Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011

Βιβλιο-προτάσεις - η εφημερίδα "το Πριν" προτείνει.

στήλη Πολιτισμός

http://www.prin.gr/search/label/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

 

Η Τέχνη της γραφής

Συνεντεύξεις κορυφαίων συγγραφέων-Εκδόσεις Τόπος



Ένα από καλύτερα αναγνώσματα της περιόδου, είναι η Τέχνη της γραφής που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος. Στις σελίδες του δέκα κορυφαίοι συγγραφείς συζητούν για το έργο, τη ζωή, τα ερεθίσματά τους. Είναι οι ακόλουθοι: Τ. Σ. Έλιοτ, Τρούμαν Καπότε, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Σολ Μπέλοου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Γκρέιαμ Γκριν, Ουίλιαμ Φόκνερ, Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και Χάρολντ Μπλουμ. Πρόκειται για ιστορικής πλέον σημασίας συνεντεύξεις που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Παρί Ριβιού. Η εισαγωγή του βιβλίου είναι του Ορχάν Παμούκ.



Στο ιδιαίτερα προσεγμένο αυτό βιβλίο δεν θα βρει κανείς «ατάκες» αλλά συνεντεύξεις που αγγίζουν την τελειότητα: Ουσιαστικές συζητήσεις των λογοτεχνών με βαθείς γνώστες του έργου τους και εκ βαθέων εξομολογήσεις που βοηθούν να αποκρυπτογραφήσουμε την ίδια προσωπικότητα και βιβλία που αγαπήσαμε.
Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς από τα διαμάντια που υπάρχουν στις σελίδες του;
Ο Ουίλιαμ Φόκνερ, για παράδειγμα, εξομολογείται την επιθυμία του να δούλευε σε πορνεία. «Κατά τη γνώμη μου είναι ο τέλειος χώρος για να δουλέψει ένας καλλιτέχνης. Το μέρος είναι ήσυχο τις πρωινές ώρες, δηλαδή το καλύτερο διάστημα της μέρας για δουλειά. Υπάρχει αρκετή κοινωνική ζωή τα βράδια, αν επιθυμεί να συμμετέχει για να μη βαριέται. Του προσφέρει μια κάποια υπόληψη στην κοινωνία. Όλοι οι ένοικοι του σπιτιού είναι θυληκού γένους και θα τον σέβονται και θα τον πρσφωνούν “κύριο”. Όλοι οι λαθρέμποροι στη γειτονιά θα τον αποκαλούν “κύριο”. Και θα μπορεί να απευθύνεται στους αστυνομικούς με τα μικρά τους ονόματα».
Ο Τρούμαν Καπότε καταθέτει την παθολογική του αγάπη για το διάβασμα με έναν ειρμό κι ένα ρυθμό στο λόγο του που προδίδει τη χρόνια εξάρτησή του. «Διαβάζετε;» τον ρωτάει ο συνομιλητής του. «Υπερβολικά», απαντάει. Και συνεχίζει: «Και οτιδήποτε, ακόμη και ετικέτες, συνταγές και αγγελίες. Έχω πάθος με τις εφημερίδες. Διαβάζω καθημερινά όλες τις ημερήσιες εφημερίδες της Νέας Υόρκης και τις κυριακάτικες, καθώς και πολλά ξένα περιοδικά. Όσες εφημερίδες δεν αγοράζω, τις διαβάζω όρθιος μπροστά στα περίπτερα. Διαβάζω πέντε βιβλία την εβδομάδα κατά μέσο όρο. Ένα μυθιστόρημα με το συνηθισμένο αριθμό σελίδων μου παίρνει δύο ώρες». Σε άλλο σημείο ο Μπόρχες δηλώνει την αδυναμία του να διαβάζει εγκυκλοπαίδειες, ο Μάρκες περιγράφει τη στενή σχέση δημοσιογραφίας και συγγραφής, όλοι μαζί εκθειάζουν τον Οδυσσέα του Τζόις και πολλά ακόμη.


ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ Ουίλιαμ Μπάροουζ Εκδόσεις Τόπος



Περιθώριο, εξαρτήσεις και αντισυμβατική γραφή δεν έχουν συνδεθεί τυχαία με το όνομα του μεγάλου αμερικανού λογοτέχνη Ουίλιαμ Μπάροουζ. Η πρόσφατη επανέκδοση του κλασικού Γυμνού γεύματος από τις εκδόσεις Τόπος, επιβεβαιώνει στο ακέραιο τις προσδοκίες του αναγνώστη, καθώς πρόκειται για ένα από τα πιο εμπρηστικά κείμενα του συγγραφέα ή σύμφωνα με την κριτική του περιοδικού Τάιμ, ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του αιώνα που γράφτηκε στα Αγγλικά.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ






 Το έργο πρωτοδημοσιεύτηκε στο Παρίσι το 1959 και μόλις τρία χρόνια αργότερα βρέθηκε εκδότης στη χώρα του συγγραφέα, τις ΗΠΑ. Η νέα έκδοσή του στα Ελληνικά είναι αυξημένη κατά 20% σε σχέση με το πρωτότυπο, καθώς περιέχει κομμάτια που λογοκρίθηκαν, αλλά και διάφορα δοκίμια, εισαγωγές και προσχέδια, τα οποία παρέμεναν μέχρι πρότινος ανέκδοτα.
Δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί η έλλειψη σταθερής μορφής του βιβλίου αυτού. Πρόκειται για θραύσματα από εφιάλτες, συρραμμένους με την πλέον αντισυμβατική, αντι-αφηγηματική δομή. Από μια ευρύτερη οπτική γωνία, ο συνεκτικός ιστός αυτού του αντι-μυθιστορήματος είναι η περιπέτειες του ναρκομανή Ουίλιαμ Λι που δραπετεύει από τη Νέα Υόρκη για να καταλήξει στην πρωτεύουσα των παραισθήσεων, την Ταγγέρη του Μαρόκου. Όπως και στο μυθιστόρημα Τζάνκι (που επίσης επανακυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Τόπος) ο αυτοβιογραφισμός του συγγραφέα είναι έντονος. Συνειρμική γραφή και εναλλασσόμενες εικόνες από έναν κόσμο υπό την επήρεια ουσιών συνθέτουν έναν αφηγηματικό καμβά, από τον οποίο λείπουν οι σταθερές του μυθιστορήματος. «Ταξίδι του μυαλού χωρίς χάρτη», έχει χαρακτηριστεί εύστοχα το βιβλίο από τη λογοτεχνική κριτική, η οποία τόσο στα χρόνια της έκδοσης του βιβλίου όσο και σήμερα, διχάζεται ως προς την αξία του, με ορισμένους να το χαρακτηρίζουν αριστούργημα και άλλους να το κλείνουν αηδιασμένοι από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Αυτό το γεγονός και μόνο αρκεί για να κατατάξει το βιβλίο στα κλασικά αναγνώσματα της εποχής του και όχι μόνο.

Η «οικογένεια» του Γυμνού γεύματος περιλαμβάνει όλη τη μπιτ λογοτεχνία και μαζί με το Στο δρόμο του Τζακ Κέρουακ και το Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ συνιστούν τη χαρακτηριστικότερη τριάδα του κινήματος των μπιτ. Δεν είναι μόνο η ηρωίνη, το στερητικό σύνδρομο και οι οργιώδες σεξουαλικές ορμές, που χαρακτηρίζουν την οπτική του αφηγητή. Πίσω από τις γραμμές καραδοκεί η αμείλικτη κριτική στη μεταπολεμική αμερικανική κοινωνία και κουλτούρα. Στον κόσμο της ψεύτικης ευδαιμονίας, της πολιτικής διαφθοράς και του καθωσπρεπισμού, ο Μπάροουζ αντιπροσωπεύει το κατοπτρικό είδωλο της κοινωνίας της υποκρισίας: Δηλαδή τον κόσμο της εξάρτησης, του περιθωρίου και της εξαθλίωσης. Από το καθρέφτισμα αυτό βγαίνουν συναρπαστικές και διαχρονικές εικόνες.

Τα φωτεινά ποιήματα του Γιώργου Νικολόπουλου

Οι Γιάλινες βάρκες (εκδ. Μανδραγόρας, 2010) αποτελούν την πρώτη συλλογή του Γιώργου Νικολόπουλου, συγκεντρώνοντας ποιήματα των τελευταίων 30 χρόνων που χωρίζονται σε πέντε ενότητες. Ο δημιουργός τους, πέρα από την ποίηση, ασχολείται με το διήγημα, το μυθιστόρημα, το παιδικό βιβλίο και το θέατρο.






ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ 


Στων Ψαρών τους ολόμαυρους 
βράχους
περπατώντας η φώκια Μονάχους
μονάχους



Ο Γιώργος Νικολόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε στο Λονδίνο, ζει και εργάζεται στην Αθήνα, εκτός από τα καλοκαίρια που συνήθως βρίσκεται στη Γαύδο. Ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με την ποίηση, το διήγημα, το μυθιστόρημα, το παιδικό βιβλίο και σχετικά πρόσφατα, από το 2002, με το θέατρο. Μόλις στα τέλη του 2007 αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τη δουλειά του και οι Γυάλινες βάρκες, εκδ. Μανδραγόρας 2010, αποτελούν την πρώτη ποιητική του συλλογή. Ποιήματα των 30 τελευταίων χρόνων χωρισμένα σε πέντε ενότητες.



Ένα βιβλίο - διαδρομή ανάμεσα σε πόλεις (Βερολίνο, Βιέννη, Εκατερίνενμπουργκ, Λονδίνο), πρόσωπα υπαρκτά ή μη (ο Βολόντια, ο Γκρίσα, ο βασιλιάς Γκρισάρ ο Β’, ο βασιλιάς Κλο, ο ποιητής από τις Μέρες του 1933), εικόνες που γράφονται πάνω σε ήχους (τα παράθυρα τρίζουν), συναισθήματα (είμαστε σκιές στο σκοτάδι./ Ίσως γι’ αυτό φοβόμαστε το φως), μεταφορές (τώρα ταξιδεύεις πέρα από τη νύχτα/ πέρα από τις αναμνήσεις/ πέρα από τα όνειρα// πέρα από τα σύνορα, ή: και ο άνεμος που όλο γυρίζει και κλαίει), αντιθέσεις (Τίποτα δε χάνεται για πάντα./ Χάνεται για πάνταŸ, Μάχες κερδισμένες, μάχες χαμένες: Η ιστορία γράφεται με αίμα), και συνεκδοχές που επιτείνουν την ποιητικότητα των στίχων του: Η πόλη που δεν κοιμάται/ Η νύχτα που ονειρεύτηκες.

Συχνές οι επαναλήψεις λέξεων, φράσεων, ήχων, εικόνων που πολλές φορές λειτουργούν φαινομενικά εις βάρος του ποιήματος: τα νερά της λίμνης αντιφεγγίζουν./ Τα νερά της λίμνης λαμπυρίζουν τη νύχτα./ Τα νερά της λίμνης καθρεφτίζουν αναμνήσειςŸ/ Τα νερά της λίμνης κλείνουν για πάνταŸ, ή: Είμαι ένα μαύρο άλογο (Ÿ)// Είμαι ένα νυσταγμένο λιοντάρι (Ÿ)// Είμαι μια γυναίκα που κοιμάται (Ÿ)// Είμαι η σκιά σου (Ÿ)// Είμαι το μάτι που τα βλέπει όλα(Ÿ)// Είμαι ο μαύρος καβαλάρης, ή: Διαδρομές πάνω στο χάρτη./ Διαδρομές μέσα στο χρόνο./ Αναζητώντας αυτούς που έφυγαν/ Αναζητώντας αυτούς που χάθηκαν./ Αναζητώντας τα χαμένα χρόνιαŸ

Μέσω όμως των συνειδητών αντιποιητικών και υπονομευτικών επαναλήψεων επιχειρείται να μεταφερθεί η ένταση, να απογυμνωθεί η τέχνη, αλλά και να αποφορτιστούν συναισθήματα, γιατί για τον Νικολόπουλο η ποίηση παραμένει αυστηρά προσωπική του υπόθεση. Ένα ύφος ειρωνικό, σαρκαστικό και ποιητικά αποδομητικό που αμφιταλαντεύεται μεταξύ τραγικού και παιγνιώδους, καυστικού και αμήχανου, σαφούς και απρόβλεπτου, όπου τα αυτονόητα αποκτούν τη δική τους μοναδικότητα και ποιητική υπόσταση. Κάνανε τη νύχτα μέρα./ Τα πολυβόλα./ Στο Εκατερίνενμπουργκ./ Στο αναθεματισμένο Εκατερίνενμπουργκ... (από το ποίημα «Άγνωστος στρατιώτης»), πρόκειται για την πόλη των Ουραλίων που ιδρύθηκε από τη μεγάλη Αικατερίνη και σηματοδοτήθηκε από τη δολοφονία του Τσάρου Νικόλαου και της οικογένειάς του μετά τη ρωσική επανάσταση. Και αλλού: Ο γερό-Δήμος πέθανε, ο γέρο-Δήμος πάει,/ δε θα ξαναπεινάσει πια και δε θα ξαναφάει. Ας διαβαστεί σε αντιστοιχία με την «Πίκρα του γυρισμού»: Ίσως η πίκρα/ Ίσως να ήταν η πίκρα/ Ίσως, πάλι, μόνο, η πίκρα.

 

 

 

Κοινωνικά κινήματα του Eric Neveu, Εκδ. Σαββάλας





Περιήγηση στις θεωρίες για τη συλλογική δράση και τα κοινωνικά κινήματα από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα αποτελεί το το βιβλίο των εκδόσεων Σαββάλα, (που πρωτοκυκλοφόρησε στα τέλη του 2007 με την εξαιρετική μετάφραση του Θανάση Τσακίρη), με πλήρη τίτλο Η κοινωνιολογία των κοινωνικών κινημάτων και ιστορίες κινημάτων από το Μεσαίωνα μέχρι σήμερα.



Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η ιστορία και η θεωρητική κατανόηση των κοινωνικών κινημάτων δείχνουν ότι πάντα εκφράζουν προσδοκίες και απογοητεύσεις από το υπάρχον πρότυπο εξουσίας. Στις σύγχρονες μάλιστα συνθήκες, όπου η δημοκρατία έχει περιορισθεί στο δικαίωμα του εκλέγειν, τα κοινωνικά κινήματα επιχειρούν να διευρύνουν τα όρια του πολιτικού. Κατά τον συγγραφέα, «τα κοινωνικά κινήματα προκαλούν κυρίως αντιδράσεις παρά αναλύσεις. Αυτού του είδους η αντιμετώπιση αντικατοπτρίζεται κατ’ αρχήν σε μια ρητορική υποψίας. Εγγράφονται στο πλαίσιο της αποσταθεροποίησης της κοινωνικής παθολογίας».

Θέμα: Η «λέσχη» της πολιτικής συλλογικότητας




Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη της έκδοση, Η λέσχη του Στρατή Τσίρκα και ολόκληρη η τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες έχει καινούργια πράγματα να μας πει. Ειδικά πάνω στο θέμα της πολιτικής ένταξης και της σχέσης ηγεσίας, διανόησης, κομματικότητας. Πέρα από την τυπική λογική της αντιπαράθεσης διανοούμενων - κομματικών καθοδηγητών, υπέρ της επιλογής ενός συντροφικού επαναστατικού δρόμου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ





Ποιος δεν διάβασε σωστά το έργο του Τσίρκα;

 Στις 5 Αυγούστου 1960 τελειώνει το γράψιμο της Λέσχης ο Στρατής Τσίρκας, όπως δηλώνει στο τέλος του μυθιστορήματος με πλάγια τυπογραφικά στοιχεία. Βασισμένο σε βιώματά του, μεταπλασμένα στο εργαστήρι της συγγραφής, το βιβλίο ξαναζωντανεύει την Παλαιστίνη ως τόπο προσφυγιάς την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Και αν ο συγγραφέας χρειάστηκε περίπου είκοσι χρόνια για να κάνει λογοτεχνία την ιστορία που έζησε –μιλώντας για τη δική του αλήθεια με όρους τέχνης– τι μπορούμε εμείς να διαβάσουμε πενήντα χρόνια μετά την πρώτη εκτύπωση;

Όλη η τριλογία Ακυβέρνητες πολιτείες –θα ακολουθήσουν η Αριάγνη του Καΐρου και η Νυχτερίδα της Αλεξάνδρειας– αντέχει στο χρόνο και συναρπάζει. Κάθε ανάγνωση αποκαλύπτει καινούργια πράγματα, άλλα επίπεδα. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με τις αρετές του έργου σε αισθητικό και φιλολογικό επίπεδο, με την πρωτότυπη τεχνική του στην αφήγηση. Θα αγνοήσουμε επίσης το έντονο ερωτικό στοιχείο και τις πυκνές λογοτεχνικές αναφορές, για να ασχοληθούμε με το πρόβλημα του πολιτικού, και ειδικότερα με την πλευρά της κομματικής λειτουργίας, όπως αυτή απεικονίζεται κυρίως στη Λέσχη και στο δεύτερο τόμο της τριλογίας, την Αριάγνη.

Στους κομματικούς διώκτες του ο Τσίρκας, που καταδικάστηκε σε διαγραφή από την Κομματική Οργάνωση Αλεξάνδρειας μετά την άρνησή του να αποκηρύξει τη Λέσχη, έλεγε ότι δεν διαβάζουν σωστά. «Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω. Τότε θα καταλάβετε καλύτερα».

Η κριτική δικαίωσε τον Τσίρκα, με τη μέγιστη συμβολή της φίλης του και μελετήτριας του έργου του, Χρύσας Προκοπάκη. Σήμερα, μπροστά σε νέες ιστορικές αναμετρήσεις, έρχονται στην επιφάνεια αποσιωπημένες πλευρές της περιόδου της αποτίμησης της ήττας. Δεν αρκεί να επιμείνουμε στην αντίθεση του διανοούμενου ήρωα Μάνου Σιμωνίδη (Σ.) με τον κομματικό καθοδηγητή Ανθρωπάκι (Α.) – αλλά οφείλουμε να ξαναδούμε και τους δυο μέσα σε νέο πρίσμα. Να μικρύνουμε την αντιπαλότητά τους και να τους μεγαλώσουμε μαζί και τους δυο, βγάζοντας από την αφάνεια το τρίτο πρόσωπο, τον καταλυτικό Φάνη.

Απέναντι στις αναγνώσεις που ρίχνουν άγκυρα στην ήττα του κινήματος και στα κρισιακά φαινόμενα στις γραμμές του βλέπουν την κατάρρευση της δυνατότητας της συντροφικότητας, προτείνοντας έναν ατομικό δρόμο στοχασμού χωρίς ανατρεπτική πράξη, χρειάζεται να ξαναδιαβάσουμε τη Λέσχη και την τριλογία εκείνων που αντιστέκονται, εκείνων που τολμούν να αναμετρηθούν με τις αδυναμίες τους και την ίδια την ιστορία για μια νέα έκβαση όλων των συλλογικών στοιχημάτων.


Ο μυθιστορηματικός «Φάνης» είναι 
το πιο παραγνωρισμένο πρόσωπο της κριτικής


Δεν ήξερα πως η μοναξιά πίνεται γουλιά - γουλιά – έτσι ξεκινά το δεύτερο κεφάλαιο της Λέσχης όπου εμφανίζεται ο κεντρικός ήρωας της τριλογίας, ο ανθυπολοχαγός Μάνος Σιμωνίδης, κρυμμένος στη σοφίτα μιας πανσιόν στα Ιεροσόλυμα, Ιούνιο του 1942, με δική του απόφαση απομονωμένος λόγω διαφωνιών από τους συντρόφους του που προσπαθούν να κρατήσουν τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις της Μέσης Ανατολής μακριά από τη μοναρχική και βρετανική επιρροή, ενώ ο Ρόμελ απειλεί την Αλεξάνδρεια. Δεν μιλάει ο ήρωας για την ερωτική ή την προσωπική του μοναξιά, αλλά για το βαθύ πηγάδι της πολιτικής ερημίας. Το να μην έχεις εμπιστοσύνη στους συντρόφους σου, το να αμφιβάλλεις όχι για το σκοπό τον ίδιο, αλλά για το αν μπορείς να τον πλησιάσεις.

Νιώθει απέχθεια και πίκρα ο Σιμωνίδης για συμπεριφορές που έχουν βλάψει το ηθικό του. Και είναι σε μια διαρκή αναζήτηση, αν έκανε καλά που απομακρύνθηκε από την πολιτική συλλογικότητα – προσπαθεί να δει θετικά και αρνητικά αλλά δεν μπορεί να βγάλει συμπέρασμα. Όμως η αλήθεια είναι ότι παρά τις συγκρούσεις του με τα στελέχη της καθοδήγησης, αυτά που ονομάζει σε όλο το μυθιστόρημα κομμένες κεφαλές, που «μόλις δουν άνθρωπο, σκαρφαλώνουν στην έδρα του Χρέους» και «αγορεύουν σε τόνο διδαχτικό», έξω από το δρόμο το συλλογικό δεν μπορεί να βρει τον εαυτό του: «Από τη μέρα που έπαψα τις σχέσεις μου με τις κομμένες κεφαλές (…) είμαι σαν πελαγωμένος. Ομολογώ πως δεν το περίμενα. Πασχίζω από κάπου να πιαστώ. (…) άλλοτε σκέψεις και πράξεις περπατούσαν μαζί, για τον ίδιο στόχο. (…) Από πού ερχόμουν και πού πήγαινα, το ήξερα».
Αυτές οι συγκρούσεις, μαθαίνουμε σε κάποιο σημείο, είχαν εν μέρει να κάνουν με κάποιες θέσεις που είχε διατυπώσει ο Σ. για τους αξιωματικούς και τη στάση που θα έπρεπε να τηρούσε απέναντί τους η οργάνωση. Πιο συγκεκριμένα, ότι έπρεπε να καλλιεργείται κλίμα πειθαρχίας των στρατιωτών στους βαθμοφόρους και όχι ασύντακτου μπουλουκιού αν σκοπός παρέμενε η διατήρηση της συνοχής και μαχιμότητας του στρατεύματος. Άλλωστε, στρατηγική επιδίωξη της οργάνωσης αποτελούσε η εξασφάλιση του εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα του ελληνικού στρατού και η αποτροπή της υποδούλωσης ή αχρήστευσής του από τους Βρετανούς.

Ο Μάνος Σιμωνίδης εκπροσωπεί τον αντιφατικό κόσμο της επαναστατικής διανόησης της εποχής του. Μεγαλωμένος στην Κηφισιά, μαθητής στο Γυμνάσιο των Αναβρύτων, φοιτητής έπειτα κάποια χρόνια στο Παρίσι, πήρε μέρος στον ισπανικό εμφύλιο και έπειτα πολέμησε στην Αλβανία όπου παρασημοφορήθηκε. Πολυμαθής και ευφραδής, άνθρωπος του κόσμου, σίγουρα γοητευτικός, ταλαντευόμενος ανάμεσα στις κλίσεις του και σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως χρέος. Τον συγκινεί η λογοτεχνία και απολαμβάνει τις συζητήσεις με τον καλλιεργημένο άγγλο ελληνιστή Ρίτσαρντς. Από την άλλη, αντιλαμβάνεται ότι η θέση του είναι με το στρατόπεδο των μαχητών του φασισμού. Τρέφει το θαυμασμό του διανοούμενου απέναντι στο γνήσιο λαϊκό αγωνιστή, που εκπροσωπείται στο μυθιστόρημα από τον Βασίλη Γαρέλα. Και απεχθάνεται τον εκφραστή του κομματικού μηχανισμού, το διαβόητο «Ανθρωπάκι», έτσι άκλιτο όπως το αναφέρει σε όλο το έργο ο συγγραφέας. Αν και σε πολλά σημεία, μέσα στο πρώτο βιβλίο, δεν μπορεί να αποφανθεί με βεβαιότητα για τη στάση και την αντίληψή του για το ρόλο του Α.

Για το Ανθρωπάκι έχουμε πολλές απαξιωτικές περιγραφές. Σκιαγραφείται ένα σκοτεινό υποκείμενο, που ακόμα και το σώμα του βρομάει σαν βάλτος, ένας αριβίστας με οργανωτικές ικανότητες, που τον τρέφει η εξουσία, η διαχείριση των ανθρώπων, και ασφαλώς είναι σε μόνιμη ρήξη με τον κόσμο που αντιπροσωπεύει ο λεπταίσθητος διανοούμενος Σιμωνίδης. Λέει όμως για αυτόν τον εσωκομματικό του αντίπαλο ο τελευταίος ότι στη φαντασία του το όνομά του ήταν τυλιγμένο μέσα σε μια λάμψη, από διηγήσεις στα χρόνια του Μεταξά και στον ισπανικό εμφύλιο. Και σε κάποιο σημείο μάλιστα διερωτάται: «Τι ήταν τελοσπάντων, ανεύθυνος τυχοδιώκτης ή ψημένος αγωνιστής; (…) Πώς μπορούσε ν’ αποφασίζει, τόσο γρήγορα, δίχως αγωνία, δίχως αμφιταλάντευση, όταν ένα ναι ή ένα όχι του, στέλναν ανθρώπους στο θάνατο; Κι εγώ, πώς τα κατάφερα να εμπιστευτώ τη ζωή μου στα χέρια του;». Στην πορεία του έργου, ο Σ. θα συμφιλιωθεί με την ιδέα της συνύπαρξης με αυτόν τον άνθρωπο, για το καλό του αγώνα, διατηρώντας πάντα τις επιφυλάξεις του για το ποιόν του. Του λέει μάλιστα σε μια ταράτσα που περνούν τη νύχτα στο Κάιρο κάποια στιγμή ότι θα κάτσει και θα γράψει για όλα αυτά στο μέλλον.

Στο έκτο κεφάλαιο της Λέσχης, ο Σ. μαθαίνει από το Ανθρωπάκι ότι η παλιά του εκείνη «θέση» για τους αξιωματικούς έχει γίνει πλέον αποδεκτή και την εφαρμόζουν. Στην ερώτησή του αν έκαναν αυτοκριτική που τόσον καιρό ακολουθούσαν διαφορετική γραμμή, η απάντηση είναι αρνητική και λόγος «η διατήρηση του κύρους της καθοδήγησης». Ο Σ. αναρωτιέται αν ήταν η πείρα που τους οδήγησε στη διόρθωση της γραμμής «ή μήπως κάποιος άλλος, πιο ικανός και πιο ψύχραιμος, είχε βρει τρόπο να τους πείσει». Εδώ υπονοείται προφανώς ο Φάνης, το πρόσωπο - κλειδί στην παράνομη οργάνωση που θα εμφανιστεί στις πρώτες σελίδες του δεύτερου τόμου της τριλογίας, στην Αριάγνη. Για τον οποίο Φάνη, γράφει ο Τσίρκας στα Ημερολόγια της τριλογίας (κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος) ότι δεν είναι άλλος από τον ικαριώτη Γιάννη Σαλά, ιδρυτή της AΣO, της Aντιφασιστικής Στρατιωτικής Oργάνωσης που έδρασε εκείνο τον καιρό στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις στη Μέση Ανατολή.

Ο μυθιστορηματικός «Φάνης» είναι ίσως το πιο παραγνωρισμένο πρόσωπο από την κριτική. Ενώ έχουν γραφτεί τόσα πολλά για τον Μάνο ή το Ανθρωπάκι, στα όρια μιας απλουστευτικού σχήματος ανάγνωσης αμερικανικού τύπου: Ο καλός και ο κακός. Ο Τσίρκας, αν και προφανώς εκφράζεται σε μεγάλο βαθμό μέσω του Σιμωνίδη, αντιμετωπίζει με μεγάλη αγάπη τον Φάνη. Μας δίνει την περιγραφή του ως εξής: «Κείνος ο κοντόσωμος με τις τσαπράδες, που όλοι τον φωνάζανε Φάνη», είχε «το χαρακτηριστικό σφύριγμα των ανθρώπων που κάνανε πνευμοθώρακα» και «τις μικρούτσικες ρυτίδες βασανισμένου ανθρώπου», «στο νησί του πρέπει να ήτανε ψαράς ή γεωργός». Αυτή είναι η εικόνα του όταν ο Σ. τον συναντά και μιλούν για πρώτη φορά στο Κάιρο. Του κάνει μεγάλη εντύπωση. «Προπαντός άκουε, ρωτούσε, δίσταζε, αναρωτιόταν, ζύγιζε, ξαναρωτούσε κι έτσι, δίχως να το καταλάβεις, σ’ έβγαζε, έβγαινε κι ο ίδιος μαζί σου, στο σωστό δρόμο». Και δεν θέλει να τον αποχωριστεί. Μορφωμένος μες στις φυλακές, δεν πολέμησε στην Ελλάδα γιατί ήταν κρατούμενος της δικτατορίας του Μεταξά. Διάβαζε τα Γαλλικά, χωρίς να ξέρει να τα προφέρει: Τα είχε μάθει στις φυλακές της Πύλου αποστηθίζοντας ένα λεξικό που «τα φύλλα του κυκλοφορούσαν από κελλί σε κελλί καμουφλαρισμένο σε δέσμες χαρτιού του απόπατου».

Όταν θα ξεσπάσει κρίση εντός της οργάνωσης λόγω των χειρισμών του Α. στην υπόθεση σχηματισμού κυβέρνησης στο Κάιρο (στο XV κεφάλαιο της Αριάγνης) ασκεί κριτική με αμείλικτο τρόπο και επιχειρήματα εναντίον του αλλά δεν προτείνει τη διαγραφή του, όπως διακαώς επιθυμεί ο Σ. Σκέφτεται πάνω απ’ όλα την ενότητα και το ηθικό των αγωνιστών του κινήματος, και αφήνει την κατηγορία να κριθεί με την επιστροφή στην Ελλάδα. Παίρνει όμως εκείνα τα κατάλληλα μέτρα για να απομακρύνει τον Α. από το χώρο ανάπτυξης των ύποπτων συναλλαγών του, τον ρίχνει στην καθοδήγηση των μεραρχιών που κινούνται σε υποχρεωτικά γυμνάσια στην έρημο. Κι αυτός με τον Γαρέλα και τον Σ. από κοντά του.
Όταν αργότερα θα χρειαστεί να εμφανιστεί ο Φάνης στην πορεία για να εμψυχώσει τους φαντάρους, μας λέει ο συγγραφέας ότι βάδιζε περήφανα κουτσαίνοντας λίγο, και όλοι τον χαιρετούσαν, γιατί όλοι τον ήξεραν με τ’ όνομά του, και αναγνώριζαν στο πρόσωπό του, αν και στο βαθμό ήταν δεκανέας, τον πραγματικό Ταξίαρχο.

Η τέχνη της πολιτικής ηγεσίας

Ο αναγνώστης της Λέσχης και της Αριάγνης αξίζει να σταθεί στις σελίδες που περιγράφονται οι συνεδριάσεις της οργάνωσης. Εκεί θα εντοπίσει δύο διαφορετικά παραδείγματα ηγεσίας: Το ένα βασίζεται στο κύρος του καθοδηγητή, ο οποίος έχει το δικαίωμα μιας εξαντλητικής εισήγησης αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για συζήτηση και εξέλιξή της· είναι το παράδειγμα του Ανθρωπάκι. Το άλλο βασίζεται στη συλλογική ευφυία και παρακίνηση των μελών· είναι ο τρόπος του Φάνη. Δίνει την ευκαιρία σε όλους να αναπτύξουν σύντομα τις απόψεις τους, συνθέτει αλλά δεν καταστέλλει και κρίνει με γνώμονα το όφελος του όλου κινήματος και όχι της μιας ή της άλλης μερίδας με την οποία μπορεί ο ίδιος να συντάσσεται.
Πρότυπο ηγέτη που οργανώνει, ακούει, εμπνέει. Και την όποια διαφωνία προκύπτει ανάμεσα στον καθοδηγητή Α. και τον διανοούμενο Σ. δεν την λύνει με ψηφοφορίες υπέρ του ενός ή του άλλου. Βλέπει κριτικά τις θέσεις και των δύο, γνωρίζοντας τη χρησιμότητα του καθενός στον αγώνα. Και φροντίζει οι αντιθέσεις εντός της οργάνωσης να μην παίρνουν ανταγωνιστικό χαρακτήρα, αλλά να λύνονται διά της πράξης. Αλλά σε αυτό βοηθά ο συγκεκριμένος ορισμός των προτεραιοτήτων: Η διαφύλαξη του ηθικού και της ενότητας εντός του στρατεύματος, ο αντιφασιστικός και αντιμοναρχικός του χαρακτήρας. Προξενεί εντύπωση στις περιγραφές των συνεδριάσεων, η οικονομία στη συζήτηση και το συγκεκριμένο της περιεχόμενο.

Ο άνθρωπος είναι τόσο μεγάλος όσο οι σκοποί του. Στην τριάδα «Ανθρωπάκι - Μάνος - Φάνης», οι δύο πρώτοι παρά την ανυπολόγιστη συνεισφορά τους στο κίνημα, είναι πιο μικροί, εγκλωβισμένοι συχνά σε ατομικές φιλοδοξίες και ματαιόδοξες ροπές. Αποτελούν μάλλον ένα δίπολο προς υπέρβαση από τον πολιτισμό της κομμουνιστικής ένταξης. Η κοινή τους δίψα για διάκριση, αν και με διαφορετικούς τρόπους, με διαφορετικές ευαισθησίες –χοντροκομμένα ο πρώτος, εξευγενισμένα ο δεύτερος– δείχνουν την προβληματική της επιλογής του ενός ή του άλλου πόλου. Το αλληλοφάγωμά τους υπογραμμίζει αυτή την ανάγκη υπέρβασης και των δύο προς τα μπρος. Η αντίφαση έγκειται στο ότι είναι εξίσου αναγκαίοι και οι δύο αλλά χωρίς την καταλυτική δράση και παρουσία του Φάνη, δεν θα λειτουργούσε η σχέση ηγεσίας στο συγκεκριμένο στάδιο οργάνωσης της πάλης. Η μεγαλοσύνη κι η ανωτερότητα του Φάνη που προκύπτει από την ανιδιοτέλειά του, το καθαρό μυαλό του, την ταξική του αφετηρία και θέλησή του να προσφέρει στον κοινό σκοπό. Είναι πιο κοντά στις δυνατότητες διαχείρισης πραγμάτων και όχι προσώπων οι οποίες αναδύονται στην εποχή μας, εποχή που αξιώνει μια πολιτική ένταξη ανώτερου τύπου, πέρα από την παλιά σχέση ατομικού - συλλογικού.

Οι δoσίλογοι της Κατοχής ζουν ανάμεσά μας.

Το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου Απόψε δεν έχουμε φίλους (εκδόσεις Μεταίχμιο) συνιστά ένα ακόμη πειστήριο για τη στροφή της ελληνικής λογοτεχνίας από τον ατομικό στο συλλογικό κόσμο. Ξεκινώντας από το παρόν, η διήγηση απλώνεται με κριτική και αιρετική ματιά στο ιστορικό παρελθόν, με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη.



ΘΑΝΑΣΗΣ ΣΚΑΜΝΑΚΗΣ




Τον τελευταίο καιρό παρατηρείται ένα ενδιαφέρον φαινόμενο στην ελληνική λογοτεχνία (και νομίζω όχι μόνον στη λογοτεχνία και όχι μόνον στην ελληνική). Επανέρχεται το ενδιαφέρον για θέματα πολιτικού και ευρύτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος. Μετά από μια μεγάλη πορεία στην ενδοσκόπηση και στη μεταμοντέρνα αποδόμηση, κοινωνίας, ατόμων, περίγυρου, οι συγγραφείς δείχνουν να αντιλαμβάνονται πως η πολιτική αναφορά δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην απλουστευτική πολιτικοποίηση (εκτός κι αν την κουβαλάς εντός σου, οπότε δεν είναι το πολιτικό που σου φταίει).
Χρήσιμη ως ένα βαθμό η ενασχόληση με τον ατομικό και τον εσωτερικό κόσμο, μετά από μια περίοδο κατακλυσμιαίας πολιτικοποίησης, μετατράπηκε σε παθογένεια, ιδιαίτερα από μια γενιά νεώτερων συγγραφέων που εξέφρασαν τη βδελυγμία τους σε κάθε τι που μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο πολιτικής αναφοράς. Με αυτήν την προσήλωσή της η ελληνική λογοτεχνία δεν μπόρεσε να «προβλέψει» την κρίση, εννοώ με λογοτεχνικούς όρους, τουτέστιν να επισημάνει τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας των δεκαετιών που ακολούθησαν το ’80. Στραμμένη στο ιδιωτικό αδυνατούσε να κατανοήσει τι γινόταν στο δημόσιο χώρο και πώς αυτός επηρέαζε τις ατομικές ζωές. Και εν πολλοίς, τελικά, αδυνατούσε να συλλάβει και τις βαθύτερες διαφοροποιήσεις στο ατομικό. Φυσικά ο δρόμος προς την «επιστροφή» του πολιτικού δεν είναι προϊόν μιας αιφνίδιας έκρηξης. Τα τελευταία χρόνια υπήρχαν εκείνοι οι κάποιοι τολμηροί που επέμεναν ή επέστρεφαν στη λογοτεχνία, η οποία ενδιαφερόταν για το συλλογικό και, περισσότερο ή λιγότερο τολμηρά, εξέφραζαν τις ιδέες μιας κοινωνικοποίησης, με τους νέους όρους που θέτει η πραγματικότητα.
Αυτές οι σκέψεις γίνονται με αφορμή το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου Απόψε δεν έχουμε φίλους (εκδόσεις Μεταίχμιο). Ξεκινώντας από το παρόν, η συγγραφέας ερευνά το παρελθόν, τη σχέση μας με την ιστορική μνήμη, το πώς η ιστορία στοιχειώνει τα πρόσωπα του παρόντος, πώς «επανέρχεται» στις νέες συνθήκες, πώς κάποιες σχέσεις επαναλαμβάνονται στο διαφορετικό περιβάλλον. Τα γεγονότα του Δεκέμβρη 2008 λειτουργούν, ας πούμε, ως καταλύτης. Ο χρόνος βρίσκεται σε διαρκή κίνηση, το παρόν, το πρόσφατο παρελθόν, η κατοχή και ο εμφύλιος. Οι φοιτητές της «αλλαγής» του ’80 χλευάζουν, κατά κάποιον τρόπο, τα πρόσωπα του παλαιού δράματος αλλά ταυτόχρονα, ακολουθούν κοινούς δρόμους, άλλα δρόμους ατίθασους, όπως η νεαρή Φανή, κι άλλα δρόμους προσαρμογής και καριέρας όπως ο Στράτος. Τα νέα παιδιά του 2008 δεν υπάρχουν στο μυθιστόρημα, παρά μόνον ως η έκρηξη του Δεκέμβρη, αλλά ο αναγνώστης υποθέτει πως η ιστορία, αν δεν επαναλαμβάνεται, μιμείται το παρελθόν, καθώς στο παρόν διεξάγεται ακόμη, με άλλους όρους, ο πόλεμος του παρελθόντος.
Βασικό πρόσωπο του μυθιστορήματος ο μεταπτυχιακός φοιτητής που επιλέγει ως θέμα του διδακτορικού του τους δωσίλογους της κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Ερευνώντας όμως βρίσκεται στην καρδιά του παρακρατικού κτήνους της πόλης, εκείνου που δολοφόνησε τον Λαμπράκη και που ενέχεται για πολλά. «Η μνήμη όπου την αγγίζεις πονεί», λέει κι ο ποιητής, αλλά ο υποψήφιος διδάκτορας δεν είναι διατεθειμένος να υποτάξει την έρευνά του στη σκοπιμότητα μιας πανεπιστημιακής καριέρας, όπως αντίστοιχα κάποιος άλλος λαμπρός φοιτητής της κατοχής βλέπει τα όνειρα του για συνέχιση των σπουδών να καταρρέουν όταν αρνείται να υποτάξει την αντίσταση σε αυτά. Ο καθηγητής που τότε συνέτριψε το όνειρα του φοιτητή, σπουδαίο στέλεχος της φιλογερμανικής ομάδας της πόλης, ιδεολόγος του φασισμού, είναι το βασικό πρόσωπο της έρευνας του τωρινού υποψήφιου. Η πόλη, το κατεστημένο, το νέο σχέδιο της ιστορίας, δηλαδή της σχέσης του παρόντος με το παρελθόν, όπως έχει διατυπωθεί από την εγκατάσταση του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, βρίσκονται σε σύγκρουση με την επιστημονική έρευνα του υποψήφιου διδάκτορα, πράγμα το οποίο ο τελευταίος δεν μπορεί να αποδεχθεί. Το αποτέλεσμα είναι μια ακόμη συντριβή, και δική του και, κατά μια έννοια, της ιστορίας.
Το μυθιστόρημα της Σ. Νικολαΐδου ισορροπεί μεταξύ της ιστορίας ως μεγάλης αφήγησης, ως γεγονότων που καθορίζουν, και της ιστορίας των προσώπων που εντάσσονται σε αυτήν. Αποδέχονται, υποτάσσονται ή αντιστέκονται. Ορίζουν ένα μέρος των πραγμάτων, αλλά όχι το σύνολο. Κι όμως τα πράγματα θα μπορούσαν να ήσαν αλλιώς. Η Θεσσαλονίκη, η πόλη όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα του μυθιστορήματος, είναι μια πόλη που έχει ιδιαίτερα υποστεί τη βία της κατοχής και τη βία της καθυπόταξης της μνήμης, και γι’ αυτό λειτουργεί πολλαπλά και στο λειτουργικό και στο συμβολικό πεδίο.
Είναι εντυπωσιακή η συνομιλία (σ. 165) όπου ο ερευνητής αντικρούει την επίσημα καταγεγραμμένη άποψη πως οι Θεσσαλονικείς υποδέχθηκαν τους Γερμανούς με κλειστά παράθυρα. Παραπέμπει στα κινηματογραφικά επίκαιρα της UFA, όπου «διακρίνεται ένα ετερόκλητο πλήθος να υποδέχεται στην παραλία της Θεσσαλονίκης, τους γερμανούς αρματιστές με ιαχές. Τους ραίνουν με τριαντάφυλλα και πασχαλιές». Άξιος υπόμνησης είναι ο διωγμός των εβραίων της πόλης – η συντριπτική πλειοψηφία τους χάθηκε στα χιτλερικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, καθώς και το γεγονός ότι το Πανεπιστήμιο είναι χτισμένο πάνω σε χιλιάδες βεβηλωμένους εβραϊκούς τάφους. (Όπως αναφέρει ο καθηγητής Γ. Μαργαρίτης σε σχετική μελέτη του, δεν ήταν λίγοι οι Θεσσαλονικείς που συνήργησαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στο διωγμό αξιοποιώντας την ευκαιρία για να βάλουν στο χέρι τις εβραϊκές περιουσίες, με αποτέλεσμα το ποσοστό των εβραίων που χάθηκαν από την πόλη να είναι υψηλότερο ακόμα και από εκείνων που χάθηκαν στο ίδιο το Βερολίνο).
«Άτιμο πράγμα η ιστορία. Πέφτει επάνω στη ζωή και την πλακώνει», σχολιάζει ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου