Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Τέχνη ενάντια στα Τείχη

γράφει ο  Κυριάκος Μπάνος
http://www.ergatiki.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=1271:i951&Itemid=11

Κέντελ Γκηρς, «Acropolis Redux» (2004) Κέντελ Γκηρς, «Acropolis Redux» (2004)
Ακόμα και χωρίς την θέληση της, και σίγουρα χωρίς να γνωρίζει τα σχέδια του Παπουτσή (η έκθεση εγκαινιάστηκε στα τέλη του Οκτώβρη) η διευθύντρια και επιμελήτρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης  (Ρηγίλης και Βασιλέως Γεωργίου), Άννα Καφέτση, δεν θα μπορούσε να επιλέξει καλύτερη περίοδο για να παρουσιάσει τα έργα του Αντρέας Μπάουερ «Not Forgotten/Όχι ξεχασμένοι» (2010), της Δανάης Στράτου «Διαχωριστική Γραμμή» (2007) και του Κέντελ Γκηρς «Acropolis Redux» (2004).
Πρόκειται για έργα που παρουσιάζουν με τον πιο προφανή τρόπο την πραγματική σημασία των διαχωριστικών τειχών και την σημασία τους για ολόκληρες κοινωνίες. Ο Μπάουερ με μια εγκατάσταση από γραφίτη πάνω σε χαρτί, με κάδρα που φτάνουν τα 3 μέτρα, έχει δημιουργήσει φράχτες από τα ονόματα των 35.000 νεκρών που προσπάθησαν να περάσουν το φράχτη του αίσχους στα σύνορα του Μεξικό με τις ΗΠΑ και δεν το κατάφεραν ποτέ. Όπως σημειώνει ο ίδιος «το έργο επιχειρεί να λειτουργήσει σαν μνημείο προς τιμήν όσων πέθαναν διασχίζοντας τα μεξικανοαμερικάνικα σύνορα στην έρημο του Ιμπίριαλ Βάλεϊ και στα βουνά γύρω από την κομητεία του Σαν Ντιέγκο. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα έργου μου, αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ, όσο υπάρχει αυτό το τείχος στο οποίο θυσιάζονται χιλιάδες ανθρώπινες ζωές». Ένα συγκλονιστικό έργο που έχει το μέγεθος ενός πραγματικού τείχους φτιαγμένο με τα ονόματα τω νεκρών μεταναστών.

Συγκλονιστικό

Το ίδιο συγκλονιστικό παρά την απλότητά του είναι και η «Διαχωριστική Γραμμή» της Δανάης Στράτου, που ζητάει από τον θεατή να ανέβει πάνω στις διαχωριστικές γραμμές και τα τείχη αυτού του κόσμου και να κοιτάξει και από τις δυο πλευρές. Από το τείχος που έχει χτίσει το Ισραήλ στην Παλαιστίνη και την Πράσινη Γραμμή της Κύπρου, μέχρι το τείχους του Μπέλφαστ, και τους φράχτες του Κασμίρ στα σύνορα Ινδίας Πακιστάν, της Μιτρόβιτσα στο Κόσσοβο και στα σύνορα Μεξικό ΗΠΑ, ο θεατής περνάει ανεβασμένος στην μαύρη γραμμή που νοητικά τα ενώνει. Δεξιά και αριστερά μεγάλες φωτογραφικές εκτυπώσεις που δείχνουν τις δυο πλευρές της φρίκης.
Σκοτεινά και δύσκολα συναισθήματα γεννάει και λόγω μεγέθους, αλλά και λόγω της σημασίας του και το «Acropolis Redux» του Κέντελ Γκηρς (2004). Μια εγκατάσταση-αποθήκη που πάνω σε ολοκαίνουρια ασημένια ντέξιον είναι τοποθετημένα με απόλυτη τάξη σε καλούμπες και κουτιά όλα τα υλικά που χρειάζονται για να χτιστεί ένα φράχτης. Βίδες, συρματοπλέγματα, εργαλεία. Όλα απαστράπτοντα. Όλα έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Σαν σε αναμονή. Η αναμονή του δήμιου πριν αποκεφαλίσει ένα αθώο θύμα. Το μέγεθος της εγκατάστασης σε κάνει να νιώθεις πως μπήκες μέσα σε ένα χώρο βασανιστηρίων. Θες να γκρεμίσεις τα ντέξιον. Να κόψεις τα συρματοπλέγματα. Να ελευθερώσεις όλες εκείνες τις ανθρώπινες ζωές που πρόκειται να θυσιαστούν από τα φονικά εργαλεία διαχωρισμού.
Έργα που αποδεικνύουν με τον πιο προφανή τρόπο την δύναμη της τέχνης να παρουσιάσει αυτό που πολλές φορές φαντάζει παράλογο, αδιανόητο, ανείπωτο.
Τα τρία αυτά έργα εκτίθενται στα πλαίσια της έκθεσης  «Τέχνης Πολιτική - Politics of Art» που παρουσιάζεται στο ΕΜΣΤ με 79 εγκαταστάσεις, γλυπτά, σχέδια, φωτογραφίες και βίντεο 40 καλλιτεχνών, κυρίως από τις συλλογές του μουσείου και η οποία θα λειτουργεί μέχρι και τις 15 Φλεβάρη.
Όπως τονίζεται ρητά από την αρχή της έκθεσης «η πολιτική του μουσείου, ακολουθώντας του κανόνες της σύγχρονης μουσειολογίας, δεν θέλει τη συλλογή να αντιμετωπίζεται ως αδρανής μονοσήμαντη δεξαμενή έργων, αλλά ως ένα ζωντανό, διαρκώς μετακινούμενο πεδίο νέων καλλιτεχνικών σχέσεων».
Σύμφωνα με αυτή την οπτική κάθε έργο μπορεί να αλλάξει την διαδραστική του σημασία για τον θεατή ανάλογα με το σύνολο της παρουσίασής του. Ο θεατής καλείται να ξαναδεί τα έργα –όσο παλιά ή καινούρια και να είναι- κάτω από μια διαφορετική πλατφόρμα αφού όλα μαζί εκφράζουν μια διαφορετική πλέον ολότητα.
Πρόκειται για μια προσπάθεια να παρουσιαστούν έργα διαφορετικών περιόδων (έργα της δεκαετίας του 1970 και 1980 μαζί με αυτά του 21ου αιώνα) και έργα καλλιτεχνών από εντελώς διαφορετικές καταβολές (Έλληνες και Ευρωπαίοι, Ασιάτες και Αμερικάνοι, φυσικά πρόσωπα, κολεκτίβες ή ομάδες) και εντελώς διαφορετικές παραδόσεις.
Μεταξύ των έργων βρίσκονται πράγματι κάποια από τα σημαντικότερα που έχουν παρουσιαστεί στα 10 χρόνια λειτουργίας του μουσείου, ενώ μερικά έχουν ιστορική αξία. Ανάμεσά τους η εντυπωσιακά λιτή αλλά σκληρή εγκατάσταση του Δημήτρη Αλειθηνού από το 1973, «Συμβάν». Ένας πισθάγκωνα δεμένος γύψινος άνδρας, πεσμένος από την καρέκλα, δίπλα σε ένα μπομπινόφωνο, με μια ανακριτική λάμπα να στέκεται από πάνω του, είναι ένα απλό καθημερινό συμβάν της πιο σκληρής Ιωαννιδικής περιόδου της Χούντας.
Ή «Το Κουτσό» του Βλάσση Κανιάρη από το 1974. Ένα σκοτεινό περιβάλλον με 6 ανθρώπινες ακέφαλες μορφές με βαλίτσες, όλοι έτοιμοι για φευγιό, μπροστά σε ένα ζωγραφισμένο σχέδιο για κουτσό. Και το έργο του Γιάννη Ψυχοπαίδι «Σεμινάριο», από το 1980, όταν ο αστός καλλιτέχνης προσπάθησε να εικονογραφήσει, με ειρωνική διάθεση την «Κριτική στην Πολιτική Οικονομία» και κομμάτια από το «Κεφάλαιο» του Μαρξ. Όλα πρώιμα έργα της ελληνικής σύγχρονης τέχνης, που την δεκαετία του ’70 δεν μπορούσε να μην έχει πολιτικό χαρακτήρα.
Μαζί παρουσιάζονται και έργα αναγνωρισμένων καλλιτεχνών από ολόκληρο τον κόσμο, όπως ο Κάρλος Μόττα με την εγκατάσταση «Graffiti Cuts: Who owns the streets», ή το «εγώ ο στρατιώτης» του Ιβάν Γκομπάνωφ, μια σειρά από σκίτσα του Μιλόσεφιτς από την δίκη της Χάγης το 2002-2003.

Όρια

“Αντρέ, τελικά ολα είναι τέχνη”, αναφωνούν σε μια συνομιλια με τον Μπρετόν τα μέλη της κολλεκτίβας ychang.com, σε ένα βίντεο που παίζει με τα όρια του γκράφιτι, των φτηνών σλογκαν και εντέλει με τα όρια της ίδιας της τέχνης.
Μέσα στα πιο σημαντικά έργα της έκθεσης κατατάσσεται αυτό της Έμιλυ Ζασιρ Παλαιστίνιας από την Ραμάλα που ζει στην Ν. Υόρκη, η οποία στήνοντας έναν καταυλισμό με καταλόγους αγνοουμένων παρουσιάζει τα 418 Παλαιστινιακά χωριά που καταστράφηκαν στους βομβαρδισμούς του 1948 και τους χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους.
Πράγματι η έκθεση έχει προσπαθήσει να δώσει κάποιο πολιτικό στίγμα επιλέγοντας έργα με πολιτικό χαρακτήρα. Ωστόσο κανείς γυρνώντας στις αίθουσες του μουσείου δεν μπορεί να μην επαναφέρει στην μνήμη του την διαπίστωση του Τρότσκι πως «Η πνευματική κουλτούρα είναι το ίδιο αντιφατική όπως και η υλική κουλτούρα». Η ατομική σχέση του καλλιτέχνη με τον κοινωνικό του περίγυρο και την δημιουργική πράξη οδηγεί τελικά πολλές φορές σε μια φλυαρία χωρίς αποτέλεσμα ή σε μια προσπάθεια αυτοεπιβεβαίωσης της άποψης του ίδιου του καλλιτέχνη. Η αντίφαση της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας που μέσα από την ατομική οπτική προσπαθεί να εκφράσει τη συνολική πολιτική δράση εκφράζεται τελικά πολλές φορές απομονωμένη από την πραγματική πολιτική συγκυρία.
Γιατί δεν είναι δυνατόν σε μια έκθεση που προσπαθεί να αντιμετωπίσει την πολιτική πίσω από την καλλιτεχνική δημιουργία, στην Αθήνα του 2010, στην Αθήνα των εργατικών αγώνων, του αντιπολεμικού κινήματος, των αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων και της εξέγερσης του Δεκέμβρη να μην υπάρχει ούτε μια αναφορά σε όλα αυτά τα γεγονότα που άφησαν ήδη το ιστορικό τους στίγμα. Σύγχρονη τέχνη χωρίς επικοινωνία με το σύγχρονο, δεν μπορεί να υπάρξει. Και η σύγχρονη πραγματικότητα της Αθήνας, της Ελλάδας και του πλανήτη είναι μια πραγματικότητα γεμάτη αγώνες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου