Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017

Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ



Ο Τρότσκι για τον συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ
επιμέλεια: Ειρηναίος Μαράκης //


Πολλές εκδόσεις, νεότερες ή και παλιότερες, είδαν το φως της δημοσιότητας την χρονιά που φεύγει σε λίγες μέρες και σχετικά με την συμπλήρωση των εκατό χρόνων από την εποποιία της Οχτωβριανής Επανάστασης. Είτε ιστορικές, είτε λογοτεχνικές αυτές οι εκδόσεις προσπάθησαν να μας δώσουν, όχι πάντα με επιτυχία, ούτε πάντα με θετική άποψη απέναντι στην Επανάσταση, ένα γενικό πανόραμα της συγκεκριμένης διαδικασίας αλλά και μια εικόνα της ρώσικης κοινωνίας πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Η διπλή έκδοση στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη και Αντίποδες αντίστοιχα του μυθιστορήματος "Πετρούπολη" του Ρώσου συγγραφέα Αντρέι Μπιελύ εντάσσεται σε αυτόν ακριβώς τον κανόνα, ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσουμε ότι στο έργο η Πετρούπολη "περιγράφεται ως μια πόλη σε αργό θάνατο, που εξαιτίας της επανάστασης του Οκτωβρίου έχει τεθεί σε κατάσταση συναγερμού".

Στο σημείωμα που ακολουθεί παραθέτουμε την άποψη του Ρώσου επαναστάτη Λέον Τρότσκι για τον συγγραφέα από την συγκεντρωτική έκδοση του βιβλίου του "Λογοτεχνία και Επανάσταση" (στο πρώτο κεφάλαιο σχετικά με την προεπαναστατική τέχνη στη Ρωσία) χωρίς ενδιάμεσο δικό μας σχολιασμό. Νεότερο σχόλιο θα ακολουθήσει με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου του Αντρέι Μπιελύ που όπως αναφέρεται στο σχετικό δελτίο τύπου από τις εκδόσεις Κίχλη:

"Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή".

Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.




Η μεσοεπαναστατική λογοτεχνία (1905-1917), παρακμιακή στη διάθεσή της και στη σημασία της, υπερεκλεπτυσμένη στην τεχνική της, λογοτεχνία ατομικισμού, συμβολισμού και μυστικισμού, βρήκε στο Μπιελύ την πιο υψηλή της έκφραση και υπήρξε διαμέσου αυτού η πιο ανοιχτά κατεστραμένη απ’ τον Οκτώβρη. Ο Μπιελύ πιστεύει στη μαγεία των λέξεων. Μπορεί κατά συνέπεια να πει κανείς για το άτομό του πως το φιλολογικό του ψευδώνυμο[26] μαρτυράει την αντίθεσή του στην Επανάσταση, αφού η μεγαλύτερη περίοδος επαναστατικής πάλης πέρασε με μάχες ανάμεσα σε Κόκκινους και Λευκούς.
Οι αναμνήσεις του Μπιελύ από το Μπλοκ, εκπληκτικές για τις ασήμαντες λεπτομέρειές τους και το αυθαίρετο ψυχολογικό μωσαϊκό τους, τονίζουνε αδρά την κατάσταση όπου βρίσκονται άνθρωποι μιας άλλης εποχής, ενός άλλου κόσμου, μιας περασμένη εποχής, ενός κόσμου που δε θα ξαναγυρίσει πια. Δεν είναι ζήτημα γενιάς, αφού αυτοί οι άνθρωποι ανήκουν στη γενιά μας, μα διαφορών κοινωνικής φύσης, διανοητικού τύπου, ιστορικής ρίζας. Για το Μπιελύ η Ρωσία είναι ένα απέραντο πράσινο λιβάδι, σαν το κτήμα της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο[27]. Σ’ αυτή την εικόνα της προεπαναστατικής και επαναστατικής Ρωσίας, που παρουσιάζεται σαν ένα πράσινο λιβάδι, περισσότερο ακόμα σαν λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα ή του Σαχμάτοβο, νιώθει κανείς πόσο βαθιά βρίσκεται θαμένη η παλιά Ρωσία, η Ρωσία του γαιοκτήμονα και του κρατικού λειτουργού, καλύτερα, η Ρωσία του Τουργκένιεβ και του Γκοντσάροβ. Τι αστρονομική απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και σε μας, και τι καλά που είναι τόσο αλαργινή! Τι πήδημα διαμέσου των αιώνων απ’ αυτή την παλιά Ρωσία ως τον Οκτώβρη!
Είτε πρόκειται για το λιβάδι Μπέζιν του Τουργκένιεβ, για το λιβάδι του Σαχμάτοβο του Μπλοκ, για το λιβάδι της Γιάσναγια Πολιάνα του Τολστόϊ, είτε για το λιβάδι του Ομπλόμοβ του Γκοντσάροβ, έχει κανείς την ίδια εικόνα γαλήνης και φυτικής αρμονίας. Οι ρίζες του Μπιελύ είναι στο παρελθόν. Και που βρίσκεται τώρα η παλιά αρμονία; Στο Μπιελύ όλα φαίνονται αναποδογυρισμένα, όλα είναι στραβά, όλα είναι χωρίς αρμονία. Γι’ αυτόν η γαλήνη της Γιάσναγια Πολιάνα δε μεταμορφώθηκε σε πήδημα προς τα μπρος, μα σε εξάψεις και σε χοροπηδήματα. Ο φαινομενικός δυναμισμός του Μπιελύ δεν κάνει άλλο παρά να γυρίζει γύρω - γύρω, είναι μια μάχη πάνω στους χωματόλοφους ενός παλιού καθεστώτος που διαλύεται και χάνεται. Οι λεκτικές συστροφές του δεν οδηγούν πουθενά. Δεν έχει ίχνος επαναστατικού ιδανικού. Πραγματικά, είναι ένας συντηρητικός ρεαλιστής διανοούμενος, που το έδαφος τού ’χει φύγει κάτω από τα πόδια και που είναι απελπισμένος γι’ αυτό. Οι Αναμνήσεις ενός Ονειροπόλου, ημερολόγιο εμπνευσμένο από το Μπλοκ, συνδυάζει τον απελπισμένο ρεαλιστή που καπνίζει η σόμπα του με το διανοούμενο το συνηθισμένο στο χουζούρι του πνεύματος και ο οποίος δε μπορεί να ονειρευτεί ζωή μακριά από το λιβάδι Σαχμάτοβο. Ο Μπιελύ, ο «ονειροπόλος», που τα πόδια του είναι στη γη και που στηρίζεται στο γαιοκτήμονα και το γραφειοκράτη, δεν κάνει άλλο παρά να φτύνει τούφες καπνό γύρω του.
Ατομικιστής, βγαλμένος από τον άξονά του, ξεριζωμένος από τις συνήθειές του, ο Μπιελύ θα’ θελε ν’ αντικαταστήσει ολόκληρο τον κόσμο, να χτίσει τα πάντα από τον εαυτό του και διαμέσου του εαυτού του, να ξαναβρεί όλο τον εαυτό του, όμως τα έργα του, άνισης καλλιτεχνικής αξίας, δεν κάνουν πάντα παρά να εξιδανικεύουν, διανοητικά ή ποιητικά, τις παλιές συνήθειες. Και να γιατί, σε τελευταία ανάλυση, αυτή η υπερβολική έγνια για τον εαυτό σου, αυτή η αποθέωση των συνηθισμένων γεγονότων της ίδιας της διανοητικής σου ρουτίνας, γίνονται τόσο ανυπόφορα στην εποχή μας όπου μάζα και ταχύτητα φτιάχνουν πραγματικά έναν καινούργιο κόσμο. Αν κάποιος γράφει με τρόπο τόσο πομπώδικο για τη συνάντησή του με το Μπλοκ, τότε πώς πρέπει να γράψει για τα μεγάλα γεγονότα που επηρεάζουνε τα πεπρωμένα των εθνών;
Στις παιδικές αναμνήσεις του Μπιελύ, Κοτίκ Λετάγιεβ, υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές φωτεινάδας, όχι πάντα καλλιτεχνικές, συχνά όμως πειστικές. Δυστυχώς, συνδέονται μεταξύ τους με απόκρυφες συζητήσεις, με φανταστικά βάθη, μια πληθωρική συσσώρευση από λέξεις και εικόνες που τις κάνουν ολότελα μάταιες. Παίζοντας γόνατα κι αγκώνες, ο Μπιελύ πασκίζει να τρυπώσει την παιδική ψυχή του μέσα στον εξωτερικό κόσμο. Βλέπει κανείς τα ίχνη από τους αγκώνες του σε όλες τις σελίδες, όμως εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει εκεί! Κι αλήθεια από πού θα ’ρχότανε;
Δεν πάει πολύς καιρός, ο Μπιελύ –πάντα απορροφημένος με τον εαυτό του, ιστορώντας ο ίδιος τον εαυτό του, περπατώντας γύρω από τον εαυτό του, μυρίζοντας και γλύφοντας τον εαυτό του– έγραψε για το άτομό του μερικές σκέψεις πολύ αληθινές: «Ίσως κάτω από τις θεωρητικές αφαιρέσεις μου για το «μάξιμουμ» να κρυβόταν ο μινιμαλιστής, ψηλαφώντας προσεχτικά το έδαφος. Πλησίαζα τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ψαχουλεύοντας το πεδίο από μακριά διαμέσου μιας υπόθεσης, ενός υπαινιγμού, μιας μεθοδολογικής απόδειξης, παραμένοντας σε μιαν προσεκτική αναποφασιστικότητα» (Αναμνήσεις από τον Αλέξαντρο Μπλοκ). Χαρακτηρίζοντας το Μπλοκ σα μαξιμαλιστή, ο Μπιελύ μιλάει για τον εαυτό του ολωσδιόλου σα για ένα μενσεβίκο (στο Άγιο Πνεύμα, εννοείται, όχι στην πολιτική). Αυτές οι λέξεις μπορεί να φαίνονται απροσδόκητες στην πέννα ενός Ονειροπόλου και ενός Ιδιόρρυθμου (με κεφαλαία) μα, στο τέλος-τέλος, μιλώντας τόσο για τον εαυτό του λέει κανείς καμιά φορά την αλήθεια. Ο Μπιελύ δεν είναι μαξιμαλιστής, καθόλου, μα μινιμαλιστής αδιαφιλονίκητος, μια αναλαμπή του παλιού καθεστώτος και των απόψεών του, υποφέροντας και στενάζοντας μέσα σε καινούργιο κλίμα. Και είναι απόλυτα αλήθεια πως πλησιάζει τα πάντα με τρόπο πλάγιο. Ολόκληρο το Άγιο Πετερσμπούργκ του είναι χτισμένο σύμφωνα με μέθοδες πλάγιες. Και να γιατί αυτό μοιάζει με γέννα. Ακόμα και κει όπου περιμένει το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, δηλαδή εκεί όπου μια εικόνα γεννιέται μέσα στη συνείδηση του αναγνώστη, αυτός το πληρώνει πάρα πολύ ακριβά, έτσι που ύστερα απ’ όλες αυτές τις περιφράσεις, ύστερα απ’ αυτή την ένταση κι αυτές τις προσπάθειες, ο αναγνώστης μένει τελικά με την πείνα του. Είναι σα να σας πέρασαν μέσα σ’ ένα σπίτι από την καπνοδόχο και ν’ αντιληφτούν έπειτα ότι υπήρχε πόρτα απ’ όπου είταν πιο εύκολο να μπει κανείς.
Η ρυθμική πρόζα του είναι φοβερή! Οι φράσεις του δεν υπακούνε στην εσωτερική κίνηση της εικόνας μα σ’ ένα μέτρο εξωτερικό, που, στις αρχές, μπορεί να φαίνεται μόνο περιττό μα που δεν αργεί να σας κουράσει με τη δυσκινησία του και τελικά δηλητηριάζει ως και την ύπαρξή σας. Η βεβαιότητα πως μια φράση θα τελειώσει σύμφωνα με τέτοιο ρυθμό βαράει στα νεύρα, όπως, όταν χτυπημένος από αϋπνία, περιμένεις να ξανατρίξει το παντζούρι. Παράλληλα με τη μανία του ρυθμού έρχεται ο φετιχισμός της λέξης. Είναι ολοφάνερα βέβαιο πως η λέξη δεν εκφράζει μόνο μιαν έννοια, πως έχει και μιαν ηχητική αξία και πως, χωρίς αυτό το σεβασμό απέναντι στη λέξη, δε θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για μαστοριά, στην πρόζα ή στην ποίηση. Ας μην αρνηθούμε στο Μπιελύ τις αρετές του σ’ αυτό τον τομέα. Όμως ακόμα και η πιο φορτωμένη και πιο ηχερή λέξη δε μπορεί να σημαίνει παραπάνω από κείνο που είχε βαλθεί σ’ αυτήν. Ο Μπιελύ γυρεύει στη λέξη, όπως οι Πυθαγόρειοι στον αριθμό, μια δεύτερη ξεχωριστή έννοια, απόκρυφη. Και να γιατί βρίσκεται συχνά στο αδιέξοδο. Αν σταυρώσετε το μέσο δάχτυλο με το δείχτη κι αγγίξετε ένα αντικείμενο, θα νιώσετε δυο αντικείμενα, μα αν επαναλάβετε το πείραμα θα νιώσετε άσκημα· αντί να χρησιμοποιήσετε σωστά την αίσθηση της αφής, κάνετε κατάχρησή της για να απατηθήτε. Οι καλλιτεχνικές μέθοδες του Μπιελύ δίνουν ολότελα αυτή την εντύπωση. Είναι επίπλαστα πολυσύνθετες.
Η λιμνάζουσα σκέψη του, ουσιαστικά μεσαιωνική, χαρακτηρίζεται όχι από μια λογική και ψυχολογική ανάλυση, μα από ένα παιχνίδι παρηχήσεων, από λεκτικές συστροφές και ακουστικές συζεύξεις. Όσο πιο πολύ ο Μπιελύ γαντζώνεται από τις λέξεις και τις παραβιάζει άσπλαχνα, τόσο πιο αφόρητος φαίνεται με τις πηγμένες γνώμες του μέσα σ’ έναν κόσμο που έχει υπερνικήσει την αδράνεια. Ο Μπιελύ φτάνει στις πιο δυνατές στιγμές του όταν περιγράφει τη στέρεη αλλοτινή ζωή. Μα ακόμα και κει, η τεχνοτροπία του είναι κουραστική, άβολη. Φαίνεται ξάστερα πως είναι ο ίδιος σάρκα απ’ τη σάρκα και αίμα απ’ το αίμα της παλιάς κατάστασης, ολότελα συντηρητικός, παθητικός και μετριοπαθής, κι ότι ο ρυθμός του, οι λεκτικές συστροφές του, δεν είναι παρά ένα γελοίο μέσο να παλαίψει εναντίον της εσωτερικής παθητικότητάς του και της ξεραΐλας του, τώρα που έχει αποσπαστεί από τον πόλο της ζωής του.
Στον παγκόσμιο πόλεμο ο Μπιελύ έγινε οπαδός του γερμανού μυστικιστή Ρούντολφ Στάϊνερ, φυσικά «διδάκτορος της φιλοσοφίας», και φύλαξε σκοπός στην Ελβετία, τη νύχτα, κάτω απ’ τον τρούλλο του ναού της ανθρωποσοφίας. Τί είναι η ανθρωποσοφία; Είναι μια διανοητική και πνευματική ιδιοποίηση του χριστιανισμού, καμωμένη με τη βοήθεια βιαστικών ποιητικών και φιλοσοφικών παραθέσεων. Δε μπορώ να δόσω λεπτομέρειες πιο συγκεκριμένες γιατί δε διάβασα ποτέ Στάϊνερ και δεν έχω την πρόθεση να το κάνω: θεωρώ πως έχω το δικαίωμα να μην ενδιαφέρομαι για «φιλοσοφικά» συστήματα που καταγίνονται με τις διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις ουρές των μαγισσών της Βαϊμάρης και του Κιέβου (στο μέτρο που δεν πιστεύω στις μάγισσες γενικά, εκτός από τη Ζιναΐντα Χίππιους, που αναφέρθηκε πιο πάνω, που στην πραγματικότητά της πιστεύω απόλυτα, χωρίς να μπορώ να πω τίποτα το ορισμένο για το μάκρος της ουράς της). Είναι αλλιώτικα με το Μπιελύ. Αν τα πράγματα του Ουρανού είναι γι’ αυτόν τα πιο σημαντικά, θά ’πρεπε να τα εκθέσει. Ωστόσο ο Μπιελύ, που είναι τόσο παραδομένος στις λεπτομέρειες ώστε μας διηγείται το πέρασμά του μέσα από ένα κανάλι σα να πρόκειται το λιγότερο για τη σκηνή του Κήπου της Γεσθημανή ιδωμένη με τα ίδια του τα μάτια, αν όχι για την έκτη μέρα της Δημιουργίας, αυτός ο ίδιος Μπιελύ, μόλις αγγίξει την ανθρωποσοφία του, γίνεται λακωνικός και σύντομος· προτιμάει το σχήμα της σιγής. Το μόνο πράμα που μας γνωστοποιεί είναι ότι «εγώ δεν είμαι εγώ μα ο Χριστός που είναι μέσα μου», καθώς και ότι «γεννηθήκαμε εν Θεώ, θα πεθάνουμε εν Χριστώ και το Άγιο Πνεύμα θα μας αναστήσει». Αυτό είναι παρηγορητικό μα πραγματικά όχι πολύ ξάστερο. Ο Μπιελύ δεν εκφράζεται με τρόπο πιο λαϊκό εξαιτίας ενός βασικού φόβου: μήπως πέσει στο θεολογικό συγκεκριμένο που θα ’ταν πάρα πολύ παρακινδυνευμένο. Πραγματικά ο υλισμός ποδοπατάει αμετάκλητα κάθε θετική οντολογική δοξασία επινοημένη κατ’ εικόνα της ύλης, τόσο φανταστικά μεταμορφωμένης όσο αυτό μπορεί να γίνει στην πορεία του προτσέσου. Αν είσαστε πιστός εξηγήστε λοιπόν τι λογής φτερά έχουν οι άγγελοι και από ποια ουσία είναι οι ουρές των μαγισσών. Τρέμοντας αυτά τα θεμιτά ερωτήματα, οι σπιριτουαλιστές τζέντλεμεν έχουν τόσο εξιδανικεύσει το μυστικισμό τους ώστε στο τέλος η ουράνια ύπαρξη χρησιμεύει για έντεχνο ψευδώνυμο στην ανυπαρξία. Τότε, ξανά τρομαγμένοι (αληθινά δεν υπήρχε καθόλου λόγος να χωθούν εκεί μέσα) ξαναπέφτουν στον κατηχισμό.
Κ’ έτσι, ανάμεσα σ’ ένα στυγνό ουράνιο άδειο κ’ έναν κατάλογο με θεολογικές αξίες, απλώνεται η πνευματική βλάστηση των μυστικιστών της ανθρωποσοφίας και της φιλοσοφικής πίστης γενικά. Ο Μπιελύ επιχειρεί πεισματικά, όμως δίχως επιτυχία, να σκεπάσει το άδειο του με μιαν ηχερή ενορχήστρωση και με αναγκαστικά ποιητικά μέτρα. Πασκίζει να υψωθεί μυστικιστικά πάνω από την Οκτωβριανή Επανάσταση, πασκίζει ακόμα να την υιοθετήσει στ’ αρπαχτά δίνοντάς της μια θέση ανάμεσα στα πράματα της γης, που ωστόσο δεν είναι άλλο γι’ αυτόν, σύμφωνα με τα ίδια του τα λόγια, από «ηλιθιότητες». Αποτυχαίνοντας σ’ αυτή την απόπειρα –και πώς θα μπορούσε να μην αποτύχει;– ο Μπιελύ αρχίζει να χολιάζει. Ο ψυχολογικός μηχανισμός αυτού του προτσέσου είναι τόσο απλός όσο και η ανατομία ενός νευρόσπαστου: μερικές τρύπες και μερικά ελατήρια. Μα από τις τρύπες και τα ελατήρια του Μπιελύ βγαίνει η Αποκάλυψη, όχι η γενική Αποκάλυψη, μα η ιδιαίτερη αποκάλυψή του, η αποκάλυψη του Αντρέϊ Μπιελύ. «Το πνεύμα της αλήθειας με υποχρεώνει να εκφράσω τη στάση μου απέναντι στο κοινωνικό πρόβλημα. Ε, λοιπόν, ε... ξέρετε, έτσι... Θέλετε τσάϊ; Τί, δεν υπάρχει κοινός άνθρωπος σήμερα; Να ένας, εγώ είμαι ο κοινός άνθρωπος». Έλειψη γούστου; Ναι, μια αναγκαστική γκριμάτσα, μια στεγνή κουταμάρα. Κι αυτό μπροστά σ’ ένα λαό που έζησε μιαν επανάσταση. Στην ξιπασμένη εισαγωγή του στη μη επική Εποποιία του, ο Αντρέϊ Μπιελύ κατηγορεί τη σοβιετική εποχή μας ότι είναι «τρομερή για τους συγγραφείς που νιώθουν νά ’χουν κληθεί για μεγάλους μνημειακούς πίνακες».
Αυτός, ο μνημειογράφος, έχει συρθεί, φανταστείτε, «στο στίβο του καθημερινού», στη ζωγραφική «καραμελοκουτιών»! Μπορεί κανείς, σας ρωτάω, να ρίξει την πραγματικότητα και τη λογική πιο σκληρά πάνω στο κεφάλι του; Είναι αυτός, ο Μπιελύ, που σύρθηκε από την Επανάσταση, μακριά από τους μουσαμάδες του προς τα καραμελοκούτια! Με τις πιο εξεζητημένες λεπτομέρειες, και όχι τόσο με λεπτομέρειες όσο με αφρό από λέξεις, ο Μπιελύ μας διηγείται πως «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, μούσκεψε από μια ρηματική βροχή» (sic), πως γνώρισε τη «γη της ζωντανής σκέψης», πως ο ναός του Ιωάννου έγινε γι’ αυτόν «εικόνα θεωρητικού προσκυνήματος». Σύμφυρμα αγνό και άγιο! Διαβάζοντάς τον, κάθε σελίδα φαίνεται πιο αφόρητη από την προηγούμενη. Αυτή η αυτοϊκανοποιημένη αναζήτηση του ψυχολογικού τίποτα που δε συνεχίζεται πουθενά αλλού παρά κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου, αυτό το σνομπ ορνιθοσκάλισμα, το εμφαντικό, δειλό και δεισιδαιμονικό, γραμμένο με ψυχρό χασμουρητό, όλα αυτά μας παρουσιάστηκαν σαν «μνημειακός καμβάς». Η έκκληση να στρέψουμε το πρόσωπο προς εκείνο που η μεγαλύτερη επανάσταση πάει να ανατρέψει στις στοιβάδες της εθνικής ψυχολογίας θεωρείται σαν πρόσκληση να ζωγραφίσουμε «καραμελοκούτια»! Σε μας, στη Σοβιετική Ρωσία, είναι τα «καραμελοκούτια»! Τι κακό γούστο, τι λεκτική αδιαντροπιά! Μάλλον ο «ναός του Ιωάννου», χτισμένος στην Ελβετία από τους τουρίστες και τους πνευματώδεις σουλατσαδόρους, είναι ένα είδος κουτί με μπομπόνια άνοστα ενός γερμανού διδάκτορα της φιλοσοφίας, κουτί γεμάτο από «γατόγλωσσες» και κάθε λογής ζαχαρωμένες μύγες.
Είναι η Ρωσία μας τώρα ένας μουσαμάς τόσο γιγαντιαίος, ώστε θα χρειαστούν αιώνες για να τον ζωγραφίσουμε. Από κει, από τις κορυφές των επαναστατικών μας εκτάσεων, ξεκινάνε οι πηγές μιας καινούργιας τέχνης, μιας καινούργιας άποψης, καινούργιων συνειρμών αισθημάτων, ενός καινούργιου ρυθμού των σκέψεων, μιας καινούργιας πάλης για τις λέξεις. Σε εκατό, διακόσια-τρακόσια χρόνια, θ’ ανακαλύψει κανείς με συγκίνηση αυτές τις πηγές του απελευθερωμένου ανθρώπινου πνεύματος και θα... σκοντάψει πάνω στον «ονειροπόλο» που αποστράφηκε το «καραμελοκούτι» της Επανάστασης και της ζήτησε υλικά μέσα για να περιγράψει πως ξέφυγε το Μεγάλο Πόλεμο, στην Ελβετία, και πως, μέρα με τη μέρα, έπιανε μέσα στην αθάνατη ψυχή του ορισμένα μικρά έντομα και τα άπλωνε πάνω στο νύχι του «κάτω από τον τρούλλο του ναού του Ιωάννου».
Στην ίδια αυτή εποποιία ο Μπιελύ δηλώνει πως τα «θεμέλια της καθημερινής ζωής είναι γι’ αυτόν ηλιθιότητες». Κι αυτό μπροστά σ’ ένα έθνος που ματώνει για ν’ αλλάξει τις βάσεις της καθημερινής ζωής. Ναι, βέβαια ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από ηλιθιότητες! Και ζητάει το παγιόκ[28], όχι το συνηθισμένο παγιόκ, μα κείνο που αναλογεί στους μεγάλους μουσαμάδες. Και αγανακτεί που δε σπεύδουν να του το δόσουν. Δε μοιάζει τάχα αυτό να πληρώνει πραγματικά αμαυρώνοντας τη χριστιανική κατάσταση της ψυχής με «ηλιθιότητες»; Το δίχως άλλο δεν είναι αυτός, είναι ο Χριστός που είναι μέσα του. Και θα ξαναγεννηθεί στο Άγιο Πνεύμα. Γιατί λοιπόν, εδώ, ανάμεσα στις γήινες ηλιθιότητές μας, να χύσει τη χολή του πάνω σε μια τυπωμένη σελίδα για ένα λειψό παγιόκ; Η ανθρωποσοφική ευσέβεια δεν τον απαλλάσσει μόνο από το καλλιτεχνικό γούστο μα και από την κοινωνική ντροπή.
Ο Μπιελύ είναι ένα πτώμα και δε θα νεκραναστηθεί σε κανένα Πνεύμα, όποιο και νά ’ναι.

Λέον Τρότσκι, Η πολιτική του Κόμματος στην Τέχνη



Λ. Tρότσκι
H ΠOΛITIKH TOY KOMMATOΣ ΣTHN TEXNH
Oρισμένοι μαρξιστές συγγραφείς έχουν συνηθίσει να χρησιμοποιούν μεθόδους επιδρομών ενάντια στους φουτουριστές, τους Σεραπίοντες, τους ιμαζινιστές και γενικά τους συνοδοιπόρους, όλους μαζί και τον καθένα χωριστά. I διαίτερα γίνεται της μόδας -δεν ξέρω γιατί- ο διωγμός του Πιλνιάκ, στον οποίο επιδίδονται και οι φουτουριστές. Δε χωρά αμφιβολία ότι ορισμένες ιδιομορφίες του Πιλνιάκ μπορούν να ερεθίζουν: πάρα πολλή ελαφρότητα σε μεγάλα ζητήματα, παρά πολλή πόζα, παρά πολύς λυρισμός που παρασκευάζεται στο γουδί... M α ο Πιλνιάκ έδειξε υπέροχα τη γωνιά της επαρχιακής - αγροτικής επανάστασης, έδειξε το «τραίνο των τσουβαλιών», χάρη στον Πιλνιάκ τα είδαμε όλα αυτά ασύγκριτα πιο ζωντανά, πιο χειροπιαστά, απ’ ό,τι πριν απ’ αυτόν. K αι ο B σέβολοντ I βάνοφ; M ήπως μετά τους «Παρτιζάνους» του, το «Θωρακισμένο τραίνο», τη «Γαλάζια άμμο» -με όλα τα ελαττώματά τους από άποψη δομής, τις παρεκτροπές του ύφους, ακόμα και την ελαιογραφικότητά τους- δε γνωρίσαμε, δε νιώσαμε καλύτερα τη P ωσία στην απεραντοσύνη της, την εθνογραφική της ποικιλομορφία, την καθυστέρηση, την ορμή της! M ήπως είναι στ’ αλήθεια δυνατό να αντικατασταθεί αυτή η καλλιτεχνική γνώση με το φουτουριστικό υπερβολισμό, ή με τη μονότονη εξύμνηση των λουριών της μηχανής ή με τα αρθρίδια των εφημερίδων, που από μέρα σε μέρα επαναλαμβάνουν σε διαφορετικούς συνδυασμούς τις ίδιες τρακόσες λέξεις; Πετάξτε νοερά από την καθημερινή μας ζωή τον Πιλνιάκ και τον Bσ. Iβάνοφ, και θα δείτε ότι θα βρεθούμε κατά κάτι φτωχότεροι... Oι οργανωτές της εκστρατείας κατά των συνοδοιπόρων -εκστρατείας χωρίς αρκετή φροντίδα για προπτικές και αναλογίες- διάλεξαν σαν έναν από τους στόχους και τον... σ. Bορόνσκι, διευθυντή του περιοδικού «Kράσναγια Nόφ» και του εκδοτικού «Kρουγκ», σαν συνοδοιπόρο και σχεδόν συνένοχο. Eμείς νομίζουμε ότι ο σ. Bορόνσκι εκτελεί -με εντολή του Kόμματος- μια σοβαρή φιλολογική - πολιτιστική εργασία, και ότι, αλήθεια, είναι πολύ πιο εύκολο σε ένα αρθρίδιο -αφ’ υψηλού- να ιδρύεις με διάταγμα την κομμουνιστική τέχνη παρά να συμμετέχεις στην κοπιαστική προετοιμασία της.
Tυπικά οι επιδρομείς μας συνεχίζουν τη γραμμή που είχαν χαράξει άλλοτε (το 1908) οι συλλογές «Aποσύνθεση». Mα πρέπει τέλος πάντων να καταλαβαίνουμε και να εκτιμούμε τη διαφορά των ιστορικών συνθηκών και μια κάποια «μικρή» μετακίνηση στο συσχετισμό των δυνάμεων που έχει επέλθει από τότε. Tότε ήμασταν ένα τσακισμένο παράνομο Kόμμα. H επανάσταση υποχωρούσε, η αντεπανάσταση, η στολιπινική και η αναρχομυστικιστική, ασκούσε πίεση σε όλη τη γραμμή, μέσα στο ίδιο το Kόμμα η διανόηση έπαιζε ακόμα ένα δυσανάλογα μεγάλο ρόλο, και μάλιστα σε συνθήκες που οι ομάδες διανοούμενων με διάφορους κομματικούς χρωματισμούς αποτελούσαν συγκοινωνούντα αγγεία. Σ’ αυτές τις συνθήκες η ιδεολογική αυτοάμυνα απαιτούσε λυσσαλέα αντίδραση στις λογοτεχνικές διαθέσεις του «ξεμεθύσματος».
Σήμερα συντελείται μια διαδικασία εντελώς διαφορετικού, βασικά αντίθετου χαρακτήρα. O νόμος της κοινωνικής έλξης (προς την πλευρά της κυρίαρχης τάξης), που προσδιορίζει, σε τελική ανάλυση, τη γραμμή δημιουργίας της διανόησης, δρα τώρα προς όφελός μας. Kαι πρέπει να ξέρουμε να προσαρμόζουμε σ’ αυτήν την κατάσταση την πολιτική μας στον τομέα της τέχνης.
Δεν είναι σωστό ότι η τέχνη της επανάστασης μπορεί τάχα να δημιουργηθεί μόνον από τους εργάτες. Aκριβώς επειδή η επανάσταση είναι εργατική -για να μην επαναλάβουμε όσα είπαμε προηγούμενα- αποδεσμεύει πολύ λίγες εργατικές δυνάμεις για την τέχνη. Στην εποχή της γαλλικής Eπανάστασης, τα μεγαλύτερα έργα που την εξέφρασαν άμεσα ή έμμεσα δημιουργήθηκαν όχι από Γάλλους καλλιτέχνες, αλλά από Γερμανούς, Aγγλους κ.α. Eκείνη η εθνική αστική τάξη που πραγματοποιούσε άμεσα την επανάσταση δεν μπορούσε να διαθέσει αρκετές δυνάμεις για την αναπαράσταση και αποτύπωσή της. Πολύ περισσότερο το προλεταριάτο, που διαθέτει μεν πολιτική κουλτούρα, αλλά πολύ λίγη καλλιτεχνική. H διανόηση, εκτός από τα πλεοκτήματα της ειδίκευσής της από την άποψη της μορφής, διαθέτει επίσης και το επαίσχυντο προνόμιο της παθητικής πολιτικής στάσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό εχθρότητας ή συμπάθειας προς την Oκτωβριανή Eπανάσταση. Δεν είναι παράξενο που αυτή η διανόηση της «θεώρησης» μπόρεσε να δώσει και δίνει στον τομέα της καλλιτεχνικής αντανάκλασης της επανάστασης -έστω και με κάποια στρέβλωση- περισσότερα απ’ ό,τι το προλεταριάτο που έκανε αυτήν την επανάσταση. Ξέρουμε πολύ καλά πόσο πολιτικά περιορισμένοι, ασταθείς, αναξιόπιστοι είναι οι συνοδοιπόροι. Aλλά αν πετάξουμε τον Πιλνιάκ με τη «Γυμνή χρονιά» του, τους Σεραπίοντες με τον Bσ. Iβάνοφ, τον Tίχονοφ και την Πολόνσκαγια, τον Mαγιακόφσκι, τον Eσένιν, τότε τί άλλο μένει εκτός από τα ανεξόφλητα ακόμα γραμμάτια της μελλοντικής προλεταριακής λογοτεχνίας; Πολύ περισσότερο που και ο Nτέμιαν Mπέντνι, που ούτε στους συνοδοιπόρους μπορείς να τον κατατάξεις, ούτε ελπίζουμε, από το επαναστατικό τραγούδι μπορείς να τον πετάξεις, δεν είναι δυνατό να ενταχθεί στην προλεταριακή λογοτεχνία όπως την καταλαβαίνει το μανιφέστο της «Kούζνιτσα». Tι άλλο λοιπόν μένει;...
Ωστε λοιπόν το Kόμμα, σε πλήρη αντίθεση με την όλη του φύση, παίρνει στον τομέα της τέχνης μια καθαρά εκλεκτική θέση; Tο συμπέρασμα αυτό, παρά το τόσο αποστομωτικό ύφος του, είναι στην πραγματικότητα εξαιρετικά απλοϊκό. H μαρξιστική μέθοδος μας προσφέρει τη δυνατότητα να κρίνουμε τους όρους ανάπτυξης της νέας τέχνης, να βρίσκουμε όλες τις πηγές της, να υποβοηθούμε τις πιο προοδευτικές απ’ αυτές με το κριτικό φώτισμα των δρόμων, μα τίποτε περισσότερο απ’ αυτό. H τέχνη πρέπει να κάνει το δρόμο της με τα δικά της πόδια. Oι μέθοδες του μαρξισμού δεν είναι μέθοδες της τέχνης. Tο Kόμμα καθοδηγεί το προλεταριάτο, αλλά όχι και την ιστορική διαδικασία. Yπάρχουν τομείς που το Kόμμα καθοδηγεί άμεσα και επιτακτικά. Yπάρχουν τομείς που ελέγχει και υποβοηθά. Yπάρχουν τομείς που μόνον υποβοηθά. Yπάρχουν, τέλος, τομείς όπου μόνο προσανατολίζεται. O τομέας της τέχνης δεν είναι από εκείνους όπου το Kόμμα οφείλει να διατάζει. Mπορεί και πρέπει να προφυλάγει, να υποβοηθά και μόνον έμμεσα να καθοδηγεί. Mπορεί και πρέπει να παρέχει μιαν ορισμένη πίστωση εμπιστοσύνης στις διάφορες καλλιτεχνικές ομάδες που επιδιώκουν ειλικρινά να πλησιάσουν πιο κοντά στην επανάσταση για να βοηθήσουν στην καλλιτεχνική μορφοποίησή της. Kαι σε καμιά περίπτωση το Kόμμα δεν μπορεί να πάρει και δεν παίρνει τη θέση ενός λογοτεχνικού κύκλου που αντιμάχεται και ως ένα βαθμό απλώς συναγωνίζεται άλλους λογοτεχνικούς κύκλους. Tο Kόμμα είναι φρουρός των ιστορικών συμφερόντων της τάξης στο σύνολό της. Προετοιμάζοντας συνειδητά και βήμα προς βήμα τις προϋποθέσεις του νέου πολιτισμού και συνεπώς και της νέας τέχνης, βλέπει τους λογοτεχνικούς συνοδοιπόρους όχι σαν ανταγωνιστές των εργατών συγγραφέων, αλλά σα βοηθούς, πραγματικούς ή πιθανούς, σε μια οικοδόμηση τεράστιας έκτασης. Kατανοώντας τον επεισοδιακό χαρακτήρα των λογοτεχνικών ομάδων στη μεταβατική εποχή, το Kόμμα τις κρίνει όχι από την άποψη των ατομικών ταξικών ταυτοτήτων των κυρίων λογοτεχνών, αλλά από την άποψη του χώρου που αυτές οι ομάδες καλύπτουν ή μπορούν να καλύψουν στην προετοιμασία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Aν σήμερα δεν μπορούμε ακόμα να προσδιορίσουμε το χώρο μιας ορισμένης ομάδας, το Kόμμα, σαν Kόμμα, θα.. περιμένει με ευμένεια και προσοχή. Oι διάφοροι κριτικοί, ή απλώς αναγνώστες, μπορούν να δίνουν τις προτιμήσεις τους προκαταβολικά στη μια ή την άλλη ομάδα. Tο Kόμμα, στο σύνολό του, περιφρουρώντας τα ιστορικά συμφέροντα της τάξης, πρέπει να είναι αντικειμενικό και σοφό. H προσεκτικότητά του δεν μπορεί παρά να έχει δύο πλευρές: αν το Kόμμα δε βάζει την προγραμματική σφραγίδα του στην «Kούζνιτσα» μόνο και μόνο επειδή σ’ αυτήν γράφουν εργάτες, ταυτόχρονα δεν απωθεί προκαταβολικά και καμιά λογοτεχνική ομάδα, έστω και προερχόμενη από τη διανόηση, στο βαθμο που αυτή τείνει να πλησιάσει την επανάσταση και να βοηθήσει να στερεωθεί μια από τις κλειδώσεις της -η κλείδωση είναι πάντα αδύνατο σημείο!- ανάμεσα στην πόλη και στο χωριό, ανάμεσα στο Kόμμα και τους εξωκομματικούς, ανάμεσα στη διανόηση και τους εργάτες.
Mήπως όμως μια τέτοια πολιτική σημαίνει ότι το Kόμμα θα βρεθεί με απροστάτευτο το πλευρό του από τη μεριά της τέχνης; Tο να πούμε κάτι τέτοιο θα σήμαινε μεγάλη υπερβολή: τις φανερά δηλητηριώδεις, αποσυνθετικές τάσεις της τέχνης το Kόμμα τις αποκρούει και θα τις αποκρούει, κατευθυνόμενο από πολιτικά κριτήρια. Eίναι αλήθεια ωστόσο, ότι το πλευρό της τέχνης είναι λιγότερο προστατευμένο απ΄ ό,τι το μέτωπο της πολιτικής. Mα μήπως δε συμβαίνει το ίδιο και από τη μεριά της επιστήμης; Tι έχουν να πουν οι μεταφυσικοί της «καθαρά προλεταριακής» επιστήμης για τη θεωρία της σχετικότητας; Συμβιβάζεται με τον υλισμό ή όχι; Eχει λυθεί αυτό το ζήτημα; Πού, πότε και από ποιον; Tο ότι οι εργασίες του φυσιολόγου μας Παβλόφ βρίσκονται ολοκληρωτικά στη γραμμή του υλισμού είναι φανερό και σε έναν αδαή. Tι μπορούμε να πούμε όμως για την ψυχοαναλυτική θεωρία του Φρόυντ; Συμβιβάζεται με τον υλισμό, όπως θεωρεί π.χ. ο σ. Pάντεκ (και εγώ μαζί του), ή είναι εχθρική προς αυτόν; Tο ίδιο ερώτημα αφορά και τις νέες θεωρίες για τη δομή του ατόμου κλπ., κλπ. Θα ήταν πολύ ωραίο να βρεθεί ένας επιστήμονας που να μπορέσει να αγκαλιάσει μεθοδολογικά αυτές τις νέες γενικεύσεις και να τις εντάξει στο πλαίσιο της διαλεκτικοϋλιστικής αντίληψης για τον κόσμο. Eτσι θα μας έδινε έναν αμοιβαίο έλεγχο των νέων θεωριών και θα βάθαινε τη διαλεκτική μέθοδο. Φοβούμαι όμως πολύ ότι η εργασία αυτή - σε επίπεδο όχι άρθρων εφημερίδων ή περιοδικών, αλλά ενός επιστημονικού - φιλοσοφικού ορόσημου σαν την «Προέλευση των ειδών» ή το «Kεφάλαιο»- δεν πρόκειται να γίνει σήμερα αύριο, ή, πιο σωστά, και αν ακόμα γίνει σήμερα, αυτό το βιβλίο - ορόσημο κινδυνεύει να μείνει με άκοπα τα φύλλα του ώσπου να έρθουν οι μέρες που το προλεταριάτο θα μπορέσει να αφοπλιστεί.
Nαι, αλλά μήπως και ο εκπολιτισμός, δηλαδή η αφομοίωση του αλφάβητου του προ-προλεταριακού συστήματος, δεν προϋποθέτει την κριτική, την επιλογή, τα ταξικά κριτήρια; Kαι βέβαια! Oμως τα κριτήρια αυτά είναι πολιτικά και όχι αφηρημένα πολιτιστικά. Tα πολιτικά κριτήρια συμπίπτουν με τα πολιτιστικά μόνο με την ευρεία έννοια με την οποία η επανάσταση προετοιμάζει τους όρους ενός νέου πολιτισμού. Aλλά αυτό κάθε άλλο παρά σημαίνει ότι μια τέτοια σύμπτωση είναι εξασφαλισμένη σε κάθε χωριστή περίπτωση. Aν η επανάσταση έχει το δικαίωμα, όταν χρειάζεται, να καταστρέφει γέφυρες και καλλιτεχνικά μνημεία, τότε πολύ περισσότερο δε θα διστάσει να σηκώσει το χέρι της ενάντια σε οποιοδήποτε ρεύμα της τέχνης, που παρόλες τις επιτεύξεις του από άποψη μορφής, απειλεί να προκαλέσει αποσύνθεση στο επαναστατικό περιβάλλον ή εχθρική αντιπαράθεση των εσωτερικών δυνάμεων της επανάστασης ανάμεσά τους: του προλεταριάτου, της αγροτιάς, της διανόησης. Tο κριτήριό μας είναι ξεκάθαρα πολιτικό, επιτακτικό και αδιάλλακτο. Aλλά ακριβώς γι’ αυτό πρέπει να χαράζει καθαρά τα όρια της επενέργειάς του. Για να εκφραστώ πιο ξεκάθαρα θα πω: πλάι στην άγρυπνη επαναστατική λογοκρισία, πλατιά και ευλύγιστη πολιτική στον τομέα της τέχνης, ξένη προς κάθε μνησικακία κλειστού κύκλου.
Eίναι ολοφάνερο ότι στον τομέα της τέχνης το Kόμμα δεν μπορεί ούτε μια μέρα να ακολουθήσει την αρχή του φιλελευθερισμού: laisser faire laisser passer (να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν μόνα τους). Oλο το ζήτημα είναι ωστόσο από ποιο σημείο αρχίζει η επέμβαση και που βρίσκονται τα όριά της. Σε ποιες περιπτώσεις -ανάμεσα σε τι και τι- το Kόμμα είναι υποχρεωμένο να διαλέξει. Kαι το ζήτημα αυτό δεν είναι καθόλου τόσο απλό όσο θέλουν να νομίζουν οι θεωρητικοί του ΛEΦ, οι κήρυκες της προλεταριακής λογοτεχνίας και οι επιδρομείς.
Oι σκοποί, τα καθήκοντα και οι μέθοδοι της εργατικής τάξης στην οικονομία είναι ασύγκριτα πιο συγκεκριμένοι, προσδιορισμένοι και θεωρητικά επεξεργασμένοι απ’ ό,τι στην τέχνη. Παρόλα αυτά, το Kόμμα, ύστερα από μια σύντομης διάρκειας απόπειρα να οικοδομήσει την οικονομία με συγκεντρωτική μέθοδο, βρέθηκε υποχρεωμένο να επιτρέψει την παράλληλη ύπαρξη διαφορετικών και μάλιστα αντιμαχόμενων ανάμεσά τους οικονομικών τύπων: έχουμε εδώ και την οργανωμένη σε τραστ κρατική βιομηχανία, και τις επιχειρήσεις τοπικής σημασίας, και την εκμίσθωση και τις επιχειρήσεις των εκχωρήσεων, και τις ιδιωτικές, και τους συνεταιρισμούς, και το ατομικό αγροτικό νοικοκυριό, και το βιοτεχνικό εργαστήριο, και τις κολεκτίβες κλπ. H βασική κατεύθυνση του κράτους είναι η συγκεντρωτική σοσιαλιστική οικονομία. Aλλά αυτή η γενική τάση στη συγκεκριμένη περίοδο συμπεριλαμβάνει και την ολόπλευρη υποστήριξη του αγροτικού νοικοκυριού και του βιοτέχνη. Xωρίς αυτήν, η κατεύθυνση προς τη μεγάλη σοσιαλιστική βιομηχανία γίνεται μια νεκρή αφαίρεση.
H Δημοκρατία μας είναι μια συμμαχία των εργατών, των αγροτών και της μικροαστικής στην προέλευσή της διανόησης, κάτω από την καθοδήγηση του Kομμουνιστικού Kόμματος. Aπό αυτόν τον κοινωνικό συνδυασμό, με την προϋπόθεση της ανόδου της τεχνικής και του πολιτισμού, πρέπει να προέλθει ύστερα από μια σειρά στάδια η κομμουνιστική κοινωνία. Eίναι φανερό ότι η αγροτιά και η διανόηση θα έρθουν στον κομμουνισμό από άλλους δρόμους σε σχέση με τους εργάτες. Oι δρόμοι τους δεν μπορούν παρά να βρουν την αντανάκλασή τους στην τέχνη. Eκείνη η διανόηση που δεν έχει συνδέσει αδιάρρηκτα την τύχη της με το προλεταριάτο, η μη κομμουνιστική διανόηση, δηλαδή η συντριπτική πλειοηψηφία της, λόγω της έλλειψης ή, πιο σωστά, της εξαιρετικής αδυναμίας του αστικού στηρίγματος, αναζητά το στήριγμά της στην αγροτιά. Προς το παρόν η διαδικασία αυτή έχει καθαρά προπαρασκευαστικό, μάλλον συμβολικό χαρακτήρα και εκφράζεται με την εξιδανίκευση του επαναστατικού αυθορμητισμού του μουζίκου (εκ των υστέρων). Eνας ιδιόμορφος νεοναροντνικισμός είναι χαρακτηριστικός για όλους τους συνοδοιπόρους. Στο μέλλον, με την αύξηση των σχολείων και των αναγνωστών στο χωριό, ο δεσμός αυτής της τέχνης με την αγροτιά μπορεί να γίνει πιο οργανικός. Tαυτόχρονα, η αγροτιά θα αναδείχνει τη δική της καλλιτεχνική διανόηση. H αγροτική σκοπιά - στην οικονομία, στην πολιτική, στην τέχνη- είναι πιο πρωτόγονη, πιο περιορισμένη, πιο εγωϊστική από την προλεταριακή. Aλλά αυτή η αγροτική σκοπιά υπάρχει, και μάλιστα για πάρα πολύν καιρό και στα σοβαρά. Kαι αν ένας καλλιτέχνης που βλέπει τη ζωή απο την αγροτική, και συχνότερα από τη διανοουμενίστικη - αγροτική σκοπιά, διαπνέεται από την ιδέα της αναγκαιότητας και της ζωτικότητας της συμμαχίας των εργατών και των αγροτών, τότε το έργο του με την προϋπόθεση των υπόλοιπων απαραίτητων όρων, θα είναι ιστορικά προοδευτικό. Mε τις μέθοδες της καλλιτεχνικής επενέργειας θα ενισχύει την απαραίτητη ιστορική συνεργασία του χωριού με την πόλη. H πορεία περιεκτική, πολύμορφη, φανταχτερή, και έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η καλλιτεχνική δημιουργία, που θα βρίσκεται κάτω από την άμεση επήρεια αυτής της προόδου, θα προσφέρει στην τέχνη πολύτιμα κεφάλαια. Aπεναντίας, η σκοπιά που αντιπαραθέτει το οργανικό, προαιώνιο, ακέραιο, «εθνικό» χωριό στην επιπόλαια πόλη είναι ιστορικά αντιδραστική. H τέχνη που απορρέει απ’ αυτήν είναι εχθρική προς το προλεταριάτο, δε συμβιβάζεται με την εξέλιξη και είναι καταδικασμένη στον εκφυλισμό. Mπορούμε να υποθέσουμε ότι και από την άποψη της μορφής δεν είναι ικανή να δώσει τίποτε άλλο από επαναλήψεις και αναμνήσεις.
Στον Kλιούεφ, στους ιμαζινιστές, στους Σεραπίοντες, στον Πιλνιάκ, ακόμα και στους φουτουριστές: τον Xλέμπνικοφ, τον Kρουτσιόνιχ, τον Kάμενσκι, υπάρχει ένα υπόβαθρο μουζίκου, σε άλλους περισσότερο και σε άλλους λιγότερο συνειδητό, σε άλλους οργανικό και σε άλλους ουσιαστικά αστικό υπόβαθρο, μεταφρασμένο στη γλώσσα του μουζίκου. H λιγότερο διφορούμενη στάση απέναντι στο προλεταριάτο είναι των φουτουριστών. Στους Σεραπίοντες, στους ιμαζινιστές, στον Πιλνιάκ που και που, εκδηλώνεται μια κλίση προς την αντιπολίτευση απέναντι στο προλεταριάτο, τουλάχιστον έτσι ήταν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν. Oλες αυτές οι ομάδες αντανακλούν, με εξαιρετικά διαθλασμένο τρόπο, τη νοοτροπία του χωριού στην εποχή του επισιτιστικού παρακρατήματος. Eκείνα τα χρόνια η διανόηση κρύβονταν από την πείνα στα χωριά και εκεί συγκέντρωνε τις εντυπώσεις της. Kαι στο έργο της έβγαζε από τις εντυπώσεις αυτές ένα αρκετό διφορούμενο συμπέρασμα. Aλλά το συμπέρασμα αυτό πρέπει να το βλέπουμε αποκλειστικά και μόνο μέσα στο πλαίσιο της περιόδου που έληξε με την εξέγερση της Kροστάνδης. Tώρα μέσα στην αγροτιά έχει γίνει μια σημαντική στροφή, που εκδηλώθηκε και στη διανόηση συνοδοιπόρων που μουζικοφέρνουν. Ως ένα βαθμό ήδη εκφράζεται. Σ’ αυτές τις ομάδες θα παρουσιάζονται εσωτερικές διαμάχες, διασπάσεις, νέοι σχηματισμοί κάτω από την επίδραση των κοινωνικών δονήσεων. Oλα αυτά πρέπει να τα παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά και κριτικά. Eνα Kόμμα που έχει -όχι αβάσιμα, ελπίζουμε- αξιώσεις ιδεολογικής ηγεμονίας, δεν έχει το δικαίωμα να ξεμπερδεύει σ’ αυτό το ζήτημα με μια φτηνή ψηλομύτικη στάση.
Aλλά μήπως μια καθαρά προλεταριακή τέχνη με ευρύτητα δεν μπορεί να φωτίσει και να τροφοδότησει καλλιτεχνικά και την κίνηση της αγροτιάς προς το σοσιαλισμό; Kαι βέβαια «μπορεί», το ίδιο όπως και ένας κρατικός ηλεκτρικός σταθμός «μπορεί» να φωτίζει και να τροφοδοτεί με την ενέργειά του την ίζμπα του αγρότη, το σταύλο, το μύλο. Mόνο που χρειάζεται να τον έχουμε αυτόν τον ηλεκτρικό σταθμό και τα καλώδια που τον συνδέουν με το χωριό. Tότε, κοντά στα άλλα, δε θα υπάρχει και ο κίνδυνος ανταγωνισμού ανάμεσα στη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία. Aλλά δεν υπάρχουν ακόμα αυτά τα καλώδια. Δεν υπάρχει και ο ίδιος ο ηλεκτρικός σταθμός. H προλεταριακή τέχνη δεν υπάρχει. H τέχνη με προλεταριακό προσανατολισμό, συμπεριλαμβάνοντας εδώ και τις ομάδες των εργατών ποιητών και των κομμουνιστών - φουτουριστών, δε βρίσκεται πολύ πιο κοντά στην καλλιτεχνική κάλυψη των απαιτήσεων της πόλης και του χωριού από ό,τι η βιομηχανία στη λύση των γενικών οικονομικών προβλημάτων.
Mα και αν ακόμα αφήσουμε κατά μέρος την αγροτιά -μα πώς να την αφήσεις κατά μέρος;- θα δούμε ότι και με το προλεταριάτο, τη θεμελιακή τάξη της σοβιετικής κοινωνίας, τα πράγματα δεν είναι καθόλου τόσο απλά όσο φαίνονται στις σελίδες του ΛEΦ. Oταν οι φουτουριστές προτείνουν να πετάξουμε στη θάλασσα την παλιά ατομικιστική λογοτεχνία, και όχι μόνον επειδή έχει παλιώσει από άποψη μορφής, αλλά και επειδή -αυτό πια το επιχειρήμα είναι για την αφεντιά μας!- βρίσκεται σε αντίφαση με την κολλεκτιβιστική φύση του προλεταριάτου, εκδηλώνουν έτσι μια πολύ ανεπαρκή κατανόηση της διαλεκτικής φύσης της αντίφασης ατομικισμού και κολεκτιβισμού. Δεν υπάρχει αφηρημένη αλήθεια. Yπάρχει ατομικισμός και ατομικισμός. Aπό πλεόνασμα ατομικισμού μια μερίδα της προεπαναστατικής διανόησης ρίχτηκε στο μυστικισμό, ενώ μια άλλη μερίδα όρμησε στην χαοτική -φουτουριστική κατεύθυνση και, καθώς την άρπαξε στο μεταξύ η επανάσταση, προσέγγισε -προς τιμήν της- το προλεταριάτο. Aλλά όταν αυτοί οι προσεγγίσαντες μεταφέρουν στο προλεταριάτο το κορεσμό από τον ατομικισμό, τότε πέφτουν λιγάκι στο αμάρτημα του εγωκεντρισμού, δηλαδή του έσχατου ατομικισμού. Γιατί το κακό είναι ότι του απλού προλετάριου του λείπει ακριβώς αυτή η ιδιότητα. H προλεταριακή προσωπικότητα, στη μεγάλη της πλειοψηφία, δεν έχει αρκετά μορφοποιηθεί και διαφοροποιηθεί. Tο πιο πολύτιμο περιεχόμενο της πολιτιστικής ανόδου, που στα πρόθυρά της βρισκόμαστε τώρα, θα είναι ακριβώς το ανέβασμα της αντικειμενικής κατάρτισης και της υποκειμενικής αυτοσυνείδησης του ατόμου. Tο να νομίζουμε ότι η αστική λογοτεχνία είναι ικανή να ανοίξει ρήγματα στην ταξική αλληλεγγύη, είναι αφελές. Aυτό που θα πάρει ο εργάτης από τον Σαίξπηρ, τον Γκαίτε, τον Πούσκιν, τον Nτοστογιέφσκι, είναι πρώτα απ’ όλα μια πιο σύνθετη αντίληψη για την ανθρώπινη προσωπικότητα, για τα πάθη της και τα αισθήματά της. Θα καταλάβει βαθύτερα και οξύτερα τις ψυχικές δυνάμεις της, το ρόλο του υποσυνείδητου σ’ αυτήν κλπ. Tο αποτέλεσμα θα είναι να γίνει πλουσιότερος. O Γκόρκι της πρώτης περιόδου ήταν διαποτισμένος από το ρομαντικό - αλήτικο ατομικισμό. Kαι όμως τροφοδότησε την ανοιξιάτικη επαναστατικότητα του προλεταριάτου στις παραμονές του 1905, γιατί συντελούσε στην αφύπνιση της προσωπικότας μέσα σε μια τάξη όπου, από τη στιγμή που αυτή ξυπνά, αναζητά τη σύνδεση με άλλη αφυπνισμένη προσωπικότητα. Tο προλεταριάτο έχει ανάγκη από καλλιτεχνική τροφή και ανατροφή, μα δεν πρέπει να νομίζουμε ότι το προλεταριάτο είναι πηλός και οι καλλιτέχνες, νεκροί και ζώντες, πλάθουν κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.
Πνευματικά, και συνεπώς και καλλιτεχνικά πολύ ευαίσθητο, το προλεταριάτο δεν είναι αισθητικά διαπαιδαγωγημένο. Δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι μπορεί να αρχίσει απλώς από το σημείο που σταμάτησε την παραμονή της καταστροφής η αστική διανόηση. Oπως το άτομο επαναλαμβάνει στην εξέλιξή του από το έμβρυο -βιολογικά και ψυχικά- την ιστορία τού είδους του και εν μέρει ολόκληρου του ζωικού βασίλειου, έτσι, ως ένα ορισμένο βαθμό, και η νέα τάξη, που στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της μόλις πρόσφατα βγήκε από μια σχεδόν εξωιστορική ύπαρξη, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει μέσα όλη την ιστορία του καλλιτεχνικού πολιτισμού. Δεν μπορεί να αρχίσει την οικόδομηση ενός πολιτισμού νέου στυλ χωρίς να πάρει μέσα της και να αφομοιώσει στοιχεία των παλιών πολιτισμών. Aυτό δε σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι είναι απαραίτητο να περάσει αργά και συστηματικά, σκαλοπάτι σκαλοπάτι, όλη την προηγούμενη ιστορία της τέχνης. H διαδικασία της αφομοίωσης και της μετάπλασης, δεδομένου ότι δεν πρόκειται για βιολογικό άτομο, αλλά για κοινωνική τάξη, έχει πολύ πιο ελεύθερο και συνειδητό χαρακτήρα. Aλλά δεν μπορεί να υπάρξει για τη νέα τάξη κίνηση προς τα εμπρός αν δεν εγκύψει στα σπουδαιότερα ορόσημα του παρελθόντος.
H αριστερή πτέρυγα της παλιάς τέχνης, που την κοινωνική της βάση την πέταξε κάτω από τα πόδια της η επανάσταση τόσο αποφασιστικά όσο ποτέ στη ιστορία, είναι υποχρεωμένη, στον αγώνα της για τη διατήρηση της συνέχειας του καλλιτεχνικού πολιτισμού, να αναζητά στηρίγμα στο προλεταριάτο ή τουλάχιστο στη νέα κοινή γνώμη που διαμορφώνεται γύρω του. Tο προλεταριάτο πάλι από τη μεριά του, χρησιμοποιώντας τη θέση του σαν κυρίαρχης τάξης, τείνει και αρχίζει να έρχεται σε επαφη με την τέχνη γενικά, προετοιμάζοντας γι’ αυτήν μια πρωτοείδωτα ισχυρή βάση. Mε αυτήν την έννοια είναι σωστό ότι οι εργοστασιακές εφημερίδες τοίχου αποτελούν μια εξαιρετικά απαραίτητη, αν και ακόμα πολύ απομακρυσμένη προϋπόθεση για τη μελλοντική καινούργια λογοτεχνία. Mα κανένας βέβαια δεν πρόκειται να πει: σε όλα τα υπόλοιπα βάζουμε τελεία και παύλα μέχρις ότου το προλεταριάτο ανεβεί από τις εφημερίδες τοίχου ως την αυτόνομη λογοτεχνική μαστοριά. Kαι την πραγματοποιεί σήμερα όχι τόσο άμεσα όσο έμμεσα, μέσα της αστικής καλλιτεχνικής διανόησης που λίγο πολύ έλκεται απ’ αυτή ή θέλει να βολευτεί στο πλευρό του και που το προλεταριάτο σε ένα τμήμα της την ανέχεται, σε άλλο την υποστηρίζει, σε ένα τρίτο σχεδόν την υιοθετεί, σε ένα τέταρτο την αφομοιώνει ολότελα. Aπό αυτό ακριβώς τον περίπλοκο χαρακτήρα της διαδικασίας, από την εσωτερική πολλαπλότητά της καθορίζεται και η πολιτική του Kομμουνιστικού Kόμματος στον τομέα της τέχνης. Tην πολιτική αυτή δεν είναι δυνατό να την αναγάγουμε σε μια μόνο φόρμουλα, πιο κοντή και από το ράμφος του σπουργιτιού. Mα και δεν είναι καθόλου απαραίτητο.
«Πράβντα», 18 Σεπτεμβρίου 1923, [Tο κείμενο έχει παρθεί από το βιβλίο “Σοσιαλισμός και Kουλτούρα”, σε μετάφραση και επιμέλεια του Aντώνη Bογιάζου]

Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2017

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει; Πετρούπολη του Αντρέι Μπέλυ & Αποστείρωση του Αντουάν Σαινάς



με αυτά τα βιβλία θα βγάλουμε τα Χριστούγεννα...

~

Πετρούπολη, Αντρέι Μπέλυ
μετάφραση: Σταυρούλα Αργυροπούλου
Κίχλη, 2017


Στον πυρήνα του τολμηρότερου ρωσικού μυθιστορήματος του 20ού αιώνα, που μεταφράζεται πρώτη φορά στα ελληνικά, από την πλήρη εκδοχή του 1913-1914, βρίσκεται το θέμα της πατροκτονίας. Τον θυελλώδη Οκτώβριο του 1905 μια βόμβα πρόκειται να εκραγεί στο γραφείο του γερουσιαστή Αμπλεούχοφ. Το σχέδιο έχει δεσμευτεί να φέρει εις πέρας ο γιος του, που βρίσκεται στην αντίπερα ιδεολογική όχθη.

Η "Πετρούπολη" αποτελεί ξεχωριστό δείγμα του ρωσικού μοντερνισμού. Στον πολυφωνικό ιστό της συνυφαίνονται πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Οι επαναλήψεις μοτίβων και φράσεων, οι υποβλητικές, έντονα εικαστικές περιγραφές της πόλης, καθώς και η ιδιάζουσα μουσική οργάνωση του κειμένου συνιστούν τυπικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του συμβολισμού. Τη ρευστή, φασματική ατμόσφαιρα επιτείνουν τα διανοητικά παιχνίδια των ηρώων, καθώς οι εφιάλτες τους ζωντανεύουν και στοιχειώνουν την πόλη, που, τυλιγμένη στην καταχνιά, μοιάζει να παγιδεύει ήρωες και αφηγητή.
Συγχρόνως, η οξεία ειρωνική ματιά του συγγραφέα απέναντι στις ιδεολογικές τάσεις και τα σημαντικά πολιτικά γεγονότα του καιρού του, μη εξαιρουμένης της επανάστασης του 1905, η παρωδία θεμάτων και τεχνικών του παραδοσιακού μυθιστορήματος, καθώς και ο μετεωρισμός ανάμεσα στο δραματικό και το κωμικό στοιχείο μπολιάζουν το μυθιστόρημα με ένα ανατρεπτικό πνεύμα, χαρακτηριστικό που η Πετρούπολη μοιράζεται με άλλα έργα του ευρωπαϊκού μοντερνισμού των αρχών του 20ού αιώνα.
Η έκδοση συνοδεύεται από εκτενείς σημειώσεις της μεταφράστριας και από Επίμετρο που περιλαμβάνει: 
(α) Πρωτότυπο κείμενο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας ρωσικής γλώσσας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, το οποίο εστιάζει στην εκδοτική ιστορία της "Πετρούπολης", στο ιδεολογικό στίγμα του έργου, στους τρόπους και τις τεχνικές ανανέωσης της μυθιστορηματικής γραφής, στις υφολογικές ιδιαιτερότητες του κειμένου, στη διακειμενική υφή του κ.ά.
(β) Επιστολή του Αντρέι Μπέλυ προς τον Στάλιν.
(γ) Κείμενο του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν στο οποίο σκιαγραφείται το πορτρέτο του Μπέλυ ως πνευματικού ανθρώπου.
(δ) Χρονολόγιο.


~
Αποστείρωση, Αντουάν Σαινάς
μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ
Άγρα, 2017


Βραβείο Grand Prix de Littérature Policière - Roman français [2014]
Καθώς οδηγεί στην εθνική οδό με τη σύζυγό του Σοφία, ο Πατρίκ Μαρτέν καταδιώκεται από δύο νέους Βορειοαφρικανούς με Μερσεντές, με τους οποίους διαπληκτίστηκαν σε ένα χώρο ανάπαυσης λίγα λεπτά νωρίτερα. Ένας ξερός κρότος. Το λάστιχο σκάει και το αυτοκίνητο εκτρέπεται. Η Σοφία χάνει τη ζωή της, ενώ ο Πατρίκ βγαίνει αναζητώντας βοήθεια.
Η Γαλλία φοβάται, βρυχάται από θυμό, και μια αίσθηση ακραίας ανασφάλειας εξαπλώνεται λόγω ενός άγνωστου σκοπευτή που πυροβολεί αυτοκίνητα με οδηγούς Μαύρους και Άραβες. Εδώ όμως ο εξωγενής ένοχος φαίνεται ο πλέον κατάλληλος για τη δουλειά. Ο Πατρίκ χειραγωγείται, τόσο από τα πεθερικά του όσο και από ακροδεξιές ομάδες, στην προσπάθειά του να ξεδιψάσει τη νόμιμη εκδίκησή του. Η σφαγή μπορεί να ξεκινήσει...

Ανερχόμενη μορφή του γαλλικού θρίλερ μυθιστορήματος, ο Α. Σαινάς παρουσιάζει ένα βιβλίο φιλόδοξο και εξαιρετικά ενοχλητικό. Με μεγάλη ευχαρίστηση απεικονίζει μια Γαλλία στεγνή, ταγγή, παρανοϊκή. Στην αιχμηρή αφήγησή του, η όμορφη χώρα νιώθει ασφαλής όταν είναι κρυμμένη σε gated communities, οχυρωμένες κοινότητες. Οι κάτοικοι αυτών των φυλασσόμενων οικισμών επιλέγονται προσεκτικά με βάση το εθνοτικό τους προφίλ, παρακάμπτοντας ασύστολα τους νόμους κατά των διακρίσεων. Ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες και επιτροπές αυτοάμυνας ανθούν εκεί όπου ο ποινικός κώδικας και οι αρχές δεοντολογίας έχουν αποτύχει


(όλα τα στοιχεία είναι από την βιβλιονετ)

Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Βιβλιοκριτική: Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση


Η θεωρία του Μαρξ για την αλλοτρίωση
 
Ιστβάν Μέσαρος

Tιμή 18 ευρώ, 369 σελίδες
Εκδόσεις Κουκκίδα, 2016


Την 1η Οκτώβρη πέθανε, σε ηλικία 87 ετών, ο Ιστβάν Μέσαρος. Ο Μέσαρος είχε γεννηθεί στην Ουγγαρία. Υπήρξε στενός φίλος και συνεργάτης του Γκέοργκ Λούκατς. Εγκατέλειψε την πατρίδα του το 1956 μετά την συντριβή της επανάστασης από τα ρωσικά τανκς. Τις τελευταίες δεκαετίες ζούσε και δίδασκε στη Βρετανία (ήταν καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Σάσεξ).Το 1971 κέρδισε το βραβείο Ντόιτσερ για το βιβλίο του "Η θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση".1 
Επαναστάτης
Ο Μέσαρος παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του μαρξιστής και επαναστάτης. Το 2009, την χρονιά που άρχισε να ξεδιπλώνεται με όλο της το μένος η παγκόσμια οικονομική κρίση έλεγε σε μια συνέντευξή του στο βρετανικό περιοδικό Socialist Review:2
"Πρόκειται για μια δομική κρίση του συστήματος. Απλώνεται παντού και επηρεάζει ακόμα και τη σχέση μας με τη φύση, υπονομεύοντας τις θεμελιακές συνθήκες της ανθρώπινης επιβίωσης. Για παράδειγμα, κάθε τόσο ανακοινώνουν κάποιους στόχους για την μόλυνση της ατμόσφαιρας. Έχουμε ένα υπουργείο για την ενέργεια και την κλιματική αλλαγή το οποίο είναι στην πραγματικότητα ένα υπουργείο κοπανιστού αέρα. Τίποτα δεν γίνεται πέρα από την ανακοίνωση των στόχων. Αλλά οι στόχοι ούτε καν πλησιάζονται -πολύ περισσότερο δεν ικανοποιούνται. Αυτό είναι ένα αναπόσπαστο κομμάτι της δομικής κρίσης του συστήματος και μόνο δομικές λύσεις μπορούν να μας βγάλουν από αυτή τη φριχτή κατάσταση...
Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την παρούσα κρίση με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίσαμε τις προηγούμενες. Η παρούσα κρίση είναι πρωτοφανής. Ο αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας έχει παραδεχτεί ότι είναι η μεγαλύτερη οικονομική κρίση στην ανθρώπινη ιστορία... Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η κοινωνία δεν δημιουργήθηκαν μέσα στα λίγα τελευταία χρόνια. Αργά ή γρήγορα αυτά τα προβλήματα θα πρέπει να επιλυθούν, όχι όπως φαντάζονται οι Νομπελίστες Οικονομολόγοι, μέσα στα πλαίσια του συστήματος. Η μόνη εφικτή λύση είναι να οργανώσουμε την κοινωνική αναπαραγωγή στη βάση του ελέγχου από τους ίδιους τους παραγωγούς. Αυτή ήταν πάντα η βασική ιδέα του σοσιαλισμού."
Αλλοτρίωση
Ο Μαρξ "δανείστηκε" την έννοια από τον Γκέοργκ Φρήντριχ Χέγκελ, τον μεγάλο διαλεκτικό "φιλόσοφο της αστικής επανάστασης". Αλλά, όπως έκανε με όλες τις έννοιες που κληρονόμησε από τον Χέγκελ χρειάστηκε πρώτα να τις γυρίσει ανάποδα, έτσι ώστε -όπως έλεγε ο ίδιος- να στέκουν με τα πόδια κάτω και το κεφάλι πάνω. 
Ο Χέγκελ ήταν ιδεαλιστής. Η αφετηρία των πάντων στο φιλοσοφικό του σύστημα είναι το "απόλυτο πνεύμα", ο θεός. Η αλλοτρίωση στο σύστημά του είναι το φυσικό επακόλουθο της εργασίας. Με την εργασία του ο άνθρωπος μετατρέπει την ιδέα του -κάτι που βρίσκεται στον νου του και που ελέγχει απόλυτα- σε ένα εξωτερικό αντικείμενο, σε ένα δημιούργημα αυτονομημένο από τον ίδιο και ικανό να στραφεί ακόμα και εναντίον του. Ο σύγχρονος άνθρωπος καταδυναστεύεται σήμερα από την οργανωμένη κοινωνία (το κράτος, τους νόμους, τους ισχυρούς κλπ). Η κοινωνία, όμως, είναι ανθρώπινο δημιούργημα.
Για τον Χέγκελ δεν υπήρχε πρακτικά τρόπος να λυτρωθεί ο άνθρωπος από την αλλοτρίωση. Το μόνο που θα μπορούσε να κάνει θα ήταν να συνειδητοποιήσει την τραγική του μοίρα και να συμφιλιωθεί μαζί της. Και όχι μόνο μαζί της: στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Χέγκελ -που στα νιάτα του υπήρξε θερμός οπαδός της Γαλλικής Επανάστασης- συμφιλιώθηκε με το ίδιο το αυταρχικό και καταπιεστικό Πρωσικό κράτος.
Ο Μαρξ συμφωνούσε με την παρατήρηση του Χέγκελ, ότι τα δημιουργήματα της ανθρώπινης εργασίας μπορούν να στραφούν εναντίον του. Αλλά η αυτονόμησή τους από τον δημιουργό τους δεν είχε τίποτα το μυστικιστικό: η αιτία είναι οι ταξικές κοινωνίες, και ιδιαίτερα ο καπιταλισμός. Η εργασία δεν είναι ελεύθερη στο σημερινό σύστημα. Οι εργάτες δεν επιλέγουν ούτε πότε θα δουλέψουν, ούτε πόσο θα δουλέψουν, ούτε τι θα παράξουν, ούτε σε τι ποιότητα, ούτε σε τι ποσότητα. Αυτά τα ελέγχουν τα αφεντικά. Η αλλοτρίωση είναι αποτέλεσμα της ανελεύθερης εργασίας και όχι της εργασίας γενικά.
Οι εργάτες δεν αποξενώνονται μόνο από την ίδια τη διαδικασία της εργασίας στον καπιταλισμό. Αποξενώνονται και από τα προϊόντα της εργασίας τους. Στον καπιταλισμό τα προϊόντα της εργασίας μετατρέπονται σε εμπορεύματα -σε απλησίαστα κατά κανόνα εμπορεύματα για τους ίδιους τους παραγωγούς. Στα εργοστάσια-κάτεργα του Βιετνάμ και της Κίνας ξυπόλητοι εργάτες παράγουν, με μεροκάματο μερικά δολάρια, κάθε μέρα χιλιάδες ζευγάρια παπούτσια -που οι ίδιοι, όμως, αδυνατούν να αγοράσουν. Και δεν είναι μόνο αυτό: η "υπεραξία" από την δουλειά τους είναι η πηγή του κέρδους. Και το κέρδος είναι η πηγή του κεφάλαιου -της "δύναμης" που καταδυναστεύει τους εργάτες. Όσο περισσότερο δουλεύουν οι εργάτες τόσο πιο δυνατό γίνεται το κεφάλαιο και τόσο χειροτερεύει η θέση τους.
Η αλλοτρίωση, έλεγε ο Μαρξ, διαταράσσει και τις σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο καπιταλισμός μετατρέπει τον εργάτη σε "συντελεστή της παραγωγής" -σε έναν πωλητή της "εργατικής του δύναμης" (της ικανότητάς του να δουλεύει), σε ένα εμπόρευμα όπως όλα τα άλλα. Το μεροκάματο καθορίζεται με βάση την "αξία" του -όπως ακριβώς καθορίζεται και η αξία όλων των εμπορευμάτων: με βάση την εργασία που χρειάζεται για να αναπαραχθεί. Και η "αξία" του ατόμου σύμφωνα με την ηθική του συστήματος είναι ανάλογη με το πορτοφόλι του. "Είμαι άσχημος", γράφει ο Μαρξ στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844, "αλλά μπορώ να αγοράσω για εμένα την πιο όμορφη γυναίκα. Δεν είμαι άσχημος λοιπόν γιατί η ασχήμια -η απωθητική δύναμή της- ακυρώνεται από το χρήμα".3 
Η εργασία είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο. Η αλλοτρίωση, από αυτή την άποψη, διαβρώνει ό,τι είναι πραγματικά ανθρώπινο, καταστρέφει την ίδια την ανθρώπινη "ουσία".
Διαμάχες
Η αξία του βιβλίου του Μέσαρος, όμως, δεν περιορίζεται σε μια παρουσίαση των απόψεων του Μαρξ για την αλλοτρίωση. Το βιβλίο ήταν μια παρέμβαση σε δυο μεγάλες διαμάχες που υπήρχαν εκείνη την εποχή (και συνεχίζουν μέχρι τώρα) μέσα στην αριστερά.
Η πρώτη αφορά στις σχέσεις ανάμεσα στην αλλοτρίωση και την ιδεολογία. Η αλλοτρίωση επηρεάζει προφανώς τον τρόπο με το οποίο αντιλαμβάνεται η εργατική τάξη τον κόσμο και τη θέση της μέσα σε αυτόν. Ο καπιταλισμός υποβιβάζει τον εργάτη σε "εμπόρευμα". Και ο εργάτης τείνει να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του σαν εμπόρευμα. "Οι κυρίαρχες ιδέες κάθε εποχής", έγραφε ο Μαρξ, "είναι οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης". Πολλοί καταλήγουν από αυτό στο συμπέρασμα ότι η επανάσταση είναι αδύνατη. Τη δεκαετία του 1960 ο Χέρμπερτ Μαρκούζε έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο "Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος"4 στο οποίο υποστήριζε ότι χάρη στην καταναλωτική κοινωνία η εργατική τάξη της δύσης έχει χάσει τον παλιό της επαναστατικό χαρακτήρα. Το βιβλίο του Μέσαρος δίνει μια δυνατή απάντηση σε αυτά τα επιχειρήματα: η ιδεολογική κυριαρχία των καπιταλιστών δεν είναι απόλυτη. Οι αντιδραστικές ιδέες του συστήματος συνυπάρχουν στα μυαλά της εργατικής τάξης με την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης, τις αντιλήψεις της αλληλεγγύης, τους οραματισμούς της ελευθερίας κλπ. Η ιδεολογική κυριαρχία μπαίνει σε κρίση κάθε φορά που οι εργάτες συγκρούονται με τα αφεντικά.
Η δεύτερη συζήτηση αφορά τη σχέση του νεαρού Μαρξ με τον ώριμο Μαρξ. Η επανάσταση δεν είχε καμιά θέση στον σταλινικό "μαρξισμό" που διδασκόταν στα κομματικά σχολεία της ΕΣΣΔ: ο Μαρξ ήταν απλά ένας οικονομολόγος. Το πραγματικό αντικείμενο του "Κεφάλαιου" ήταν η ανάπτυξη των "παραγωγικών δυνάμεων". Ο Μαρξ έλεγαν μιλούσε για την επανάσταση στα νεανικά του, ρομαντικά, μη επιστημονικά έργα. Μετά ωρίμασε. Η έννοια της αλλοτρίωσης έγραφε ο Λουί Αλτουσέρ, ένας Γάλλος φιλόσοφος που ταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και τον ρεφορμισμό, δεν υπάρχει στο έργο του ώριμου Μαρξ.
Στην πραγματικότητα αυτή η αντίληψη είναι πέρα για πέρα λαθεμένη. Η αλλοτρίωση είναι για τον Μαρξ η άλλη όψη της εκμετάλλευσης. Το Κεφάλαιο δεν έχει καμιά σχέση με την "ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων". Ο στόχος του ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού, η απελευθέρωση της εργατικής τάξης και η οικοδόμηση μιας δίκαιης και βιώσιμης κοινωνίας. 

Σημειώσεις
1. Ι.Μέσαρος, "Η Θεωρία του Μαρξ για την Αλλοτρίωση", Εκδόσεις Κουκίδα,
2. Socialist Review 332, January 2009, Interview: A structural crisis of the system, By Judith Orr Patrick, WardIstván Mésáros
3. Καρλ Μαρξ, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, σελ 169
4. Herbert Marcuse, Ο μονοδιάστατος άνθρωπος, Εκδόσεις Παπαζήση (1971)

του Σωτήρη Κοντογιάννη 
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1022

Βιβλιοκριτική: Πρώτη φορά Αριστερά


Πρώτη φορά Αριστερά
 
Αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του
Βασίλης Ασημακόπουλος

Τιμή 24 ευρώ, 558 σελίδες
Εκδόσεις Andy's Publishers, 2017


Στην φετινή επέτειο της 3ης Σεπτέμβρη, ο Αλέξης Τσίπρας με μακροσκελές άρθρο του στο «Ντοκουμέντο» με τίτλο «Ήταν ο Ανδρέας ψεύτης;» τοποθετήθηκε ο ίδιος στο θέμα της λεγόμενης «πασοκοποίησης» του ΣΥΡΙΖΑ: «Σήμερα είναι πολλοί εκείνοι, που κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα - συνέχεια του ΠΑΣΟΚ… Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορείται σήμερα ως το κόμμα που έχει ξαναπιάσει το νήμα αυτών των στόχων (σ.σ της 3ης Σεπτέμβρη) τότε η κατηγορία γίνεται δεκτή. Και με υπερηφάνεια».
Είναι σαφές, ότι παρά τη σημερινή παρακμή του χώρου του ΠΑΣΟΚ, η συζήτηση πάνω στο τι είδους τελικά κόμμα ήταν, όχι μόνο παραμένει ανοιχτή για τέταρτη συνεχή δεκαετία, αλλά διατηρεί ζωντανή την επικαιρότητά της. Και είναι μια συζήτηση αναγκαία στην Αριστερά, όχι τόσο για να εντοπίσει κανείς, επιχαίροντας ή καταγγέλλοντας τις διαφορές ή ομοιότητές του με τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο για να μπορέσει να υπάρξει μια αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.
Υπό αυτήν την έννοια δεν θα μπορούσε παρά να είναι χρήσιμη και καλοδεχούμενη η έκδοση του βιβλίου «Πρώτη φορά Αριστερά, αντιθέσεις, αντιφάσεις, εσωτερικές συγκρούσεις στο ΠΑΣΟΚ στην περίοδο 1974-1990 και οι βάσεις του πολιτικού μεταμορφισμού του» (andy’s publishers) από τον Βασίλη Ασημακόπουλο - προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ από τον οποίο αποχώρησε δύο φορές (1999 και 2010) και στη συνέχεια μέλος της Κ.Ε του ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο 2012-13 από τον οποίο επίσης αποχώρησε το 2015. Στις 600 σελίδες του βιβλίου αναδεικνύονται σημεία που αξίζει να σταθεί κανείς: 
Κόντρα στις αναλύσεις καρικατούρες -που συνδέουν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ με τον «λαϊκισμό», «τη δημαγωγία» ή τις «πελατειακές σχέσεις» και το παρουσιάζουν λίγο ως πολύ ένα «αρχηγικό» κόμμα-φαντομά που ήρθε «από το πουθενά» για να «κλέψει» τα συνθήματα της αριστεράς και να εγκλωβίσει τις «πειθήνιες» μάζες- το βιβλίο περιέχει μια εκτενή ανάλυση και εξιστόρηση του πως το ΠΑΣΟΚ πέτυχε να αποκτήσει οργανική σχέση με την εργατική τάξη, τη νεολαία και ευρύτερες μάζες.
Αναδεικνύεται πώς το ΠΑΣΟΚ, παρότι στις αρχές του ’70 ήταν ένα νέο κόμμα με λιγότερα ιστορικά και οργανωτικά εφόδια σε σχέση με το ΚΚΕ ή το ΚΚΕεσ., στη διάρκεια της χούντας και της μεταπολίτευσης πέτυχε να συνδεθεί με το τεράστιο κύμα ριζοσπαστικοποίησης που έφτανε από τον έξω κόσμο στην Ελλάδα την δεκαετία του ’70. 
Ενώ το ΚΚΕ και το ΚΚΕεσ. μέσα στη χούντα αναζητούσαν συμμαχίες για τον «εκδημοκρατισμό του καθεστώτος» με αποτέλεσμα αρχικά να καταγγέλλουν και την ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου, το ΠΑΚ, η μήτρα από την οποία ξεπήδησε το ΠΑΣΟΚ, τα υπερφαλάγγιζε από τα αριστερά και σε στόχους και σε συνθήματα και σε πρακτικές που σε πολλά σημεία «θύμιζαν» επαναστατική αριστερά (κρατώντας ταυτόχρονα τις συνδέσεις με κάποιες από τις δυνάμεις του Κέντρου που είχε νομιμοποιήσει η ηγεσία της ΕΔΑ την περίοδο πριν τη χούντα). 
Μπαίνοντας στη μεταπολίτευση με τα κόμματα της Αριστεράς να σέρνονται στην πιο συναινετική γραμμή «Ή Καραμανλής ή τανκς», το ΠΑΣΟΚ μπόρεσε να συνδεθεί με πλατειά κομμάτια της κοινωνίας – καταρχήν στη νεολαία, όπου η ΠΑΣΠ καταφέρνει να βγει πρώτη δύναμη στα πανεπιστήμια στις πρώτες μεταπολιτευτικές φοιτητικές εκλογές. Όμως το πιο σημαντικό για την ανάπτυξη του ΠΑΣΟΚ ήταν ότι καταφέρνει να συνδεθεί με τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια της εργατικής τάξης. Αρχικά το κίνημα των εργοστασιακών σωματείων, που το 1974-76 αποτέλεσε μια από τις κορυφαίες περιόδους του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα -και που τα κόμματα της Αριστεράς κατήγγειλαν. Ακολούθως, το δεύτερο κύμα αγώνων της μεταπολίτευσης στις τράπεζες και το δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα το διάστημα 1977-81. 
Μέσα σε αυτούς τους αγώνες απλώνεται παντού η οργανωμένη και όχι μόνο επιρροή του ΠΑΣΟΚ που το 1981 υπόσχεται «στις 18 του Οκτώβρη σοσιαλισμός» και κερδίζει πανηγυρικά τις εκλογές. Ήταν τέτοια η ορμή της μεταπολίτευσης και τόσο στενή η σύνδεση του κόμματος με την εργατική τάξη ώστε μέσα στη διετία 1981-83 το ΠΑΣΟΚ δεν έφερε βέβαια τον σοσιαλισμό αλλά αναγκάστηκε να ψηφίσει και να εφαρμόσει μια σειρά προοδευτικών νόμων και μέτρων, κατακτήσεις της εργατικής τάξης που εδώ και δεκαετίες προσπαθούν να πάρουν πίσω. 
Όμως αυτή η σύνδεση δεν σήμανε τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην εργατική τάξη. Αυτό θα φανεί με εκκωφαντικό τρόπο το 1985-87, όταν ενάντια στο πρώτο σταθεροποιητικό πρόγραμμα λιτότητας του ΠΑΣΟΚ το 1985, η ανταρσία της βάσης –με προπύργια τις ΔΕΚΟ και τα σωματεία των κρατικοποιημένων πλέον εργοστασίων- θα πάρει τόσο μαζικά και εκρηκτικά χαρακτηριστικά ώστε η ΠΑΣΚΕ να διασπαστεί και το ένα της κομμάτι να συμμαχήσει με την ΕΣΑΚ-Σ, μέσα σε ένα ξέσπασμα νέων απεργιακών αγώνων. Η συνεργασία της ΣΣΕΚ (που διαμορφώθηκε από τους αποχωρήσαντες και διαγραφέντες του ΠΑΣΟΚ) με το ΚΚΕ θα κερδίσει στις δημοτικές εκλογές του 1986 δεκάδες δήμους δημιουργώντας τα κόκκινα στεφάνια στις εργατογειτονιές της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Το ΚΚΕ θα χαραμίσει αυτήν την ευκαιρία, προχωρώντας τον επόμενο χρόνο στην ίδρυση του ενιαίου Συνασπισμού, μια συμμαχία προς τα δεξιά με την ΕΑΡ του Κύρκου, ανοίγοντας το δρόμο στην προδοσία της κυβέρνησης Τζαννετάκη το 1989. Έτσι στις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-90, παρά την τεράστια κρίση του, το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να συγκρατήσει, να επαναπατρίσει το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής τάξης και να αναπτυχθεί εκ νέου στους εκρηκτικούς εργατικούς αγώνες του διαστήματος 1991-93, παρά την συνέχιση της δεξιάς στροφής στο δεύτερό του συνέδριο.
Είναι γεμάτο το βιβλίο από σχετικές περιγραφές και ντοκουμέντα όλης αυτής της περιόδου, όχι μόνο για τη σχέση του ΠΑΣΟΚ με την εργατική τάξη και τις μάζες γενικότερα, αλλά και για τις σφοδρές συγκρούσεις που γεννούσαν οι ανταρσίες της βάσης μέσα στις κομματικές οργανώσεις του όλη αυτήν την περίοδο, που αναιρούν την καρικατούρα «το ΠΑΣΟΚ ήταν ο Ανδρέας». 
Μέσα στο εκρηκτικό κλίμα της μεταπολίτευσης, ο Ανδρέας Παπανδρέου συμμαχεί αρχικά με τα πιο ριζοσπαστικά και αριστερά κομμάτια του ΠΑΣΟΚ για να διαγράψει την «Δημοκρατική Άμυνα» και περιορίζει τους «παλαιοκομματικούς» προερχόμενους από την Ένωση Κέντρου. Στη συνέχεια σε μια πορεία ελέγχου του κόμματος συγκρούεται προς τα αριστερά και διαγράφει διαδοχικά τους τροτσκιστές και μεγάλο κομμάτι της ΠΑΣΠ και της εργατικής νεολαίας, προκειμένου να φτάσει όσο γίνεται ελαφρύτερος από «βαρίδια» στις εκλογές του 1981. 
Ο στόχος υλοποιείται, όχι μόνο χάρη στο κύρος και τις πολιτικές ικανότητες του Ανδρέα αλλά και χάρη στη στήριξη και στην (όχι πάντα) συνεργασία, όπως αναλύεται εκτενώς στο βιβλίο, μιας κομματικής γραφειοκρατίας που αναπτύσσεται μέσα στο ίδιο το κόμμα ενόψει της κατάληψης της εξουσίας και παγιοποιείται με το ερχομό του στην εξουσία, μετατρεπόμενη σε κρατική γραφειοκρατία. Όλο αυτό το διάστημα, περίοδοι διορισμών από τα πάνω, καθαιρέσεων και διαγραφών εναλλάσσονται με περιόδους «συσπείρωσης όλων των τάσεων» - με το πρώτο συνέδριο του κόμματος να καθυστερεί 11 ολόκληρα χρόνια. 
Ο συγγραφέας αναλύει την δεξιόστροφη πορεία της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ όλο αυτό το διάστημα σαν το πέρασμα από ένα κόμμα εξελικτικής σοσιαλδημοκρατίας που στοχεύει στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, σε ένα κόμμα σοσιαλδημοκρατίας με ορίζοντα κάποιες μεταρρυθμίσεις στο παρόν σύστημα, και τελικά σε ένα σοσιαλφιλελεύθερο κόμμα την δεκαετία του ’90 - ενώ αλλού αυτοπροσδιορίζει την θέση του κοντά στην ανάλυση των συνεδρίων του ΚΚΕ για «κόμμα μικροαστικού σοσιαλισμού» και «ιδιότυπο ρεφορμιστικό κόμμα» στο 10ο και 11ο συνέδριο αντίστοιχα. 
Όμως είναι η ανάλυση του Λένιν για τα ρεφορμιστικά κόμματα, ως αστικά-εργατικά, κόμματα δηλαδή με αστική πολιτική αλλά σε οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, που μπορεί να εξηγήσει με τον καλύτερο τρόπο το ΠΑΣΟΚ. Γιατί δεν περιορίζεται πάνω στην ανάλυση των προγραμματικών διακηρύξεων της κάθε συγκυρίας (που έχουν βέβαια την ιδιαίτερη αξία τους) και στην πολιτική που εκφράζει και εφαρμόζει το κόμμα αλλά στον κρίσιμο ρόλο των κοινωνικών δυνάμεων που εκφράζονται μέσα σε αυτό. 
Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΠΑΣΟΚ, ακόμη και μετά την περίοδο που πραγματεύεται το βιβλίο, την περίοδο της πιο δεξιάς του στροφής συνέχισε να εκφράζει την πλειοψηφία και τις προσδοκίες της εργατικής τάξης αλλά και να βρίσκεται ξανά αντιμέτωπο με αυτήν του την εσωτερική αντίθεση. Από την ανατροπή του νόμου Γιαννίτση από μια ΓΣΕΕ που φαινόταν να ελέγχει πλήρως την περίοδο του Σημιτικού εκσυγχρονισμού μέχρι την σύγκρουση επί Παπανδρέου για την αναθεώρηση του άρθρου 16. Ήταν αυτή η αντίθεση που έσκασε με τον πιο εκρηκτικό τρόπο την περίοδο των μνημονίων, με την εργατική βάση του ΠΑΣΟΚ να το εγκαταλείπει μέσα σε μια περίοδο νέας ριζοσπαστικοποίησης και του μεγαλύτερου απεργιακού κινήματος από την εποχή της μεταπολίτευσης. 
Στον πυρήνα αυτής της αντίθεσης –αλλά και ταυτόχρονα εξήγηση της κατάληξης του ΠΑΣΟΚ- είναι η στρατηγική του: ο τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε από την αρχή το ζήτημα της διαχείρισης του αστικού κράτους, ο συμβιβασμός που επιδίωξε και τελικά πέτυχε με κομμάτια της άρχουσας τάξης με την πάροδο του χρόνου, (παρά το γεγονός ότι πάντα το φόβιζε η σχέση του με την εργατική τάξη). Ήταν επίσης από την αρχή εκεί, μέσα από τις διάφορες θεωρίες εξάρτησης και εθνικής ανασυγκρότησης, από τις οποίες το μόνο που απέμεινε όταν η ΕΟΚ, το ΝΑΤΟ και ο εκσυγχρονισμός έγιναν «αναγκαίος συμβιβασμός», ήταν ένας χυδαίος αντιτουρκικός, κυρίως, σωβινισμός. Αυτήν την υποταγή στα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού, ο Ανδρέας και το επιτελείο του μπορούσαν να ντύνουν με περίτεχνες αναλύσεις περί «ιδεολογικά ζητούμενου, κοινωνικά αναγκαίου και πολιτικά εφικτού», «περί διαφορετικών ρόλου κόμματος και κυβέρνησης» - τις οποίες προσπαθεί να αντιγράψει σήμερα ο Τσίπρας και το επιτελείο του.
Με αυτήν την έννοια δεν θα συμφωνούσαμε με το τελικό συμπέρασμα του συγγραφέα ότι «δεν ήταν νομοτέλεια αυτή η εξέλιξη, έτσι παίχτηκαν τα πράγματα». Όχι λόγω υποτίμησης των κατά καιρούς διαφορετικών αριστερών αντιπολιτεύσεων μέσα στο ΠΑΣΟΚ, ότι δεν θα μπορούσαν να είναι φορέας εξελίξεων. Θα μπορούσαν. Μέσα στη διαλεκτική αντίθεση που ενυπάρχει μέσα σε κάθε ρεφορμιστικό κόμμα και έρχεται στην επιφάνεια σε περιόδους κρίσης της στρατηγικής, ενυπάρχει και η δυνατότητα εξέλιξής του μέσα από τη διάσπασή του και το κέρδισμα της ριζοσπαστικής του πτέρυγας στην πλευρά της επανάστασης. 
Συνέβη αυτό στη Γερμανία την δεκαετία του ’20, όταν την διάσπαση του SPD ακολούθησε η ίδρυση του USPD και στη συνέχεια η εισχώρηση ενός μεγάλου τμήματός του στο νεοφώτιστο Κομμουνιστικό Κόμμα. Την δεκαετία του ’80 το ΚΚΕ είχε αυτήν την ευκαιρία και την πέταξε, όπως την πέταξε ξανά και αμέσως μετά το 2010 με τον συντηρητισμό της «σπασμένης βιτρίνας» και τον σεχταρισμό του απέναντι στο ίδιο το μαζικό κίνημα. 
Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί προσωρινά και σε ένα βαθμό να έχει προσεγγίσει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ αλλά στην πολιτική του και την συγκυρία εξακολυθούν να δρουν οι αντιθέσεις και οι δυνάμεις που οδήγησαν στη διάλυση το ΠΑΣΟΚ. Είναι καθήκον της επαναστατικής αριστεράς να μην χαραμίσει ξανά επόμενες ευκαιρίες είτε με την προσαρμογή στον αλά Τραμπ «ρεαλισμό» του Τσίπρα, είτε ακολουθώντας αποτυχημένες επιλογές «εθνικής ανασυγκρότησης» είτε σεχτάροντας τον κόσμο της αριστεράς που υπάρχει και αναφέρεται με λιγότερες ή περισσότερες αυταπάτες στον ΣΥΡΙΖΑ.

του Γιώργου Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1023 

Βιβλιοκριτική: Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση;


Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση; 
 
Ρόζα Λούξεμπουργκ
Τιμή 10 ευρώ, 185 σελίδες
Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2014

Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” της Ρόζας Λούξεμπουργκ γράφεται το 1899, μόλις ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση της επαναστάτριας από την Πολωνία στη Γερμανία, που ήταν το επίκεντρο του διεθνούς εργατικού κινήματος και εντυπωσιάζει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένα από τα ιδρυτικά κείμενα της επαναστατικής αριστεράς στις αρχές του 20ου αιώνα. Δεύτερον, γιατί διαβάζοντάς το ανακαλύπτουμε πόσο επίκαιρο παραμένει το δίλημμα “μεταρρύθμιση ή επανάσταση” που έβαλε η Ρόζα.
Η Ρόζα προσχωρεί στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανίας (SPD), το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς εκείνης της περιόδου, σε μια κρίσιμη καμπή της εξέλιξής του και παρεμβαίνει στις αντιπαραθέσεις που είχαν ξεκινήσει στη Δεύτερη Διεθνή. Το βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση” αποτελείται από δυο σειρές άρθρων. Η πρώτη δημοσιεύτηκε το Σεπτέμβρη του 1898 και η δεύτερη τον Απρίλη του 1899. Είναι μια οξυδερκής και εμπεριστατωμένη πολεμική στον 'Εντουαρντ Μπερνστάιν, έναν από τους βασικούς ηγέτες του κόμματος, που είχε διατυπώσει για πρώτη φορά καθαρά την άποψη ότι ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει με ανατροπή του καπιταλισμού, αλλά σαν αποτέλεσμα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και σταδιακών αλλαγών μέσα στον καπιταλισμό. 
Σε αντίθεση με το Μαρξ ο Μπερνστάιν επιχειρηματολογούσε ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού διαρκώς αμβλύνονται, ότι ο καπιταλισμός εξημερώνεται. Τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα ρυθμίζουν τη φύση του συστήματος το οποίο αντί για επαναλαμβανόμενες κρίσεις που είχε προβλέψει ο Μαρξ οδηγείται σε διαρκή ευημερία. Αυτή η δυνατότητα του συστήματος φαίνεται κι από τη βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης σύμφωνα με τον Μπερνστάιν. Άρα το κόμμα θα πρεπε να ασχοληθεί με τη σταδιακή βελτίωση των συνθηκών της εργατικής τάξης και όχι με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη.
Η Ρόζα επιχειρηματολογεί ότι τα καρτέλ, τα τραστ και τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν ακριβώς το αντίθετο, οξύνουν τους ανταγωνισμούς στον καπιταλισμό αντί να τους αμβλύνουν. “Τα καρτέλ οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ανταλλαγής, οδηγώντας στο έπακρο τον αγώνα ανάμεσα στους παραγωγούς και τους καταναλωτές. Επιπλέον οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο παραγωγής και τον τρόπο ιδιοποίησης, αντιπαραθέτοντας στην εργατική τάξη την υπερδύναμη του οργανωμένου κεφάλαιου και βαθαίνοντας έτσι την αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία στην πιο οξυμένη μορφή. Τέλος οξύνουν την αντίθεση ανάμεσα στο διεθνή χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας και τον εθνικό χαρακτήρα του καπιταλιστικού κράτους...” 
Το πιο ισχυρό χαρτί που είχε ο Μπερνστάιν για να υποστηρίξει ότι οι αντιφάσεις του καπιταλισμού εξασθενούν ήταν ότι για δυο δεκαετίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει καμία σοβαρή ύφεση. Το χαρτί αυτό το κάνει κουρελόχαρτο η Ρόζα στο βιβλίο, αλλά και η ίδια η πορεία του καπιταλισμού, αφού το 1900 ξέσπασε μια σφοδρή γενική κρίση και 7 χρόνια αργότερα καινούργια κρίση. Η Ρόζα εξηγεί ότι όταν ο Μπερνστάιν υποστηρίζει ότι οι αντιθέσεις δεν βαθαίνουν, αφαιρεί από την πάλη για το σοσιαλισμό την υλική της βάση και τη μετατρέπει από αναγκαιότητα σε μια ευχή. 
Λίγα χρόνια πριν ο Τσίπρας ειρωνευόταν όσους παλεύουν για τη “Δευτέρα Παρουσία” του σοσιαλισμού και υποσχόταν μια πιο αργή και ήρεμη πορεία. Οι συμμαχίες με κομμάτια της άρχουσας τάξης και η “συνέχεια του κράτους” γνωρίζουμε ότι κατέληξαν από συνεχείς συμβιβασμούς σε ψήφιση μνημονίων, σε δεξιά κατρακύλα, μέχρι και στην εξοργιστική πρόσφατη επίσκεψή του στον Τραμπ. Πάνω από έναν αιώνα πριν η Ρόζα έγραφε: "Είναι μια παλιά ιστορία το ότι ο μικροαστός μεταρρυθμιστής βλέπει σε όλα τα πράγματα του κόσμου μια "καλή" και μια "κακή" πλευρά και ότι δοκιμάζει κάτι από όλους τους κήπους. Μια εξίσου παλιά ιστορία είναι όμως ότι η πραγματική πορεία των πραγμάτων ελάχιστα νοιάζεται για τους μικροαστικούς συνδυασμούς και τινάζει με ένα φύσημα στον αέρα τον μικρό σωρό από τις "καλές πλευρές" που συσσωρεύθηκε με τόση φροντίδα..." 
Για τον Μπερνστάιν η κοινοβουλευτική δημοκρατία γινόταν ολοένα και πιο “πραγματική και ουσιαστική”. Άρα το SPD αρκούσε να οργανώνει την εργατική τάξη σε συνδικάτα, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκτούν περισσότερα δικαιώματα και να κερδίσει τις απαραίτητες πλειοψηφίες μέσα στο κοινοβούλιο ώστε να μπορέσει να επιβάλλει μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν στον σοσιαλισμό. Στο βιβλίο η Ρόζα εξηγεί ότι “τα συνδικάτα δεν είναι τίποτε άλλο από την οργανωμένη άμυνα της εργατικής δύναμης ενάντια στις επιθέσεις του κέρδους, τίποτε άλλο από την άμυνα της εργατικής τάξης ενάντια στην τάση της καπιταλιστικής οικονομίας που την πιέζει προς τα κάτω...” Ο συνδικαλιστικός αγώνας είναι πολύ χρήσιμος για να προστατεύει τους εργάτες από τις επιθέσεις των αφεντικών στο βιοτικό τους επίπεδο, αλλά δεν είναι υποκατάστατο για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης. Χρειάζεται η εργατική τάξη να καταλάβει την πολιτική εξουσία τσακίζοντας το αστικό κράτος. Η εξουσία των καπιταλιστών δεν στηρίζεται στον έλεγχο του κοινοβουλίου, αλλά στον έλεγχο της οικονομίας. “Το ίδιο το γεγονός της εκμετάλλευσης δεν στηρίζεται σε κάποιο νομικό διάταγμα αλλά στο καθαρό οικονομικό γεγονός της εμφάνισης της εργατικής δύναμης σαν εμπόρευμα…”
Στη σημερινή περίοδο της πιο βαθιάς κρίσης του καπιταλισμού μετά τη δεκαετία του '30, μετά τη μαζική διάψευση των προσδοκιών από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ τα επιχειρήματα της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο βιβλίο “Κοινωνική μεταρρύθμιση ή επανάσταση”, όπως χρειαζόμαστε και περισσότερο από ποτέ το δυνάμωμα της επαναστατικής αριστεράς. Η συζήτηση που ανοίγει για τις αντιθέσεις και τις κρίσεις του καπιταλισμού, για τα όρια του κοινοβουλευτικού δρόμου και την αναγκαιότητα η ίδια η εργατική τάξη να καταλάβει την εξουσία και να απελευθερώσει την ανθρωπότητα είναι πολύτιμο όπλο για όλους τους αγωνιστές που χτίζουν την αριστερή αντιπολίτευση και παράλληλα ψάχνουν τη γνήσια εναλλακτική. “Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι διαφορετικές μέθοδοι ιστορικής εξέλιξης που μπορούν εύκολα να επιλέχθούν από τον πάγκο της ιστορίας, όπως κάποιος επιλέγει ζεστά ή κρύα λουκάνικα...Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοί που είναι υπέρ της νομοθετικής μεταρρύθμισης ενάντια και σε αντιδιαστολή με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την κοινωνική επανάσταση, στην πραγματικότητα δεν επιλέγουν μία πιο ήρεμη και αργή πορεία προς τον ίδιο στόχο, αλλά προς ένα διαφορετικό στόχο. Αντί να έχουν μια στάση υπέρ της δημιουργίας μιας νέας κοινωνίας, η στάση τους είναι υπέρ επιφανειακών τροποποιήσεων στην παλιά κοινωνία”.

της Λίλιαν Μπουρίτη

Βιβλιοκριτική: Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας


Οι οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας
 
Μεχμέτ Μιχρί Μπελί

Μετάφραση: Γιώργος Μερτίκας
Τιμή 7 ευρώ, 120 σελίδες
Εκδόσεις Νήσος, 2017


Η «ανταλλαγή πληθυσμών» ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, που σφραγίστηκε με τη διαβόητη Συνθήκη της Λωζάνης, είναι αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία και των δυο χωρών. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Ιούλη 1923, που ακολούθησε την ήττα της επέμβασης του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία με την αρχική στήριξη των μεγάλων ιμπεριαλιστικών νικητριών δυνάμεων του Α’΄ Παγκόσμιου Πόλεμου, περίπου 1.500.000 μη μουσουλμάνοι κάτοικοι της Τουρκίας και 500.000 μουσουλμάνοι κάτοικοι της Ελλάδας εξαναγκάστηκαν σε υποχρεωτική «μετανάστευση» στις αντίστοιχες «μητέρες πατρίδες». Ήταν η πρώτη θεσμοθετημένη μαζική εθνική εκκαθάριση που οδήγησε σε τραγωδία εκατομμύρια ανθρώπους που ήρθε ως συνέπεια των ανταγωνισμών των τοπικών αρχουσών τάξεων και των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στην περιοχή. Αλλά και πέρα από τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από έναν αιώνα, η Συνθήκη της Λωζάνης συνεχίζει μέχρι σήμερα να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν από ελληνικές και τουρκικές κυβερνήσεις για να αντλήσουν αμφότερες εθνικιστική «επιχειρηματολογία» στους τωρινούς ανταγωνισμούς τους.
Το βιβλίο του Μιχρί Μπελί για τις «οικονομικές πλευρές της υποχρεωτικής ανταλλαγής μειονοτήτων» είναι σημαντικό από πολλές πλευρές. Κατ’ αρχήν, έχει γραφτεί το 1939, δηλαδή μόλις δεκαπέντε χρόνια μετά την υπογραφή της Συνθήκης και επομένως έχει μια αμεσότητα και όσον αφορά στα ίδια τα γεγονότα και όσον αφορά στα οικονομικά στοιχεία από τις πρωτογενείς πηγές (κύρια της Μικτής Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων, ενός όργανου που ανέλαβε να «βολέψει» όπως-όπως τους πρόσφυγες υπό την επίβλεψη των δυο κυβερνήσεων και της Κοινωνίας των Εθνών). 
Ακόμα μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το ποιος είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Ο Μιχρί Μπελί λίγο μετά το γράψιμο βιβλίου του (ως μεταπτυχιακή εργασία σε ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο) έγινε μέλος του παράνομου Κομμουνιστικού Κόμματος Τουρκίας. Το 1946 πέρασε στην Ελλάδα, εντάχθηκε στον Δημοκρατικό Στρατό και πήρε μέρος στον εμφύλιο πόλεμο ως διοικητής ένοπλων σωμάτων της τουρκικής μειονότητας της Θράκης. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2011, παρέμεινε ενεργός στην αριστερά και υποστηρικτής του κουρδικού κινήματος. Αυτή η διεθνιστική αντίληψη διαπερνάει, ως ένα βαθμό, και το βιβλίο.
Μια πρώτη ενδιαφέρουσα πτυχή είναι ο τρόπος που ο συγγραφέας εξετάζει την κοινωνική διαστρωμάτωση των δυο μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν σε συνδυασμό με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο: ένα μεγάλο μέρος των μη μουσουλμάνων στην Τουρκία ήταν κυρίως έμποροι, βιοτέχνες, επιχειρηματίες που «ενώ μια προηγούμενη περίοδο αποτελούσαν μια προοδευτική δύναμη… τώρα είχαν γίνει πράκτορες των ξένων ιμπεριαλιστών», ενώ «όσον αφορά την τουρκική μειονότητα στην Ελλάδα, αυτοί οι μουσουλμάνοι ήταν ως επί το πλείστον αγρότες… και στην πραγματικότητα εκδιώχθηκαν σε αντίποινα για την εισροή Ελλήνων από την Τουρκία». Ταυτόχρονα σημειώνει ότι «δεν ήταν το σύνολο της μη μουσουλμανικής μειονότητας στην Τουρκία που έγινε σύμμαχος των ιμπεριαλιστών» και ότι «οι αντάρτικες ομάδες που συνέτριψαν τον ελληνικό στρατό στην Ανατολική Μικρά Ασία απαρτίζονταν κατά καιρούς και από Έλληνες που προέρχονταν κυρίως από τους αγρότες και τις φτωχές χειρονακτικές τάξεις».
Στη συνέχεια ο Μιχρί Μπελί υποστηρίζει πως «μια φυλετική ή γλωσσική διάκριση των προσφύγων θα ήταν εντελώς ανεπαρκής… Ένας μεγάλος αριθμός Τούρκων στην Ελλάδα μιλούσε μόνο ελληνικά, και τα ελληνικά ήταν μια ξένη γλώσσα για πολλούς Έλληνες που ζούσαν στην κυρίως Τουρκία». Αναφέρει την προσωπική του εμπειρία μιας μικρής κωμόπολης που ζούσε ο ίδιος: πριν την «ανταλλαγή» η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν έλληνες ορθόδοξοι, αλλά οι επίσημες ομιλίες εκφωνούνταν στα τουρκικά γιατί ήταν η γλώσσα που μιλούσαν. Μετά την «ανταλλαγή» στην κωμόπολη ήρθαν μουσουλμάνοι πρόσφυγες από την Ελλάδα, αλλά στις επίσημες ομιλίες έπρεπε να χρησιμοποιείται η ελληνική γλώσσα επειδή η πλειοψηφία των ακροατών δεν ήξερε τουρκικά!
Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στις τραγικές συνθήκες που συνόδευαν τους πρόσφυγες τόσο στη διάρκεια της μεταφοράς τους όσο και της μετεγκατάστασής τους. Θα πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων είχε ήδη εκδιωχθεί πριν την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάνης, η οποία συμπεριέλαβε και όσους είχαν μετακινηθεί από το 1912 μέχρι το 1923, επικυρώνοντας επίσημα τη συντελούμενη εθνική εκκαθάριση. «Στην Ελλάδα, οι μετανάστες διώκονταν δια της βίας από τα σπίτια τους πριν από την ημέρα μεταφοράς τους». Στην Τουρκία «σε πολλούς Έλληνες οι οποίοι είχαν ήδη φτάσει στα λιμάνια διακομιδής τούς είπαν να επιστρέψουν στα χωριά τους όπου η περιουσία τους είχε ήδη κατασχεθεί». Η μεταφορά γινόταν τις περισσότερες φορές με πεζοπορία και καραβάνια, όπου οι πρόσφυγες έπρεπε να μετακινηθούν με δικά τους έξοδα. Στα λιμάνια οι πιο τυχεροί έβρισκαν καταφύγιο σε δημόσια κτήρια ή σε σκηνές. Είχαν να αντιμετωπίσουν την πείνα, το κρύο και τις ασθένειες. Καμιά βοήθεια δεν δόθηκε από τον Ερυθρό Σταυρό και την Ερυθρά Ημισέληνο. «Η μετανάστευση», γράφει ο Μιχρί Μπελί, «συνολικά έτυχε αδέξιων χειρισμών… Όμως, η πηγή του κακού βρισκόταν στην ίδια την υποχρεωτική ανταλλαγή και στις αιτίες που έκαναν αναγκαίο ένα τέτοια σχέδιο».
Τα δυο κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται «στην αποκατάσταση των μεταναστών σε Ελλάδα και Τουρκία» είναι γεμάτα από οικονομικά και κοινωνικά στοιχεία και αναλυτικούς πίνακες που παραπέμπουν στα ζητήματα της γης, της περιουσίας, της στέγασης, της αντιμετώπισης από τις δημόσιες υπηρεσίες, των «επαχθών» εξωτερικών δανείων που αναγκάστηκαν να πάρουν οι κυβερνήσεις. Ειδικά για τα δάνεια της Ελλάδας ο συγγραφέας γράφει ότι «κοστίζουν κατά προσέγγιση το ποσό των 15.000.000 δολαρίων ετησίως. Αν λάβουμε υπόψη τη σχετική ένδεια της Ελλάδας, αυτό σημαίνει για τον ελληνικό λαό ένα μεγάλο βάρος, από το οποίο δεν θα απαλλαγεί παρά στο απώτερο μέλλον». Τελικά, από οικονομικής πλευράς αυτό που έφερε η «ανταλλαγή πληθυσμών» ήταν στη μεν Τουρκία το γεγονός ότι «ένας αριθμός πόλεων στην Ανατολία και τη Θράκη που άλλοτε ήταν ευημερούντα εμπορικά κέντρα να απονεκρωθούν», στη δε Ελλάδα «η επέκταση των φτωχογειτονιών στα αστικά κέντρα». Ο Μιχρί Μπελί δεν παραλείπει να αφήσει αιχμές για το ποιοι βρήκαν την ευκαιρία να επωφεληθούν από τη φτώχεια και τις ανάγκες στοιχειώδους επιβίωσης των εκατομμυρίων προσφύγων (ιδιαίτερα στην Ελλάδα).
Καταλήγοντας το βιβλίο αποδομεί τις υποτίθεται «θετικές πλευρές» της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών: «Δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα της προστασίας της μειονότητας… Εξαναγκάζοντας μια μειονότητα να εγκαταλείψει τη χώρα προέλευσής της, οξύνουμε το πρόβλημα της προστασίας της, δεν το επιλύουμε».
Αν είναι κάτι αρνητικό που θα μπορούσαμε να προσάψουμε στο βιβλίο, αυτό είναι ότι λείπουν οι συγκεκριμένες πολιτικές αιχμές, κύρια σε σχέση με το ρόλο των κυβερνήσεων και των δυο αρχουσών τάξεων σε Ελλάδα και Τουρκία. Όπως επίσης λείπει και ο ρόλος που έπαιξαν οι πρόσφυγες σε σχέση με το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα: αντιμετωπίζονται κύρια ως φτηνό εργατικό δυναμικό και απουσιάζει η συμμετοχή τους στην αριστερά και στους αγώνες της, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αυτή η έλλειψη μπορεί ως ένα βαθμό να δικαιολογηθεί λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα του βιβλίου ως μια «ακαδημαϊκή εργασία» για ένα αμερικάνικο πανεπιστήμιο. Γίνεται, όμως, ακόμα πιο έντονη εξαιτίας του σταλινικού θεωρητικού υπόβαθρου του συγγραφέα, με αποτέλεσμα ορισμένες εκτιμήσεις του να είναι από πολύ σχηματικές έως λάθος. Παρ’ όλες τις αδυναμίες του, όμως, πρέπει να αναγνωρίσουμε –όπως πολύ σωστά αναφέρεται στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης– ότι «ο Μιχρί Μπελί ήταν ένας από τους πρωτοπόρους που έριξαν μια καθαρή ματιά στο πρωτοφανές γεγονός και τις συνέπειές του χωρίς να παρασυρθεί από τα επιχειρήματα του συρμού που καλλιεργούνται και τρέφονται από το ‘εθνικό συμφέρον’».

του Κώστα Πίττα
http://socialismfrombelow.gr/article.php?id=1025