Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Το Λογοτεχνία και Σκέψη διαβάζει: Μ. Καραγάτσης, Το Χαμένο Νησί - φανταστική νουβέλα

(Το πρώτο του φετινού καλοκαιριού!)

Μ. Καραγάτσης, Το Χαμένο Νησί - φανταστική νουβέλα

ξυλογραφίες: Γ. Βελισσαρίδης

Βιβλιοπωλείον της Εστίας / φωτογραφική ανατύπωση: Real News, 2014





 
   Πρόσφατα σε μια ιδιωτική συνομιλία στο Facebook σχετικά με το μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση "Γιούγκερμαν", ένας καλός φίλος και νέος συγγραφέας σχολίασε ότι "το καλύτερο στοιχείο του (Μ. Καραγάτση) ειναι ο σαρκασμός του και ένα είδος έντιμου πεσιμισμού. Αυτό τον κάνει σπουδαίο.". Και πράγματι, ελάχιστα να έχεις διαβάσει από τα έργα του Καραγάτση αβίαστα θα καταλήξεις σε αυτό το συμπέρασμα. Στο βιβλίο μάλιστα, που εγκαινιάζει την καλοκαιρινή αναγνωστική περίοδο για το ιστολόγιό μας, το "Χαμένο Νησί", αυτός ο πεσιμισμός είναι διάχυτος. Αν μάλιστα, υπολογίσουμε και το θέμα που καταπιάνεται ο συγγραφέας, δηλαδή την ιστορία ενός νησιού το οποίο μετά από τις κατάρες που δέχθηκε από μια τυφλή γριά με υπερφυσικές δυνάμεις, έγινε πλωτό και άρχισε να ταξιδεύει μαζί με τους κατοίκους του, τότε βλέπουμε ξεκάθαρα ότι ο πεσιμισμός του Καραγάτση που σε άλλα έργα του χρησιμοποιείται για να παρουσιάσει τις σκοτεινές πλευρές της κοινωνίας ή ορισμένων τύπων ανθρώπων, εδώ αποκτά ουσιαστική συμμετοχή και ενεργό ρόλο στη δόμηση του κειμένου.
   Πέρα από την παραπάνω παρατήρηση, το "Χαμένο Νησί" είναι ένα έργο με όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά  του καραγατσικού, ας μου επιτραπεί αυτή η λέξη, έργου. Ο έρωτας, ο θάνατος, η ψυχολογία, η κοινωνική κριτική  - όχι πάντα φανερή, η Πτώση ανθρώπων και κοινωνίας, ο πεσιμισμός και η τραγικότητα της εποχής αλλά και της ψυχοσύνθεσης του συγγραφέα, καθώς και η φύση πρωταγωνιστούν, σε μια νουβέλα που επάξια έχει κατακτήσει την θέση της στη σύγχρονη λογοτεχνία του Φανταστικού στην Ελλάδα, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτό το είδος. 

Ειρηναίος Μαράκης 

 


 "Σαχλό αστείο η ζωή, φάρσα γεννημένη στο στρεβλό κύτταρο του σπόρου της ανυπαρξίας..."

"Κάθησα σε μια μεγάλη πέτρα, να ξαποστάσω απ' τον ανήφορο πριν πάρω την κατηφοριά της ρεματιάς. Χάθηκε το μάτι μου στην έκταση του πελάγου. Και δεν ξέρω πως, - ήταν η ώρα στοχαστική, κ΄ η μοναξιά, κι' ο τόπος, - έφυγε κ΄η ψυχή μου, πισωδρόμησε στα υγρά και στεγνά μονοπάτια της περασμένης μου ζωής, γύμνωσε τον εαυτό μου, και τον έκρινε και στοχάστηκε.
Τριανταοχτώ χρονών. Πέρασαν τα νιάτα με τα όνειρα, κυλάει ο χρόνος που φέρνει το μεστωμένο άντρα στο κατόφλι του χινοπώρου. Τα γερατιά; Είναι ακόμα μακριά. Μα που είναι και τα νιάτα; Τι απομένει από την φλόγα της ψυχής, αυτή που φώτιζε τη ζωή με αντιφεγγίσματα πορφυρά; Τι κέρδισα, τι έχασα στο μεγάλο τριανταοχτάχρονο παζάρι της ζωής μου;
Και τότε είδα, και τότε ένιοσα-καθώς ο ήλιος του απομεσήμερου έγυρε κουρασμένος στο δρόμο της νυχτός-πως κύλησαν ανόητα τα χρόνια τα τριανταοχτώ , πως σπαταλήθηκαν δίχως λογισμό και κρίση, δίχως στοχασμό και πείρα, δίχως ηδονή και πίκρα, σε μια τελμάτωση ζωής καθημερινής, καθεωρινής, κουρντισμένης ωσάν ρολόϊ μ΄ελατήρια που δεν λένε να σπάσουν ποτέ. Σπατάλησα τα κερδητά μου δίχως να τα χαρώ. Κ' ήταν ζημιές τα κέρδη, κέρδη οι ζημιές, που ισοσκέλιζαν απελπιστικά όλα τα φύλα του μεγάλου βιβλίου... Καμιά μεταφορά εις νέον. Καμιά ανωμαλία στους λογαριασμούς. Κατάντησε μαγαζάκι η επιχείρηση, που πούλαγε αφιόνι με δράμι σ΄όσους ήθελαν να αποχτηνωθούν, όπως εγώ, όπως ο κόσμος όλος...." 



Ο πολιτικός, ερωτικός και τραγικός Καραγάτσης





Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ
 
Ο Καραγάτσης ανήκει στη Σχολή του πολιτικού ρεαλισμού. Όπως αναφέρει και στον Κοτζάμπαση, ο πόλεμος είναι αιμοσφαίρια, η πολιτική είναι λύμφη. Είναι χώρος ψυχρός μέσα στον οποίο οφείλουμε να κινούμαστε με γνώμονα την λογική, –«ψυχρόμυαλοι», κατά την δική του λέξη, αφού πρώτα έχουν εκτιμηθεί τα συναισθηματικά κινήματα στενότερων ή ευρύτερων συνόλων. Τα πράγματα στην κοινωνική ζωή είναι αδυσώπητα και έχουν πείσμα. Η επιμονή των ανθρώπων να βλέπουν τα πράγματα, όπως τα επιθυμούν και όχι όπως είναι, επειδή καταλήγει στην αυτοπαραπλάνηση είναι, γι’ αυτό, η χειρότερη μέθοδος (πολιτικής) επιβίωσης. Οι ήρωές του, με προεξάρχοντες τον Μίχαλο Ρούση (του Κοτζάμπαση) και τον Γιούγκερμαν είναι μακιαβελλικοί. Στη μάχη της επιβίωσης και της διάκρισης (που είναι η κατάληξη της εξασφαλισμένης επιδίωξης) ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. [...]
Αναφορικά με την ερωτική σχέση, εκτός του ότι αποτελεί μια τρυφερή και καθαρτήρια (Γιούγκερμαν-Βούλα) ή μια άγρια ένωση, στον Καραγάτση είναι και μια κατάσταση που κρύβει εξουσιαστικές επιδιώξεις συνδεόμενες με την επιθυμία κάθε εξουσίας, την υποταγή. Η libido είναι ένα άρπαγμα της δύναμης και του ποθητού και η εξαντλητική απόγευσή του. Συνειρμικά σκέφτομαι τον Βίλχελμ Ράιχ αρκετές φορές, μπροστά σε κάποιες σελίδες του Καραγάτση. Λέγεται, χωρίς να μπορέσω να βρω την αναφορά, ότι παρόμοιες απόψεις είχε εκφράσει κάποτε στον Γ. Καρτάλη ο Σ. Μαρκεζίνης, πολιτικός αρχηγός του Καραγάτση, περί εξουσίας σαν θηλυκής ύπαρξης. Από μιαν άλλη πλευρά, ο Καραγάτσης (και χωρίς να γενικεύουμε την σύγκριση), όπως ο Μπαλζάκ και ο Ζολά στην Γαλλία, έμπασε, μέχρι ένα σημείο στην Ελληνική Λογοτεχνία τις σχέσεις και τις δυνάμεις που δημιουργούνται γύρω από το Χρήμα και την Ύλη, και ό,τι τα παρακολουθεί (όνομα, κληρονομιές, αξιώματα, εξουσία). Ο ματεριαλισμός του Καραγάτση είναι χωρίς Μαρξ και Λένιν και διατρέχεται συχνά από αναλαμπές Θεού. [...]

Ο Καραγάτσης είναι «παραμυθάς από ράτσα». Είναι μυθοποιός, αλλά σύγκαιρα και απομυθοποιός της πολιτικής. Τα βασικότερα στοιχεία απομυθοποίησης συναντούμε στην πολιτική Τριλογία του, (όπως ονομάζω τον «Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου», «Αίμα χαμένο και κερδισμένο», «Τα στερνά του Μίχαλου»), που αποτελεί προσπάθεια ερμηνείας της ελληνικής Επανάστασης με τα εργαλεία του επιστημονικού ρεαλισμού. Χαρακτηριστικές είναι οι αφιερώσεις τους: η δεύτερη έκδοση του Κοτζάμπαση στον Σ. Μαρκεζίνη. Το «Αίμα χαμένο και κερδισμένο» στους Έλληνες που δεν ψήφισαν ποτέ και «Τα στερνά του Μίχαλου» (δεύτερη έκδοση) στον Παν. Πιπινέλη. Δεν πρέπει βέβαια να βγουν γρήγορα συμπεράσματα από αυτές τις αφιερώσεις. Όλες αφορούν εποχές πριν από το θάνατό του (1960) και την μέχρι τότε ιστορία των προσώπων. Άλλωστε, ο Καραγάτσης έχει αφιερώσει κείμενό του και στον Βάρναλη («Πυρετός») προκειμένου να τιμήσει το (κοινό του) διονυσιακό στοιχείο. Η αφιέρωση «στους Έλληνες που δεν ψήφισαν ποτέ» προδίδει βέβαια αρκετήν υποτίμηση στο κοινοβουλευτικό παιχνίδι. Ο Μίχαλος, κεντρικός ήρωας και των τριών βιβλίων, είναι η αποθέωση της προσαρμοστικότητας. Για να γλυτώσει τη ζωή του στην πολιορκημένη από τους Έλληνες Τριπολιτσά όπου βρίσκεται ως όμηρος (1821), αλλαξοπιστεί, γίνεται μουσουλμάνος και μετά, ανελισσόμενος, γίνεται αξιωματούχος του ελεύθερου Κράτους (στρατηγός και πληρεξούσιος στην Συντακτική του 1843). Είναι ηδονιστής και αντιηρωικός, αρέσκεται σε ζωή ευδαιμονική και γαλήνια. Γίνεται ήρωας από σύμπτωση και εξαγοράζει τυχαία το εθνικό και θρησκευτικό αμάρτημα της αλλαξοπιστίας του. Η απομυθοποίηση έγκειται στην απόδοση της καθημερινότητας του Εικοσιένα. (Για τον αντικοτζαμπασισμό του μάλιστα το βιβλίο το διεκδίκησε η Αριστερά). Ενώ ο Πετσάλης βλέπει στο πλατύ του fresque πάντοτε το φως, ο Καραγάτσης ανιχνεύει το σκοτάδι. Ρεαλιστής ψυχογράφος που θέλει να περνά από νυστέρι το ερευνητικό αντικείμενο, δεν συμπαθεί τους τιμητές, ειδικά όταν δεν του μοιάζουν και τόσο καθάριοι. Γι’ αυτό παρουσιάζεται και έντονα αντιμακρυγιαννικός (βλ. σελ. 224-25 επ. στα «Στερνά του Μίχαλου»). Μνημονεύουμε εδώ και τον σχετικό αντιμακρυγιαννισμό του Μαρκεζίνη, όπως εκφράζεται στον πρώτο τόμο της Ιστορίας του. Το βίαιο ξεσκέπασμα ή το ανατομικό σκίσιμο καταστάσεων και ταμπού που επιχειρεί είναι πάντοτε συναρπαστικό, ενώ δεν είναι πάντοτε το ίδιο εύστοχο. Κατά τον Καραγάτση, λοιπόν, όλοι οι δημιουργοί της ιστορίας σπρώχνονται από κίνητρα ατομιστικά και συμφεροντολόγα, είναι πολλές φορές εγωιστές και νάρκισσοι.

Παναγιώτης Φωτέας, «Ο πολιτικός Καραγάτσης και η πανανθρώπινη παλίρροια». Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση, ό.π., σσ. 96-99. 

 Ο ΕΡΩΤΙΚΟΣ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Ο άνθρωπος του κόσμου του Καραγάτση είναι ένα ηθικό ναυάγιο του αιώνα μας. Ζει ενστικτωδώς τον «θάνατο του Θεού», στερείται κάθε σημείο αναφοράς του βίου και με κοκκαλωμένη ψυχή δεν υποψιάζεται τα μεγάλα ηθικά ερωτήματα και δεν τα θέτει ποτέ στη συνείδησή του. Η συνακόλουθη αυτής της κατάστασης εξαφάνιση της ψυχής με τους αλάλητους, δικούς της ίμερους, επιφέρει μια διόγκωση της παρουσίας του σώματος και της ισχύος της σάρκας. [...]
Έτσι ο Καραγάτσης, εκφράζοντας την αλήθεια του Φρόυντ, δίνει όλη την δυναμικά μυστηριώδη εξουσία στους ίμερους της σάρκας και ανάγει κεφαλαιώδη στοιχεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς στην libido, αλλά υποσυνείδητα υποτυπώνει μια αίσθηση αμαρτίας. Ο Γιούγκερμαν είναι θαυμαστός για την λεβεντιά, την ευρωστία, την πολύχυμη αίσθηση της ζωής που χαίρεται, ο Λιάπκιν είναι ένας περίλαμπρος αρσενικός με μυθικές κι οι δυο ανταύγειες, αλλά ο συγγραφέας δεν αφήνει ποτέ να διατυπωθεί μια ηθική κατάφαση στη συμπεριφορά τους. Η σεξουαλική λειτουργία δεν εκφράζει το μυστήριο του σώματος που μόνο η θεολογία κατορθώνει κάποτε ν’ αποκαλύψει· εκφράζει και το απαγορευμένο της σεξουαλικής χαράς, το εφάμαρτο, κάποια άχνα της κόλασης που είναι αδύνατο να μη ρυπάνει τον άνθρωπο («Ο άνθρωπος με το φλεμόνι»). Δολοφονήθηκε, λοιπόν, ο Νομοθέτης αλλά ο νόμος του παραμένει δρων, ισχυρός και ρυθμίζει όχι πια την συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά την στάση τους απέναντι σε μια τέτοια συμπεριφορά. Μέσα στον κόσμο του μυθιστορήματος «Το 10», που κινείται σ’ ένα συνεχές ημίφωτο, η αίσθηση μιας κοινωνίας χωρίς σκοπό, χωρίς πίστη, που σαν καράβι σέρνεται από θάλασσα σε θάλασσα χωρίς δρομολόγιο, με σπασμένες πυξίδες, εγκαταλειμμένο στα κύματα, εκφράζει μια συγκλονιστική απουσία που εκβάλλει κατ’ ευθείαν στο παράλογο της ζωής. Το ίδιο παράλογο υποκαίει τον «Γιούγκερμαν» κι εξακτινώνεται από το «Χαμένο νησί» ώς την «Μπουχούνστα» –ένα από τα περίφημα μοντέρνα αφηγήματα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Κώστας Ε. Τσιρόπουλος, «Για τον Μ. Καραγάτση». Επανεκτίμηση του Μ. Καραγάτση, ό.π., σσ. 117-118.   

Ο ΤΡΑΓΙΚΟΣ ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ
 
Έτσι, με το πεθαμένο αγγόνι της αγκαλιά βγαίνει απ’ την κάμαρα. Περπατάει με κορμί στητό, με πόδι σταθερό, με μάτι τρομερό από το ξέσπασμα του θυμού που έδιωξε τη φρόνηση. Προχωρεί στο διάδρομο. Με μια κλοτσιά ανοίγει την πόρτα της κάμαρας του Μηνά. Ο βρόντος έκανε δυο σκιές –δυο ανθρώπους– να ξυπνήσουν άξαφνα και ν’ ανεγερθούν πάνω στο κρεβάτι. Τα σκοτισμένα από τον ύπνο μάτια τους βλέπουν μέσα στο μισόφωτο το φοβερό διακαμό της γριάς να προχωρεί προς αυτούς, να στέκεται πάνωθέ τους. Οι καρδιές τους πάγωσαν, σταμάτησαν· τα κορμιά τους παράλυσαν. Περίμεναν τ’ αστροπελέκι του Θεού, που θα τους κάψει και θα τους λυτρώσει από μια ζωή αβάσταχτη: «Θεέ! Λυπήσου μας! Σκότωσέ μας! Τώρα, αμέσως, τούτη τη στιγμή!»
Αυτό που η Ρεΐζαινα κρατάει στην αγκαλιά της... Αυτό το κορμί...
-Το παιδί μου! ουρλιάζει η Μαρίνα.
Η Ρεΐζαινα καγχάζει στριγκά:
-Χαχά! Πάρε το παιδί σου! Σκρόφα!
Και με μανία, με λύσσα, πετάει το μικρό πτώμα πάνω στα δυο γυμνά κορμιά.
-Το παιδί μου! στριγκλίζει η Μαρίνα. Το παιδί μου!
Αρπάζει το νεκρό κορμί, το πασπατεύει, το αγκαλιάζει, το κοιτάει με μάτια ξέφρενα. Δε θέλει να πιστέψει. Δεν μπορεί...
-Τι το κοιτάς; σαρκάζει η γριά. Είναι πεθαμένο το παιδί σου!
Η Μαρίνα σωπαίνει. Κρατάει το μικρό πτώμα πάνω στο γυμνό της στήθος, με χέρια ξυλιασμένα. Κοιτάει πέρα, πουθενά, με μάτι γυμνό από φρόνηση. Τότε η Ρεΐζαινα σκύβει και πλησιάζει το πρόσωπο του Μηνά, που κειτόταν ασάλευτος κι ανέκφραστος, σα χτυπημένος από κεραυνό. Τον κοιτάει στα μάτια, με μάτια που σπαράζουν από σιχασιά, από μίσος. Και σουρώνοντας τα γέρικα χείλη της, τον φτύνει κατάμουτρα.
-Φτου σου! Άτιμε!
Αναστύλωσε ξανά το κορμί της. Ανάσανε με λυτρωμό. Και στητή, και μεγαλόπρεπη, και φοβερή βγήκε απ’ την κάμαρα.

Η μεγάλη χίμαιρα, σσ. 375-378.




ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις
Ι. Μυθιστορήματα
. Ο συνταγματάρχης Λιάπκιν. Αθήνα, Δημητράκος, 1933.
. Χίμαιρα. Αθήνα, έκδοση του περ. Νέα Εστία, 1936 (και αναθεωρημένη έκδοση με τίτλο Η μεγάλη Χίμαιρα,  Αθήνα, Μαυρίδης, 1953).
. Τα στερνά του Γιούγκερμαν. Αθήνα, Πυρσός, 1941.
. Λειτουργία σε λα ύφεσις· Ξυλογραφίες Λουκίας Μαγγιώρου. Αθήνα, Γλάρος, 1943.
. Νυχτερινή ιστορία. Αθήνα, Γλάρος, 1943.
. Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου. Αθήνα, Αετός, 1944.
. Ο μεγάλος ύπνος. Αθήνα, Ίκαρος, 1946.
. Ο κόσμος που πεθαίνει· Αίμα χαμένο και κερδισμένο· Μυθιστόρημα. Αθήνα, Ίκαρος, 1947.
. Βασίλης Λάσκος. Αθήνα, Αετός, 1948.
. Τα στερνά του Μίχαλου. Αθήνα, Αετός, 1949.
. Άμρια Μούγκου (Στο χέρι του Θεού). Αθήνα, Ίκαρος, 1954.
. Ο θάνατος κι ο Θόδωρος·  Τραγωδία μεν αλλά με πολλά κωμικά στοιχεία γραμμένη από τον Μ.Καραγάτση κατά τον τρόπο όχι του θεατρικού έργου αλλά του κινηματογραφικού σεναρίου.  Αθήνα, Έχιδνα, 1954.
. Ο κίτρινος φάκελλος. Αθήνα, Εστία, 1956.
. Σέργιος και Βάκχος. Αθήνα, Δίφρος, 1959.
. Το 10. Αθήνα, Εστία, 1964.
. Ο μικρός Σέργιος και Βάκχος. Αθήνα, Εστία, 1973.
. Στρατής Μυριβήλης - Μ.Καραγάτσης - Άγγελος Τερζάκης - Ηλίας Βενέζης, Το μυθιστόρημα των τεσσάρων. Αθήνα, Εστία, 1979.

ΙΙ. Διηγήματα - Νουβέλες

. Το συναξάρι των αμαρτωλών. Αθήνα, Γκοβόστης, 1935.
. Η λιτανεία των ασεβών. Αθήνα, Γκοβόστης, 1940.
. Το χαμένο νησί· Φανταστική νουβέλα· Ξυλογραφίες Γ.Βελισσαρίδη. Αθήνα, Αετός, 1943.
. Το μπουρίνι· Ξυλόγραφίες Λουίζας Μοντεσάντου. Αθήνα, Γλάρος, 1943.
. Ο τρελός με τα κουδούνια. Αθήνα, Γλάρος, 1944.
. Πυρετός. Αθήνα, Δημητράκος, 1945.
. Το νερό της βροχής. Αθήνα, Αετός, 1950.
. Η μεγάλη λιτανεία. Αθήνα, Εστία, 1955.

ΙΙΙ. Ιστορία
. Η Ιστορία των Ελλήνων Α΄· Ο αρχαίος κόσμος. Αθήνα, Αετός, 1952.

ΙV. Ταξιδιωτική λογοτεχνία
. Από Ανατολή σε Δύση· (ταξιδιωτικά κείμενα). Αθήνα, Καστανιώτης, 1991
. Περιπλάνηση στον κόσμο. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις (επιμ. Άντειας Φραντζή). Αθήνα, Εστία, 2003.

V. Διασκευές
. Ο πόλεμος της Τροίας και οι περιπέτειες του Οδυσσέα. Αθήνα, Εστία, 2004.

VI. Συγκεντρωτικές εκδόσεις
. Το μεγάλο συναξάρι.  Αθήνα, Αετός, 1952.
. Νεανικά κείμενα · επιμέλεια Στρατή Πασχάλη. Αθήνα, Εστία, 1985.
. Νεανικά διηγήματα· Εισαγωγή και φιλολογική επιμέλεια Βαγγέλης Αθανασόπουλος. Αθήνα, Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1993.
. Κριτική Θεάτρου 1946-1960. Αθήνα, Εστία, 1999.



Σάββατο 31 Μαΐου 2014

“…και στο τηλεφωνικό κέντρο η Χρυσούλα Κατσιμιλή”

“…και στο τηλεφωνικό κέντρο η Χρυσούλα Κατσιμιλή”

 

γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης


   Την θυμάμαι τη Χρυσούλα Κατσιμιλή. Αν ήσουν κι εσύ συνεπής ακροατής της ΕΡΑ (και πριν το μαύρο) θα τη θυμάσαι. Αρκετά χρόνια κρατούσε παρέα στους ακροατές του Δεύτερου Προγράμματος, της ΝΕΤ 105,8.


   Αφανής ηρωίδα, αφανής ιέρεια της επικοινωνίας, αρκούσε να αναφέρει ο εκφωνητής το όνομα της “…και στο τηλεφωνικό κέντρο η Χρυσούλα Κατσιμιλή” για να νοιώσεις ότι μεγάλωνε η ραδιοφωνική παρέα. Ότι αν ήθελες να πεις κάτι σχετικό με την εκπομπή κι όχι μόνο, να κάνεις μια αφιέρωση, να ζητήσεις ένα τραγούδι, να δηλώσεις συμμετοχή σ’ ένα διαγωνισμό, η Χρυσούλα ήταν εκεί. Γνώριζες το όνομά της, γνώριζες τη φωνή της και σου αρκούσε.

   Έτσι κι αλλιώς, λόγω της φύσης του μέσου, κανενός ραδιοφωνικού παραγωγού δεν μπορούσες να γνωρίζεις το πρόσωπο. Κι έτσι έπρεπε, έτσι πρέπει. Αρκετά πια με την εικόνα που στοιχειώνει, που κατευθύνει συμπεριφορές, που καταστρέφει τη φαντασία. Θυμάμαι τα ονόματα αρκετών παραγωγών που συνεχίζουν και σήμερα: Γιώτα Δελώνα, Μαρίνα Λαχανά, Βάνα Δαφέρμου, Θέσια Παναγιώτου, Αρχοντούλα Πέτρου, Έλενα Διάκου, Πόπη Βάγγερ, Κώστας Τριπολίτης, Πάνος Χρυσοστόμου, Γιάννης Σπυρόπουλος-Μπαχ, Νίκος Αϊβαλής. Αν εξαιρέσεις τον Κώστα Τριπολίτη, τον γνωστό στιχουργό/ποιητή, που η εικόνα του είναι γνωστή κι απ’ αλλού, κανενός άλλου δεν γνώριζα το πρόσωπο. Έτσι και με τη Χρυσούλα (επιτρέψτε μου την οικειότητα).

    Βέβαια, υπήρχε και εκείνη η σιωπηλή πλειοψηφία που ποτέ δεν μίλησε, ποτέ δεν τηλεφώνησε στην αγαπημένη του εκπομπή – αρκούσε να στείλει ένα φτηνό sms για να στείλει το μήνυμα του και για να μην τολμήσει το επόμενο βήμα… Ακό μα κι έτσι όμως, γνώριζε τη Χρυσούλα, έστω και μόνο από τ’ όνομα της! Χωρίς, γι’ αυτό, να τη νοιώθει λιγότερο δίπλα του.

“…και στο τηλεφωνικό κέντρο η Χρυσούλα Κατσιμιλή”. Όχι πια. Η αγαπημένη μας τηλεφωνήτρια δεν είναι πια μαζί μας. Πέθανε, τολμώ να πω δολοφονήθηκε, από τους πρωτεργάτες του μαύρου, από αυτούς που την οδήγησαν να κάνει μια ταπεινωτική πρόσληψη στη ΔΤ και στο ραδιόφωνό της που τολμά να αποκαλείται “Δεύτερο” και “Τρίτο”! Δεν άντεξε και κατέρρευσε. Αλλά ο αγώνας στην ΕΡΤ συνεχίζεται μέχρι τη νίκη, για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς, να μην χάνονται άδικα οι δικοί μας άνθρωποι.

“…και στο τηλεφωνικό κέντρο η Χρυσούλα Κατσιμιλή”. Όχι πια. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα την ξεχάσουμε.

Καλό ταξίδι, Χρυσούλα. Θα τα ξαναπούμε.

 

Τετάρτη 28 Μαΐου 2014

Για την ποιητική συλλογή «Πρόγνωση Καιρού» του Θεοχάρη Παπαδόπουλου






  γράφει ο Κυριάκος Μπάνος

Η λιγομίλητη ποίηση του Θεοχάρη Παπαδόπουλου, με αυτή την τόσο επίμονη διάθεσή του να δώσει στις λέξεις τη δεύτερή τους έννοια, στέκει πιο δεικτική σε αυτή την έκτη ποιητική του συλλογή που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό με τίτλο «Πρόγνωση Καιρού» από τις εκδόσεις «Vakhikon».
Στις τρεις τελευταίες συλλογές του Θ. Παπαδόπουλου διαφαίνεται μια προσωπική γλώσσα, ένα δικό του ύφος με ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Χωρίς «μεγάλες» λέξεις, με μια απλοϊκότητα σχεδόν παιδική, δίνει ένταση, επικεντρώνει σε μικρές ψηφίδες της καθημερινότητας, στα κενά της δράσης, στις στιγμές της αδυναμίας και της εσωτερικής ενατένισης.
Όλες οι μικρές λεπτομέρειες, τα αντικείμενα, οι τοίχοι, ο καιρός, η φύση υπάρχουν απλά για να δώσουν φόντο στον εσωτερικό πόνο. Όμως ακόμα και το πιο εσωτερικό συναίσθημα είναι συνδεδεμένο με τις αγωνίες του πραγματικού κόσμου. «Νιώθεις παγωμένος γιατί ζεις, σε άχαρη και κρύα κοινωνία».
Μπορεί οι χώροι και τα αντικείμενα, ο δρόμος ή το δωμάτιο, η βροχή ή τα φώτα, το μολύβι ή το σαπούνι όλα να είναι φόντο για το συναίσθημα, τη μοναξιά, τη νοσταλγία και τον ανεκπλήρωτο πόθο, αλλά αποτελούν και το έναυσμα ώστε το πρόσωπο να αποκτήσει το κοινωνικό του βάρος και αντίκτυπο.

Παρουσίαση της μεταφρασμένης ποιητικής συλλογής "Πόρτες Κλειστές"





Ο Ελληνοβουλγαρικός Σύλλογος Πολιτισμού Κυριακάτικο Ελληνοβουλγαρικό Σχολείο και ο Θεοχάρης Παπαδόπουλος σας καλούν στην Παρουσίαση της μεταφρασμένης ποιητικής συλλογής στη βουλγαρική γλώσσα με τον τίτλο: Πόρτες Κλειστές του Θεοχάρη Παπαδόπουλου. 
 
Μετάφραση: Emilia Trifonova
Την κριτική της Албена Декова θα διαβάσει η Πένκα Χαϊδαρλιέβα 

Ποιήματα στα ελληνικά και στα βουλγαρικά απαγγέλουν οι Πέτια Σιμεόνοβα, Θεοχάρης Παπαδόπουλος και ο μικρός Ντανιέλ Βάλκοβ.
                         Θα ακολουθήσει φολκλορικό πρόγραμμα με παραδοσιακούς βουλγάρικους χορούς.

                                                        Διεύθυνση Σόλωνος 112 όροφος Β΄

Πέμπτη 8 Μαΐου 2014

Ο Τόμας πέφτει στη φάκα (διήγημα)

Ο Τόμας πέφτει στη φάκα

του Γιάννη Νικολούδη*

 

      Το γραφείο ήταν στενό, κλειστοφοβικό, οι τοίχοι του πασαλειμμένοι με λεκέδες από καφέ και μυγοχέσματα. Η ατμόσφαιρα μέσα αφόρητη: ο στρεβλός ανεμιστήρας το μόνο που έκανε ήταν να αναδεύει την υγρασία της μικρής αυτής, ξεχασμένης και απ τον Θεό, μεσοδυτικής πόλης των ΗΠΑ, ξεσηκώνοντας τα χαρτιά πάνω στο αρχαίο σκοροφαγωμένο θρανίο, πίσω απ το οποίο στρογγυλοκάθονταν ο συντάκτης της τοπικής εφημερίδας.
    Ο ανθρωπάκος που είχε λουφάξει απέναντι, σε μια ψάθινη καρέκλα, καθάρισε το λαιμό του. «Κύριε θα με ακούσετε;».
      «Είστε εδώ χμ… πόση ώρα;», ο συντάκτης με βαριεστημένο ύφος συμβουλεύτηκε το ρολόι του, «Κάπου τρία τέταρτα και ειλικρινά δεν έχω καταλάβει ακόμα τι – »
    «Μα σας το έχω πει χίλιες φορές», άρχισε ο ανθρωπάκος  με συγκρατημένη ανυπομονησία, «είμαι ο Τόμας Πίντσον, ο συγγραφέας φάντασμα, ο άνθρωπος που τόσα χρόνια κυνηγάνε οι δημοσιογράφοι, οι κριτικοί, όλη η αμερικάνικη ακαδημαϊκή κοινότητα…».
    «Μου το ξαναείπατε αυτό αλλά – ». 
    «Αλλά», πήρε ο άλλος τη σκυτάλη, «με διακόψατε για να ασχοληθείτε με τους δυο  πάστορες που μπούκαραν προηγουμένως εδώ μέσα και το  παραλήρημα τους, στο οποίο δίχως αμφιβολία, ανίχνευσα τη ρυπαρή ανάσα του φονταμενταλισμού …».
    «Χα, με συγχωρείται αν οι ασχολίες της ταπεινής αυτής φυλλάδας σας φαίνονται ρυπαρές… Αλλά κάπως πρέπει να επιβιώσουμε κι εμείς και η εκκλησία πληρώνει καλά κάθε φορά που καλύπτουμε τις εκδηλώσεις της...».
    «Μην είστε εύθικτος. Δεν ήθελα να σας προσβάλλω. Απλά είμαι εδώ τόση ώρα και ακόμα καλά καλά δεν σας έχω εκθέσει τους λόγους που με έκαναν να διασχίσω την παράνοια της αμερικανικής ενδοχώρας για να φτάσω στην γραφική πολίχνη σας και να σας χτυπήσω την πόρτα».
    O συντάκτης στερέωσε καλύτερα τα γυαλιά στη γαμψή πονηρή του μύτη. Έριξε ένα αγενές διερευνητικό βλέμμα στον παράξενο επισκέπτη, την ηλικία του οποίου την υπολόγιζε εκεί γύρω στα εβδομήντα – μια άποψη που ενισχύονταν  απ το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του και τα δασιά γκρίζα του φρύδια, τα κουρασμένα και σκαλισμένα σαν σε άγαλμα μάτια, και το υπόλοιπο κορμί που έμοιαζε φρικτά λιπόσαρκο μέσα απ το μακό και τη τζιν βερμούδα.
    «Είστε στ αλήθεια ο Τόμας Πίντσον;», τον ρώτησε τελικά με ψυχρό επαγγελματικό τόνο.
    Ο άλλος κατένευσε.
    Ήταν δυνατόν; Ο συντάκτης μπορεί να μην σκάμπαζε από λογοτεχνία αλλά το όνομα Τόμας Πίντσον το είχε ακουστά –  μια γνώση που κυρίως προέρχονταν απ την (επαγγελματική;) εμμονή του για κουτσομπολιά διασημοτήτων, για σκαλίσματα προσωπικών ζωών επιφανών ανθρώπων, για λεπτομέρειες γύρω από σημαντικές εκκεντρικότητες… Και ο Τόμας Πίντσον ήταν κελεπούρι! Θεωρούμενος από πολλούς ως ο σπουδαιότερος εν ζωή αμερικανός πεζογράφος, ο εν λόγω κύριος όχι μόνο δεν έδειχνε πρόθυμος να εξαργυρώσει την αξία του προβάλλοντας την φάτσα του σε περιοδικά και τηλεόραση, αλλά είχε (με νοσηρή ίσως επιμέλεια) φροντίσει να χαθεί από προσώπου γης. Καμία φωτογραφία, καμία συνέντευξη, κανείς δεν ήξερε πως ήταν, που έμενε, πως περνούσε τη ζωή του.
    Και το έργο του, λαβυρινθώδες, πολυσυλλεκτικό, αινιγματικό, τολμηρό, ακραίο, παιχνιδιάρικο, προκαλούσε πάμπολλα ερωτηματικά. Η πένα του ειρωνική, ασθματική, ανατρεπτική, λέγονταν ότι κατακεραύνωνε τον δυτικό τρόπο ζωής και τις καπιταλιστικές κοινωνίες, τον ιμπεριαλισμό, την ιστορία την ίδια που είχε γραφεί απ τους νικητές. Ο συγγραφικός του καμβάς πλατύς σαν ωκεανός: καθότι βαθύς γνώστης ποικίλων επιστημονικών θεμάτων, διάνθιζε τα ογκώδη μυθιστορήματα του με σύνθετες πραγματολογικές φιοριτούρες, προκαλώντας σύγχυση. Άλλες φορές αυτό το ψυχρό επιστημονικό ύφος διακόπτονταν για να αρχίσει το παιχνίδι: οι ήρωες του πριν επιδοθούν σε διονυσιακά όργια, τραγουδούσαν γελοία τραγουδάκια υπό τους ήχους βιολιών, χόρευαν βαλς, τανγκό, χοροπηδούσαν, έπαιζαν γιουκαλίλι…
    Ο συγγραφές είχε κάνει και την ίδια του τη ζωή τέχνη,   συντηρώντας τον μύθο του. Μια φορά φορώντας σαν μάσκα μια σκουπιδοσακούλα, εμφανίστηκε σε ένα επεισόδιο των Simpsons. Λέγεται, ότι κάποτε όταν ένας δημοσιογράφος τον εντόπισε και επιχείρησε να του πάρει συνέντευξη, ο Πίντσον πήδηξε απ το μπαλκόνι του ξενοδοχείου όπου διέμενε για να το σκάσει. Και ο μύθος σαν, ένα ατέλειωτο κομπολόι από χάντρες, εξακολουθούσε να εμπλουτίζεται με ιστορίες για ναρκωτικά, αναρχισμό, αλητεία… Μια άλλη φορά που η κάμερα του CNN τον αποθανάτισε να περπατάει αμέριμνος  στο Μανχάταν, ο  Πίντσον απαίτησε – και εισακούστηκε – να μην κοινοποιηθεί το υλικό.
     Αλλά, τι ήθελε τώρα αυτός ο άνθρωπος και κυρίως, τι θα μπορούσε να κερδίσει ο ταπεινός συντάκτης της ακόμα πιο ταπεινής μικρής φυλλάδας;
     «Το ζήτημα στην ουσία του είναι απλό», άρχισε να ανοίγει τα χαρτιά του ο συγγραφέας. «Θα ήθελα, αν δεχόσασταν βέβαια, να σας παραχωρήσω μια συνέντευξη. Μια μεγάλη συνέντευξη. Δείτε το σαν τον απολογισμό μου μιας ζωής.  Ίσως ακουστώ μπανάλ, αλλά ναι, μάλλον πρόκειται για τα απομνημονεύματα μου. Για τη διαθήκη μου».
    «Με συγχωρείται αλλά…». Ο συντάκτης ξερόβηξε. «Χμ… Γενικά δεν τα πολυψειρίζω τα πράγματα, αλλά όταν ένας ογκόλιθος της λογοτεχνίας και κυρίως όταν αυτός ο ογκόλιθος τυγχάνει – εσείς το είπατε – συγγραφέας φάντασμα,  που όλα τα ΜΜΕ τον κυνηγάνε εδώ και δεκαετίες –  ε γίνομαι σκεπτικιστής όταν το εν λόγω πρόσωπο αντί να απευθυνθεί στη τεράστια βιομηχανία των ΜΜΕ της Νέας Υόρκης, επιλέγει την άσημη πόλη μου και την ακόμα πιο άσημη εφημεριδούλα μου… Με λίγα λόγια κύριε Πίντσον, γιατί επιλέξατε εμένα;».
    «Ω, μην κάνετε σαν ήρωας χαζής χολιγουντιανής κονσέρβας… Επιλεχθήκατε τυχαία, μέσα απ τους νόμους της στατιστικής και των πιθανοτήτων, ανάμεσα από  χιλιάδες άλλες “άσημες” εφημερίδες της αμερικάνικης ενδοχώρας. Η ζωή μου κύριε, είναι η τέχνη μου και η τέχνη μου η ζωή μου. Η ζωή μου και το έργο μου – επιτρέψτε μου να μην είμαι ταπεινόφρων σ αυτό το ζήτημα – βρίθουν συμβολισμών. Αυτή θα είναι η τελευταία μου γραμμή στο χαρτί, γιατί, δεν εθελοτυφλώ, τα ψωμιά μου είναι λίγα: η τελευταία μου συνέντευξη σε μια μικρή εφημερίδα, σε μια γνήσια αμερικάνικη εφημερίδα, σε μια άσπιλη, αθώα εφημερίδα, μακριά απ τα διαπλεκόμενα συμφέροντα του Νεο̈υορκέζικου τύπου. Η αυλαία για μένα θέλω να πέσει έτσι κύριε».

    Όταν συμφώνησαν και ο κύριος Τόμας αποχώρησε απ το λιλιπούτειο γραφείο, ο συντάκτης τηλεφώνησε στα γραφεία μιας μεγάλης εφημερίδας στη Νέα Υόρκη.
    «Αφεντικό», είπε ιδρωμένος απ τη χαρά του, «δεν θα το πιστέψεις αλλά από αύριο ο Τόμας Πίντσον – ναι καλά άκουσες – αρχίζει να μου παραχωρεί τη τελευταία του συνέντευξη… Πιάστηκε στη φάκα αφεντικό, δεν ξέρει ότι νομικά η εφημεριδούλα μου, αποτελεί "παράρτημα" της μεγαλύτερης εφημερίδας της χώρας. Έχουμε την συγκατάθεση του του αφεντικό!».
    Από την άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε ένα «Γιούπι!!!». Και αμέσως μετά: «Κάτω απ τη συνέντευξη της Σάρα Πέιλιν θα μπει ο Πίντσον».
    «Αν δεν είχαμε τα ίδια μυαλά δεν θα συνεργαζόμασταν μπός…».


* Ο Γιάννης Νικολούδης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1987. Το διήγημά του “Έξω” δημοσιεύτηκε στη συλλογή “21 νέες φωνές" του Ελευθερουδάκη. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα διαδικτυακά περιοδικά.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Μικρό σχόλιο περί Διαβόλου

 

 

Μικρό σχόλιο περί Διαβόλου*



   Ποιός είναι ο Διάβολος; Για την Εκκλησία είναι ένας επικίνδυνος, ανώμαλος τύπος, που σπάει πιάτα και πίνει βαθύ, κόκκινο κρασί της Νεμέας, πειράζει κορίτσια και γριές, ουρεί δημόσια, βρίζει τον Θεό και καλλιεργεί την Αμαρτία εντός του σοφά κατασκευασμένου κόσμου που δημιούργησε η Χάρη του - ενός κόσμου με Πείνα, Θάνατο, Πόλεμο, λιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς, καλόγερους, παπάδες, καπιταλιστές, τον Άδωνη... Αλλά από μαρξιστική σκοπιά (λέμε τώρα) ο Διάβολος, μεγάλο τ' όνομα Του, ήταν ένας προλετάριος ηγέτης, άντε μικρομεσαίος, που σήκωσε επανάσταση μαζί με τους κόκκινους και μαύρους συντρόφους του - όπως απεικονίζεται συνήθως σε αγιογραφίες και κόμιξ, ενάντια στην εξουσία του Θεού. Ηττήθηκαν και στάλθηκαν εξορία στη Γυάρο και την Μακρόνησο. Ε, την Κόλαση, ήθελα να πω... Τα βασανιστήρια εκεί δεν είναι για τους ηθικούς αμαρτωλούς με αρχιφύλακα τον Βελζεβούλη αλλά για όσους εξεγέρθηκαν και πάνε κόντρα στα θεσπισμένα ακόμα και σήμερα. "Ι, ο, ααα, έκανες αυτό κι εκείνο", φωνάζουν ακόμα και σήμερα κάποιες θρησκόληπτες γριές, "θα πας στην κόλαση!" Τα καζάνια βέβαια και για να είμαστε όσο το δυνατόν πιο ξεκάθαροι είναι κρατητήρια χειρότερα των ΕΑΤ-ΕΣΑ με δεσμοφύλακα ή ανθρωποφύλακα (α, ρε Κοροβέση και πάλι επίκαιρος είσαι) τον... Αρχάγγελο Μιχαήλ και την παρέα του. Αλλά κανείς δεν αναδεικνύει την πραγματική, εκδικητική ταυτότητα των Αγγέλων, ιδιόμορφα σατανική θα λέγαμε - εκτός από τον Σαμ και τον Ντιν στην τηλεοπτική σειρά Supernatural...
   Ο Σατανάς λοιπόν, επίτηδες τα πολλά ονόματα για να μοιάζει με μαφιόζο, δεν θα μπορούσε να είναι δεσμοφύλακας. Ακόμα κι αυτό αποτελεί διαστρέβλωση της πραγματικής φύσης Του. Και γιατί η αστική τάξη ανέχτηκε κάποιες σταθερές της θρησκευτικής/φεουδαρχικής τάξης αξιοποιώντας όλα τα ιδεολογικά εργαλεία που της χρειάστηκαν για να έχει καθηλωμένους τους εργαζόμενους της πόλης, του χωριού και του εργοστασίου και καθώς έπαψε να είναι μια επαναστατική/ανατρεπτική τάξη αλλά μια τάξη διαχείρισης του πλούτου που πήγαινε και πάει, από τους πολλούς στους λίγους. Άρα, με βάση τη σύγχρονη δημοσιογραφική, φιλελεύθερη και ακροδεξιά προπαγάνδα ο Διάβολος (αυτός που διαφθείρει ή που διαβάλλει, αν δεν κάνω λάθος) θα ήταν ένας αναρχοάπλυτος, θολοκουλτουριάρης, αιώνιος φοιτητής, παρατρομοκράτηςκαι τρομοκράτης σκέτο, αναρχοσταλινικός κατά τον Τάκη Μίχα, που θα κατέστρεφε την προσπάθεια για έξοδο της χώρας στις αγορές, θα εμπόδιζε την τουριστική ανάπτυξη. Ακόμα θα διεκδικούσε λιγότερη δουλειά και καλύτερο μισθό, δομές υγείας και πρόνοιας για όλους ενώ θα πρωταγωνιστούσε στα κοινωνικά κινήματα κ.ο.κ. Θα ήταν αντιρατσιστής και βεβαίως, αντισεξιστής - η Εκκλησία στοχοποίησε ως ανωμαλία τη διεκδίκηση του ελεύθερου έρωτα, τις προγαμιαίες σχέσεις κτλ κτλ, όχι ένας τραγοπόδαρος και κατσικόμορφος τύπος. Και να από που έρχεται η πρώτη απεικόνιση του Διαβόλου, από την αρχαία ελληνική μυθολογία (Πάνας)! Βέβαια, ο Πάνας ήταν ένας άσχημος τύπος αλλά και γλεντζές από τους λίγους - δεν ήταν τυχαία ακόλουθος του θεού Διόνυσου. Στο δίπολο Πάνας-Διάβολος παρατηρούμε πάλι, πως η χριστιανική θρησκεία εξόρισε αφού οικειοποιήθηκε με τον χειρότερο τρόπο, ήθη και έθιμα των προηγούμενων θρησκειών και δοξασιών της Μεσογείου για να τα αναβαπτίσει με βάση το συμφέρον του εξουσιαστικού οργανισμού που την διατηρούσε. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός αναδεικνύεται σε μια από τις κορυφαίες συγκρητιστικές θρησκείες που γνώρισαν ιδιαίτερη ακμή στα ύστερα ελληνιστικά χρόνια αλλά και κατά την περίοδο της Ρωμαικής Δημοκρατίας και των αυτοκρατορικών χρόνων που αφού αφομοίωσε τις παραδόσεις των προηγούμενων θρησκειών οδήγησε ύστερα στην εξαλειψή τους - αυτό έγινε βέβαια επειδή αρκετοί Ρωμαίοι αξιωματούχοι ασπάστηκαν τον χριστιανισμό και τον αξιοποίησαν ως πολιτικό όπλο και όχι επειδή ο χριστιανισμός έχει κάποια ιδεολογική ή και θεόπνευστη (εδώ γελάμε ή κλαίμε, ανάλογα) ανωτερότητα. Για παράδειγμα η θρησκεία του Θεού Σέραπις, μια προσπάθεια των Πτολεμαίων να ενοποιήσουν την αιγυπτιακή θρησκεία με την ελληνική θρησκεία των τοπικών κυβερνητών στην Αίγυπτο και η οποία αποσκοπούσε στο να βρεθεί μία θεότητα που θα ενέπνεε το σεβασμό και στις δύο εθνότητες, παρά τους αφορισμούς των Αιγυπτίων ιερέων εναντίον των θεών προηγούμενων κατακτητών, απέτυχε γιατί η ίδια η βασιλεία των Πτολεμαίων είχε φτάσει στο τέλος της. Αλλά εδώ ανοίγει μια άλλη, μεγάλη συζήτηση που της αξίζει μια αυτόνομη, διαφορετική παρέμβαση, Μέσα σε όλα τα φλύαρα που προηγήθηκαν, σκέφτομαι και την τύχη των καλικάντζαρων. Γιατί βρωμίζουν τα χριστουγεννιάτικα εδέσματα; Ίσως επειδή σατυρίζουν την χριστιανική, εορταστική και οικογενειακή κανονικότητα... Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.
   Πάντως, ακόμα και η ιστορία της υποδοχής του Χριστού ως Ελευθερωτή από τα χαμηλά στρώματα της Ιουδαίας (ταξικού κι όχι θρησκευτικού) και η μετέπειτα Σταύρωση του, δηλαδή η δολοφονία του από τις κρατικές αρχές (Πιλάτος) και τους τοποτηρητές της Ρωμαϊκής εξουσίας (Άννας, Καϊάφας, Ηρώδης) είναι κάποιου είδους μεθόδευση για να δείξει στον απλό κόσμο της εποχής ότι "σόρρυ, παίδες αλλά αυτός ο κόσμος δεν θ' αλλάξει ποτέ". Σημείωση πριν τα επόμενα: δεν στηρίζω το παραμύθι του Χριστού, αλίμονο, απλά αποδομώ τους μύθους γύρω από την υποτιθέμενη θυσία του επανερμηνεύοντας έναν άλλο (περί Διαβόλου). Να μην ξεχνάμε τον ρόλο του Σαύλου, πρώην διώκτη των Χριστιανών, που ως Παύλος πια, εκ των θεμελιωτών της σύγχρονης χριστιανικής θρησκείας - μαζί με τον Πέτρο, και τις αλλαγές που επέβαλλε. Ίσως εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε τις απαρχές της μετάλλαξης της χριστιανικής αδελφότητας, μιας σχεδόν κομμουνιστικής και διεθνιστικής κοινότητας με δράσεις από τα κάτω (τα τραπέζια της αγάπης) σ' ένα σκληροπυρηνικό οργανισμό που έστειλε στον θάνατο την Υπατία και κυβερνούσε μαζί με τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες. Σ' έναν οργανισμό που με σχεδόν επιστημονικό τρόπο ανέδειξε τις κάθε είδους προκαταλήψεις σε τρόπο και κανόνες ζωής.
   Αλλά σταματάω εδώ, τέτοια σενάρια ή μήπως όχι, χρειάζονται τον Τσιφόρο τους και 'γω βέβαια δεν είμαι. Αλλά ας αναρωτηθούμε, ιδιαίτερα τώρα που βρισκόμαστε σε εορταστική περίοδο, ποιός είναι αυτός που διαβάλλει στην πραγματικότητα... (Σ' επόμενο σημείωμα, γιατί τώρα κλείνουν τα μάτια μου κι αν έχω όρεξη λέω ν' ασχοληθώ με τον επαναστάτη και κοκκινογένη Ιούδα, όπως τον περιγράφει ο Καζαντζάκης τουλάχιστον. Και προσοχή στην σημειολογία του κόκκινου χρώματος, σε χλαμύδες, σταυρους, βασανισμένους, αγιογραφίες... Καληνύχτα.)

*ένα διαφορετικό σχόλιο για την Μεγάλη Εβδομάδα