βεβαρημένος ο ίδιος από το όνομα Έντγκαρ (αυτό κρύβεται πίσω από το αρχικό Ε.) με το οποίο τον βάφτισαν οι γονείς του σε ένδειξη του θαυμασμού τους γι' αυτόν–, ανεπιφύλακτα τον περιορίζει μέσα στο «ναρκισσιστικό κουκούλι του προσωπικού του βασανισμού», θεωρώντας πως «λίγο έλειψε να μην πάρει είδηση την άνθιση του αμερικανικού έθνους». «Γι' αυτό και είναι παράδοξο που παγιώθηκε τόσο στέρεα στην αμερικανική λογοτεχνική συνείδηση, αποτελώντας σχεδόν μυθική παρουσία», γράφει.
Peter Ackroyd, Πόε: Μια σύντομη ζωή, μετάφραση: Μαρία Φακίνου, Πατάκη, Αθήνα 2010, σελ. 266.

Έντγκαρ Άλαν Πόε, 21 Ιστορίες και το «Κοράκι». Ανθολόγηση, μετάφραση, σημειώσεις: Κατερίνα Σχινά, Μεταίχμιο, Αθήνα 2011, σελ. 425.

Παράδοξο; Μα ο Πόε ενσάρκωσε τη νέα αμερικανική συνείδηση όσο και ο ρομαντικά υψιπετής Φένιμορ Κούπερ, που ύμνησε τα μεγαλόπρεπα δάση της νέας ηπείρου, τις απέραντες εκτάσεις, το άπλετο φως, τους ανοιχτούς ορίζοντες και τους τελευταίους των Μοϊκανών. Δείγμα και ταυτόχρονα διαμορφωτής της συνείδησης του Νέου Κόσμου, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αμερικανούς συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα που είναι de facto προφήτες, αφού η νέα τους χώρα τούς δημιούργησε μόνο και μόνο για να μιλήσουν με τη φωνή της. Ας μην ξεχνάμε ότι όλους αυτούς –Έμερσον, Θορώ, Μέλβιλ, Γουίτμαν, Πόε– ελάχιστες δεκαετίες τους χωρίζουν από την Αμερικανική Επανάσταση και την ανεξαρτησία. Όλοι τους βιώνουν εκστατικοί την αδιανόητη ώς τότε εξάλειψη της βασιλείας και της κληρονομικής διαδοχής στην εξουσία, προσβλέπουν σε μια ελευθερία που δεν θα παρεμποδίζεται από την εκκλησία και υπερβαίνουν τη μεταφυσική ανησυχία προς όφελος μιας εγκόσμιας Δημοκρατίας, μιας χαρτογραφημένης χώρας, μιας χώρας σε συμφωνία όχι με το Θεό αλλά με τον εαυτό της.
Βεβαίως ο Πόε είναι συναισθηματικά σολιψιστής, δεν συμπαθεί την ιδέα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, περιφρονεί τον όχλο, φτάνει μάλιστα να γράψει: «η μύτη του όχλου είναι η εφεύρεσή του κι απ' αυτή τη μύτη θα μπορούσε κανείς να τον τραβάει πάντα εκεί που θέλει». Όμως ασφαλώς και δεν είναι ένας «άνθρωπος αποκομμένος από τον κόσμο», που εκτός από την τέχνη του «δεν είχε ούτε φιλοσοφία, ούτε πρόγραμμα, ούτε ιδεολογία» (όπως έγραψε ο καθηγητής Πάρινγκτον στο βιβλίο του Κύρια ρεύματα στην αμερικανική σκέψη το 1927) ούτε «τραγική και μοναχική ιδιοφυΐα, ένας Ισμαήλ των γραμμάτων, που δείχνει να μην τον απασχολεί ούτε ο χρόνος ούτε ο τόπος στα γραπτά του», όπως θα αποφαινόταν ο Α. Μ. Σλέσινγκερ, το 1922. Τρεις γενιές μελετητών θα του απέδιδαν «πνευματική αποστασιοποίηση από την εποχή και το περιβάλλον του». Και θα τον αδικούσαν κατάφωρα.

ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΥ – ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ

Ναι, ο Πόε είναι ο par excellence συγγραφέας του φανταστικού, όμως ποτέ δεν διέρρηξε τους δεσμούς του με το κοινωνικό ή το πολιτικό. Για δεκαπέντε χρόνια ασχολήθηκε συστηματικά με τη δημοσιογραφία∙ έγραψε εκατοντάδες κριτικές για βιβλία που ασχολούνταν με θέματα τόσο ετερόκλιτα όσο η ιστορία του αμερικανικού ναυτικού, η ζωή και τα ήθη της Δύσης, η εκπαίδευση, η εκκλησιαστική ιστορία των ΗΠΑ, οι εξερευνήσεις των Νότιων Θαλασσών∙ περιπλανήθηκε στο Μανχάταν, μπαινοβγαίνοντας στις άθλιες παράγκες των ιρλανδών μεταναστών, για να σχολιάσει τη φτώχεια, την τραχιά γεύση του νερού της δημόσιας κρήνης, τις κακές συνθήκες υγιεινής. Και, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, αποπειράθηκε να εμπλακεί στην πολιτική. Την άνοιξη του 1841, όταν αναγορεύτηκε νέος αμερικανός πρόεδρος ο Τζον Τάιλερ, ο Πόε προσπάθησε να διεκδικήσει μια θέση δημοσίου υπαλλήλου στην Ουάσινγκτον, για να απογοητευτεί όμως πολύ σύντομα από τη διαφθορά, τη μικροψυχία, το δόλο που επικρατούσε στους διαδρόμους των πολιτικών γραφείων. «Δεν έχεις ιδέα πόσοι μικροαπατεώνες και χοντροκέφαλοι πήραν θέσεις υπερφαλαγγίζοντάς με...», έγραψε στο φίλο του Φ. Γ. Τόμας, που τον είχε παροτρύνει να επιδιώξει το διορισμό του ώστε να εξασφαλίσει κάποιο σταθερό εισόδημα. Και τέσσερα χρόνια αργότερα, στο σατιρικό του αφήγημα Μερικές κουβέντες με μια μούμια, θα περιγράψει τον τυπικό πολιτικό με λίγες αράδες που θυμίζουν καρικατούρα:

Δεν μπορούσε να κάνει τον Αιγύπτιο να καταλάβει τον όρο «πολιτική» παρά μόνο σχεδιάζοντας με κάρβουνο πάνω στον τοίχο έναν μικρόσωμο άντρα μ' ένα εξάνθημα στη μύτη, με τους αγκώνες προς τα έξω, να στέκεται πάνω σ' ένα κούτσουρο, με το αριστερό του πόδι τεντωμένο προς τα πίσω, με το δεξί του χέρι υψωμένο μπροστά, με τη γροθιά κλειστή, τα μάτια στραμμένα προς τον Ουρανό και το στόμα ανοιχτό σε γωνία ενενήντα μοιρών.

Ο Έμερσον παρατηρούσε πως «είναι αδύνατον να εξαιρέσει κανείς τον εαυτό του από τα ζητήματα που απασχολούν την εποχή του». Αδύνατον, λοιπόν, να εξαιρέσει και ο Πόε τον εαυτό του από τα μεγάλα ερωτήματα περί δημοκρατίας, κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, προόδου. Βέβαια ήταν ατομιστής – όμως ο ατομισμός του δεν συνδεόταν τόσο με το laissez faire του κόμματος των Whig το οποίο ανέδειξε τον Τάιλερ στην αμερικανική προεδρία, όσο με τη βαθιά ριζωμένη πίστη του στη μοναδικότητα, την αξία και την αξιοπρέπεια του ατόμου. Αντιμάχεται οτιδήποτε φαίνεται να απειλεί την ακεραιότητα του «κοινού ενός», εξ ου και απεχθάνεται τη λατρεία του ηρωισμού που διαγίγνωσκε στον Καρλάιλ, την εξύμνηση της αφηρημένης έννοιας της Ανθρωπότητας ερήμην των ατόμων που την συναποτελούν, την επιδίωξη «του μεγαλύτερου καλού για τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων». Τον εξοργίζει ο ωφελιμισμός ενός Μπένθαμ και ενός Τζον Στιούαρτ Μιλ∙ δεν συμμερίζεται ούτε την επιχειρηματολογία τους ούτε τα συμπεράσματά τους. Διατείνεται πως οι θέσεις του Μπένθαμ θα μπορούσαν να καταρριφθούν με τα ίδια επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο στοχαστής για να τις υποστηρίξει. Κατηγορεί τον Μιλ ότι παραλλάσσει τέσσερις φορές το νόημα της λέξης «ισχύς» στην ίδια σελίδα. Όσο για την a priori επιχειρηματολογία, αυτή, έξω από τις μαθηματικές επιστήμες, παραμένει, σύμφωνα με τον Πόε, απολύτως ξεκρέμαστη∙ «είναι απόλυτα και ριζικά ανεφάρμοστη» όταν πρόκειται για τη διακυβέρνηση.

Ο ΠΟΕ ΚΑΙ Η ΠΡΟΟΔΟΣ

Στο αφήγημά του με τον ελληνικότατο τίτλο Μέλλοντα ταύτα, μια κατεδαφιστική σάτιρα της δημοκρατίας, της προόδου και των ηθών του καιρού του, ο Πόε μετέρχεται ενός τεχνάσματος που θα χρησιμοποιήσουν πολλοί έπειτα απ' αυτόν: να προβάλλει την πλοκή στο μακρινό μέλλον, προκειμένου να στηλιτεύσει τα κακώς κείμενα του παρόντος. Βρισκόμαστε στο έτος 2848, η ηρωίδα της ιστορίας διαπλέει τους ουρανούς επιβαίνοντας σ' ένα αερόστατο τελευταίας τεχνολογίας και για να διασκεδάσει την πλήξη της έχει βαλθεί να αποτυπώσει σκέψεις και εντυπώσεις σε μιαν επιστολή «προς φίλον»:

Πανηγυρίζω, αγαπητέ μου φίλε, επειδή ζούμε σε μια εποχή τόσο φωτισμένη, ώστε να αδιαφορεί για την ύπαρξη της οντότητας που ονομάζεται άτομο. Διότι αυτό για το οποίο ενδιαφέρεται η πραγματική Ανθρωπότης είναι η Μάζα [...]. Δεν είναι αληθινά εντυπωσιακό ότι πριν να ρίξει πάνω στη φιλοσοφία τα λαμπρά της φώτα η Ανθρωπότης, ο κόσμος συνήθιζε να θεωρεί τον Πόλεμο και τον Λοιμό ως συμφορές; [...] Συμφωνείς ότι είναι πραγματικά δύσκολο να κατανοήσουμε σήμερα επι τη βάσει ποιας αρχής συμφέροντος ενεργούσαν οι πρόγονοί μας; Ήταν άραγε τόσο τυφλοί ώστε να μην αντιλαμβάνονται ότι ο αφανισμός μυριάδων ατόμων αποτελεί ιδιαιτέρως θετική εξέλιξη για τη μάζα;

Ο αφανισμός του ενός υπέρ των πολλών, η αναπόφευκτη εξίσωση προς τα κάτω, η τάση των εφημερίδων να κολακεύουν μιαν αμφιβόλου οξύνοιας «κοινή γνώμη», επιδιώκοντας «περισσότερο να δημιουργήσουν αίσθηση, να προκαλέσουν ενδιαφέρον, παρά να υπηρετήσουν την αλήθεια», όπως λέει ο Ωγκύστ Ντυπέν στο αφήγημα «Το μυστήριο της Μαρί Ροζέ», απελπίζει τον Πόε. Όσο για τη δημοκρατία, ιδού ένα ανελέητο κατηγορώ που επαναλαμβάνεται, ελαφρώς διαφοροποιημένο, στη Συνομιλία του Μόνου και της Ούνα , αλλά που στο αφήγημα Μέλλοντα ταύτα αντηχεί με πικρό και όχι πάντοτε αδικαιολόγητο σαρκασμό:

Όλη τη μέρα (ο Παντίτ) προσπαθούσε να με πείσει ότι οι αρχαίοι Αμερικανοί αυτοκυβερνώνταν! Έχει ποτέ κανείς ακούσει μεγαλύτερο παραλογισμό; Ότι συνυπήρχαν στη βάση μιας ομοσπονδίας του τύπου «ο καθένας για τον εαυτό του», όπως ακριβώς τα τσοπανόσκυλα, για τα οποία διαβάζουμε στα παραμύθια. Λέει ότι αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης θεμελιώθηκε πάνω στην πιο αλλόκοτη ιδέα που μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου, δηλαδή ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι και ελεύθεροι – παραβλέποντας έτσι τους νόμους της διαβάθμισης, που τόσο καθαρά ορίζουν όλα τα πράγματα, τόσο στη φύση όσο και στο χώρο των ιδεών. Κάθε άνθρωπος «ψήφιζε», όπως ονόμαζαν τότε την ανάμειξη του καθενός στα δημόσια πράγματα, ώς τη στιγμή, τελικά, που διαπιστώθηκε ότι αυτό που είναι υπόθεση όλων δεν είναι υπόθεση κανενός και ότι από τη «Δημοκρατία» τους (έτσι ονομαζόταν αυτό το παράλογο σύστημα) απουσίαζε κάθε έννοια διακυβέρνησης. Λέγεται ωστόσο ότι η πρώτη περίσταση κατά την οποία διαταράχθηκε η αυταρέσκεια των φιλοσόφων που είχαν οικοδομήσει την εν λόγω «Δημοκρατία» ήταν η διαπίστωση ότι το καθολικό δικαίωμα ψήφου έδινε την ευκαιρία για κομπίνες: όποιο κόμμα ήταν τόσο φαύλο ώστε να μην ορρωδεί μπροστά σε οποιαδήποτε απάτη, είχε τη δυνατότητα να συγκεντρώσει οποιονδήποτε επιθυμητό αριθμό ψήφων, χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου ή αποτροπής. Λίγη σκέψη πάνω σ' αυτή τη διαπίστωση αρκούσε για να καταστήσει προφανείς τις συνέπειες, που δεν ήταν άλλες από μιαν αδήριτη πραγματικότητα: όταν συντρέχουν συνθήκες όπως αυτές που μόλις περιέγραψα, είναι αναπόφευκτο να υπερισχύει η κατεργαριά –με δυο λόγια, μια δημοκρατική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να είναι παρά κυβέρνηση απατεώνων. Ωστόσο, ενώ οι φιλόσοφοι ήταν απασχολημένοι με το να κοκκινίζουν για την ηλιθιότητά τους που τους είχε εμποδίσει να προβλέψουν τέτοια αναπόφευκτα δεινά και σκόπευαν να επινοήσουν καινούργιες θεωρίες, το ζήτημα πήρε μια απρόβλεπτη τροπή λόγω ενός τύπου ονόματι Μομπ1, ο οποίος πήρε τα πάντα στα χέρια του και εγκαθίδρυσε ένα δεσποτικό καθεστώς, σε σύγκριση με το οποίο εκείνα των μυθικών Ζήρων και Ηλιοφαγκάμπαλων2 ήταν και σεβαστά και αποδεκτά. Αυτός ο Μομπ (παρεμπιπτόντως, ήταν αλλοδαπός) λέγεται ότι ήταν ο πιο μισητός από τους ανθρώπους που βάρυναν τη γη με την παρουσία τους. Ήταν γιγάντιος το δέμας, αυθάδης, άπληστος, βρωμερός∙ ήταν αψίθυμος σαν ταύρος, και είχε καρδιά ύαινας και μυαλό παγονιού. Στο τέλος, βέβαια, πέθανε, εξαιτίας των πράξεών του, που τον εξουθένωσαν. Παρ'όλα αυτά είχε κάποια χρησιμότητα, όπως και κάθε πράγμα, όσο φρικτό και αν είναι∙ δίδαξε το ανθρώπινο γένος ένα μάθημα που μέχρι σήμερα δεν κινδυνεύει να λησμονήσει: ποτέ μην πηγαίνεις ενάντια στη φύση . Όσο για τον «Δημοκρατισμό» δεν έχει ανάλογό του στη γη – εκτός και αν εξαιρέσουμε την περίπτωση των «τσοπανόσκυλων», μια εξαίρεση που φαίνεται να καταδεικνύει, αν μη τι άλλο, ότι η δημοκρατία είναι ένας αξιοθαύμαστος τρόπος διακυβέρνησης – για σκύλους.


ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

Ο Πόε, λοιπόν, δεν βλέπει κοινωνία, αλλά μάζα∙ δεν βλέπει συλλογικότητες αλλά αγελαίες συμπεριφορές. Τον δαιμονίζει ο ένθεος ζήλος των «μεταρρυθμιστών» που λαχταρούν όλα να τα αλλάξουν, όλα να τα βελτιώσουν – ενδυμασία, διατροφή, εκπαίδευση, ιδιοκτησία, γάμο, τη θέση των γυναικών. Σε μια εποχή που ολόκληρη η χώρα δοκιμάζει κοινωνικά πειράματα –από τη Φάρμα Μπρουκ στη Μασαχουσέτη, μια βραχύβια ουτοπική κοινότητα βασισμένη στις αρχές του Φουριέ, όπου οι συμμετέχοντες συνδύαζαν εργασία, πνευματισμό, λογοτεχνία και επιστήμη, ώς την επίσης ουτοπική κοινότητα της «Νέας Αρμονίας» στην Ιντιάνα, εμπνεύσεως του αυτοδημιούργητου εργοστασιάρχη Ρόμπερτ Όουεν, η οποία διαλύθηκε μέσα σε τρία μόλις χρόνια λόγω «ασυνεννοησίας» των μελών της– και λαχταράει μια ζωή απαλλαγμένη από περιττές οδύνες και προσηλωμένη αρμονικά στην ευδαιμονία και τη δημιουργικότητα, ο Πόε διατηρεί τις επιφυλάξεις του απέναντι στα ιδιαιτέρως δημοφιλή τότε γραπτά του Σαιν Σιμόν και του Σαρλ Φουριέ. Δεν τον συγκινούν οι πρώιμα σοσιαλιστικές τους ιδέες: «Τα πράγματα», γράφει, «που αυτοί οι φιλόσοφοι ονομάζουν αποδείξεις κι επιχειρήματα δεν είναι γι' αυτούς παρά ένας τρόπος να αρνηθούν αυτό που είναι και να εκφράσουν αυτό που δεν υπήρξαν ποτέ». Κι από κοντά, αμφισβητεί την ειλικρίνεια του μεταρρυθμιστικού πνεύματος, θεωρεί ότι εκμηδενίζει το άτομο, ότι αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση. Ιδού τι γράφει στις Πενήντα Προτάσεις του:

«Εκείνος που γεννήθηκε άνθρωπος», λέει ο Βίλαντ στο έργο του Peregrinus Proteus, «δεν μπορεί να γίνει ευγενέστερος, σπουδαιότερος, καλύτερος από τον άνθρωπο». Γεγονός είναι ότι στην προσπάθειά μας να εξακοντιστούμε πέρα από τη φύση μας, γινόμαστε αναπόφευκτα κατώτεροί της. Οι ρεφορμιστές ημίθεοί μας είναι απλώς διάβολοι, γυρισμένοι το μέσα έξω.

Κακά τα ψέματα, ο Πόε είναι ένας συντηρητικός του Νότου. Εξιδανικεύει «το ευγενικό και ωραίο αυτό μυστήριο, την καρδιά της γυναίκας», αλλά προφανώς δεν θέλει να ακούσει κουβέντα για τα δικαιώματά της. Του είναι αδιανόητη η διεκδίκηση της εκπαίδευσης από πλευράς του «ασθενούς φύλου»:

Το ζήτημα της γυναικείας εκπαίδευσης δεν είναι να παράσχουμε σε μια γυναίκα τα προσόντα ώστε να γίνει η κεφαλή μιας λογοτεχνικής coterie (ενός λογοτεχνικού κύκλου) ή να μνημονευτεί στο ημερολόγιο ενός ταξιδευτή λιμοκοντόρου. Την προετοιμάζουμε, ως σύζυγο, ώστε να καταστήσει το σπιτικό ενός καλού, συνετού, σπουδαίου άνδρα το πιο ευτυχισμένο μέρος γι' αυτόν στη γη. Την προετοιμάζουμε, ως μητέρα, να διαμορφώσει τον γιο της έτσι ώστε να βαδίσει στα χνάρια του πατέρα του. [...] Όταν το κατορθώσουμε αυτό, της έχουμε προσφέρει αν όχι όλη, τουλάχιστον την καλύτερη εκπαίδευση που θα μπορούσε να έχει. Ο έπαινός της έγκειται στην ευτυχία του συζύγου της, στις αρετές και στις τιμές του γιου της. Το όνομά της είναι πολύ ιερό για να βεβηλωθεί από τη δημόσια ανάσα.

Έτσι τη θέλει τη γυναίκα ο Πόε, κι έτσι την ονειρεύεται: «γεμάτη υψηλές και γενναιόδωρες παρορμήσεις, ωραία, στοχαστική και spirituelle». Αν είναι και φιλάσθενη, ακόμα καλύτερα. «Ωχράν» την θέλει «και λευκήν, ως νεκρικήν σινδόνην»... Αλλιώς ενδέχεται να μπει στον πειρασμό να γράψει:

Οι άσεμνες γυναίκες αυξάνονται ταχύτατα σε αριθμό και θα έπρεπε να εξολοθρευτούν ώς την τελευταία. Δεν υπάρχει κανένας κριτικός που να έχει τα κότσια να κρεμάσει μια δυο δεκάδες από δαύτες in terrorem;

Ο ίδιος, πάντως, δεν τα έχει. Παρουσιάζοντας το βιβλίο της πρωτοπόρου φεμινίστριας Μάργκαρετ Φούλερ Η γυναίκα στον δέκατο ένατο αιώνα, παρ' ότι θεωρεί τη συλλογιστική της συγγραφέως στρεβλή και τις θέσεις της υπερβολικά τολμηρές «και επικίνδυνες ως προς τις ενδεχόμενες συνέπειές τους», δεν τολμά να μη της αναγνωρίσει «στοχαστικότητα και πνεύμα».
Αλλά αν ο Πόε θέλει τα πράγματα να μείνουν ως έχουν, είναι γιατί πιστεύει πως όσες μεταρρυθμίσεις και να επιχειρηθούν, η μυστηριώδης δύναμη που φωλιάζει μέσα στον άνθρωπο θα μείνει ανέγγιχτη. Είναι μια δύναμη ανώνυμη, μια αρχέγονη ροπή που τον τραβάει στο χείλος της αβύσσου: η έλξη προς το κακό, η φυσική του μοχθηρία. Τη βλέπει να γιγαντώνεται στην Αμερική του καιρού του, καθώς η χώρα παραπαίει ανάμεσα στο ξεγύμνωμα του κυνισμού και την αταραξία της βιβλικής υποκρισίας και όντας αφοσιωμένη στην ύλη ξεπέφτει, καθώς έγραψε ο Μπωντλαίρ, «σε μια ηθική λογιστηρίου». Είναι σαν να αντιστρέφει εκείνη την εμβληματική φράση από τον Γατόπαρδο του Λαμπεντούζα: «όλα πρέπει να αλλάξουν για να μείνουν ίδια», σε ένα: «αφού θα μείνουν όλα ίδια, γιατί να αλλάξουν;» Η κατάλυση μιας μορφής καταπίεσης συχνά γεννάει άλλες, φρικτότερες. Κι έτσι, ο Πόε μπορεί να φρικιά όταν «καίγονται αλυσοδεμένοι νέγροι, γιατί έχουν γεμάτο αίσθημα το μαύρο τους μάγουλο και μυρμηγκιάζει από την κοκκινίλα της τιμής», όπως λέει ο Μπωντλαίρ, όμως υπερασπίζεται τον θεσμό της δουλείας με τα ίδια επιχειρήματα που εκστομίζονταν από χιλιάδες άμβωνες κάθε Κυριακή και από εκατοντάδες εφημερίδες του Νότου επί δεκαετίες. Η δουλεία είναι θεσμός «φυσικός», αφού οι μαύροι ανήκουν σε κατώτερη ράτσα: «Είναι πλάνη να πιστεύουμε πως επειδή οι νέγροι είναι, όπως κι εμείς, γιοι του Αδάμ, έχουν τα ίδια με μας πάθη, επιθυμίες και αισθήματα». Οι δουλοκτήτες δεν παραβιάζουν κανένα θεϊκό νόμο – άλλωστε υπάρχουν και εκείνοι που φέρονται στους υπηρέτες τους με «πατρική στοργή». Στην κριτική του για το βιβλίο της Αν ΜακΒίκαρ Γκραντ Αναμνήσεις μιας αμερικανίδας κυρίας ο Πόε επαινεί τη δεξιότητα με την οποία η συγγραφέας περιγράφει την «υγιή και ικανοποιητική» σχέση κυρίου και δούλου, παραθέτει μάλιστα και μια χαρακτηριστική παράγραφο: «Πουθενά δεν συναπαντήθηκα με παραδείγματα φιλίας πιο τρυφερής και γενναιόδωρης από αυτήν που συνέδεε τους δούλους με τους κυρίους και τις κυρίες τους». Το εθνικό αμάρτημα της δουλείας δικαιολογείται από την ακαταμάχητη ανάγκη του ανθρώπου να εξουσιάσει – από την «αξεπέραστη αλήθεια» ότι θα υπάρχουν πάντα, παντού στον κόσμο, κύριοι και δούλοι.
Αλλά βέβαια ο Πόε, τυπικός προεμφυλιακός Νότιος, με αριστοκρατικές αξιώσεις και φυλετικά καθορισμένες απόψεις, διαβλέπει ολοκάθαρα το ενδεχόμενο μιας εξέγερσης των μαύρων – ίσως γιατί στο βάθος δεν θεωρεί και τόσο «φυσική» την υποδούλωσή τους. Στο αφήγημά του «Ο πηδηχτούλης βάτραχος», εξιστόρηση της βίαιης εκδίκησης ενός κακοποιημένου νάνου γελωτοποιού ενάντια στον σκληρό του αφέντη, ο Πόε επινοεί έναν παραμορφωμένο αλλά μυώδη υπηρέτη, ταγμένο να διασκεδάζει τον βασιλιά και τους οικείους του, καταγόμενο «από κάποιο βάρβαρο έθνος, που κανένας άνθρωπος δεν το είχε ακουστά – πολύ, πολύ μακριά απ' την αυλή του βασιλιά μας», ξεριζωμένο από τον τόπο του, νοσταλγό των «χαμένων του φίλων» –προφανώς τυπικό θύμα του δουλεμπόριου–, που θα εξεγερθεί με απάνθρωπη λύσσα ενάντια στη βία της βασιλικής εξουσίας. Στην ιστορία «Το σύστημα του δρος Πίσσα και του Καθηγητή Φτερά», οι τρελοί του φρενοκομείου που επισκέπτεται ο αφηγητής «ανατρέπουν το καθεστώς του ασύλου»: «Πράγματι, ένα ωραίο πρωί, οι φύλακες βρέθηκαν δεμένοι χειροπόδαρα από τους ίδιους τους τρελούς, που τους έριξαν μέσα στα κελιά σαν να 'ταν εκείνοι οι τρελοί, κι ανέλαβαν αυτοί τα καθήκοντα του φύλακα». Στον «Χρυσό Σκαραβαίο», ο μαύρος δούλος μαστιγώνει τον κύριό του. Στο σατιρικό «Μπλέξιμο», η αφηγήτρια επισκέπτεται το Εδιμβούργο συνοδευόμενη από τον «αράπη» της, τον Πομπήιο, ντυμένο μόνο «με ένα περιλαίμιο εννέα ίντσες ύψος και ένα σχεδόν καινούργιο φαιόχρωμο πανωφόρι», με τον οποίο διαπληκτίζεται, τον αρπάζει από τα μαλλιά και του ξεριζώνει «μια τεράστια ποσότητα μαύρου και ξηρού και κατσαρού υλικού»∙ αργότερα, για να απολαύσει τη θέα της πόλης από το άνοιγμα ενός ψηλού καμπαναριού, σκαρφαλώνει στις πλάτες του υπηρέτη και μένει εκεί επί ώρες, καθυβρίζοντάς τον όταν τολμάει να της ανακοινώσει ότι κουράστηκε. Όμως η αφηγήτρια διαπιστώνει ότι το άνοιγμα στο οποίο έχει χώσει το κεφάλι της είναι η περίμετρος ενός ρολογιού όπου είναι σκαλισμένα τα σύμβολα των ωρών και ότι πολύ σύντομα ο λεπτοδείκτης, «τεράστιος, αστραφτερός, σαν γιαταγάνι» θα ακουμπήσει επικινδύνως τον αυχένα της. Το κεφάλι της έχει μαγκώσει στην «τρομερή παγίδα που ολοένα στενεύει με τρομερή ταχύτητα»∙ στριγκλίζει προς τον Πομπήιο για βοήθεια, αλλά εκείνος μένει αδιάφορος και επικριτικός, αφού η κυρά του «τον είχε πληγώσει αποκαλώντας τον αδαή γέρο αλλήθωρο».
Έγραψα στην αρχή ότι ο Πόε αποτελεί, μαζί με τον Έμερσον, τον Θορώ, τον Γουίτμαν, υποδειγματική περίπτωση της νέας αμερικανικής συνείδησης – όχι όμως γιατί δοξολόγησε την αμερικανική δημοκρατία, αλλά γιατί αποκάλυψε τους εφιάλτες της. Η επιφυλακτική συνάντηση του νέγρου και του λευκού, βιωμένη με απροσμέτρητη ένταση στον αμερικανικό Νότο, βαραίνει διπλά πάνω στον Πόε, και μάλιστα δυο φορές: γιατί είναι ξεριζωμένος από το Νότο και γιατί είναι φτωχός λευκός. Η εξέγερση ενός παρία, από τον οποίο τον χωρίζει βάραθρο ολόκληρο –διαφορά χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, ακόμα και γεωγραφίας– κλονίζει διπλά το ολισθηρό έδαφος πάνω στο οποίο κι ο ίδιος στέκεται. Ο φόβος για τον άλλο είναι, το ξέρουμε, φόβος για τον εαυτό.
Όμως η αμερικανική ταυτότητα είναι συνδεδεμένη αξεδιάλυτα με τον «αφρικανισμό»3, όσο κι αν αποκρύπτει την εξάρτησή της απ' αυτόν. Και το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στο έργο του Πόε είναι η Αφήγηση του Άρθουρ Γκόρντον Πιμ. Να πώς περιγράφει τις δυο τελευταίες ημέρες του ταξιδιού αυτού στα ερέβη:

21η Μαρτίου – Ένα βλοσυρό σκοτάδι ζυγιαζόταν τώρα από πάνω μας – όμως από τα γαλακτώδη βάθη του ωκεανού αναδυόταν μια φωτεινή λάμψη που σερνόταν στο κουρτέλο του πλοίου. Σχεδόν μας έπνιγε ένας καταιωνισμός λευκής στάχτης που κατακάθιζε πάνω μας και πάνω στο πλεούμενο, αλλά έλιωνε καθώς έπεφτε στο νερό...

22α Μαρτίου – Το σκοτάδι είχε αυξηθεί σημαντικά· το διαπερνούσε μονάχα η λάμψη του νερού που την αντανακλούσε η λευκή κουρτίνα μπροστά μας. Πολλά γιγάντια και κάτωχρα στη λευκότητά τους πουλιά πετούσαν αδιάκοπα τώρα ερχόμενα πίσω από το πέπλο και η στριγκλιά τους ήταν το αιώνιο Τεκελι-λι! καθώς απομακρύνονταν από το οπτικό μας πεδίο. Κάποια στιγμή ο Νου-Νου αναδεύτηκε εκεί που κειτόταν· όμως με το που τον αγγίξαμε διαπιστώσαμε ότι η ψυχή του είχε εγκαταλείψει το σώμα του. Και τώρα ορμούσαμε στην αγκαλιά του καταρράκτη, όπου ένα χάσμα ανοιγόταν για να μας δεχτεί. Μα τότε ορθώθηκε στο δρόμο μας μια σαβανωμένη ανθρώπινη μορφή, πολύ μεγαλύτερη σε διαστάσεις από κάθε άνθρωπο που βρέθηκε ποτέ στη γη. Και η απόχρωση της επιδερμίδας της μορφής είχε την τέλεια λευκότητα του χιονιού.

Ο μαύρος ιθαγενής πεθαίνει και το πλοίο ορμάει μέσα στη λευκή κουρτίνα, πίσω από την οποία ορθώνεται ένας λευκός γίγαντας. Κι εδώ η αφήγηση τελειώνει. Το μόνο που ακολουθεί είναι μια λόγια σημείωση κι ένα βιαστικό συμπέρασμα, σύμφωνα με το οποίο αυτό που τρομοκρατούσε τους μαύρους ως και στα δόντια ιθαγενείς και σκότωσε τον Νου-Νου είναι η λευκότητα. Η επιγραφή που ήταν λαξευμένη «με αιθιοπικούς χαρακτήρες» στα τοιχώματα των χασμάτων μέσα από τα οποία είχαν διαβεί οι ταξιδιώτες είναι χαρακτηριστική: «Χάραξα την εντολή μου στο βουνό και την εκδίκησή μου πάνω στη σκόνη των βράχων».

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΠΟΘΟΣ

«Κανένας από τους πρώτους αμερικανούς συγγραφείς δεν έχει παίξει σημαντικότερο ρόλο από ό,τι ο Πόε στη σύλληψη του Αμερικανικού Αφρικανισμού», γράφει η Τόνι Μόρισον. «Και καμιά εικόνα δεν είναι πιο εύγλωττη από την λευκή μορφή (την οποία συλλαμβάνουμε νοερά αλλά δεν μπορούμε να την εξιχνιάσουμε) που αναδύεται από την ομίχλη στο τέλος του ταξιδιού – ή, ακριβέστερα στο τέλος της αφήγησης. Οι εικόνες της λευκής κουρτίνας και η σαβανωμένη ανθρώπινη μορφή που το δέρμα της έχει την τέλεια λευκότητα του χιονιού αναδύονται, αφού η αφήγηση έχει προηγουμένως διασταυρωθεί με το απόλυτο μαύρο. Η πρώτη λευκή εικόνα συνδέεται έτσι με την τελευταία πνοή και την εκμηδένιση του εξυπηρετικού υπηρέτη, του μαύρου Νου-Νου. Και η κουρτίνα και η μορφή είναι αναπαραστάσεις της αδιαπέραστης λευκότητας που αναδύεται στην επιφάνεια της αμερικανικής λογοτεχνίας, όποτε εμφανίζεται μια "αφρικανιστική" παρουσία».
Μορφές λευκές, εικόνες παραλυτικές στην αδιαπερατότητά τους, αποσβολωτικές στην ασάφειά τους, εξουσιαστικές και επίμονες. Εικόνες που εμφανίζονται, όπως επισημαίνει η Μόρισον, «σχεδόν πάντοτε σε συνάφεια με αναπαραστάσεις σκοτεινών μορφών ή μαύρων που είναι νεκροί, αδύναμοι ή υποταγμένοι». «Αυτές οι εικόνες εκτυφλωτικής λευκότητας», σημειώνει η συγγραφέας, «φαίνεται να λειτουργούν τόσο σαν αντίδοτο όσο και σαν στοχασμός πάνω στη σκιά που συνοδεύει πάντοτε το λευκό – μια σκοτεινή, επίμονη παρουσία που πλημμυρίζει τα κείμενα της αμερικανικής λογοτεχνίας με φόβο και πόθο. Αυτό το στοίχειωμα, αυτό το σκοτάδι από το οποίο η πρώιμη λογοτεχνία μας έδειχνε ανήμπορη να απαγκιστρωθεί, υποδηλώνει την πολύπλοκη και αντιφατική συνθήκη μέσα στην οποία βρέθηκαν οι αμερικανοί συγγραφείς τα χρόνια της διαμόρφωσης της εθνικής μας λογοτεχνίας».
Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε μπορεί να λογίζεται συγγραφέας του σκότους, έδειξε όμως ότι ο απόλυτος τρόμος συχνά είναι το λευκό.
-------------------------------
1 Mob, στο κείμενο, δηλαδή Όχλος.
2 Εδώ ο Πόε παίζει με τις λέξεις. Ο Ζήρος, προφανώς, προέρχεται από το zero (μηδενικό) και ο Ηλιοφαγκάμπαλος δεν είναι παρά μια παραφθορά του Ηλιογάβαλου.
3 Ο όρος ανήκει στην Τόνι Μόρισον, που τον χρησιμοποιεί στο δοκίμιό της Παίζοντας στο σκοτάδι για να ορίσει και τον συσχετισμό (δεδηλωμένο ή υπονοούμενο) της σκοτεινότητας με τους λαούς της Αφρικής και ολόκληρο το φάσμα των απόψεων, υποθέσεων, αναγνώσεων και παραναγνώσεων που συνοδεύουν την αντίληψη της Δύσης για τους λαούς αυτούς.

- Από την Κατερίνα Σχινά



Κριτική - ο Πόε παιδί της εποχής του.

Σε μια εποχή παρακμής πάντα οι από πάνω θα προσπαθούν να αποδομησούν σύμβολα και πρόσωπα για να καλύψουν την δικιά τους γύμνια ή για να φύγουμε από το ταξικό, σε μια εποχή παρακμής όπου δεν υπάρχουν ιδέες και θέματα για κριτική ανακυκλώνονται και παράγονται σκουπίδια. Το άρθρο που αναδημοσιεύουμε εδώ θα μπορούσε να βρίσκεται σε αυτή την κατηγορία αν ο συγγραφέας του δεν ανέλυε το θέμα του από όλες τις πλευρές όπως οφείλει να κάνει μια κριτική, με τον κίνδυνο να γίνει δογματικός. (Ελπίζω όσα σημειώσω σε αυτό τον σχολιασμό  να μην ακουστούν έτσι...)
Αυτό που δεν βλέπω στο άρθρο ούτε ως υποσημείωση ή τουλάχιστον αναφέρεται πολύ επιφανειακά και θέλω να "συμπληρώσω" είναι μια μικρή αναφορά στην κοινωνική κατάσταση της Αμερικής που όσο να ναι ήταν μια εποχή μεταίχμιων και συγκρούσεων που θέλει δε θέλει κανείς επιδρά με διάφορους τρόπους στον καθένα... Βλέπουμε λοιπόν τον Πόε με αντιλήψεις χαραγμένες από το κλίμα της εποχής και περιοχής του, τον αμερικάνικο Νότο σε μια κατάσταση ημιφεουδαρχίας που οδηγείται σε παρακμή την ίδια ώρα που στον Βορρά γιγαντώνεται μια νέα αστική τάξη... Ο αμερικάνικος εμφύλιος μην ξεχνάμε δεν ήταν παρά ένας ταξικός πόλεμος, κομμάτι αντίστοιχων καταστάσεων στον 18ο κι 19ο αιώνα, όπου μια νέα οντότητα δημιουργήθηκε και μια άλλη είτε εξαφανίζονταν, είτε ενσωματώνονταν στις νέες καταστάσεις - όπως η αριστοκρατία στην Αγγλία. Άρα και οι ιδέες διαμορφώνονται αναλόγως. Βεβαιότητες γκρεμίζονται, νέα ιδανικά κι ελπίδες γεννιούνται ανολοκλήρωτα όμως. Συνεπώς και με βάση τις προσλαμβάνουσες εκάστου υπάρχει και η αντίστοιχη διαμόρφωση. Ο Πόε λοιπόν δεν μπορεί να διαφέρει... Ούτως η άλλως, όπως θα έλεγε κι ο Τρότσκι γεννιόμαστε "σακατεμένοι" από τις ιδέες της άρχουσας τάξης κι αυτές που "καλλιεργούμε" μόνοι μας στην πορεία της ζωής μας... Μην ξεχνάμε ακόμα - και το άρθρο δεν το κρύβει - ο Πόε ήταν αντίθετος και σε αυτή την "αντιπροσωπευτική" αμερικάνικη δημοκρατία, με τις δήθεν ελευθερίες... Μιλάει ακόμα και για ξεσηκωμούς "μαύρων" και "ψυχασθενών" ενάντια στους καταπιεστές τους... Όποιος θέλει αναγνωρίζει σε αυτά την διαφορά του Πόε σε σχέση με άλλους Αμερικανούς ποιητές που ύμνησαν την γέννηση του αμερικάνικου έθνους αλλά τώρα δεν τους θυμάται ούτε η μάνα τους... Ας μη γελιόμαστε, το κριτήριο του αναγνωστικού κοινού είναι πιο μπροστά από όσο θέλουν οι διάφοροι κριτικοί και είναι ικανό να ξεχωρίσει τον "ρατσιστή" συγγραφέα από τον "προοδευτικό". Για παράδειγμα... ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, εξαίρετος Βρετανός συγγραφέας, είναι γνωστός κυρίως από τα "παιδικά" έργα του (Μόγλης) όχι όμως από αυτά που υμνούσαν στην κυριολεξία το ιμπεριαλισμό της αυτοκρατορίας (αν και πάλι υπάρχουν έργα του που δεν διαβάστηκαν γιατί πάντα "κάποιοι" με έναν τρόπο προωθούν αυτά που τους συμφέρουν - δες την αντιμετώπιση του Καβάφη από τους κατεστημένους παλαμικούς) - ο Πόε είναι γνωστός για το σύνολο του έργου του...

Ειρηναίος Μαράκης

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ Κόρμακ Μακ Κάρθυ - Αιματηρός εφιάλτης στην Αγρια Δύση.

Το 1985 ο αμερικανός συγγραφέας εξέδωσε το «απόλυτο γουέστερν», ένα βιβλίο που περιέγραφε με ανατριχιαστική ωμότητα την κτηνωδία του Φαρ Ουέστ. Ο «Ματωμένος μεσημβρινός» κυκλοφορεί τώρα σε νέα ελληνική μετάφραση.



Υπάρχουν ορισμένα βιβλία που χαράσσονται στη μνήμη μας ανεξίτηλα και η ανάγνωσή τους αποδεικνύεται πραγματική εμπειρία. Ο Ματωμένος μεσημβρινός ή Το κόκκινο του δειλινού στη Δύση (1985), το αριστούργημα του 78χρονου αμερικανού συγγραφέα Κόρμακ Μακ Κάρθυ (στη φωτογραφία κάτω), είναι ένα σκοτεινό έπος, μια ανατριχιαστική ελεγεία για τη βία ως δομικό συστατικό του πολιτισμού και μια τρομακτική παρουσίαση των φονικών ενστίκτων που ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο.

Ο κριτικός Χάρολντ Μπλουμ έχει συγκρίνει το βιβλίο με το Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ και το έχει χαρακτηρίσει ένα από τα 20 καλύτερα μυθιστορήματα της αμερικανικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, «το απόλυτο γουέστερν», ως μια αισθητική τελειοποίηση του είδους έξω από τις οποιεσδή ποτε χολιγουντιανές (και παραπλανητικές εν προκειμένω) αναφορές.

Ο αναγνώστης προσκρούει κυριολεκτικά πάνω σε κάτι που ορθώνεται μπροστά του σαν πέτρινο μνημείο της απόλυτης αποκτήνωσης του ανθρώπινου είδους. Η βία γεμίζει τον κόσμο σε όλες τις πιθανές εκδοχές της: υπάρχουν δέντρα που από τα κλαδιά τους κρέμονται νεκρά μωρά, κάποιος από τους ήρωες φοράει στον λαιμό ένα περιδέραιο από τα κομμένα αφτιά των θυμάτων του, ένας άλλος έχει για γούρι μια μαραζωμένη ανθρώπινη καρδιά, ενώ τα στόματα των νεκρών είναι φραγμένα με τα γεννητικά τους όργανα.

Με μια χαλαρή πλοκή ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ μάς μεταφέρει στην Αγρια Δύση στα μέσα του 19ου αιώνα. Η δράση εκτυλίσσεται στις νοτιοδυτικές συνοριακές (με το Μεξικό) περιοχές των ΗΠΑ κατά την περίοδο 1841-1890, σε μια αμφίσημη επικράτεια, ένα αχανές κομμάτι της ίδιας της Κόλασης ίσως, όπου διαπράττονται όλων των ειδών οι φρικαλεότητες και ο μοναδικός θεός, σε μια ηρακλείτεια θεώρηση, είναι ο πόλεμος.

Σε αυτό το αιματοβαμμένο χρονικό αποκρουστικών κατορθωμάτων βάρβαρες συμμορίες μισθοφόρων και άγριων ιθαγενών συγκρούονται και αλληλοεξοντώνονται σε μια φυσική, όπως υπονοεί ο συγγραφέας, τάξη των πραγμάτων. Η πρώτη εμφάνιση των Απάτσι είναι καθηλωτική, σε μια εποχή που τα σκαλπ των Ινδιάνων απέφεραν πολλά στους κυνηγούς κεφαλών που τους σκότωναν και τα εμπορεύονταν.

Δύο είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές των οποίων οι ιστορίες, συνυφασμένες, φθάνουν αυτόν τον υπέροχο λογοτεχνικό εφιάλτη στο τέλος του. Το «αγόρι» είναι ένας δεκατετράχρονος έφηβος που ενηλικιώνεται μέσα στο αίμα και κάτω από τον βαρύ ίσκιο του μεφιστοφελικού δικαστή Χόλντεν. Ο τελευταίος, που έχει συμβάλει όσο κανένας άλλος στις ποικίλες ερμηνείες με τις οποίες έχει προσεγγιστεί το βιβλίο, είναι αποπνικτικά αξέχαστος. Δύο μέτρα ψηλός, αηδιαστικά άτριχος, η φύση του Κακού προσωποποιημένη, κυνικός και μανιχαϊστής, με τα λόγια του φθάνει τη στιβαρή γραφή του μόνου αυθεντικού συνεχιστή (μαζί με την Ανι Πρου ) του Φόκνερ και της συγγραφικής παράδοσης του γοτθικού αμερικανικού Νότου, στις πλέον αλληγορικές και τελεολογικές απολήξεις της.

Ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ είναι ένας λυρικός συγγραφέας που πετάει την ανθρώπινη ψυχή στη βραχώδη και δυσοίωνη επικράτεια της αμερικανικής υπαίθρου για να τη βασανίσει και να την εγκαταλείψει στην εσχατιά της απογύμνωσής της από την οποιαδήποτε παρηγορητική μεταφυσική. Είναι λακωνικός όπως ο Χεμινγκγουέι, έχει μια αποκαλυψιακή δύναμη υποβολής που ακινητοποιεί τον αναγνώστη και τα βίαια ποιητικά ξεσπάσματα ενός καταραμένου ποιητή που προφητεύει όλα τα δεινά του βάρβαρου πολιτισμού μας. Ενα πραγματικά αλησμόνητο μυθιστόρημα.

Κέρδισε και το Χόλιγουντ
Ο Κόρμακ Μακ Κάρθυ και οιΦίλιπ Ροθ,Ντον ΝτελίλοκαιΤόμας Πίντσον αποτελούν την (ετερόκλητη) αγία τετράδα της σύγχρονης αμερικανικής πεζογραφίας μετά τον θάνατο των Νόρμαν Μέιλερ και Τζον Αμπντάικ. Ο Μακ Κάρθυ γεννήθηκε στο Ρόουντ Αϊλαντ το 1933, αλλά μεγάλωσε στο Τενεσί και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Τέξας.Ηδη με το πρώτο του μυθιστόρημα, The Οrchard Κeeper (1955), κερδίζει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του Ιδρύματος Φόκνερ.

Πέρα από το magnum opus του,τον Ματωμένο μεσημβρινό, έχει γράψει την περίφημη Τριλογία των συνόρων: Ολα τα όμορφα άλογα (1992), Το πέρασμα (1994) και Πεδινές πολιτείες (1998).Η φήμη του συγγραφέα,ο οποίος έχει ζήσει ακόμη και σε συνθήκες απίστευτης ένδειας,άρχισε να εξαπλώνεται σταθερά (και) λόγω των επιτυχημένων κινηματογραφικών μεταφορών έργων του.Το 2005 εκδίδει το Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους και το 2007 οι αδελφοί Κοέν μεταφέρουν το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη κερδίζοντας τέσσερα Οσκαρ.Την ίδια χρονιά,το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά του, Ο δρόμος (2006),απέσπασε το Βραβείο Πούλιτζερ,ενώ στη συνέχεια μεταφέρθηκε επίσης στη μεγάλη οθόνη από τονΤζον Χίλκοτ.Ο Ματωμένος μεσημβρινός είναι το τρίτο μυθιστόρημα του συγγραφέα που μεταφράζει προσηλωμένα οΑύγουστος Κορτώ.



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις 
 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=403462 

Τα «Δοχεία Ζωής» του Άρη Κωνσταντινίδη

«Πες μου πώς χτίζεις, να σου πω ποιός είσαι» υποστήριζε ο έλληνας αρχιτέκτονας.


Ο Άρης Κωνσταντινίδης με τη Ναταλία Μελά στο ατελιέ της. Παντρεύτηκαν το 1951 και απέκτησαν μαζί δυο παιδιά, τον Δημήτρη και την Αλεξάνδρα.


 «Πες μου πώς χτίζεις, να σου πω ποιός είσαι». Η διαπίστωση ανήκει σε έναν από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της Ελλάδας κατά τον προηγούμενο αιώνα, τον Άρη Κωνσταντινίδη (1913-1993), ο οποίος έπλασε με το μυαλό και τα χέρια του ένα έργο σύγχρονης αρχιτεκτονικής που βγήκε μέσα από τις ανάγκες του τόπου του, συνδυάζοντας κριτικά την ελληνική παράδοση με τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό.

Το αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη ήταν κατάμεστο το απόγευμα της Τρίτης 31 Μαϊου 2011 σε μια βραδιά που, με αφορμή την επανέκδοση τριών εμβληματικών βιβλίων του απ' τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, μετατράπηκε σε μια ουσιαστική αλλά και συγκινητική αναδρομή στη ζωή και το έργο αυτού του «μεγάλου δημιουργού και δασκάλου». Το κοινό θυμήθηκε τον αρχιτέκτονα μέσα από αναλύσεις των κτισμάτων του αλλά και τις προσωπικές μαρτυρίες των παιδιών του και ανθρώπων που τον έζησαν.

Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, εκτιμώντας το ζωηρό και ανανεωμένο ενδιαφέρον για το έργο του Κωνσταντινίδη εντός και εκτός συνόρων, κυκλοφορούν και πάλι στοιχειοθετημένα εκ νέου αλλά με πιστή διατήρηση της αρχικής μορφής που είχαν όταν για πρώτη φορά τα εξέδωσε ο ίδιος ο Κωνσταντινίδης με δικά του έξοδα- τρία πολύ σημαντικά βιβλία του: «Δυο "χωριά" απ' τη Μύκονο» (1947), «Τα παλιά αθηναϊκά σπίτια» (1950) και τα «Ξωκλήσσια της Μυκόνου» (1953) που αναδεικνύουν την καλλιτεχνική προσωπικότητα ενός ανθρώπου που έκανε το έργο του στάση ζωής και επιπλέον το υπερασπίστηκε με ιδέες.

Την εκδήλωση για τον «ασυμβίβαστο στη ζωή, στην αρχιτεκτονική και στην ίδια την πόλη» Άρη Κωνσταντινίδη άνοιξε και εν συνεχεία συντόνισε ο Διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη Άγγελος Δεληβοριάς. Ο αρχιτέκτονας-εθνολόγος Γιάννης Σαϊτας, με ακρίβεια και ένα διαφωτιστικό οπτικό υλικό, ανέδειξε τους προβληματισμούς του Κωνσταντινίδη απέναντι στο πρόβλημα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα μιλώντας για την κεντρική σημασία των «εξελικτικών αξιών» στο έργο του που παραμένει ανθεκτικό, την αγάπη του για την ελληνική παράδοση και την ανώνυμη αρχιτεκτονική της και πώς αυτές τις επεξεργάστηκε επιστρέφοντας το 1936 στην Ελλάδα απ' τη Γερμανία, έχοντας γίνει μάρτυρας και του ολοκληρωτισμού αλλά έχοντας λάβει και πολύτιμες γνώσεις απ' την μοντέρνα αρχιτεκτονική της κεντρικής Ευρώπης.

«Ο προφορικός και γραπτός του λόγος συμπληρώνει τους κτισμένους κόσμους του» σημείωσε ο πρώην συνεργάτης του Κωνσταντινίδη τονίζοντας ότι το έργο του ανταποκρινόταν μόνο «στις βαθιά ανθρώπινες ανάγκες και την οικοδομική ευκρίνεια», είχε βαθιά πίστη στη λαϊκή αισθητική και προέτασσε την εμφύσηση του συλλογικού πνεύματος στα κτίρια παρά τις όποιες ιδιοτροπίες του καλλιτέχνη, ήταν ένα έργο «ηθικής λιτότητας». 

Ο Άρης Κωνσταντινίδης ποτέ δεν βασανίστηκε απ' το δίλημμα ανάμεσα στην παράδοση και τη νεωτερικότητα. Ο ομότιμος Καθηγητής Αρχιτεκτονικής Ε.Μ. Π. Αναστάσιος Μπίρης, αναφέρθηκε στον άκρως σύγχρονο και καθαρά προσωπικό αρχιτεκτονικό λόγο του Κωνσταντινίδη υπογραμμίζοντας και την τεράστια διδακτική του σημασία καθώς «είναι μια γέφυρα για την παράδοση του τόπου με τον μοντερνισμό». Ο ίδιος αναφέρθηκε εκτενώς στο έργο «Σπίτι διακοπών στην Ανάβυσσο» (1962) που απασχολεί τη διεθνή βιβλιογραφία για την πνευματικότητα και την υλικότητά του ταυτόχρονα «μια δική του εκδοχή του διαρκούς ελληνικού μοντέρνου».  

Ο Άρης Κωνσταντινίδης έλεγε ότι έχτιζε «Δοχεία ζωής» και ότι το έργο του εξέφραζε το (κατά Διονύσιο Σολωμό) «κοινό και κύριο». Η κόρη του Αλεξάνδρα Τσουκαλά μοιράστηκε με το κοινό τις αναμνήσεις ενός «υπέροχου πατέρα» και ενός σπουδαίου ανθρώπου «που ανήκει σε όλους». Και η ίδια επικαλέστηκε τον εθνικό μας ποιητή για να περιγράψει τη φύση της δουλειάς του πατέρα της που ήταν «με λογισμό και μ' όνειρο» καμωμένη, μνήμη και ειλικρίνεια. 

Τέλος, ο Δημήτρης Κωνσταντινίδης, το πρώτο παιδί που ο Άρης Κωνσταντινίδης απέκτησε με τη γλύπτρια Ναταλία Μελά, μίλησε για την έντονη επιρροή που είχαν στο έργο του πατέρα του ο Ίων Δραγούμης και ο Περικλής Γιαννόπουλος διαβάζοντας σχετικά αποσπάσματα που αποδείκνυαν ότι «δεν έχει τονιστεί αρκετά αυτή η σχέση». 

Από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, όπως είπε ο διευθυντής τους Στέφανος Τραχανάς, αναμένεται η συνολική επανέκδοση του έργου του αρχιτέκτονα που είναι πολυδιάστατο και επιπλέον παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για τη διαμάχη γύρω απ' τη νεοελληνική ταυτότητα που δε τελειώνει ποτέ.  



Πολιτισμός περισσότερες ειδήσεις 
 
http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=404053 

Μπάρρυ Ανσγουορθ:«Στο τέλος όλες οι αυτοκρατορίες πεθαίνουν»

Ο 81χρονος άγγλος συγγραφέας επισκέπτεται την Αθήνα και μιλάει για τη στενή σχέση του με την χώρα μας.


Μας υποδέχθηκε στο αμερικανικό κολέγιο Deree της Αθήνας με ένα πλατύ χαμόγελο, φορώντας τα καλοκαιρινά του ρούχα και τα σανδάλια του. Ο βραβευμένος το 1992 με Μπούκερ Μπάρρυ Ανσγουορθ, που γεννήθηκε το 1930 σε μια οικογένεια ανθρακωρύχων στο Γουϊγκέιτ της κομητείας Ντάραμ στην Αγγλία, είναι γνωστός για την αφηγηματική του δεινότητα και την ικανότητα που έχει να ζωντανεύει ολόκληρες περιόδους του παρελθόντος με έναν ξεχωριστό τρόπο.

Εχοντας στο πλευρό του τη φινλανδή σύζυγό του Ιρα, μίλησε ευδιάθετος για τον περίπου μισό αιώνα του στη λογοτεχνία και για ένα έργο που συνεχίζεται ακάθεκτο. «Το καινούργιο μου βιβλίο με τίτλο Τhe quality of mercy θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ τον ερχόμενο Ιανουάριο. Στη δεκαετία του ΄90 ήθελα να γράψω μια συνέχεια της Ιερής πείνας (Νεφέλη, 1994), αλλά τελικά εγκατέλειψα την προσπάθεια.Είκοσι χρόνια μετάασχολήθηκα και πάλι ακολουθώντας τις τύχες ορισμένων χαρακτήρων μου από το βιβλίο που πήρε το Μπούκερ. Το να γράψεις μια τέτοια συνέχεια είναι βέβαια πολύ επικίνδυνο, επειδή ο κόσμος έχει απαιτήσεις,τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει το “Σπάιντερμαν 1”,το “Σπάιντερμαν 2”... » αυτοσαρκάστηκε ο συγγραφέας που στη δεκαετία του ΄60 δίδαξε αγγλικά σε πανεπιστήμια της Αθήνας και της Κωνσταντινούπολης.

«Εκείνα τα χρόνια προσπαθούσα να γράψω μυθιστορήματα, αυτό κυρίως ήθελα να κάνω. Διδάσκοντας έβγαζα τα προς το ζην ώστε να μπορώ (και) να γράφω. Ως δάσκαλος είχα εγχώριους εργοδότες, δεν πληρωνόμουν από το Λονδίνο. Εργάστηκα επίσης στο Βρετανικό Συμβούλιο στην Αθήνα,στην πλατεία Κολωνακίου» .

Η Ελλάδα πέρασε μοιραία στο δεύτερο μυθιστόρημά του Οι Ελληνες έχουν τη σωστή λέξη (1967), που παραμένει αμετάφραστο. «Το βιβλίο είναι περισσότερο αποτέλεσμα της (τότε) εμπειρίας μου ως εκπατρισμένου ανθρώπου. Ηταν υπέροχο που βρέθηκα στην Αθήνα,αλλά τη συγκεκριμένη στιγμή δεν είχα σκοπό να γράψω ιστορικά μυθιστορήματα. Το βιβλίο βέβαια κοιτάζει στο παρελθόν, αναφέρεται στον Εμφύλιο της χώρας σας, αλλά αργότερα αποφάσισα να γράψω τέτοια βιβλία» μας εξήγησε ο 81χρονος σήμερα Ανσγουορθ, που έδωσε διάλεξη την περασμένη Τετάρτη στο Deree με τίτλο «Εναλλακτικές ιστορίες: η φύση της αλήθειας στο ιστορικό μυθιστόρημα».

Υπήρξε έτσι ο πρώτος συγγραφέας- ύστερα από μια σειρά νεοελληνιστών ακαδημαϊκών καθηγητών- την τελευταία δεκαετία που μίλησε εκεί για να τιμήσει τη μνήμη του καθηγητή Κίμωνα Φράιερ, μεταφραστή της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη στα αγγλικά, ο οποίος άφησε τη βιβλιοθήκη του πολύτιμη κληρονομιά στο κολέγιο.

«Αυτό που μου έκανε εντύπωση εκείνα τα χρόνια ήταν η φοβερή φιλικότητα των Ελλήνων απέναντι στους ξένους- υποθέτω ότι παραμένει η ίδια. Αν περίμενες, ας πούμε,στη σειρά να ανέβεις σε ένα πλοίο και γνώριζαν ότι ήσουν ξένος,θα σε έπαιρναν από το χέρι και θα σε έβαζαν πρώτο μπροστά στην αποβάθρα. Δεν το είχα δει πουθενά αυτό.Οι Ιταλοί είναι αρκετά φιλικοί επίσης, αλλά όχι σε τέτοιον βαθμό. Είχα αυτή την αίσθηση τότε, ότιζώντας ανάμεσα στους Ελληνεςτα πράγματα κυλούν ήρεμα. Υπήρχαν και προβλήματα όμως, όπως η περίπλοκη γραφειοκρατία» θυμάται.

«Μιλώ για το παρόν μέσα από το παρελθόν»
Τις λογοτεχνικές ταμπέλες τις κατανοεί ο Ανσγουορθ, αλλά μέχρις ενός σημείου. «Πιστεύω ότι ο όρος “ιστορικό” για ένα μυθιστόρημα είναι εντελώς λανθασμένος. Πολύ απλά γιατί υπάρχουν τόσο πολλές και ποικίλες φόρμες μέσα σε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στο παρελθόν. Οταν το προσδιορίζεις ως “ιστορικό”, το υποβαθμίζεις σε ένα συγκεκριμένο είδος.Είναι σαν να λες “ένα καθολικό” ή “ένα προτεσταντικό” μυθιστόρημα.Δεν γίνεται να βάζεις μπροστά έναν επιθετικό προσδιορισμό και να μειώνεις το βιβλίο, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η χρήση της Ιστορίας παρουσιάζει εξαιρετική ποικιλία στο βρετανικό μυθιστόρημα.Ιδίως τα τελευταία 30-40 χρόνιαυπάρχει μια αφθονία ως προς τη διαχείριση του παρελθόντος για πάρα πολλούς λόγους : παραλληλίας,αναλογίας,για να φωτιστεί το παρόν από τις αντανακλάσεις του παρελθόντος».

Με ποιον τρόπο αντιμετωπίζει ο ίδιος τη δουλειά του; «Οι ήρωες των βιβλίων μου ζουν στα περιθώρια της Ιστορίας.Ζουν τις ζωές τους στο απομακρυσμένο βάθος των ιστορικών αλλαγών, πολλές φορές μη μπορώντας να κατανοήσουν τι ακριβώς συμβαίνει.Υπάρχουν πολλά πρότυπα για την Ιστορία,κάποια υποδείγματά της όμως παραμένουν αμετάβλητα. Αν χρησιμοποιήσεις όλα αυτά τα υποδείγματα μέσα σε μια αφήγηση,μπορείς να πεις πάρα πολλά πράγματα για το παρελθόν,που να αφορούν όμως και τη σημερινή πραγματικότητα.Το ένα πράγμα αντανακλά το άλλο.Αυτό πάντα με ενδιέφερε:να πω κάτι για το παρόν με αναφορά στο παρελθόν».
«Ολοι οι συγγραφείς είναι πολιτικοί»
Οι συγκρούσεις ανέκαθεν μας περικύκλωναν, παραδέχεται. «Καθοριστικής σημασίας για μένα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην επίσημη Ιστορία και στην Ιστορία που θα μπορούσε να έχει ειπωθεί. Οταν ασχολούμαστε με το παρελθόν,βλέπουμε συνήθως την εκδοχή του παρελθόντος που αφηγούνται οι δυνατοί, οι ισχυροί,οι πλούσιοι.Πέραν όμως αυτού,ενώ αφηγούνται τη δική τους εκδοχή,προσπαθούν να καταστείλουν όλες τις ιστορίες μιας εναλλακτικής προσέγγισης και αυτό μου φαίνεται μια σύγκρουση ανάμεσα σε μια Ιστορία που ανήκει στους ισχυρούς και σε μια Ιστορία που ανήκει στους ανυπεράσπιστους. Αυτό είναι κάτι θεμελιώδες και κατά την προσωπική μου γνώμη (και ως συγγραφέα) πρέπει να δίνεται και πάλι η φωνή σε αυτούς που την έχασαν».

Ο ίδιος έχει αυτοπροσδιοριστεί όχι ως πολιτικός αλλά ως κοινωνικός συγγραφέας. Ποια ακριβώς είναι η διαφορά; «Ολα προφανώς είναι πολιτική.Δεν υπάρχει συγγραφέας που να μην είναι και πολιτικός συγγραφέας. Υπάρχει φυσικά μια πολιτική διάσταση σε αυτό που κάνω, τα βιβλία μπορεί να είναι πολιτικά φορτισμένα ή να έχουν και τέτοια μηνύματα. Αλλάδεν υπάρχει κανένα κόμμα, καμία ομάδα συμφερόντων ή τίποτε τέτοιο στο οποίο θεωρώ ότι ανήκω.Δεν επιδιώκω να προωθήσω κάποια ιδεολογία. Τα μυθιστορήματα δεν πρέπει να προωθούν τίποτε υπό αυτή την έννοια, πρέπει μόνο να θέτουν ερωτήματα. Δεν οφείλουν να δίνουν απαντήσεις» τονίζει ο Ανσγουορθ, υπογραμμίζοντας ότι το βρετανικό μυθιστόρημα, για παράδειγμα, ανέκαθεν συνδεόταν περισσότερο με ηθικά ζητήματα παρά με πολιτικά, «σε αντίθεση με το γαλλικό,που είναι πιο πολιτικό και φιλοσοφικό».

Η ελληνική κρίση και ο «απίστευτος» Μπερλουσκόνι
Ο Μπάρρυ Ανσγουορθ έχει ζήσει τη μισή του ζωή έξω από την πατρίδα του.Πέρασε μερικά χρόνια στη Φινλανδία,έπειτα στην Ελλάδα και στην Τουρκία,ενώ εδώ και μία εικοσαετία διαμένει στην περιοχή της Ούμπρια στην Ιταλία.Η συζήτηση δεν αργεί να φθάσει στον πρωθυπουργό τηςΣίλβιο Μπερλουσκόνι.«Μοιάζει περισσότερο με μυθιστορηματικό χαρακτήρα. Είναι στ΄ αλήθεια απίστευτος. Ξέρετε, κάθε απόγευμα βλέπουμε ειδήσεις στο κανάλι RΑΙ 3 (που είναι υποτυπωδώς πιο ανεξάρτητο από τα άλλα τα οποία ελέγχει πλήρως) με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι περιμένοντάς τον.

Οταν εμφανιστεί, αρχίζουμε να πίνουμε, αλλιώς δεν αντέχεται. Η ανεργία των νέων είναι τρομακτική και δεν μπορείς επιπλέον να πιστέψεις απολύτως τα νούμερα, επειδή ακριβώς τα δίνει η κυβέρνησή του. Διαλύονται τα πάντα στην Ιταλία. Εχουμε βαρεθεί και θέλουμε να φύγουμε με τη γυναίκα μου. Απλά θα φύγουμε, είμαστε αρκετά μεγάλοι για να επαναστατήσουμε»εξομολογείται ο συγγραφέας των 17 μυθιστορημάτων,ο οποίος έχει μπει άλλες δύο φορές στη βραχεία λίστα για το Μπούκερ- με «Το νησί του Πασχάλη» (1980) και με το «Θρησκευτικό δράμα» (1995),που κυκλοφορούν στα ελληνικά επίσης από τις εκδόσεις Νεφέλη.

«Η εικόνα που έχουμε από τα μέσα ενημέρωσης για την Ελλάδα είναι εκείνη μιας χώρας που βυθίζεται από τις βίαιες διαμαρτυρίες στους δρόμους και τα μεγάλα οικονομικά προβλήματα» εξηγεί ο Ανσγουορθ, θα περάσει ωστόσο τις διακοπές του στην Πάρο: «Ο επισκέπτης δεν αισθάνεται την κρίση, είμαι βέβαιος όμως ότι οι συμπολίτες σας βιώνουν αυτή τη δυσανεξία».

«Αδιαφορούμε για τα κυνικά μαθήματα της Ιστορίας»
Το τελευταίο βιβλίο του Μπάρρυ Ανσγουορθ στα ελληνικά, «Η γη των θαυμάτων», είναι ένα θρίλερ για την αδυσώπητη γεωπολιτική διαμάχη των μεγάλων δυνάμεων για ένα κομμάτι της Μεσοποταμίας, όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Επρόκειτο (και) για μια αλληγορία για τον πρόσφατο πόλεμο στο Ιράκ; «Εχετε απόλυτο δίκιο. “Ιράκ” είναι άλλωστε η τελευταία λέξη του βιβλίου.

Είναι η εποχή που η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποσυντίθεται και οι Βρετανοί με τους Γάλλους, σαν τα όρνεα, περιμένουν να κατασπαράξουν τα μέλη της. Τότε, μέσα από αυτή τη διαδικασία του διαμελισμού, γεννήθηκε μια κρατική οντότητα που ονομάστηκε Ιράκ, αλλά που δεν υπήρξε στ΄ αλήθεια πατρίδα για κανέναν άνθρωπο, καθώς υπήρχαν πολλές διαφορετικές φυλές και κουλτούρες εκεί. Από τα μέσα του πολέμου ακόμη, το 1916, υπήρχε αυτή η καπηλεία της καταστροφής στις συμφωνίες των ισχυρών». Δεν πρέπει να ξεχνάμε, κατά τον ίδιο, ότι στο τέλος «όλες οι αυτοκρατορίες πεθαίνουν, ο κόσμος είναι φτιαγμένος πάνω στα ερείπια αυτοκρατοριών όπου και αν κοιτάξει κανείς. Το κοινό γνώρισμα των αυτοκρατοριών ήταν η πεποίθησή τους ότι θα διαρκέσουν για πάντα».

Εν τέλει, τι αποκομίζει κανείς από τα βιβλία του; Μήπως το ότι οι άνθρωποι διαχρονικά στέκονται με έναν εντυπωσιακά ίδιο τρόπο απέναντι στο χρήμα και στην εξουσία; «Είναι γεγονός, δύσκολα βλέπουμε αλλαγές. Τα πράγματα αλλάζουν ως προς τη μορφή και όχι στην ουσία τους. Η κατάχρηση της εξουσίας και η εκμετάλλευση των αδυνάτων συνεχίζεται, η ήττα μετατρέπεται σε μια φυσιολογική συνθήκη γι΄ αυτούς, αλλά το γεγονός είναι ότι συνεχίζουμε να παλεύουμε για το καλύτερο. Κόντρα σε όλα τα κυνικά μαθήματα της Ιστορίας, εξακολουθούμε να δίνουμε τις μάχες μας».



ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις 
 
http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=403463&h1=true